Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 8, σκηνές 11 - 19)

11. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΖΑΧΟΥ & ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ - ΜΕΡΑ

Βρισκόμαστε στο σπίτι του Ζάχου Μανωλαράκου και της Αγγελικής Γαληνέα στη Σπάρτη. Στο σαλονάκι του σπιτιού, κάθεται η κυρά Λένη Μανωλαράκου με τον μικρό εγγονό της τον Φίλιππο, ενώ όρθιοι στέκονται η Χαρά, η Βάσια και ο Άκης. Μπαίνει μέσα η Αγγελική κρατώντας μια τσάντα και απευθύνεται στην πεθερά της.

αγγελικη

Κυρά Λένη μου, εμείς λέμε να πηγαίνουμε σιγά σιγά με τη Χαρούλα... Και στο απογευματινό επισκεπτήριο η Βάσια με τον Άκη μας...

κυρα λενη

Πηγαίνετε, Αγγελικώ μου, στο καλό... Θα 'ρχόμουνα κι εγώ να δω το κορίτσι μας, μα δε με βαστούνε τα δόλια τα ποδάρια...
φιλιπποσ

Πού θα πάτε, μαμά;

αγγελικη

Στο νοσοκομείο, αγόρι μου, να δούμε την ξαδερφούλα σου την Καίτη... Δε θυμάσαι που είπαμε ότι είναι εκεί;...

φιλιπποσ

Όχι... Τι έπαθε; Να 'ρθω κι εγώ; Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

ζαχοσ

Φιλιππάκο μου, δεν είναι μέρος για παιδιά το νοσοκομείο, κορώνα μου... Θα πάει η μαμά σου με τη θεία Χαρά και τα ξαδέρφια σου, κι εμείς θα μείνουμε εδώ με τη γιαγιά να τους περιμένουμε, ντάξει, λεβέντη μου;

φιλιπποσ

Ντάξει, μπαμπά... Μαμά, να δώσεις ένα φιλάκι στην Καίτη από μένα, την αγαπώ πολύ, πες της!

αγγελικη

(σκύβει και χαϊδεύει τα μαλλιά του γιου της)

Θα της δώσω, ψυχή μου, μην ανησυχείς!

(προς τη νύφη της)

Χαρούλα μου, πάμε;

χαρα

Πάμε, Αγγελικούλα, ναι... Κυρά Λένη, αντίο!

κυρα λενη

Αντίο, κόρη μου! Στο καλό...

φιλιπποσ

(μόλις φύγουν)

Γιαγιά, τι έχει η Καίτη; Γιατί είναι στο νοσοκομείο;

κυρα λενη

Σάμπως ξέρω κι εγώ, κορώνι μου; Σ' όλους μας ξαφνικό μας ήρθε... Έλα δω τώρα εσύ, έλα, έλα και μη μου ανησυχείς...

Η κυρά Λένη αγκαλιάζει και κανακεύει τον εγγονό της, ενώ εκείνος παίζει σοβαρός με ένα αυτοκινητάκι που κρατάει στη χούφτα του.

12. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η κυρά Κατέρω παραμένει χλομή, και κοιτάζει σαν αλλοπαρμένη τον γιατρό Βρετό. Η Λόπη την έχει βάλει να καθίσει, και βγάζει από την τσάντα της ένα πλαστικό μπουκάλι νερό για να της δώσει να πιει.

λοπη

Έλα, μάνα, πιες λίγο... Είσαι καλά;

κυρα κατερω

(πίνοντας λίγο νερό, ψιθυρίζει αβέβαιη)

Καλά είμαι, κόρη μου... Καλά...

δρ βρετοσ

Κυρά Κατέρω, φαίνεστε πολύ χλομή... Να φωνάξω τη Μαργαρίτα τη βοηθό μου να σας πάρει μια πίεση...

κυρα κατερω

Όχι, γιε μου, όχι... Κάτσε, στάσου, σε παρακαλού, πρέπει να σου μιλήσω...

δρ βρετοσ

Σας ακούω, πείτε μου... Γιατί κι εγώ το ίδιο θα σας ζητούσα, αν δεν σας έβλεπα σ' αυτή την κατάσταση, με παραξένεψε η τελευταία φράση σας για τη μητέρα μου...

κυρα κατερω

Πόσω χρονώ είσαι, γιε μου; Πόσω;...

δρ βρετοσ

Πενήντα, κυρά Κατέρω, το 1966 γεννηθείς... Γιατί ρωτάτε;

κυρα κατερω

Εσύ είσαι... Παναγιά μου, εσύ είσαι! Η μάνα σου, παιδί μου, η Μαρία... Δικιά μας ήτανε, κουνιάδα μου, η πιο μικρή η καφή του συγχωρεμένου του άντρα μου, το '65 ήτανε δεκαεφτά χρονώ η γι- έρημη...

λοπη

Μητέρα, τι λες; Είχε κι άλλη αδερφή ο πεθερός μου; Εγώ μόνο την κυρά Βασίλω στην Καρδαμύλη ήξερα...

κυρα κατερω

Είχε, Λόπη μου, είχε, κοπέλα μου... Αχ το δόλιο το κορίτσι, ευτούνο που 'παθε να μην το πάθει ποτές καμιά γιουναίκα...

δρ βρετοσ

Κυρά Κατέρω, ομολογώ ότι έχω μπερδευτεί... Είμαι λοιπόν ανιψιός του συζύγου σας που έχει αποβιώσει, αυτό θέλετε να μου πείτε, άρα και δικός σας; Και τι συνέβη στη μητέρα μου τη Μαρία, που λέτε ότι ήταν η μικρότερη αδελφή του άντρα σας; Μιλήστε μου, σας παρακαλώ θερμά...

κυρα κατερω

Ναι, γιε μου, Θανάση μου, ανεψιός του Νικήτα μου είσαι, δε χωρεί αμφιβολία! Μα ποιος είναι ο πατέρας σου, δε θέλεις να το μάθεις, παιδάκι μου, θα σε φαρμακώσει...

λοπη

Μάνα, τι λες; Τρελάθηκες; Γιατρέ, χίλια συγγνώμη, δεν ξέρω τι την έπιασε!

δρ βρετοσ

Όχι, κυρία Λιαράκου... Αφήστε τη να μιλήσει, τώρα είμαι εγώ αυτός που θέλει να μάθει! Κυρά Κατέρω, εγώ βιολογικός μου πατέρας υπέθετα τόσα χρόνια ότι ήταν κάποιος ονόματι Βουτσικάκος, με τον οποίο υπήρξε παντρεμένη η μητέρα μου η Μαρία Μπεζαντάκου... Ή πλανιόμουν οικτρά;

κυρα κατερω

(μετά από μια στιγμή σιωπής, με δάκρυα στα μάτια)

Όχι, γιε μου, όχι, κορώνα μου... Δεν ήταν αυτός ο αφέντης σου, την πάντρεψαν μαζί του για να κρύψουν τη ντροπή, έξι χρόνια παντρεμένη ήμουνα κι εγώ με τον Νικήτα μου όταν έγινε το κακό, τον Λεωνίδα μου και τη Θοδώρα μου είχα και τη Σταματίνα μου στην κιουλιά, στο ίδιο σπίτι μέναμε... Του Αγιάννη η γέννα ήταν, εικοσιτέσσαρες του Θεριστή, που πήγε να πηδήσει τις φουγγαρίες με τις φιλενάδες της και γιούρισε πίσου ματωμένη, κλαίοντας...

13. ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ - ΝΥΧΤΑ (ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

24 Ιουνίου 1965. Στη σημερινή πλατεία 17ης Μαρτίου, έξω από τον ναό των Ταξιαρχών, έχουν ανάψει οι φωτιές του Κλήδονα, οι «φουγγαρίες», όπως ονομάζονται στη Μάνη, και πολλά αγόρια και κορίτσια εφηβικής και νεανικής ηλικίας βρίσκονται συγκεντρωμένα γύρω τους και συζητούν έντονα ή παίρνουν φόρα και πηδούν πάνω από τις φωτιές. Η 17χρονη ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ, η βιολογική μητέρα του γιατρού Βρετού και αδελφή του παππού της Καίτης, καταφτάνει στον χώρο της γιορτής και συναντιέται με δυο ΦΙΛΕΣ της, περίπου συνομήλικες. Όλες φορούν κοντά σχετικά καλοκαιρινά φουστάνια, και στέκονται μιλώντας.

φιλη μαριασ

Κορίτσια, πάμε να πηδήξουμε κι εμείς τις φουγγαρίες; Για την υγειά και την καλοχρονιά, ελάτε...

δευτερη φιλη μαριασ

Έρχομαι! Μαριώ, εσύ; Έρχεσαι ή φοβάσαι;

μαρια

Δεν ξέρου, φοβούμαι μην καγώ...

φιλη μαριασ

Δε θα καγείς, μαρή! Όλοι τις πηδούσι, να, δες...

Η Μαρία παρατηρεί για λίγο τους νεαρούς πυροβάτες και τις νεαρέ πυροβάτισσες, και τελικά πείθεται να ακολουθήσει τις φίλες της. Τα τρία κορίτσια μπαίνουν στη σειρά πάνω από μια χαμηλή φωτιά, και όταν έρθει η ώρα τους παίρνουν μία - μία φόρα και πηδάνε από πάνω της, λέγοντας: «Πηδώ τη φουγγαρία, να μη με πιάνει αρρωστία!». Σε μια γωνιά του λιθόστρωτου δρόμου, έχει εν τω μεταξύ έρθει και σταθεί καπνίζοντας τσιγάρο ένας ψηλός μελαχρινός νεαρός. Πρόκειται για τον ΒΑΣΟ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟ, πρώτο ξάδελφο του γέρο - Πιέρρου και μεγάλο θείο του πρωταγωνιστή μας, 24χρονο τότε, ο οποίος και υπήρξε ο πραγματικός βιολογικός πατέρας του γιατρού. Καθώς οι νεαρές κοπέλες πηδούν τελετουργικά τις φωτιές, ο Βάσος τις περιεργάζεται, ρουφώντας και βγάζοντας τον καπνό από το τσιγάρο του, και το βλέμμα του εστιάζει με τρόπο περίεργο στη Μαρία.

μαρια

Άντε, κορίτσια μου, πέρασε η γι - ώρα! Πάμε σπίτια μας...

φιλη μαριασ

Καλά τα λέει το Μαριώ! Καληνύχτα, και του χρόνου με υγεία πάλι, κορίτσια...

Οι τρεις φίλες αποχαιρετιούνται φιλώντας η μια την άλλη σταυρωτά, και η Μαρία παίρνει μόνη τον δρόμο προς το σπίτι της. Ο Βάσος την ακολουθεί, και κάποια στιγμή στέκεται και συρίζει πίσω της.

βασοσ

(off)

Μωρή Μαρία Μπεζαντάκου... Τι ωραία που τ' άνοιγες τα ποδαράκια σου για να πηδήσεις τη φουγγαρία...

μαρια

(κοντοστέκεται σαστισμένη και γυρνάει το κεφάλι της προς τον Βάσο)

Βάσο Τζαννετάκο;... Τι θες από μένανε;

βασοσ

Τι θέλω; Να σου χώσω την καλαμπουκάνα μου τη Τζαννετιάνικη στο πράμα σου να δεις τη γλύκα, μωρή πόρνη, αυτό θέλω! Αυτό, μωρή τσούλα Μπεζαντιάνα, αυτό...

Λέγοντας αυτά, ο Βάσος αρπάζει τη Μαρία, τη φιμώνει και την κολλάει σ' έναν τοίχο, κι ενώ εκείνη σπαρταράει και κλαψουρίζει έντρομη προσπαθώντας μάταια να ελευθερωθεί, ο ίδιος κατεβάζει το παντελόνι του, της σηκώνει το φουστάνι και συνεχίζοντας να της φιμώνει το στόμα με τη χούφτα του τη βιάζει άγρια, αγκομαχώντας και μουγκρίζοντας κτηνωδώς. Η Μαρία αφήνει μια πνιχτή κραυγή πόνου, και ύστερα κλαίει με λυγμούς. Μόλις ο Βάσος αποτελειώσει το «έργο» του, τη σπρώχνει μακριά του και η Μαρία πέφτει στο χώμα σφαδάζοντας, καθώς αίμα κυλάει ανάμεσα απ' τα πόδια της. Ύστερα, ο Βάσος την κοιτάει με μίσος, τη φτύνει και χάνεται στο σκοτάδι, ενώ η Μαρία μένει μόνη της να κλαίει κάτω απ' το πελιδνό φως των φαναριών της Αρεόπολης, αφήνοντας πού και πού οιμωγές απελπισίας. Κατόπιν σηκώνεται όρθια με κόπο, και παραπατώντας και πιάνοντας ταυτόχρονα την κοιλιά της χαμηλά στο σημείο της μήτρας, με έντονες εκφράσεις πόνου στην όψη της και σιγανά αναφιλητά, κατευθύνεται προς το πατρικό της.

FADE OUT

14. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Ο γιατρός Βρετός έχει εκπλαγεί με την αποκάλυψη της κυρά - Κατέρως για τον βιασμό της μητέρας του, και έχει καρφώσει πάνω της το βλέμμα του σαν χαμένος. Η ηλικιωμένη γυναίκα αναστενάζει, ενώ η Λόπη είναι κι αυτή άναυδη.

δρ βρετοσ

Τι μου λέτε δηλαδή, κυρά Κατέρω; Ότι στην πραγματικότητα... είμαι νόθο, καρπός αυτού του βιασμού;...

κυρα κατερω

Αχ, γιε μου... Αχ, κορώνα μου! Το ξέρου, δεν καταπίνεται, μα αυτή είναι η αλήθεια... Αυτός ο Βάσος ο Τζαννετάκος τη χάλασε τη μανούλα σου, ακόμη τη θυμάμαι να το λέει και να κλαίγει, δεκαεφτά χρονώ κορίτσι, τίποτα δεν ήξερε απ' τον κόσμο... Και σαν κατάλαβαν ο πεθερός κι η πεθερά μου πως είναι αγκαστρωμένη, μες στην απελπισία τους την κουκουλώσασι με τον Βουτσικάκο, κι αυτός, που τον ενόμιζες για αφέντη σου, τηνε πήρε στην Αθήνα... Ε, μετά από δυο τρεις χρόνους, γράμμα δεν είχαμε λάβει απ' τη Μαριώ, γιουρνάει στην Αρεόπολη, εμείς να τον ρωτάμε πού είναι η κοπέλα μας, κι εκείνος τότε να μας βρίζει που του φορτώσαμε τη γιβεντισμένη και το μούλικο, και πως την είχε αφήσει στους πέντε δρόμους, μαζί με το μωρό της, μαζί με σένανε, γιε μου... Τη μάνα σου την ψάξαμε, μα δεν τη βρήκαμε, αλλά σένα σε πήραν οι καλοί σου οι γονέοι και σ' αναθρέψασι, και γίνηκες γιατρός και γλύτωσες απ' του Χάρου τα δόντια την αγγόνα μου, την ανιψιά σου, Θανάση μου! Εσύ, ο γιος της Μαρίας μας, της Μαριώς μας το παιδί, εσύ...

Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της κυρά - Κατέρως, καθώς παραληρεί όλο και πιο ψιθυριστά, και απλώνει το τρεμάμενο χέρι της με στοργή στο μάγουλο του Θανάση. Εκείνος, βουρκωμένος πλέον και φανερά αναστατωμένος, ζητάει συγγνώμη από τη γιαγιά και τη θεία της Καίτης, και χάνεται με μεγάλες δρασκελιές στο βάθος του διαδρόμου.

15. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Βάσια και ο Άκης κάνουν την επίσκεψή τους στην Καίτη. Είναι καθισμένη η Βάσια στην άκρη του κρεβατιού της και ο Άκης όρθιος, και μιλάνε.

βασια

Κέιτ, ίσα που προλάβαμε να σου έρθουμε κι εγώ με τον Άκη! Από βδομάδα θα ανέβουμε με τη μαμά στην Αθήνα να δούμε το σπίτι που βρήκαμε και να τακτοποιηθούμε, 3 Οκτωβρίου ξεκινάμε κι οι δυο σχολή...

καιτη

(χαμογελώντας)

Με το καλό, Βασούλα μου! Χαίρομαι πάρα πολύ για σας...

βασια

Κι εγώ χαίρομαι που ξύπνησες κι είσαι καλά, frontwoman μας! Άντε, να αναρρώσεις τελείως, και να 'ρθεις γρήγορα στην Αθήνα να κάνουμε ξανά παρέα... Μου το υπόσχεσαι;

Η Βάσια χαϊδεύει συγκινημένη το χέρι της δεύτερης ξαδέλφης της, και η Καίτη την κοιτάζει μελαγχολικά.

καιτη

Σ' το υπόσχομαι, γλυκιά μου... Αλήθεια, σ' το υπόσχομαι! Και σε σένα, Άκη μου, σας αγαπώ πολύ, να ξέρετε...

Τα δίδυμα την αγκαλιάζουν, και η Καίτη τυλίγει τρυφερά κι αυτή τα χέρια της γύρω τους, ξεροκαταπίνει και αναστενάζει βαριά.

16. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Αγγελική και η Χαρά προχωρούν αργά σ' έναν διάδρομο του νοσοκομείου, και η Αγγελική μιλάει, έχοντας τα μπράτσα της σταυρωμένα στο στήθος.

αγγελικη

Χαρά, δεν ξέρω για σένα, αλλά εμένα μου φαίνεται πολύ περίεργο που δεν έχουν έρθει να δουν την κόρη τους ο Λεωνίδας κι η Χρυσούλα... Τόση πολλή δουλειά στην ταβέρνα πια έχουν; Που και να έχουνε δεν είναι δικαιολογία, σε καμιά περίπτωση... Στο νοσοκομείο πήγε, τέλος πάντων, δεν έκανε κάνα έγκλημα να την έχουν κλείσει στη φυλακή και να μη θέλουν να τη δουν στα μάτια τους!

χαρα

Εμένα άλλο με απασχολεί, Αγγελική μου... Η Καιτούλα φαίνεται σαν να μη θέλει να μας πει τι ακριβώς της συνέβη... Λες να μη θυμάται όντως το πώς βρέθηκε εδώ; Εγώ δεν το πιστεύω πάντως, κάτι μας κρύβει το κορίτσι μας...

αγγελικη

Λες; Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ, δεν έχεις κι άδικο...

χαρα

Τέλος πάντων, ας μη την πιέσουμε τώρα, στην κατάστασή της... Άμα θέλει να μας πει την αλήθεια, θα μιλήσει από μόνη της, ολόκληρη γυναίκα είναι...

17. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΡΟΣ ΒΡΕΤΟΥ - ΜΕΡΑ

Ο Θανάσης Βρετός κάθεται στο γραφείο του, με το κεφάλι σκυμμένο στα χέρια του. Μπαίνει μέσα η Μαργαρίτα.

μαργαριτα

Γιατρέ, είστε καλά; Έχετε ώρα κλεισμένος εδώ μέσα κι ανησύχησα...

δρ βρετοσ

Δεν ξέρω, Μαργαρίτα, όχι και τόσο καλά, θα έλεγα... Ακύρωσε για σήμερα εκτάκτως την εφημερία μου, σε παρακαλώ, ή ας την αναλάβει κάποιος άλλος συνάδελφος, αν μπορεί, έχω ανάγκη να γυρίσω νωρίς στο σπίτι μου...

μαργαριτα

Εντάξει, όπως νομίζετε... Θέλετε να σας φέρω κάτι;...

δρ βρετοσ

Τίποτα, τίποτα, σ' ευχαριστώ πολύ... Μάλλον χρειάζομαι απλά ηρεμία, για να αισθανθώ καλύτερα...

Χωρίς άλλη κουβέντα, η Μαργαρίτα απέρχεται διακριτικά, και ο Θανάσης κρύβει ξανά το κεφάλι του στις χούφτες του, πιέζοντας με τα δάχτυλά του τις βρύσες των ματιών του, και μόλις ανοίγει πάλι τα μάτια του, αυτά είναι θολά.

18. ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ - ΝΥΧΤΑ

Ο Πιέρρος κάθεται μονάχος του σε μια πλαστική καρέκλα στο μπαλκόνι του σπιτιού του και πίνει σπασμωδικά μεγάλες γουλιές μπίρα από ένα γυάλινο μπουκάλι, το οποίο αφήνει έπειτα κάτω στα πλακάκια του μπαλκονιού και κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό με βλέμμα που φανερώνει θλίψη και απόγνωση. Τον ακούμε να ρουφάει τη μύτη του, και στη συνέχεια ενεργοποιεί το wifi στο κινητό του και ανοίγει το messenger. Βλέπει νέα ειδοποίηση στα αιτήματα μηνυμάτων από τον χρήστη Elena Mpezantakou, και πηγαίνοντας κατευθείαν εκεί διαβάζει το μήνυμα που του έχει στείλει το κορίτσι: «Πιέρρο, καλησπέρα και συγγνώμη για την ενόχληση... Η Έλενα είμαι, η αδελφή της Καίτης, σου έστειλα για να σου πω ότι έχει ξυπνήσει εδώ και μερικές μέρες απ' το κώμα, και θέλει πολύ να σε δει...». Πληκτρολογεί πίσω βιαστικά «γεια σου Έλενα, σ' ευχαριστώ πολύ», και με ανάσα που τρέμει πετάγεται όρθιος και ορμάει μες στο σπίτι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.

19. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΡΟΣ ΒΡΕΤΟΥ - ΝΥΧΤΑ

Ο Θανάσης επιστρέφει στο σπίτι που ενοικιάζει, στο κέντρο της Σπάρτης. Μπαίνοντας μέσα, τον υποδέχεται με ένα φιλί η σύζυγός του, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, μια όμορφη γυναίκα κοντά στα 45.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Θανάση μου; Καλώς τον! Πώς και τόσο νωρίς, δεν είχες εφημερία;

δρ βρετος

Είχα, Αλεξάνδρα μου, αλλά την ακύρωσα... Δεν ένιωθα και πολύ καλά ξαφνικά...

αλεξανδρα

Ωχ... Άρρωστος;

δρ βρετοσ

Θα δείξει, προς το παρόν δεν έχω συμπτώματα... Η Κλεοπάτρα μας;

αλεξανδρα

Εδώ είναι κι αυτή, μόλις γύρισε απ' το φροντιστήριο... Κλέα μου, ο μπαμπάς!

Εμφανίζεται στον χώρο η έφηβη κόρη του γιατρού, η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΒΡΕΤΟΥ, 16χρονη μαθήτρια Β' λυκείου, και αγκαλιάζει τον πατέρα της.

κλεοπατρα

Μπαμπάκα μου; Γύρισες κιόλας; Τι έκπληξη ήταν αυτή;

δρ βρετοσ

Ναι, κορίτσι μου, ήμουν λίγο αδιάθετος...

κλεοπατρα

Οκέι... Μόνο μη μου αρρωστήσεις!

δρ βρετοσ

Ελπίζω, κορίτσι μου... Εσύ όλα καλά; Πώς σου φαίνεται η ύλη της δευτέρας λυκείου;

κλεοπατρα

Μεγάλη... Θα πήξω στο διάβασμα!

αλεξανδρα

Ε, τα αγαθά κόποις κτώνται, μωρό μου, είσαι και της Θεωρητικής κατεύθυνσης! Θανάση μου, πήγαινε εσύ να ηρεμήσεις, κι αν χρειαστείς το οτιδήποτε, εδώ είμαστε, κι εγώ κι η μικρή...

δρ βρετοσ

Εντάξει, Αλεξάνδρα μου, σ' ευχαριστώ...

Ο γιατρός κάνει μια απόπειρα να χαμογελάσει στη γυναίκα του και την κόρη του, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. 
 
Μαρία Παπαθεοδώρου