Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 7, σκηνές 1-11)

1.ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΝΥΧΤΑ

Η Καίτη βρίσκεται στο δωμάτιό της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, με τα μάτια ανοιχτά και κοιτάζει το ταβάνι. Χτυπάει το κινητό της, εκείνη το αρπάζει στα χέρια της, και βλέποντας το όνομα του Πιέρρου στην οθόνη απαντάει στην κλήση βιαστικά, με λαχτάρα.

καιτη

Πιέρρο μου;...

2. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ – ΝΥΧΤΑ

Ο Πιέρρος στέκεται στο ένα μπαλκόνι του σπιτιού, έχει το κινητό του κοντά στο αυτί του και μιλάει στην Καίτη ψιθυριστά, καλύπτοντας το στόμα του με την παλάμη του και ρίχνοντας κλεφτές ματιές γύρω του.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Έλα, Καιτούλα... Έχω νέα, για τη Μονεμβασιά...

INTERCUT ΠΙΕΡΡΟΣ & ΚΑΙΤΗ

ΚΑΙΤΗ

Τι έγινε; Βρήκες ξενοδοχείο; Πες μου!

πιερροσ

Ναι, βρήκα για ένα βράδυ, 30 με 31 Αυγούστου... Μη σε νοιάζει η τιμή, τα έξοδα δικά μου...

καιτη

Ντάξει... Ντάξει, ο τι θες! Μου φτάνει που θα φύγουμε, που θα 'μαστε μαζί...

πιερροσ

Κι εμένα... Που θα σε κλέψω έστω για λίγο, όπως μου είπες...

καιτη

Σ' αγαπώ...

(voice over)

Σ' αγαπώ πολύ, αγόρι μου!

πιερροσ

Κι εγώ σ' αγαπώ πολύ, κορίτσι μου...

(voice over)

Σε λατρεύω!

Ακούγοντας την τελευταία φράση του Πιέρρου, η Καίτη μένει για λίγο με το κινητό στο αυτί της δακρυσμένη, ωστόσο στα χείλη της ζωγραφίζεται αχνά ένα μικρό χαμόγελο, σαν να φανερώνει ελπίδα, ενώ την ίδια περίπου αντίδραση έχει κι ο Πιέρρος.

3.ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΑΥΛΗ – ΜΕΡΑ

Η Έλενα κάθεται στην αυλή του σπιτιού και κάνει σιωπηλή παρέα στην κυρά Κατέρω, η οποία σφουγγίζει διαρκώς τα μάτια της και αναστενάζει. Η Καίτη εμφανίζεται να κατεβαίνει την εξωτερική πέτρινη σκάλα, κι έρχεται κοντά τους.

καιτη

Γιαγιάκα μου... Πώς είσαι;

κυρα κατερω

Πώς να 'μαι, γραμμάτιο μου; Πώς να 'μαι; Κλαίω για την ψυχούλα του θείου σας και για την ψυχούλα του Σαράντη του Τζαννετάκου μαζί, για τις ξαδερφούλες σας μα και για τα παλικάρια τα δικά του... Αχ, Θεγέ μου, αχ, τι μας φύλαγες; Γιατί τους θόλωσες τον νου τους;

Η γιαγιά σιωπά και αφήνει δυο τρία πνιχτά αναφιλητά. Η Καίτη σκύβει και την αγκαλιάζει, κλείνοντας τα βλέφαρά της σφιχτά και σμίγοντας τα χείλη της, και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Την επόμενη στιγμή, η Έλενα σηκώνεται όρθια.

ελενα

Γιαγιάκα, πάμε εμείς απάνω, να βάλουμε κάτι να φάμε... Αν θες, έλα κι εσύ...

κυρα κατερω

Φάτε, κορώνια μου, φάτε εσείς... Εμένα μπουκιά δεν κατεβαίνει...

ελενα

Εντάξει, γιαγιά, εσύ ξέρεις... Καίτη, πάμε;

καιτη

Ναι, Λενιώ μου, έρχομαι...

Τα δυο κορίτσια αφήνουν τη γιαγιά κι αρχίζουν να ανεβαίνουν μαζί τη σκάλα. Σε μερικά βήματα, κοντοστέκονται και μιλούν συνωμοτικά.

ελενα

Καίτη... Τι ώρα θα φύγετε αύριο με τον Πιέρρο, είπες;

καιτη

Σσς, πιο σιγά, Έλενα... Πρωί πρωί, μόλις χαράξει... Κι εσύ όπως είπαμε, και χαμός να γίνει προσποιήσου την ανήξερη...

ελενα

Εντάξει, μείνε ήσυχη... Κι εσύ, όμως, να μου στείλεις μήνυμα, και καμιά φωτογραφία στα κρυφά...

καιτη

(χαμογελάει μελαγχολικά)

Θα σου στείλω, σ' το υπόσχομαι... Και σ' ευχαριστώ πάρα πολύ που είσαι δίπλα μου σ' όλο αυτό, ειλικρινά!

ελενα

Καίτη... Είσαι σίγουρη για αυτό; Εννοώ...

καιτη

Δεν ξέρω, Έλενα, αλήθεια... Το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να βρεθώ ξανά δίπλα του, κοντά του, κοντά στον Πιέρρο, και ας καεί ο κόσμος όλος... Ο μόνος άνθρωπος εδώ μέσα που με νοιάζει που θα τον ανησυχήσω είναι η κυρά Κατέρω...

Τελειώνοντας την κουβέντα της, το βλέμμα της κοπέλας στρέφεται για μια στιγμή στη γιαγιά της, που εξακολουθεί να κάθεται στη θέση της και να μοιρολογεί σιγανά.

4. ΕΣ., ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Ο διευθυντής Αργύρης Μαριόλης βρίσκεται στο γραφείο του και ξεφυλλίζει έναν φάκελο. Έρχεται ο Πιέρρος, του απευθύνεται κι εκείνος στρέφει την προσοχή του πάνω του.

πιερροσ

Κύριε Αργύρη, μπορώ να σας απασχολήσω λίγο;

μαριολησ

Ναι, Πιέρρο, φυσικά. Τι είναι;

πιερροσ

Χρειάζομαι την άδειά σας, ώστε να λείψω αύριο...

μαριολησ

Συνέβη κάτι εκτάκτως; Έχεις ανάγκη να πας κάπου μήπως;

πιερροσ

Ναι, κατά κάποιον τρόπο... Το ξέρω ότι έχουμε δουλειά, όμως αυτή τη στιγμή τη χρειάζομαι αυτή την άδεια...

μαριολησ

Καλά, παιδί μου, αν είναι τόσο απαραίτητη, θα σ' τη δώσω... Είναι και το πένθος της οικογένειάς σου, οπότε κατανοώ...

πιερροσ

Σας ευχαριστώ πολύ, ειλικρινά... Και υπόσχομαι να αναπληρώσω για την απουσία μου...

μαριολησ

(τον χτυπάει καθησυχαστικά στον ώμο)

Δε χρειάζεται, γιε μου! Ξέρω ότι είσαι φιλότιμο παλικάρι, αλλά μην αγχώνεσαι για αυτό, τον χρόνο του αγροτικού τον έχεις ουσιαστικά συμπληρώσει άλλωστε... Πάρε την άδεια που μου ζητάς και πήγαινε όπου θες, εντάξει; Και μην ανησυχείς, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν κι άλλοι γιατροί στο Κέντρο...

πιερροσ

Εντάξει... Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι!

ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ

Παρακαλώ, παιδί μου, τίποτα... Το ξέρεις ότι σε βλέπω σαν γιο μου...

πιερροσ

Το ξέρω, ναι, και σας είμαι ευγνώμων για αυτό, αλήθεια...

Οι δύο άντρες μένουν σιωπηλοί και κοιτάζονται μεταξύ τους μια στιγμή έντονα.

5. ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ – ΧΑΡΑΜΑ

30 Αυγούστου 2016, περίπου 7 το πρωί. Ο Πιέρρος περιμένει την Καίτη καβάλα στη μηχανή του στο έμπα του χωριού από την επαρχιακή οδό Γυθείου – Αρεόπολης, κοιτώντας ανυπόμονα την ώρα στο κινητό του. Εκείνη καταφτάνει τέλος βιαστική, με ένα σακίδιο στην πλάτη της, και μόλις έρχεται κοντά του οι δυο τους αγκαλιάζονται σφιχτά, δίνουν ένα φιλί στο στόμα με λαχτάρα και κοιτάζονται βαθιά στα μάτια, κρατώντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου στις χούφτες του και μιλώντας ψιθυριστά, συγκινημένοι.

πιερροσ

Σε κλέβω, νεράιδα μου όμορφη... Σε δυο ώρες το πολύ θα 'μαστε μακριά από δω, μόνο οι δυο μας!

καιτη

Ναι, οι δυο μας... Οι δυο μας μόνο, δίμετρο τουφέκι μου, εσύ κι εγώ, στη Μονεμβασιά, ξανά μαζί...

Οι ανάσες του Πιέρρου και της Καίτης σμίγουν καθώς μιλούν και ακούγονται έντονες. Μετά από ένα ακόμα φιλί, ανεβαίνουν στη μηχανή, η Καίτη σφίγγεται πάνω στην πλάτη του Πιέρρου κι εκείνος βάζει μπροστά, αφού πρώτα πιάσει το ένα της χέρι και το φέρει στο μέρος της καρδιάς του.

6. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Η Έλενα λαγοκοιμάται ακόμη στο κοινό δωμάτιο των κοριτσιών. Εμφανίζεται στην πόρτα η Χρυσούλα, και βλέποντας το κρεβάτι της Καίτης αδειανό, βάζει τις φωνές, ενώ η Έλενα ανοίγει ταυτόχρονα τα μάτια της αιφνιδιασμένη.

χρυσουλα

(off)

Αμάν! Καίτηη!

(on, πλησιάζει την Έλενα και την ταρακουνάει)

Ξύπνα, μωρή, κι εσύ, που κοιμάσαι του καλού καιρού, τρομάρα σου! Λείπει η καφή σου, δεν το πήρες χαμπάρι;

ελενα

(πετάγεται, κάνοντας την έκπληκτη)

Η αδερφή μου;! Πού είναι;

χρυσουλα

Ξέρω γω; Πάντως εδώ δεν είναι, γιατί και το κρεβάτι της είναι άδειο και δεν τη βρίσκω πουθενά...

ελενα

Μ – μήπως έφυγε; Να πάει Αθήνα εννοώ...

χρυσουλα

(ψάχνοντας τη ντουλάπα)

Σαν την κλέφτρα; Τι λες κι εσύ, μωρή, χαζή είσαι; Να, και τα ρούχα της είναι όλα εδώ, να τα!

ελενα

Δεν ξέρω, δε μου είπε τίποτα...

χρυσουλα

Ιιιι! Ανάθεμά την... Ανάθεμά τηνε τη σκύλα, το 'σκασε με τον άισκιο τον Τζαννετάκο!

ΕΛΕΝΑ

Τι... τι λες, μαμά; Ποιον άισκιο, ποιον Τζαννετάκο;

χρυσουλα

Ξέρει αυτή, ξέρει πολύ καλά... Λεωνίδαα!

Η Χρυσούλα βγαίνει φουριόζα απ' το δωμάτιο, ενώ η Έλενα έχει ελαφρώς χλομιάσει και τρώει για μια στιγμή νευρικά τα νύχια της. Την επόμενη στιγμή, εισβάλλουν στο δωμάτιο και οι δύο γονείς της.

λεωνιδασ

Τι έγινε εδώ; Μικρή, πού είναι η αδερφή σου; Λέγε!

χρυσουλα

Έλα μου ντε! Αυτό ρωτάω κι εγώ... Μίλα, μωρή, γιατί αν ξέρεις και δε λες, αλίμονό σου! Αλίμονό σου, κακομοίρα μου, τ' ακούς; Θα σου μαδήσω το μαλλί τρίχα τρίχα, κι εσένα και της μεγάλης!

ελενα

Μαμά, δεν ξέρω τίποτα, αλήθεια σου λέω! Έχω φοβηθεί κι εγώ...

λεωνιδασ

Στο τμήμα, γυναίκα! Πάμε στο τμήμα, τώρα, όπως είσαι!

Ο Λεωνίδας ορμά έξω από το δωμάτιο των κοριτσιών, και η Χρυσούλα τον ακολουθεί σχεδόν τρέχοντας. Η Έλενα μένει μόνη της και δαγκώνει ξανά νευρικά τα νύχια της, φανερά αγχωμένη και στεναχωρημένη.

7. ΕΞ., ΓΥΘΕΙΟ/ΚΡΑΝΑΗ – ΜΕΡΑ

Καβάλα στη Yamaha του Πιέρρου, το νεαρό ζευγάρι φτάνει στο Γύθειο, ενώ ο ήλιος έχει ψηλώσει ήδη αρκετά. Ο Πιέρρος παρκάρει τη μηχανή του στο λιμάνι, κοντά στο σημείο όπου ξεκινά ο βραχίονας που ενώνει το νησάκι της Κρανάης με το υπόλοιπο Γύθειο, κατεβαίνουν και τον περπατούν μέχρι να φτάσουν σε αυτήν, πιασμένοι χέρι - χέρι. Έρχονται ως τον πύργο Τζαννετάκη Γρηγοράκη και στέκονται παρατηρώντας τον, και η Καίτη αγκαλιάζει τον Πιέρρο και γέρνει στο πλάι του.

καιτη

Πιέρρο;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Μ;

καιτη

Θυμάσαι τι μου 'λεγες στη Βάθεια; Πώς θα 'ταν ωραία να ζούμε σε πύργο, να είσαι εσύ ο Νικλιάνος κι εγώ η πυργοδέσποινα, κι ότι θα 'μοιαζε με μανιάτικο παραμύθι...

πιερροσ

Ναι, θυμάμαι... Γίνεται να το ξεχάσω;

καιτη

Ε λοιπόν, έναν τέτοιον πύργο θα 'θελα κι εγώ να 'χαμε τώρα, σαν του Τζαννετάκη Γρηγοράκη εδώ πέρα στην Κρανάη ή σαν τα ερείπια της Βάθειας, να κρυβόμασταν μέσα του οι δυο μας και να γλυτώναμε απ' όλους και απ' όλα, κι από μίση κι από έχθρες κι από άδικα πένθη, που μας κυνηγάνε και δε μας αφήνουν να χαρούμε τον έρωτά μας, αυτό το τόσο ωραίο πράγμα που αναπτύχθηκε μεταξύ μας...

Λέγοντας αυτά, η Καίτη ατενίζει τον Πιέρρο μελαγχολικά στα μάτια, και το πρόσωπό της παίρνει μια έκφραση θλίψης. Εκείνος της χαϊδεύει τρυφερά το ένα μάγουλο και τη φιλάει απαλά στο μέτωπο.

πιερροσ

Καίτη... Για όσο θα 'μαστε μαζί, λογάριασε πως είμαι εγώ ο πύργος σου, κρύψου στην αγκαλιά μου και μη σε νοιάζει τίποτα! Οκέι; Τίποτα μη σε νοιάζει, κορίτσι μου...

Η Καίτη γνέφει καταφατικά με το κεφάλι της, και το νεαρό ζευγάρι αγκαλιάζεται σφιχτά για λίγο και φιλούν ο ένας τον λαιμό του άλλου.

8. ΕΣ., ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Ο Σταύρος κάθεται στο γραφείο του και είναι απορροφημένος στη μελέτη μερικών εγγράφων. Χτυπάει η πόρτα, εκείνος ρωτάει «μπρος;» και την επόμενη στιγμή μπαίνει μέσα έξω φρενών ο Λεωνίδας.

σταυροσ

Γαμπρέ, αδερφή! Τι θέλετε εσείς εδώ;

λεωνιδασ

Κουνιάδε, τώρα, αυτή τη στιγμή! Βγάλε φιρμάνι να ψάξουνε την κόρη μου!

σταυροσ

Τι τσαμπουνάς, άνθρωπέ μου, πρωινιάτικα; Ποια κόρη σου, τι έγινε πάλι;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Τη μεγάλη! Το 'σκασε, πανάθεμά τηνε, σαν την κλέφτρα!

σταυροσ

(σηκώνεται όρθιος με έκπληξη)

Η Καίτη; Το 'σκασε η Καίτη; Είσαι σοβαρός, τι είναι αυτά που λες;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Αμέεε, το έσκασε η βρόμα, το παλιοθήλυκο, και το θέμα είναι και με ποιον! Είχε κούκο η παλιοσουσουράδα, τον γιο του κοινοτάρχη τον γιατρό, τον Πιέρρο τον Τζαννετάκο! Φτου...

Η Χρυσούλα κινεί έντονα τα χέρια της καθώς φωνάζει, κι ύστερα κάνει πως φτύνει με αηδία τη λέξη, μόλις προφέρει το όνομα του Πιέρρου.

σταυροσ

Κι εσείς τι ήρθατε εδώ; Τι θέλετε από μένα να κάνω;

χρυσουλα

(χτυπώντας το χέρι της στο γραφείο του Σταύρου)

Να στείλεις να τη βρούνε και να τη φέρουνε πίσω σηκωτή, Σταύρο, κι αυτή και τον άισκιο! Τι σκατά αστυνόμος είσαι, μετά συγχωρήσεως, και θείος της κιόλας;!

σταυροσ

Πάψε, Χρυσούλα! Εδώ μέσα θα μιλάς καλύτερα... Το κατάλαβες; Κι επίσης θα 'πρεπε να ξέρετε ότι η κόρη σας είναι ενήλικη και ότι για να εκπέμψουμε σήμα κινδύνου ότι εξαφανίστηκε πρέπει να περάσουν 24 ώρες, εκτός ανέχετε βάσιμες υποψίες ότι είναι σε κίνδυνο!

λεωνιδασ

Τι εξαφάνιση και μαλακίες μου τσαμπουνάς, ρε κουνιάδε; Πας καλά, γαμώ το στανιό μου; Εδώ μιλάμε κλέφτηκε με τον οχτρό μας, ενώ ο Δημήτρης ανασαίνει ακόμα, η άτιμη! Το ξέρω, τραβιότανε μαζί του η πουτάνα, η ντώσα...

Ενώ ο Λεωνίδας ωρύεται, εμφανίζεται ξαφνικά πίσω του ο Πότης, βαρύθυμος και μαυροντυμένος, για να πει την τυπική καλημέρα του στον Σταύρο. Βλέποντας, ωστόσο, τον Λεωνίδα εκεί, συνοφρυώνεται.

ποτησ

Τι κάνεις εδώ, ρε ταβερνιάρη, και φωνάζεις κιόλας; Χάσου από μπροστά μου!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Τι κάνω; Τι κάνω; Ρωτάς τι κάνω, ρε; Ε; Το κωλόπαιδο ο γιος σου, ρε άτιμε, ο γιατρουδάκος, βούτηξε την τσούπρα μου τη μεγάλη και πάνε να βγάλουνε τα μάτια τους, γαμώ το σπίτι σας!

Ο Λεωνίδας πιάνει τον Πότη από τον γιακά αγριεμένος, και τότε επεμβαίνει ο Σταύρος.

σταυροσ

Ε, ε, ε! Αρκετά πια! Δε θα πιαστείτε και στα χέρια μες στο τμήμα... Κοινοτάρχα, δουλειά σου, κι εσύ, Λεωνίδα, άμε στο μαγαζί σου! Άντε, σας παρακαλώ, άιντε!

ποτησ

Μπεζαντάκο, ένα να ξέρεις μόνο, επειδή σέβομαι και την έτερη αρχή του τόπου: Ο Πιέρρος μου, ο γιος μου, δεν έχει καμιά σχέση με την κόρη σου! Γιατί είναι άντρας και Τζαννετάκος, και δε θα έμπλεκε ποτέ με κάποια από εσάς την πουτανογενιά, αναθεματισμένοι να 'στε όλοι σας και πιο πολύ ο αδερφός σου που σκότωσε τον δικό μου, που να μη σώσει ποτέ να λιώσει!

σταυροσ

Σκασμός! Σκάστε κι οι δυο σας... Ξεκουμπιστείτε, τώρα! Τώρα είπα!

Ουρλιάζει ο Σταύρος, δείχνοντας την πόρτα, και οι δύο πατεράδες ανταλλάσσουν βλέμματα μίσους. Ύστερα, ο Λεωνίδας μαζί με τη Χρυσούλα αποχωρούν, ενώ κι εκείνη ρίχνει ένα ανάλογο με του συζύγου της δολοφονικό βλέμμα στον Πότη.

9. ΕΞ., ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ, ΝΕΑ ΠΟΛΗ / ΠΑΡΑΛΙΑ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος και η Καίτη φτάνουν με τη μηχανή στη νέα πόλη της Μονεμβασιάς, και ο Πιέρρος ελαττώνει ταχύτητα, καθώς πλησιάζουν στην παραλία.

καιτη

Να κάνουμε ένα μπάνιο; Μου έλειψε η θάλασσα...

πιερροσ

Φυσικά, ο τι θες! Τώρα που το λες, κι εγώ καίγομαι να βουτήξω...

Σταθμεύουν τη μηχανή δίπλα στην παραλία, στη σκιά από ένα αρμυρίκι, βάζουν τα μαγιό τους και προχωρώντας πάνω στα βότσαλα βρίσκουν ένα σημείο όπου στρώνουν την ψάθα τους και αφήνουν τα πράγματά τους. Κατόπιν μπαίνουν στο νερό, πιασμένοι από το χέρι, και κολυμπούν στα ρηχά. Κάποια στιγμή, έρχονται κοντά, κοιτώντας ο ένας τον άλλον σιωπηλά στα μάτια, αγκαλιάζονται, κι η Καίτη γέρνει τελικά το κεφάλι της στον ώμο του Πιέρρου, ενώ κι ο ίδιος ακουμπά το σαγόνι του στον δικό της.

πιερροσ

Σ' αγαπώ, Καίτη...

καιτη

Κι εγώ σ' αγαπώ, Πιέρρο...

10. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΜΕΡΑ

Ο Λεωνίδας και η Χρυσούλα βρίσκονται στην Ωραία Τσίμοβα. Ο πατέρας της Καίτης κάθεται σ' ένα τραπέζι, ακουμπώντας το ένα χέρι του με τον αγκώνα πάνω του και βαστώντας το πιγούνι του με τη μία του χούφτα, ενώ το άλλο του χέρι κρέμεται πίσω από την καρέκλα του, και το ένα του πόδι χτυπάει νευρικά στο πάτωμα. Ταυτόχρονα, η μητέρα της στέκεται πίσω από το μαγειρείο και μουρμουράει.

χρυσουλα

Ακούς εκεί, να πάει να κλεφτεί η άτιμη με τον άισκιο! Έχε χάρη που πρέπει να βγάλουμε κάνα φράγκο από την ταβέρνα, αλλιώς θα σ' είχα πάρει σηκωτό να τρέξουμε να τη βρούμε... Έννοια σου, όμως, δε θα γυρίσει; Θα γυρίσει, και τότε να δεις τι έχει να γίνει, πώς θα την περιποιηθώ, άμα μολογήσει ότι ήτανε μαζί του! Θα της τ' αργάσω το τομάρι, μη σου πω ότι θα την πάω και στο γιατρό να της δει το πράγμα της!

λεωνιδασ

Σταμάτα πια, μωρή γυναίκα! Δε μας φτάνουν όλα, έχουμε κι εσένα να γκρινιάζεις... Εγώ πάντως σου λέω, αν δε φανεί ως αύριο η παλιοτσούπρα, θα βγάλω μόνος μου ανακοίνωση σε αυτό το alert, πώς το λένε, κι ας λέει ο τι θέλει ο αδερφός σου...

Την κουβέντα του Λεωνίδα διακόπτει το χτύπημα του κινητού του. Η Χρυσούλα σταματάει τη δουλειά της και παρακολουθεί, ενώ ο σύζυγός της απαντάει.

λεωνιδασ

Ναι; Γιώργο, εσύ;

11. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΓΑΛΗΝΑΙΩΝ – ΜΕΡΑ

Ο Γιώργος ο Γαληνέας βρίσκεται στο σπίτι του και μιλάει με τον ξάδελφό του στο τηλέφωνο.

γιωργοσ

Έλα ρε Λεωνίδα! Πώς είστε;

INTERCUT ΓΙΩΡΓΟΣ & ΛΕΩΝΙΔΑΣ

λεωνιδασ

Πώς να 'μαστε, ρε κορώνα μου; Τα αρχίδια μας, συγγνώμη κιόλας... Δε μας έφτανε το πένθος μας, τώρα έχουμε και την Καίτη να μας κάνει νερά η άτιμη...

γιωργοσ

Τι νερά, ρε Λεωνίδα; Τι λες;

λεωνιδασ

Το 'σκασε! Σήμερα το πρωί...

γιωργοσ

Το 'σκασε; Πού, με ποιον;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

(φωνάζει από το βάθος)

Μ' έναν απ' αυτούς τους άισκιους, Γιώργη, ανάθεμά τηνε, που τον είχε πιάσει γκόμενο... Τον μεγάλο γιο του κοινοτάρχη εδώ του Τζαννετάκου, του αδερφού του παλιοφονιά, Πιέρρο το λένε το κωλόπαιδο κι είναι και τζιτζιλόμης...

γιωργοσ

Α μάλιστα... Μην ανησυχείς καθόλου, ξάδερφε, εγώ θα πάω να τη βρω την άσωτη τη θυγατέρα σου, κι άμα είναι όντως μ' αυτόν τον Πιέρρο τον Τζαννετάκο, θα σ' τη φέρω πίσω τραβώντας την απ' το μαλλί, και μετά όλη δική σου... Δε θα ρεζιλευτείς εσύ επειδή αυτή θέλει να παίξει το πουτανάκι του! Αλλιώς να μη με λένε Γιώργο Γαληνέα...

χρυσουλα

(αφού ο Λεωνίδας κλείσει το τηλέφωνο)

Τι σου 'πε ο Γιώργης;

λεωνιδασ

Θα πάει, λέει, να τη βρει αυτός...

χρυσουλα

Άντε να δούμε τι θα γίνει... Με τα καμώματά της κοντεύουμε να γίνουμε ακόμη πιο ρεντίκολο στην Αρεόπολη!

(κλαψουρίζοντας)

Τι ήθελα και το γένναγα αυτό το παιδί, Θεέ μου; Γιατί σε μας, γιατί όλα σε μας; Μια ο Δημήτρης που πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι, και μια η πουτανία της Καίτης! Τι άλλο ποτήρι θες να μας ποτίσεις πια, τι αμαρτίες πληρώνουμε και μας τιμωρείς έτσι, Παναγία μου;...

Μαρία Παπαθεοδώρου