Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 7, σκηνές 21-31)

21. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ – ΜΕΡΑ

ΠΟΛΥ ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΝΟ του Νοσοκομείου. Το ασθενοφόρο φτάνει στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, και οι τραυματιοφορείς βγάζουν το φορείο που είναι ξαπλωμένη η Καίτη και το σέρνουν βιαστικά στον διάδρομο, ενώ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ κοιτούν απορημένοι και ρωτούν.

νοσηλευτησ

Φωνάξτε τον κύριο Βρετό, αμέσως! Χρειάζεται επειγόντως χειρουργείο η κοπέλα! Κυρία Γκόμπλια, εσείς, που είστε η βοηθός του...

Ένας νοσηλευτής απευθύνεται στη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΓΚΟΜΠΛΙΑ (γύρω στα 35), βοηθό του δρος Βρετού, κι εκείνη ανταποκρίνεται.

μαργαριτα

Τον φωνάζω αμέσως! Κύριε Βρετέ, ελάτε, σας παρακαλώ, γρήγορα...

Η γυναίκα χάνεται στο βάθος του διαδρόμου, και σε λίγο επιστρέφει μαζί με έναν ψηλό άντρα 50 ετών, ντυμένο με ιατρική στολή. Είναι ο ΔΡ ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΡΕΤΟΣ, χειρουργός στο νοσοκομείο Σπάρτης.

δρ βρετοσ

Τι γίνεται; Τι έχουμε εδώ;

μαργαριτα

Μια κοπέλα 25 ετών τραυματισμένη από σφαίρα, γιατρέ... Τη φέρανε από τη Μονεμβασιά, Μπεζαντάκου Αικατερίνη λέγεται, ήταν μαζί της και το παλικάρι από δω...

δρ βρετοσ

Σφαίρα; Μα καλά, πώς, γιατί;

μαργαριτα

Τι να σας πω, γιατρέ! Μακάρι να 'ξερα...

δρ βρετος

Τέλος πάντων, δεν είναι ώρα για τέτοια... Φέρτε την στο χειρουργείο! Αμέσως!

(στέκεται και μιλάει στον Πιέρρο)

Νεαρέ μου, εσύ είπες ήσουνα μαζί της;

πιερροσ

Ναι, εγώ...

δρ βρετοσ

Πώς σε λένε, και τι σου είναι η κοπέλα, αν επιτρέπεται;

πιερροσ

Πιέρρο Τζαννετάκο με λένε, είμαι κι εγώ γιατρός, αγροτικός στο Κέντρο Υγείας Αρεόπολης... Με την Καίτη είμαστε ζευγάρι...

δρ βρετοσ

Θανάσης Βρετός, χειρουργός... Θα κάνουμε ο τι περνάει απ' το χέρι μας για να τη σώσουμε, Πιέρρο, σ' το υπόσχομαι! Κουράγιο...

Ο γιατρός τείνει το χέρι του στον Πιέρρο σε χειραψία και του το σφίγγει για λίγο ενθαρρυντικά, με βλέμμα και φωνή γεμάτα έγνοια. Ο Πιέρρος κουνάει μονάχα το κεφάλι του, κι ύστερα μένει μόνος στον διάδρομο, αφού ο δρ Βρετός αποχωρεί βιαστικός προς το χειρουργείο. Με τα ρούχα της αγαπημένης του στα χέρια, σωριάζεται βαρύς σε ένα κάθισμα πιο πέρα, τα κοιτάζει, η όψη του συσπάται και ξεσπά σε βουβούς λυγμούς, βρέχοντας με τα δάκρυά του το αιματοβαμμένο της τοπάκι.

22.ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη είναι ξαπλωμένη στο χειρουργικό κρεβάτι, και γύρω της ο δρ Βρετός, η Μαργαρίτα και άλλοι χειρουργοί με την ανάλογη εξάρτυση εκτελούν την εγχείρηση για την αφαίρεση της σφαίρας.

δρ βρετοσ

Λαβίδα, Μαργαρίτα...

μαργαριτα

Ορίστε, γιατρέ...

δρ βρετος

Φχαριστώ... Τα μάτια σας δεκατέσσερα όλοι, να βγάλουμε τη σφαίρα απ' το σώμα της!

Ο γιατρός παίρνει τη λαβίδα και με πολλή προσοχή πιάνει τη σφαίρα και την αφαιρεί. Την επόμενη στιγμή, όμως, αίμα ξεπετάγεται από την περιοχή του τραύματος, και το μόνιτορ αρχίζει να «τσιρίζει», καθώς η ένδειξη των σφυγμών της Καίτης πέφτει.

δρ βρετος

Να πάρει! Γρήγορα, τον απινιδωτή!

Η Μαργαρίτα φέρνει στον γιατρό το μηχάνημα, το φορτίζει, κι εκείνος βάζει τα ηλεκτρόδια στο σώμα της Καίτης και πραγματοποιεί το ηλεκτροσοκ, ωστόσο οι παλμοί συνεχίζουν να πέφτουν.

δρ βρετοσ

Έλα, Καίτη... Έλα, κορίτσι μου!

μαργαριτα

(σιγανά)

Γιατρέ, τη χάνουμε;...

δρ βρετοσ

Δεν υπάρχει περίπτωση! Πάμε ξανά, με το τρία, δώστε κι άλλη τάση... Ένα, δύο, τρία! Τώρα...

Ο γιατρός εφαρμόζει δεύτερο ηλεκτροσόκ στην Καίτη με τον απινιδωτή, το σώμα της τραντάζεται και το μόνιτορ σταματάει να «τσιρίζει», καθώς οι σφυγμοί της επανέρχονται πάλι στα κανονικά επίπεδα. Η Μαργαρίτα και οι υπόλοιποι ξεφυσούν ανακουφισμένοι πίσω από τις μάσκες τους, και ο Θανάσης Βρετός στρέφει για μια στιγμή το βλέμμα του ψηλά κι ύστερα το προσηλώνει ελαφρώς θολωμένο στη ναρκωμένη κοπέλα.

23. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ – ΜΕΡΑ

Οι γονείς της Καίτης βρίσκονται και οι δύο στο μικρό σαλόνι του σπιτιού τους. Ο Λεωνίδας βηματίζει πάνω κάτω νευρικά, ενώ η Χρυσούλα καθισμένη στο μπράτσο μιας πολυθρόνας προσπαθεί να κρύψει επίσης τη νευρικότητά της.

λεωνιδασ

Τελείωσε, γυναίκα, πάω στην αστυνομία! Πέρασε το εικοσιτετράωρο...

χρυσουλα

Κάτσε, ρε χριστιανέ μου, κάτσε! Μπορεί να έρθει από στιγμή σε στιγμή ο Γιώργος και να την έχει μαζί του... Α αχ, και τι σε περιμένει, μωρή Καίτη, κάτσε να πατήσεις το πόδι σου εδώ μέσα και θα σε τουλουμιάσω, παλιοκόριτσο, μη σου πω ότι θα σε ράψω κιόλας! Δεν τ' ακούς κι εσύ το τηλέφωνο; Πήγαινε να το πάρεις!

λεωνιδασ

Ναι; Μάλιστα, ο ίδιος... Από το νοσοκομείο Σπάρτης; Τι;... Η κόρη μου είναι, ναι... Πού; Στο χειρουργείο;... Εντάξει, ευχαριστώ πολύ...

χρυσουλα

Τι έγινε, ρε Λεωνίδα; Τι τρέχει;

λεωνιδασ

Η Καίτη, Χρυσούλα... Είναι στο νοσοκομείο της Σπάρτης, στα Επείγοντα...

χρυσουλα

Τι;...

λεωνιδασ

Αυτό που άκουσες! Τώρα δα την είχανε στο χειρουργείο, λέει...

χρυσουλα

Στο χειρουργείο; Πώς, άνθρωπέ μου, γιατί;

ελενα

(εμφανίζεται πίσω τους σαστισμένη)

Ποιος είναι στο χειρουργείο; Ποιος είναι στο νοσοκομείο Σπάρτης, πείτε μου! Η Καίτη είναι, ε; Για αυτό δε γύρισε ακόμα; Πες μου, μαμά, πες μου! Καιτούλα μου, αδερφούλα μου, όχι... Όχι...

Η Έλενα ταρακουνάει τη μητέρα της καθώς μιλάει, κι ύστερα πέφτει στον διπλανό καναπέ και βάζει τα κλάματα, ενώ οι γονείς της κοιτάζονται αμήχανοι.

χρυσουλα

Τι να κάνουμε; Λεωνίδα, πάμε στη Σπάρτη, γρήγορα!

λεωνιδασ

Ναι, πάμε, ναι... Φεύγουμε τώρα!

κυρα κατερω

Το γραμμάτιο μου... Το κορώνι μου, Παναγιά μου!

Προβάλλει στο βάθος η κυρά Κατέρω, που έχει κι αυτή ακούσει τις κουβέντες του γιου της, της νύφης της και της μικρότερης εγγονής της, δακρυσμένη, με το ένα χέρι της να καλύπτει το στόμα της και το άλλο να στηρίζεται στον τοίχο. Τρεκλίζει, τα γόνατά της λυγίζουνε, και ο Λεωνίδας με τη Χρυσούλα μόλις που προλαβαίνουν να την πιάσουν για να μην πέσει.

24. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος εξακολουθεί να κάθεται στον χώρο αναμονής των Επειγόντων, στον διάδρομο, έχοντας στα χέρια του τα ρούχα και τα σανδάλια της Καίτης και ακουμπισμένα δίπλα στα πόδια του τα σακίδιά τους. Στρέφοντας το κεφάλι του, βλέπει τον γιατρό Βρετό να έρχεται προς το μέρος του, και σηκώνεται με κόπο.

πιερροσ

Τι έγινε, γιατρέ; Πείτε μου, σας ικετεύω! Ζει, είναι καλά;

δρ βρετοσ

Αγόρι μου, έχω δύο νέα, ένα καλό κι ένα κακό... Το καλό είναι ότι ναι, ευτυχώς τη σώσαμε την κοπέλα σου, ήταν τυχερή να μην έχει βλάψει η σφαίρα ζωτικά της όργανα, όμως...

πιερροσ

Όμως τι; Τι συμβαίνει;

δρ βρετοσ

Έχει πέσει σε κώμα, Πιέρρο, η Καίτη, αυτό είναι το κακό νέο, και μόλις εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας διασωληνωμένη... Έχασε πολύ αίμα, όταν ήρθατε εδώ ήταν ήδη αναίσθητη, και πάνω στην εγχείρηση πήγε κιόλας να μας φύγει, να σταματήσει η καρδιά της...

Στο άκουσμα της είδησης, ο Πιέρρος κλείνει σφιχτά τα βλέφαρά του, τα τρίβει με τη χούφτα του και πνίγει έναν λυγμό στο λαρύγγι του, και μόλις ανοίγει ξανά τα μάτια του, αυτά είναι βουρκωμένα.

πιερροσ

Θα ξυπνήσει, γιατρέ; Μόνο αυτό πείτε μου... Θ' ανοίξει γρήγορα τα μάτια της;

δρ βρετοσ

Δεν ξέρω, παλικάρι μου, μακάρι... Οι πρώτες ενδείξεις είναι θετικές, ότι θα ξυπνήσει και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι καλά, όμως νέος γιατρός είσαι κι εσύ και ξέρεις πόσο εύθραυστες είναι αυτές οι περιπτώσεις... Εξάλλου, πάνω κι από μας κι απ' την επιστήμη υπάρχει κι αυτό το μεγάλο πράγμα που λέγεται Θεός, οπότε, αν το θέλει και Εκείνος, θα γίνει πάλι όπως την ήξερες και πριν...

πιερροσ

Μπορώ να τη δω, σας παρακαλώ; Έστω για ένα λεπτό... Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πέφτω στα πόδια σας...

δρ βρετοσ

Εντάξει... Για ένα λεπτό μονάχα, νομίζω ότι είναι εφικτό, κι ας μην επιτρέπονται οι επισκέψεις στους διασωληνωμένους ασθενείς στη ΜΕΘ...

πιερροσ

Σας ευχαριστώ, γιατρέ... Σας είμαι ευγνώμων, αλήθεια!

δρ βρετοσ

Μη με ευχαριστείς, Πιέρρο, άνθρωποι είμαστε κυρίως, πέρα από επιστήμονες... Έλα μαζί μου τώρα, πάμε...

25. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΜΕΘ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος φοράει όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό, και μπαίνει στη ΜΕΘ με τη συνοδεία του γιατρού Βρετού, ο οποίος τον οδηγεί στο κρεβάτι της Καίτης και αποσύρεται διακριτικά λίγο πιο πέρα, μαζί με τη Μαργαρίτα. Ο Πιέρρος στέκεται για λίγο δακρυσμένος, βλέποντας την Καίτη χλομή, με κλειστά τα μάτια και τον αναπνευστήρα μπροστά στο στόμα της, και ύστερα με το δεξί του χέρι της χαϊδεύει το κεφάλι, ενώ με το αριστερό πιάνει τη δική της δεξιά παλάμη και τη φέρνει αργά στα χείλη του, πριν σκύψει και της φιλήσει τρυφερά το μέτωπο. Πιο πίσω, ο γιατρός και η βοηθός του συζητούν χαμηλόφωνα.

μαργαριτα

Δεν το χωράει ο νους μου, γιατρέ... Σφαίρα, όπλο; Γιατί; Ποιος να 'θελε να τη βλάψει την κοπέλα; Ή μήπως στόχευαν το παλικάρι, και πάλι, για ποιον λόγο;

δρ βρετοσ

Σάμπως το χωράει ο δικός μου, μωρέ Μαργαρίτα; Αφού το σώσαμε το κορίτσι κι ήταν μονάχα μία η σφαίρα, δόξα τω Θεώ να λες! Δεν ξέρω, αλλά ψυχανεμίζομαι πολύ πικρή ιστορία από πίσω, οπότε ας μην το σκαλίσουμε...

μαργαριτα

(σταυροκοπιέται)

Μακάρι, Παναγιά μου, να ξυπνήσει γρήγορα! Πονάει η ψυχή μου να τους βλέπω έτσι, νέα παιδιά...

δρ βρετοσ

Κι εγώ προσεύχομαι να βγει γρήγορα από δω μέσα η Καίτη... Τη συμπάθησα κι αυτή και τον Πιέρρο πολύ, απ' την πρώτη στιγμή που τους είδα στα Επείγοντα, σαν κάτι αόριστο να με έδενε μαζί τους, κάτι που δε μπορώ να το προσδιορίσω, αλλά το νιώθω ότι υπάρχει...

Ο γιατρός τελειώνει τον λόγο του, και ατενίζει για μια στιγμή συλλογισμένος προς το μέρος του Πιέρρου, που στέκεται ακόμη όρθιος πάνω από την κλίνη της Καίτης, με την πλάτη γυρισμένη σ' εκείνον και στη Μαργαρίτα.

26. ΕΣ., ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΛΑΜΠΡΙΝΑΚΟΥ – ΜΕΡΑ

Ο Ηλίας βρίσκεται στη δουλειά του στο συνεργείο, έχει το κινητό του στο αυτί και επιχειρεί να τηλεφωνήσει στον αδελφό του, εμφανώς ανήσυχος. Καθώς ο Πιέρρος δεν του απαντάει, ο Ηλίας αγχώνεται.

ηλιασ

Έλα, ρε Πιέρρε, σήκωσέ το το ρημάδι... Πού στον Δία είσαι, επιτέλους;

27. ΕΞ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΠΑΡΚΙΝΓΚ – ΜΕΡΑ

Χτυπάει το κινητό του Πιέρρου, και εκείνος βλέπει στην οθόνη το όνομα του αδελφού του. Πατάει το κουμπί της κλήσης και απαντάει βραχνός.

πιερροσ

Ναι; Λιάκο, εσύ;

CROSSCUT ΠΙΕΡΡΟΣ & ΗΛΙΑΣ

ηλιασ

Άντε, ρε καφούλη, με πέθανες στην αγωνία, να πούμε! Μια μέρα είπες θα λείψεις, όχι δύο... Έγινε τίποτα; Λέγε!

πιερροσ

(αγγίζοντας το μέτωπό του)

Ηλία... Δε μπορώ να σου πω πολλά, έχω πονοκέφαλο...

ηλιασ

(voice over)

Πονοκέφαλο;

(on)

Ρε, εσύ ακούγεσαι σκατά! Τι έπαθες, τι έγινε;

πιερροσ

(αναστενάζει και βουρκώνει)

Η Καίτη... Είναι στο νοσοκομείο Σπάρτης, στην Εντατική... Από κει έφυγα κι εγώ μόλις...

ηλιασ

Ώπα, κάτσε! Κάτσε, δε μου τα λες καλά! Η Καίτη... στο νοσοκομείο;...

πιερροσ

(voice over)

Ναι...

(on)

Μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ, σε κανέναν... Θα πάρω τώρα ΚΤΕΛ και θα γυρίσω Αρεόπολη, κλείσε...

Ο Πιέρρος κλείνει το κινητό του, το βάζει στην τσέπη του, πιέζει τα μηνίγγια του με τα δάχτυλα των δυο χεριών και ρουφάει τη μύτη του, κι έπειτα κατευθύνεται προς ένα ταξί που βρίσκει σταθμευμένο στο πάρκινγκ του νοσοκομείου.

ταξιτζησ

Κορώνι, θες να σε πάω κάπου;

πιερροσ

Ναι... Στον σταθμό των ΚΤΕΛ, αν μπορείτε...

ταξιτζησ

Μια χαρά μπορούμε, μπες μέσα...

πιερροσ

Φχαριστώ, να 'στε καλά...

28. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΜΕΡΑ

Ο Πότης, η Φωτεινή, ο Νίκωνας και ο γέρο – Πιέρρος είναι συγκεντρωμένοι στο σαλόνι του σπιτιού. Ο κοινοτάρχης αλωνίζει νευρικός τον χώρο, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη ή βάζοντας τους αντίχειρες στη ζώνη του, η γυναίκα του έχει διπλωμένο το ένα της μπράτσο κοντά στο στήθος και πάνω του στηρίζει τον αγκώνα του άλλου της χεριού, φέρνοντας το χέρι της κοντά στο σαγόνι και το στόμα της σε ένδειξη αγωνίας, ενώ ο μικρότερος γιος τους στέκεται κι αυτός όρθιος χτυπώντας τα δάχτυλά του στους μηρούς του και ο παππούς κάθεται σοβαρός και συλλογισμένος στην πολυθρόνα του, έχοντας γείρει μπροστά και σταυρώσει τα χέρια του. Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα του σπιτιού και εμφανίζεται στο κατώφλι ο Πιέρρος, χλομός και καταβεβλημένος. Όλοι στρέφουν το βλέμμα τους επάνω του, έκπληκτοι, και ο παππούς του σηκώνεται πρώτος και τον προϋπαντεί θερμά, κάνοντας να τον αγκαλιάσει.

γερο – πιερροσ

Κορώνα μου! Γύρισες; Επιτέλους! Πού χάθηκες, έτοιμοι ήμασταν να καλέσουμε την αστυνομία!

πιερροσ

Ηρέμησε, παππού... Τώρα είμαι εδώ, δεν είναι ανάγκη να καλέσετε κανέναν...

γερο – πιερροσ

Τι σου συμβαίνει, γκρα μου; Εσύ είσαι έτοιμος να βάνεις τα κλάηματα! Και τι έπαθε το χέρι σου κι είναι δεμένο;...

πιερροσ

Άσε με, παππού, να χαρείς... Δε μπορώ να μιλήσω τώρα...

Μεσολαβεί μια στιγμή σιωπής, κατά την οποία ο Πότης έρχεται πιο κοντά στον πατέρα του και στον γιο του, και κοιτάζει τον δεύτερο πολύ αυστηρά.

ποτησ

Καλώς τον άσωτο υιό που εδέησε να επιστρέψει σπίτι του! Ελπίζω να 'χεις μια καλή δικαιολογία για το ότι λείπεις μιάμιση μέρα, μιάμιση μέρα ακριβώς!

πιερροσ

Πατέρα, άσε με ήσυχο...

ποτησ

Έλα δω, ρε, έλα δω γιατί θα σε καρυδώσω! Λέγε πού στο διάλο ήσουνα, μολόγα! Στο Γύθειο αποκλείεται, έβαλες τον Σταμάτη να μας ρίξει στάχτη στα μάτια...

πιερροσ

Θες να μάθεις όντως πού ήμουνα; Στη Μονεμβασιά, με την Καίτη, κλέφτηκα μαζί της γιατί δεν άντεχε κανείς μας άλλο αυτό που ζούσαμε εδώ πέρα, κι όλα αυτά που σου 'πα ότι έκανα λάθος κι ότι τη χώρισα ήταν ψέματα, την αγαπώ και θα την αγαπάω για πάντα...

Τα λόγια του Πιέρρου, που φανερώνουν συγκρατημένη οργή και τα προφέρει με φωνή μισοσπασμένη, κάνουνε τον Πότη έξω φρενών, με αποτέλεσμα να τρέμει ολόκληρος από λύσσα, και την αμέσως επόμενη στιγμή, σηκώνει το χέρι του και του αστράφτει ένα δυνατό χαστούκι, πριν τον πιάσει από τα μπράτσα και τον ταρακουνήσει βίαια ουρλιάζοντας, ενώ η Φωτεινή πίσω του, παγωμένη, αφήνει ένα επιφώνημα και αγκαλιάζεται αυθόρμητα με τον Νίκωνα.

ΠΟΤΗΣ

Τι είπες ρε; Θα σε σκοτώσω! Είπες ψέματα στον πατέρα σου, ρε άτιμε, στον πατέρα σου; Ε; Εγώ σε λογόδωνα κι εσύ συνέχιζες να τραβιέσαι με τη δράκαινα, την ανιψιά του φονιά του θείου σου;;;

πιερροσ

Στο διάολο! Στο διάολο όλα, κι ο γαμημένος λόγος που 'δωσες, κι αυτή η κωλοέχθρα πάνω απ' όλα! Για αυτή την πουτάνα την έχθρα σας η Καίτη έφαγε σφαίρα κι είναι τώρα στο νοσοκομείο στη Σπάρτη, στην Εντατική, σε κώμα... Αν τυχόν και δεν ξαναξυπνήσει, θα κλαις κι εσύ πάνω απ' τον τάφο μου, τ' ακούς; Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα Μανιάτης και Τζαννετάκος!

Ο Πιέρρος σωριάζεται σε έναν καναπέ, κρύβοντας την όψη του στις χούφτες του. Η μάνα του έρχεται κοντά του και του χαϊδεύει στοργικά τα μαλλιά, για να τον ηρεμήσει, ενώ κοιτάζει πού και πού τον άντρα της επιτιμητικά, ο οποίος τα έχει χάσει με την αποκάλυψη του γιου του.

29. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ – ΜΕΡΑ

Ο Λεωνίδας, η Χρυσούλα, η Έλενα και η κυρά Κατέρω φτάνουν στο νοσοκομείο Σπάρτης και κατευθύνονται προς τα Επείγοντα. Στον διάδρομο, συναντούν τον δρα Βρετό.

δρ βρετοσ

Καλησπέρα! Θανάσης Βρετός, χειρουργός... Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;

χρυσουλα

Γιατρέ, πείτε μας! Πείτε μας πώς είναι η κόρη μας!

δρ βρετοσ

Ησυχάστε, κυρία μου, ηρεμία! Πρώτα πρώτα, ποια είναι η κόρη σας;

χρυσουλα

Η Καίτη η Μπεζαντάκου, γιατρέ μου, μάθαμε ότι την είχαν φέρει εδώ στο νοσοκομείο και τη χειρουργούσαν!

δρ βρετοσ

Αλήθεια; Είστε οι γονείς της Καίτης;

λεωνιδασ

Ναι, γιατρέ, τι λέμε τόση ώρα; Εγώ είμαι ο πατέρας της, ο Λεωνίδας, η γυναίκα μου η Χρυσούλα, η μικρή μου κόρη η Έλενα κι η μάνα μου η κυρά Κατέρω, ορίστε, σας συστηθήκαμε πλήρως! Η Καίτη πού είναι, πώς κατέληξε εδώ πέρα;

λεωνιδασ

Κύριε Μπεζαντάκο, ηρεμήστε. Το χειρουργείο πέτυχε, αλλά η κόρη σας αυτή τη στιγμή νοσηλεύεται διασωληνωμένη στην Εντατική, σε κώμα προς το παρόν...

ΕΛΕΝΑ

Χριστέ μου, η αδερφή μου...

δρ βρετοσ

Ησύχασε, κορίτσι μου... Έλενα σε φωνάζουν, είπαμε;

ΕΛΕΝΑ

Ναι, ναι, Έλενα...

ΔΡ ΒΡΕΤΟΣ

Έλενα, η αδελφή σου είναι εκτός κινδύνου, το κώμα της ευτυχώς είναι ελαφρύ και αναστρέψιμο, και ευελπιστούμε σύντομα να ξυπνήσει και να αποσωληνωθεί, ώστε να μπορέσετε να τη δείτε όλοι σας...

κυρα κατερω

Παναγιά μου Γιάτρισσα, σώσε το γραμμάτιο μου, κι εγώ θα σου φέρω λαμπάδα στο μπόι της! Μόνο να γιάνει, να γιάνει η ανεράιδα μου...

δρ βρετοσ

Κυρά Κατέρω... Καλά το λέω; Θα γίνει καλά η εγγονή σας, Θεού θέλοντος, μη στεναχωριέστε... Άλλο πράγμα ήθελα όμως εγώ να σας ρωτήσω, κι έχει να κάνει με τον τρόπο που τραυματίστηκε η Καίτη...

λεωνιδασ

Τι εννοείτε, γιατρέ; Μιλήστε ξάστερα!

δρ βρετοσ

Η κόρη σας δέχτηκε χτύπημα από σφαίρα, κύριε Λεωνίδα... Γνωρίζω ότι δεν είναι η αρμοδιότητά μου ως γιατρός να ασχολούμαι με τέτοια θέματα, αλλά η περίπτωσή της με προβλημάτισε ιδιαίτερα...

χρυσουλα

Σφαίρα;... Τι λέτε, γιατρέ, είστε σίγουρος;

δρ βρετοσ

Πιο σίγουρος δε γίνεται, κυρία Χρυσούλα, εγώ της την αφαίρεσα! Για αυτό θα ήθελα να μάθω, υπήρχε κάποιος που μπορεί να ήθελε να βλάψει την Καίτη ή τον φίλο της τον Πιέρρο Τζαννετάκο, τον νεαρό που ήταν μαζί της στη Μονεμβασιά όπου συνέβη το ατύχημα και τη συνόδευσε ως εδώ, κι ο οποίος είπε ότι έχουνε σχέση;...

Ο Θανάσης απευθύνει την ερώτηση κοιτάζοντας και τους τέσσερις στα μάτια, κι η Έλενα με την κυρά Κατέρω σφίγγονται η μια πάνω στην άλλη δακρυσμένες, ενώ τα πρόσωπα του Λεωνίδα και της Χρυσούλας παγώνουν και παίρνουν εκφράσεις ντροπής και σκληρότητας ταυτόχρονα.

30. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΝΥΧΤΑ

Ο Πιέρρος είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, με ένα σεντόνι ριγμένο πάνω του, καθότι έχει πυρετό. Η Φωτεινή κάθεται δίπλα του και του βάζει ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και το δωμάτιο ως εκ τούτου μισοσκότεινο.

φωτεινη

Τι ήταν αυτός ο πυρετός ξαφνικά, βρε κορώνα μου; Μήπως πρέπει να πάμε σε κάναν γιατρό;...

πιερροσ

Όχι, μάνα, μην ανησυχείς, γιατρός είμαι κι εγώ και ξέρω... Ψυχολογικός πυρετός είναι, μέχρι αύριο θα μου 'χει περάσει...

Ο Πιέρρος γέρνει το κεφάλι του ελαφρώς στο πλάι, αναστενάζοντας βαριά, και η Φωτεινή συνεχίζει να του εφαρμόζει ταμποναριστά το πανί στο μέτωπο.

φωτεινη

Πιερράκο μου, μίλησέ μου... Πες μου, ποια είναι η Καίτη που λες ότι αγαπάς;

πιερροσ

Η Καίτη η Μπεζαντάκου, μάνα, η κόρη του κυρ Λεωνίδα με την Ωραία Τσίμοβα, η ανιψιά του Δημήτρη του Μπεζαντάκου που... Τώρα το καλοκαίρι γίναν' όλα, ξαναβρεθήκαμε στο Κέντρο Υγείας, όταν έκανα ράμματα στην ανιψιά της την εγγονή του παπά – Κώστα, θυμάσαι; Και μετά όλα ήρθαν σαν από μόνα τους και καταλήξαμε ζευγάρι, ενώ η Καίτη δεν ήξερε τίποτα...

Ο Πιέρρος σταματάει για λίγο την εξομολόγησή του και ακούγεται να ρουφάει τη μύτη του, ενώ η Φωτεινή εξακολουθεί να του δροσίζει το μέτωπο, χαϊδεύοντάς του τώρα με τα δάχτυλά της τις ρίζες των μαλλιών του.

φωτεινη

Πρέπει να είναι πολύ όμορφη και καλή κοπέλα η Καίτη για να ταίριαξες μαζί της... Έτσι, Πιέρρο μου; Κάνω λάθος;

πιερροσ

Όχι, μάνα, δεν κάνεις λάθος... Να, φέρε μου το κινητό, να σ' τη δείξω... Τη βλέπεις; Αυτή εδώ είναι...

φωτεινη

(ψιθυριστά, συγκινημένη)

Χριστέ μου, τι ομορφιά! Νεράιδας...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι... Κείνη τη μέρα ήταν που είχα γυρίσει πίσω απόγευμα, και με ρωτούσες πού πήγα κι εγώ σου απάνταγα με υπονοούμενα... Ήμουν χαρούμενος, μεθυσμένος από έρωτα, μόλις είχαμε κολυμπήσει στον Γερολιμένα, είχαμε περπατήσει στη Βάθεια χέρι χέρι που βγάλαμε και τη φωτογραφία κι είχαμε πει σ' αγαπώ ο ένας στον άλλον στο Ταίναρο, δεν ήξερα ότι ο θείος ο Τζανέτος μας είχε δει με τη μηχανή στο έμπα της Αρεόπολης και θα το μαρτυρούσε στον πατέρα μου...

φωτεινη

Ώστε έτσι το 'μαθε ο Πότης;...

πιερροσ

Ναι, έτσι... Κι όταν έσπασε ο διάολος το ποδάρι του κι έμαθε κι η Καίτη ξαφνικά για την κωλοέχθρα, της είπα να μη βλεπόμαστε για λίγο για να μη μπλέξουμε, και τότε είπα ψέματα στον μπαμπά πως τη χώρισα, όπως με απειλούσε να κάνω... Νόμιζα ότι θα ήταν προς όφελός μας, ο ηλίθιος, πού να 'ξερα...

φωτεινη

Και στη Μονεβασιά τι έγινε, ποιος θέλησε να της κάνει κακό;...

πιερροσ

Δε θέλησε να κάνει κακό σε κείνη, μάνα... Στόχευε εμένα, η Καίτη ρίχτηκε μπροστά μου, την άρπαξα για να τη γλυτώσω απ' τη σφαίρα, αλλά δεν πρόλαβα, τη βρήκε στην κοιλιά της η σφαίρα και έπεσε αιμόφυρτη στα χέρια μου, στα χέρια μου αυτά που την είχα κάνει δική μου μόλις...

φωτεινη

Ποιος, παιδί μου, ποιος; Ποιος ήτανε;

πιερροσ

Θείος της ήταν... Ο θείος της ο Γιώργος Γαληνέας, πρώτος ξάδερφος του πατέρα της, Μπεζαντιάνος κι αυτός από τη μάνα του, έτσι μου συστήθηκε ο άθλιος, πριν βγάλει το πιστόλι και πυροβολήσει...

31. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ – ΝΥΧΤΑ

Ο Λεωνίδας κι η Χρυσούλα έχουν γυρίσει από το νοσοκομείο και κάθονται στην κουζίνα, ξεφυσώντας και κάνοντας γκριμάτσες και χειρονομίες απόγνωσης. Κάποια στιγμή, η Χρυσούλα σηκώνεται και περπατάει πέρα δώθε στην κουζίνα, με τα χέρια διπλωμένα κάτω από το στήθος της.

χρυσουλα

Τέτοια ντροπή, δε μας ξεπλένει ούτε όλος ο Ευρώτας! Καλύτερα να πέθαινε... Κι αυτός ο Γιώργος ήταν ανάγκη να κουβαλάει όπλο;! Ας την άρπαζε κι ας έφευγε, ν' αφήσει το κωλόπαιδο στα κρύα του λουτρού...

λεωνιδασ

Χρυσούλα, σταμάτα, σε παρακαλώ, έχω πονοκέφαλο... Δεν ξέρω κι εγώ για τί να πρωτοντραπώ να πούμε, όχι μόνο εσύ...

χρυσουλα

Λοιπόν, πάει και τελείωσε! Εμείς στο νοσοκομείο δε θα πάμε να τη δούμε, άμα ξυπνήσει, για τιμωρία της... Τέτοιο βρομοθήλυκο κάλλιο να μην ήταν κόρη μου!

ελενα

Εγώ θα πάω, μαμά. Θα πάω, είτε το θες είτε όχι...

χρυσουλα

Δεν έχεις να πας πουθενά! Ανάθεμά σας και τα δύο, παλιοκόριτσα, που να μη σας είχα πιάσει ποτέ μου, όχι να σας γεννήσω! Δε θα πας να τη δεις την άτιμη!

ελενα

Θα πάω! Θα πάω, και με τη γιαγιά μαζί, τη θεία Λόπη, τα κορίτσια, κι όποιον άλλον την αγαπάει την Καίτη, γιατί εσείς σίγουρα δεν την αγαπάτε! Καμιά μας δεν αγαπάτε, δεν είστε γονείς εσείς, τέρατα είστε, τέρατα!

Φωνάζει η Έλενα, και κατόπιν αποχωρεί απ' την κουζίνα, βάζοντας τα κλάματα με το που γυρίσει την πλάτη στον πατέρα και τη μητέρα της. Στηρίζεται στον τοίχο του διαδρόμου με το ένα χέρι της, και καθώς τα αναφιλητά την πνίγουν, μονολογεί όχι καθαρά κάτι σαν «αδερφούλα μου...».

 Μαρία Παπαθεοδώρου