Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 8, σκηνές 1-10)

1.ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΜΕΘ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του θαλάμου της Εντατικής, με τα μάτια της κλειστά. Δίπλα της μια ΝΟΣΟΚΟΜΑ ελέγχει τις ζωτικές της λειτουργίες στο ειδικό μηχάνημα. ΚΟΝΤΙΝΟ στο πρόσωπό της.

CUT AWAY

Η κοπέλα θυμάται τις τελευταίες ευτυχισμένες της στιγμές με τον Πιέρρο: το μπάνιο στην παραλία της Μονεμβασιάς, την απογευματινή τους βόλτα στην καστροπολιτεία, το κρασί που ήπιαν στο Emvasis cafe, τις δύο πρώτες φορές που ενώθηκαν στο ξενοδοχείο.

Επάνοδος στο παρόν, η Καίτη κινεί ελαφρά τις παλάμες της, λυγίζοντας τα δάχτυλα. Η νοσοκόμα αντιλαμβάνεται την κίνησή της και γυρίζοντας προς τα κείνη, τη βλέπει έκπληκτη να ανοίγει αργά τα βλέφαρά της.

2. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΡΟΣ ΒΡΕΤΟΥ - ΜΕΡΑ

Ο Θανάσης Βρετός βρίσκεται στο γραφείο του, καθισμένος σε μια καρέκλα, και ελέγχει το πρόγραμμα των επεμβάσεών του. Εκείνη τη στιγμή, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα βιαστικά η Μαργαρίτα Γκόμπλια.

δρ βρετοσ

Τι έγινε, Μαργαρίτα; Όλα καλά;

μαργαριτα

Γιατρέ, η Καίτη... Ξύπνησε, συνήλθε μόλις απ' το κώμα!

δρ βρετοσ

(σηκώνεται όρθιος)

Σοβαρά; Να τη δω αμέσως, μόλις την αποσωληνώσουν οι συνάδελφοι και πάει σε κανονικό θάλαμο, έτσι πες τους!

μαργαριτα

Εντάξει, γιατρέ, θα τους το πω! Αν δε σας πειράζει, μπορώ να είμαι κι εγώ μαζί σας; Έχω ανακουφιστεί πάρα πολύ και θέλω όσο τίποτε άλλο να τη δω να μας κοιτάζει και να μας μιλάει...

δρ βρετοσ

(μειδιώντας με χαρά)

Εννοείται, Μαργαρίτα! Εννοείται...

3. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Χτυπάει το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού. Η Έλενα, που εκείνη την ώρα πλένει τα πιάτα του μεσημεριανού φαγητού, παρατάει τη δουλειά της, τρέχει και αρπάζει το ακουστικό.

ελενα

Παρακαλώ, ποιος είναι; Κύριε Βρετέ, εσείς; Ναι, φυσικά και σας θυμάμαι, ναι, ναι, η Έλενα η είμαι, η αδερφή της Καίτης... Τι; Αλήθεια;... Δεν το πιστεύω! Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ...

Η Έλενα κλείνει το τηλέφωνο και το πρόσωπό της παίρνει εκφράσεις έκπληξης και τεράστιας χαράς μαζί, ενώ από τα μάτια της στάζουν δυο μικρά δάκρυα.

ελενα

Γιαγιά! Γιαγιά!

κυρα κατερω

Τι είναι, Λενάκι μου; Τι έγινε;

ελενα

Η Καίτη, γιαγιά... Ξύπνησε η Καίτη, πήρε τώρα ο κύριος Θανάσης ο Βρετός, ο γιατρός! Ξύπνησε η αδερφή μου, ξύπνησε...

κυρα κατερω

Παναγιά μου... Παναγιά μου Γιάτρισσα, σ' ευχαριστού! Το 'καμες το θάμα σου, το 'καμες, σήμερα στη γιορτή σου... Σ' ευχαριστού, Παναγιά μου, σ' ευχαριστώ, Παρθένα μου, κείνη τη λαμπάδα που σου 'ταξα δε θα τη λησμονήσω! Αχ το γραμμάτιο μου, αχ, η νεράιδα μου, τ' άνοιξε τα ματάκια της ξανά, τα άνοιξε, Θεγέ μου...

Η κυρά Κατέρω δακρύζει κι αυτή, αγκαλιάζεται σφιχτά με τη μικρότερη εγγονή της και κλαίνε από χαρά κι ανακούφιση.

4. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη έχει πλέον βγει από την Εντατική, και έχει μπει σε δωμάτιο του νοσοκομείου. Εκεί βρίσκεται τώρα, ημικλινής στο ειδικό κρεβάτι, και η πλάτη της ακουμπάει στο μαξιλάρι, ενώ μια ΝΟΣΟΚΟΜΑ της αλλάζει τον ορό. Μπαίνει μέσα ο γιατρός Βρετός μαζί με τη Μαργαρίτα και αφού ανταλλάξουν μερικά λόγια, η νοσοκόμα αποχωρεί και η Μαργαρίτα πλησιάζει πρώτη το κρεβάτι της Καίτης, με συγκίνηση, και της πιάνει τρυφερά το ένα της χέρι.

μαργαριτα

Καίτη... Πόσο χαίρομαι που συνήλθες, κορίτσι μου! Είμαι η Μαργαρίτα Γκόμπλια, η βοηθός του κυρίου Βρετού από δω, που σου έσωσε τη ζωή...

Η Καίτη ατενίζει ελαφρώς απορημένη τη Μαργαρίτα, που δείχνει με το βλέμμα της τον γιατρό, και ο Θανάσης πλησιάζει πιο κοντά τους.

δρ βρετοσ

Καίτη, καλώς όρισες πίσω στη ζωή! Όπως σου είπε μόλις κι η Μαργαρίτα, ναι, είμαι ο άνθρωπος που σε χειρούργησε, όταν σε έφεραν εδώ τραυματισμένη... Θανάσης Βρετός, χαίρω πολύ...

Ο γιατρός τείνει το χέρι του προς την κοπέλα, και εκείνη κάνει να σηκώσει το δικό της για να του ανταποδώσει τη χειραψία, όμως η αδυναμία της την αποτρέπει.

δρ βρετοσ

Μην κουράζεσαι, δεν είναι ανάγκη... Μπορείς να μιλήσεις; Πες μου... Ναι; Σίγουρη; Πες το μου και δυνατά, έλα...

καιτη

Ναι... Ναι, μπορώ...

δρ βρετοσ

Όμορφα, η φωνή σου παρεμπιπτόντως ακούγεται πολύ γλυκιά κι ας είναι αδύναμη, να ξέρεις... Σε λένε Καίτη Μπεζαντάκου, είσαι 25 ετών και κατάγεσαι από την Αρεόπολη, τα θυμάσαι αυτά;

καιτη

Ναι, τα θυμάμαι...

δρ βρετοσ

Ωραία... Τους γονείς σου πώς τους λένε; Την αδελφή σου, τη γιαγιά σου; Είχαν έρθει όταν έμαθαν τι έπαθες...

καιτη

Λεωνίδα, Χρυσούλα, Έλενα και Κατέρω...

δρ βρετοσ

Ωραία, πολύ ωραία! Τους θυμάσαι όλους λοιπόν... Πες μου και κάτι άλλο: Έχεις κι ένα αγόρι, τον Πιέρρο... Τον θυμάσαι; Είναι τρία χρόνια μεγαλύτερός σου, 28 δηλαδή, και γιατρός, να, σαν εμένα...

Με την ερώτηση του γιατρού, η όψη της Καίτης συννεφιάζει απότομα, το κάτω χείλος της τρέμει, η ανάσα της γίνεται κοφτή και τα μάτια της βουρκώνουν.

μαργαριτα

Καίτη; Είσαι εντάξει, γλυκιά μου;

καιτη

Ο Πιέρρος... Πού είναι, πείτε μου; Πείτε μου πού είναι! Θέλω να τον δω...

Ρωτάει η Καίτη με αγωνία, κοιτώντας πότε τη Μαργαρίτα και πότε τον Θανάση, και εκείνος αναλαμβάνει να την καθησυχάσει.

δρ βρετοσ

Ηρέμησε, κορίτσι μου, ηρέμησε... Θα τον ειδοποιήσουμε ότι ξύπνησες και θα έρθει όσο το δυνατόν πιο σύντομα, σ' το υπόσχομαι... Θέλω τώρα να σε ρωτήσω κάτι άλλο: Ο Πιέρρος ήτανε μαζί σου, όταν τραυματίστηκες, το θυμάσαι αυτό; Ήρθε μαζί σου ως εδώ, μάλιστα...

καιτη

Ναι, ήταν μαζί μου, στη Μονεμβασιά...

δρ βρετοσ

Άρα θυμάσαι και πού ήσασταν... Μπορείς τώρα να μου πεις κάτι πιο δύσκολο; Θυμάσαι το πώς τραυματίστηκες; Σε ρωτάω, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι... το χειρουργείο έγινε για να σου αφαιρέσουμε μια σφαίρα που είχε καρφωθεί εδώ, σ' αυτό το σημείο της κοιλιάς σου ακριβώς που σου δείχνω...

Εστίαση στο πρόσωπο της Καίτης. Cut away, η κοπέλα θυμάται τη στιγμή του τραυματισμού της: τον θείο της τον Γιώργο να μουγκρίζει «φονιάδες, γαμώ τη φάρα σας!», να βγάζει το όπλο και να σημαδεύει τον Πιέρρο, και εκείνη να πέφτει μπροστά του και να δέχεται τη σφαίρα στην κοιλιά.

καιτη

Ο Πιέρρος... Εκείνον στόχευε, κι εγώ... μπήκα μπροστά του... Ο θείος μου... ήθελε να του κάνει κακό... να τον σκοτώσει...

Μετά το παραλήρημά της, η Καίτη ξεσπάει σε λυγμούς. Ο Θανάσης, μετά το πρώτο σάστισμα, την αγκαλιάζει αμήχανος και την αφήνει να κλάψει στον ώμο του, ενώ το πρόσωπό του φαίνεται έκπληκτο και προβληματισμένο για όσα άκουσε.

5. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΣΑΛΟΝΙ - ΜΕΡΑ

Ο γέρο - Πιέρρος διαβάζει ένα βιβλίο στο σαλόνι, φορώντας τα πρεσβυωπικά γυαλιά του. Έρχεται η Φωτεινή και κάθεται δίπλα του.

φωτεινη

Πατέρα, να σου μιλήσω; Έχεις χρόνο;

γερο - πιερροσ

Βεβαίως κι έχω, κόρη μου. Πες μου, τι σε απασχολεί;

φωτεινη

Για τον Πιερράκο μας είναι... Ήξερες εσύ ότι... ότι αγαπά αυτή την κοπέλα, τέλος πάντων, τη μεγάλη κόρη του κυρ - Λεωνίδα του Μπεζαντάκου, την Καίτη;...

γερο - πιερροσ

Ναι, Φωτεινή, το ήξερα, μου το 'χε πει το παλικάρι σου, ανήμερα της Παναγίας που ο Πότης βρήκε να τον λογοδώσει με τη θυγατέρα του βουλευτή... Έκλαιγε η κορώνα μου, άντρας σωστός κι έκλαιγε σαν το μικρό παιδί για την αγάπη του...

φωτεινη

Και γιατί δεν είπες τίποτα; Γιατί τον άφησες να τυραννιέται;...

γερο - πιερροσ

(αναστενάζει)

Το 'χα σκοπό, μωρέ κόρη μου, το 'χα σκοπό να μιλούσα κάποια στιγμή του Πότη, κι ας ήξερα πως άμα μάθαινε ότι ο Πιερράκος του 'πε ψέματα πως χώρισε την Καίτη, θα γινότανε θεριό... Αλλά βλέπεις, ο Θεός μάς ετοίμαζε άλλες δοκιμασίες, άλλα άσκημα παιχνίδια ήθελε να μας παίξει η μοίρα...

Πεθερός και νύφη μένουν για μια στιγμή αμίλητοι και θλιμμένοι, κι η Φωτεινή μετά από πολλούς δισταγμούς αποφασίζει τελικά να μιλήσει ξανά.

φωτεινη

Πατέρα... Το πιο τρομερό που μου εξομολογήθηκε ο Πιέρρος δε σ' το 'πα ακόμα, δεν ξέρω όμως αν θες και να τ' ακούσεις...

γερο - πιερροσ

Όλα τ' αντέχω να τ' ακούσω και να τα δω πια, κόρη μου, μετά απ' ο τι έγινε... Όλα...

φωτεινη

Η Καίτη... Τη σφαίρα που φώναζε ο Πιέρρος ότι έφαγε, θυμάσαι;

ΓΕΡΟ - ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, το θυμάμαι και δεν ξέρω τι να πω...

φωτεινη

Μου είπε ότι την έριξε ένας θείος της, ο Γιώργος Γαληνέας, που τους βρήκε μαζί στη Μονεμβασιά, πρώτος ξάδερφος του πατέρα της και του μακαρίτη του Δημήτρη άρα... Εκείνον, λέει το παιδί μου, στόχευε, και το καημένο το κορίτσι ρίχτηκε μπροστά του, και ο Πιέρρος μας την άρπαξε αλλά δεν το πρόλαβε το κακό...

Η φωνή της μητέρας του Πιέρρου σπάει στις τελευταίες λέξεις της, και ο πεθερός της την κοιτάζει εμβρόντητος.

6. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Στο νοσοκομείο, έχουν έρθει για να επισκεφτούν την Καίτη η κυρά Κατέρω και η Λόπη. Μπαίνουν στο δωμάτιο, και η πρώτη την αγκαλιάζει σφιχτά.

κυρα κατερω

Γραμμάτιο μου! Νεράιδα μου, ομορφία μου, μαυρομάτα μου... Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ και την Παναγιά τη Γιάτρισσα, σε γλύτωσε η χάρη της! Κερί στο μπόγι σου της έταξα, θα πάω να την προσκυνήσω και να της το δώσω, χίλιες μετάνοιες θα κάνω ομπρός στο κόνισμά της... Καιτούλα μου, αγγόνα μου, καλή μου δυχατέρα!

καιτη

Γιαγιούλα μου! Γιαγιούλα μου, μη μ' αφήνεις...

κυρα κατερω

Δε σ' αφήνω, κορώνα μου, δε σ' αφήνω, μάτια μου! Εδώ είμαι, πλάγι σου, σιμά σου, σιμά σου είμαι, σύχασε... Σύχασε, ανεράιδα μου...

Η Καίτη κουρνιάζει στον κόρφο της γιαγιάς της κλαίγοντας, και η ηλικιωμένη Μανιάτισσα χαϊδεύει τα μαλλιά της εγγονής της και τη φιλάει στο κεφάλι δακρυσμένη. Η Λόπη σκουπίζει κι αυτή διαρκώς τα μάτια της, και μόλις ο κοπετός της ανιψιάς του άντρα της καταλαγιάσει, πλησιάζει και την αγκαλιάζει κι αυτή με τη σειρά της.

καιτη

Θεία Λόπη...

λοπη

Καίτη μου... Γιατί, κοριτσάκι μου, γιατί; Γιατί αυτό; Αν σε χάναμε κι εσένα, τι θα κάναμε; Ποιος σου το 'κανε αυτό, κοπέλα μου, ποιος θέλησε να σου κάνει κακό, εσένα που δεν έφταιξες σε τίποτα;...

Η Καίτη παραμένει βουβή, και κοιτάζει τη Λόπη με απέραντη θλίψη και πόνο, καθώς της χαϊδεύει το ένα της μάγουλο.

7. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Έρχονται στο νοσοκομείο για να δουν την Καίτη με τη σειρά τους η Έλενα, η Μυρτώ και η Ράνια. Τα τρία κορίτσια μπαίνουν στο δωμάτιο κρατώντας μια μεγάλη ανθοδέσμη, περιτριγυρίζουν όλα μαζί την Καίτη και την κλείνουν σε μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά.

ελενα

(με το πρόσωπό της χωμένο στον λαιμό της Καίτης)

Αδερφούλα μου! Αδερφούλα μου, Καιτούλα μας...

μυρτω

Μας τρόμαξες, Κέιτ... Ειλικρινά σου μιλάω, κάθε ώρα μέχρι να μάθουμε ότι ξύπνησες ήταν κόλαση! Σαν να μην έφτανε ο μπαμπάς, γαμώτο, όλα σκατά πάνε φέτος, όλα σκατά...

Λέει η Μυρτώ, με τη φωνή αλλοιωμένη από τους λυγμούς που συγκρατεί, και φυσάει τη μύτη σ' ένα χαρτομάντιλο, ενώ το πρόσωπό της είναι κατακόκκινο. Ταυτόχρονα, η Ράνια δε μιλάει καθόλου, μόνο γεμίζει χάδια και φιλιά την Καίτη, με σιγανά αναφιλητά.

καιτη

Ράνια μου, ησύχασε... Ζω, είμαι καλά και σας θυμάμαι! Ησύχασε, μωρό μου...

ρανια

Πώς να ησυχάσω, ρε Καίτη, που πήγαμε να σε χάσουμε κι εσένα; Καλά τα λέει η Μυρτώ, σκατοχρονιά τελείως το '16... Μου πήρε τον μπαμπά μου άδικα, και τώρα παραλίγο να μου πάρει και εσένα! Αν δεν ξυπνούσες, θα τα 'παιζα, αλήθεια σου λέω, θα σάλταρα... Ήθελα να 'ξερα πώς κατέληξες εδώ μέσα!

καιτη

Ήμουνα με τον Πιέρρο, Ράνια... Είχαμε φύγει για μια μέρα στη Μονεμβασιά, η Έλενα το ξέρει, της είχα πει να κάνει την ανήξερη μπροστά στους γονείς μας...

ρανια

Με τον Πιέρρο στη Μονεμβασιά;... Καλά, και τι...; Γιατί;...

καιτη

Ο θείος ο Γιώργος... Μας κυνήγησε, μας βρήκε, κι είχε πιστόλι κι ήθελε να του κάνει κακό...

μυρτω

Τι;... Ο θείος ο Γιώργος... όπλο... Πώς; Ποιος του το 'πε ότι ήσασταν εκεί;...

καιτη

Δεν ξέρω, Μυρτώ... Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να πέφτω μπροστά απ' τον Πιέρρο καθώς πυροβολούσε, και μετά ξύπνησα στο νοσοκομείο... Ο γιατρός που με χειρούργησε μού είπε ότι έφαγα τη σφαίρα ακριβώς εδώ, πιο κάτω απ' το διάφραγμα...

Η Καίτη σηκώνει το ρούχο που φοράει και δείχνει στα κορίτσια την ουλή από την εγχείρηση, ενώ εκείνες τα έχουνε χάσει εντελώς και αλληλοκοιτάζονται με τρόμο.

8. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΣΑΛΟΝΙ - ΜΕΡΑ

Ο γέρο - Πιέρρος είναι κατάπληκτος ακόμη από όσα άκουσε να του λέει η Φωτεινή. Ωστόσο, καταφέρνει να βρει ξανά τη μιλιά του.

γερο - πιερρος

Τι λες, κόρη μου; Τον άκουσες καλά... θυμάσαι καθαρά;...

φωτεινη

Και τον άκουσα και θυμάμαι, πατέρα, πίστεψέ με! Δε θα σου 'λεγα πράγματα που δεν ισχύουν, για κανέναν λόγο...

γερο - πιερροσ

Δηλαδή, μου λες ότι... ότι αυτός ο Γιώργος ο Γαληνέας, ο ξάδερφος του Λεωνίδα... ήθελε να ρίξει στον Πιέρρο μας; Κι η Καίτη χιούμηξε μπροστά του να τον προστατέψει με το κορμί της, και δεν την ένοιαξε αν θα χτυπηθεί;...

φωτεινη

Έτσι φαίνεται ότι έγινε... Αχ, γιατί, γιατί, Χριστέ μου; Μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά, πιο ταιριαστή για το αγόρι μου δεν υπήρχε, να καταλήξει απ' τη μια στιγμή στην άλλη στην εντατική και να κινδυνεύει να τη χάσει, κι όλα αυτά γιατί; Για μια ανόητη ρημαδοέχθρα, για ένα τίποτα!

γερο - πιερροσ

Να γίνει καλά, Φωτεινή, αυτό να προσεύχεσαι... Να γίνει καλά η τσούπρα του Λεωνίδα, να ξυπνήσει, γιατί αλλιώς άμα πάθει τίποτα θα το χάσουμε και το κορώνι μας! Τέτοια αγάπη να θεριεύει τόσο γρήγορα και να φτάνει ως τη θυσία βγαίνει μια φορά στα χίλια χρόνια, κι οι καρδιές που θα μπλεχτούνε μέσα της, αν δεν τις αφήσουμε να σμίξουνε σ' αυτόν τον απάνω κόσμο, είναι ικανές να παν' να σμίξουσι στον κάτου, και θα 'ναι κρίμα, κόρη μου, κρίμα απ' τον Θεό! Θα προσπαθήσω να μιλήσω και του γιου μου, αφού δεν το 'καμα τόσα χρόνια, έπρεπε να γίνει κάτι να με ταρακουνήσει τελικά κι εμένα, να πω ότι δεν πάει άλλο πια μ' αυτό το μίσος...

9. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Μετά την εξομολόγηση της Καίτης, η Έλενα, η Μυρτώ και η Ράνια εξακολουθούν να παραμένουν χαμένες και έντρομες. Η Έλενα κάνει μια απόπειρα να σύρει το χέρι της και να αγγίξει τη μετεγχειρητική ουλή της αδελφής της, ενώ η Μυρτώ σηκώνεται και περιφέρεται έξαλλη στο δωμάτιο.

μυρτω

Δεν το πιστεύω... Δε γίνεται αυτό το πράγμα, απλά δε γίνεται! Καίτη, πες μου πως κάνεις πλάκα...

καιτη

Όχι, Μυρτώ, αυτή είναι η αλήθεια... Σας ξορκίζω, μην πείτε τίποτα σε κανέναν! Ειδικά στη Βάσια και τον Άκη, άμα μάθουν κάτι τέτοιο για τον πατέρα τους, θα...

μυρτω

Τι λες, ρε Καίτη; Τι λες, ρε Καίτη, σοβαρά; Είσαι με τα καλά σου; Παραλίγο να σε σκοτώσει, κι εσένα και τον Πιέρρο, κι εσύ μου λες να μην πω τίποτα; Εγώ πρώτη θα πήγαινα να τον καταγγείλω στην αστυνομία, στον αδελφό της μάνας σου τον κύριο Σταύρο, και χέστηκα που είναι θείος μας!

καιτη

Μυρτώ, όχι, σε παρακαλώ! Μην το κάνεις... Σκέψου τα ξαδέρφια μας, σε ικετεύω! Σε ικετεύω, ειλικρινά...

μυρτω

Το κάθαρμα, ο μαλάκας... Ποιος ρουφιάνος του είπε για σας του αλήτη, ε; Ποιος;

ρανια

Μυρτώ, ηρέμησε! Θα μας κάνουν παρατήρηση...

μυρτω

Δεν πα' να μας κάνουν και καταγγελία! Τελικά κι εδώ πέρα στη Μάνη ο καθένας που παίρνει ένα όπλο στα χέρια του νομίζει ότι μπορεί να κάνει τον μάγκα, όχι μόνο στην Κρήτη... Έτσι χάσαμε τον πατέρα μας, Ράνια, πήρε ο άλλος την καραμπίνα και τον γάζωσε, στην ψύχρα! Το καταλαβαίνεις; Εγώ πάντως όχι...

10. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Λόπη και η κυρά Κατέρω κάθονται στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο που βρίσκεται η Καίτη. Από την άλλη άκρη του διαδρόμου, φαίνεται να έρχεται προς του μέρος τους ο δρ Βρετός, και η γιαγιά τον βλέπει πρώτη.

κυρα κατερω

Να τος, Πηνελόπη μου, αυτός είναι... Αυτός ο άγιος άνθρωπος!

λοπη

Ποιος, μάνα; Ποιος;

κυρα κατερω

Να, αυτός εκεί, ο ψηλός ο γιατρός... Αυτός έσωσε την Καιτούλα μας!

δρ βρετοσ

Καλησπέρα! Κυρία μου, εσάς σας θυμάμαι, δεν είστε η κυρά Κατέρω η Μπεζαντάκου, η γιαγιά της Καίτης;

κυρα κατερω

Ναι, γιε μου, καλά θυμάσαι! Εδώ έλεγα στη νύφη μου για σένα, πόσο βλογημένος είσαι που έσωσες το γραμμάτιο μας, τη νεράιδα μας... Σε λέω γιο μου γιατί σαν υγιό μου σε βλέπω, σαν τον Λεωνίδα μου και σαν τον Δημήτρη μου, αχ, ο Δημητράκης μου, αχ...

δρ βρετοσ

Λεωνίδα εννοείτε τον πατέρα της Καίτης, προφανώς, κυρά Κατέρω... Ο Δημήτρης είναι ο άλλος σας γιος να υποθέσω;

λοπη

Ναι, γιατρέ... Είναι... ήταν ο σύζυγός μου, που δυστυχώς... τον έχασα πρόσφατα... Για αυτό και τα μαύρα μας...

δρ βρετοσ

Λυπάμαι... Ειλικρινά, λυπάμαι, πρέπει να ήταν ακόμη πολύ νέος...

λοπη

Δεν πειράζει, γιατρέ, αλήθεια... Εσείς δε φταίτε σε τίποτα...

δρ βρετοσ

Τόση ώρα δε συστήθηκα... Θανάσης Βρετός, χειρουργός...

λοπη

Πηνελόπη Λιαράκου, χαίρω πολύ...

δρ βρετοσ

Παρομοίως, κυρία Λιαράκου. Και πάλι εύχομαι ο Θεός να αναπαύσει τον σύζυγό σας τον Δημήτρη...

λοπη

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Βρετέ...

Ο άνδρας κι οι δύο γυναίκες μένουν για μια στιγμή σιωπηλοί, και έπειτα ο γιατρός παίρνει ξανά τον λόγο.

δρ βρετοσ

Ίσως... δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πω αυτό τώρα, όμως... Το οικογενειακό σας όνομα, το Μπεζαντάκου εννοώ, ήταν και επώνυμο της πραγματικής μου μητέρας, και με απασχολεί εξαρχής το ερώτημα εάν έχουμε κάποια συγγένεια...

λοπη

Της πραγματικής σας; Τι εννοείτε;...

δρ βρετοσ

Ναι, της πραγματικής... Οι θετοί γονείς μου, κυρία Λιαράκου, ήταν εύποροι σχετικά και εξαίρετοι άνθρωποι, αλλά δυστυχώς άτεκνοι, και είχα την τύχη να με υιοθετήσουν σε πολύ μικρή ηλικία και να μου δώσουν όση αγάπη και φροντίδα στερήθηκα από κείνη, η οποία έμαθα μεγαλώνοντας ότι λεγόταν Μαρία Μπεζαντάκου, με γέννησε σε ηλικία δεκαοκτώ μόλις ετών και για λόγο που ποτέ δεν έμαθα αναγκάστηκε να με εγκαταλείψει στο Βρεφοκομείο Αθηνών, αν και υπήρξε παντρεμένη...

Ακούγοντας τα λόγια του γιατρού, η κυρά Κατέρω έχει χλομιάσει, έτοιμη να καταρρεύσει. Η Λόπη το προσέχει και την αγκαλιάζει θορυβημένη.

λοπη

Μητέρα; Μάνα, τι έπαθες;...

δρ βρετοσ

Κυρά Κατέρω, είστε καλά; Καθίστε εδώ... Θέλετε λίγο νερό;

κυρα κατερω

Χριστέ μου, είναι ο γιος της... Το παιδί της Μαρίας μας είναι, της κουνιάδας μου!

Ψελλίζει η κυρά Κατέρω, και τώρα είναι η σειρά του Θανάση να συνοφρυωθεί έκπληκτος, ενώ και η Λόπη ταράζεται.

Μαρία Παπαθεοδώρου