Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 8, σκηνές 20-31)

20. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη βρίσκεται στο δωμάτιό της στο νοσοκομείο και στο τροχήλατο τραπεζάκι μπροστά της έχει έναν δίσκο φαγητού: ένα πιάτο με βραστό κοτόπουλο και ρύζι, κουτάλι, μαχαίρι και πιρούνι και ένα ποτήρι νερό. Το σπρώχνει προς το μέρος της και αφού μείνει για λίγο να κοιτάζει το πιάτο, πιάνει το πιρούνι, κόβει μια μικρή μπουκιά από το κοτόπουλο και μαζί με λίγο ρύζι τη φέρνει στο στόμα της και τη μασάει αργά. Την ώρα που την έχει καταπιεί και ετοιμάζεται να δοκιμάσει να φάει άλλη μία, εμφανίζεται στην πόρτα του δωματίου της ο Πιέρρος. Βλέποντάς τον η Καίτη σαστίζει, το χέρι της τρέμει, το πιρούνι τής πέφτει, και ψελλίζει το όνομά του, ενώ το παλικάρι την πλησιάζει δακρυσμένο
 
καιτη

Πιέρρο μου... Αγάπη μου!

πιερροσ

Καίτη μου... Καρδιά μου, ξύπνησες! Συνήλθες, είσαι καλά...

Ο Πιέρρος με μια κίνηση σπρώχνει στην άκρη το τραπεζάκι, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού της Καίτης και χουφτιάζει το πρόσωπό της, χαϊδεύοντάς της τα μάγουλα, ενώ η Καίτη έχει γραπωθεί από τα μπράτσα του και τους συνταράζουν και τους δυο πνιχτοί λυγμοί.


καιτη


Αγκάλιασέ με, Πιέρρο... Μη μ' αφήνεις μόνη, σ' αγαπάω! Σ' αγαπώ πολύ...


πιερροσ


Κι εγώ σ' αγαπάω, Καίτη, σ' αγαπώ όσο δεν έχει αγαπήσει ποτέ κανένας, σ' τ' ορκίζομαι! Σ' τ' ορκίζομαι...


Πιέρρος και Καίτη αγκαλιάζονται σφιχτά και κλαίνε σιγανά, φιλώντας ο ένας τον λαιμό και το σβέρκο του άλλου μες στο αγκάλιασμά τους.


πιερροσ


Κόντεψα να σε χάσω... Γαμώ την κωλοέχθρα μου, γαμώ!


καιτη


Σσς... Μη φωνάζεις, σε παρακαλώ...


πιερροσ


Θέλω να πληρώσει, Καίτη... Να πληρώσει ο άνθρωπος που σ' έφερε εδώ πέρα, ο θείος σου ο Γιώργος, που τράβηξε το κωλοπιστόλι και μας σημάδεψε! Εγώ θα 'πρεπε να ήμουνα στη θέση σου, όχι εσύ... Θα πάω να τον καταγγείλω στον Σταύρο, μα τον Θεό!


καιτη


Όχι, Πιέρρο, σε ικετεύω! Μην το κάνεις...


πιερροσ


Να μην το κάνω; Θα σ' έχανα, Καίτη, κάτι να πήγαινε στραβά και... Δε γίνεται να μείνει ατιμώρητος!


καιτη


Πιέρρο, σε παρακαλώ, άκου με! Μην το κάνεις, μην πας να τον καταγγείλεις, δε θέλω να μάθει κανείς τίποτα... Η Βάσια κι ο Άκης, τα ξαδέρφια μου, ξεκινάνε το πανεπιστήμιο, η θεία μου η Χαρά... δε... Δε θέλω να στιγματιστούνε, αλήθεια...


πιερροσ


Και πώς θ' αντέχεις να τον βλέπεις, ε; Να ξέρεις ότι αυτός ο άνθρωπος...


καιτηΘ' αντέξω... Το μόνο που δε θ' αντέξω... είναι να σε χάσω... Και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ για αυτό...


Η Καίτη σέρνει απαλά τα δάχτυλα του ενός χεριού της στο μάγουλό του, κι ο Πιέρρος αντί για άλλη απάντηση χουφτιάζει τρυφερά τον καρπό της και της φιλάει το εσωτερικό της παλάμης της, μ' έναν βαθύ αναστεναγμό.


21.ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ - ΜΕΡΑ


Ο γέρο - Πιέρρος στέκεται και μιλάει στον Πότη, και ο γιος του τον ακούει με γυρισμένη την πλάτη και με έκφραση σκληρότητας στο πρόσωπό του.


γερο - πιερροσ


Γιε μου, αγροίκησέ με... Η κόρη του Λεωνίδα πήγε να θυσιαστεί για το κορώνι σου, αν θα τιμωρηθεί ή όχι ο θείος της, αυτό δεν εξαρτάται από μένα, αλλά το άλλο είναι στα δικά μας τα χέρια... Δε βλέπεις πόση αγάπη του έχει και της έχει; Άμα τη χάσει, θα τονε χάσεις!


ποτησ


Τι λες, μωρέ πατέρα; Σάλεψες εντελώς; Μου ζητάς τι, δηλαδή, να δώσω τα χέρια με τον αδερφό του φονιά του Σαράντη, επειδή ο αχάριστος ο εγγονός σου πήγε και μπλέχτηκε στα σκέλια της βρόμας της κόρης του; Ε, αυτό μου λες; Να υπερασπιστώ το παλιόπαιδο που γέννησα και που θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα, κι ενώ η ψυχή του θείου του ακόμη σεργιανάει; Ποτέ! Που ούτε το πένθος μας δε σεβάστηκε, ο άτιμος, όχι μόνο ότι τον λογόδωσα, και με ξεγέλασε για να τραβιέται μαζί της! Το καλό που του θέλω να πέσει μπροστά μου γονατιστός, στα τέσσερα, με το κεφάλι στο χώμα και να μου πει ότι μετάνιωσε, αλλιώς θα τον αποκληρώσω κι ας πάρει των ομματιών του να τσακιστεί να φύγει από την Αρεόπολη και να μην ξαναγυρίσει ποτέ! Κάλλιο να 'χανε στουκάρει με τη μηχανή, να είχε πεθάνει κι αυτός και η μικρή δράκαινα...


γερο - πιερροσ


Έλεος, Πότη! Έλεος! Θα σε κάψει ο Θεός, στην κόλαση θα πας για αυτά που λες για το παιδί σου... Σεβάσου Αυτόν τουλάχιστον, που μας βλέπει και μας ακούγει!


ποτησ


Ούτε Θεός με νοιάζει, ούτε τίποτα... Να συρθεί στα πόδια μου μετανιωμένος να ζητά συγγνώμη, μόνο τότε θα ηρεμήσω, να τον δω να ξεφτιλίζεται όπως μας ξεφτίλισε κι αυτός! Στο διάλο, το κωλόπαιδο, ο άχρηστος...


γερο - πιερροσ


Ντρέπομαι για λογαριασμό σου, γιε μου... Για σένα, όχι για τον έγγονά μου, που 'ναι νιος κι αγάπησε, κι αυτό μόνο ντροπή και ρεζίλι δεν είναι! Δεν έχει εσύ καρδία μες στα στήθια σου, ούτε είσαι άξιος να λέγεσαι αφέντης του... Κι η κυρά σου, να το ξέρεις, με τον γκρα της είναι, όχι με σένανε, κι οι τρεις μας θα σταθούμε ανάντια σου, ο τι κι αν θες να κάμεις, σου το λέγω!


Ο γέρο - Πιέρρος κατακεραυνώνει με το βλέμμα του τον Πότη, και ο Πότης αναμετράται μαζί του επίσης με τα μάτια, αλύγιστος.


22. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ - ΜΕΡΑ


Ο Πιέρρος μόλις έχει βγει από το δωμάτιο της Καίτης. Στον απέξω ακριβώς διάδρομο του νοσοκομείου, συναντά τυχαία τον Θανάση Βρετό.


δρ βρετοσ


Πιέρρο! Εσύ; Ο νεαρός συνάδελφος, ο καλός της Καίτης μας... Με θυμάσαι;


πιερροσ


Γιατρέ; Φυσικά και σας θυμάμαι... Εσείς της σώσατε τη ζωή! Δε θα μπορούσα να σας ξεχάσω, και να το ήθελα, σας είμαι ευγνώμων και θα σας είμαι πάντα...


δρ βρετοσ


Άσ' τα αυτά, παλικάρι μου, χρέος μου ήταν και το έκανα... Ήρθες να τη δεις;


πιερροσ


Ναι, με ειδοποίησε η αδελφή της ότι ξύπνησε, κι έτρεξα... Τώρα μόλις βγήκα απ' το δωμάτιό της...


δρ βρετοσ


Ναι, τη γνώρισα και την Έλενα, και τους γονείς και τη γιαγιά της Καίτης, καθώς και τη θεία της την Πηνελόπη Λιαράκου... Ξέρεις τι μου κάνει όμως τρομερή εντύπωση, και με παραξένεψε ιδιαίτερα;


πιερροσ


Τι; Πείτε μου...


δρ βρετοσ


(ξεροβήχει)


Η αντίδραση των γονιών της, του κυρίου Λεωνίδα και της κυρίας Χρυσούλας, όταν τους είπα ότι ήσασταν μαζί και τους ρώτησα αν ήξεραν κάποιον που μπορεί να ήθελε να σας βλάψει... Φάνηκαν σαν να μη γνώριζαν τίποτα για τη σχέση σας, ή τουλάχιστον αυτό νιώθω ότι προσποιήθηκαν, και επειδή φροντίζω να μαθαίνω για την πορεία της Καίτης, δεν έμαθα να έχουν έρθει να τη δουν καθόλου απ' όταν ξύπνησε... Δεν ήξεραν ή ήξεραν και δεν ενέκριναν τον δεσμό σας;


πιερροσ


Το δεύτερο, γιατρέ... Και αν μάθετε κι εσείς τι συμβαίνει μεταξύ των οικογενειών μας, θα καταλάβετε...


δρ βρετοσ


Δηλαδή; Πες μου, τι συμβαίνει;


πιερροσ


Ξέρετε τι είναι η βεντέτα; Να έχουν δυο οικογένειες κληρονομική έχθρα μεταξύ τους, να σκοτώνονται;


δρ βρετοσ


Ναι, δυστυχώς έτυχε να έρθω σε επαφή με το φαινόμενο, όταν έκανα το αγροτικό μου στην Κρήτη, κοντά στην ηλικία σου... Θυμάμαι που μια φορά έφεραν στο Κέντρο Υγείας όπου δούλευα έναν άντρα χτυπημένο από όπλο, ο οποίος τελικά δεν τα κατάφερε, και οι συγγενείς του οδύρονταν και καταριόντουσαν τον φονιά του...


πιερροσ


Υπήρχε και στη Μάνη το φαινόμενο, αν και διαφορετικά από την Κρήτη... Εδώ το ονομάζανε χωσία ή γδικιωμό, και πιο παλιά και πόλεμο πατριών...


δρ βρετοσ


Ναι, τώρα που το λες, το γνωρίζω... Όμως γνώριζα επίσης ότι σε αντίθεση με τους Κρητικούς οι Μανιάτες έχουνε πάψει να εμπλέκονται σε βεντέτες ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, γιατί μετοίκησαν πολλοί κιόλας, διόρθωσέ με αν κάνω λάθος...


πιερροσ


Δεν κάνετε λάθος, τουλάχιστον όσον αφορά τους παλιούς δικιωμούς, όμως...


δρ βρετοσ


Όμως, τι;


πιερροσ


Υπήρξαν και κάποιες έχθρες που ξέσπασαν πιο όψιμα εδώ κάτω... Και μία από αυτές είναι κι αυτή που χωρίζει τα δικά μας τα σόγια, που ναι μεν ξεκίνησε από μια σοβαρή αδικία, ναι μεν έγιναν φόνοι στην αρχή, αλλά μετά από τόσα χρόνια, εκατόν δέκα για την ακρίβεια, φανταστείτε, κάποιοι απ' τους δικούς μας επιμένουν να θυμούνται ακόμη αυτό το κωλομίσος! Συγγνώμη, γιατρέ, συγγνώμη που βρίζω μπροστά σας, αλλά δεν αντέχω, ειλικρινά, δεν το αντέχω...


δρ βρετος


Ήρεμα, αγόρι μου... Ήρεμα...


Ο Πιέρρος ακουμπάει με τη γροθιά του σ' έναν τοίχο, προσπαθώντας να κρύψει την οδύνη του, και ο Θανάσης τον αγγίζει παρηγορητικά στον ώμο, αμήχανος.


23. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ - ΜΕΡΑ


Η Λόπη, η Μυρτώ και η Ράνια κάθονται γύρω από το τραπέζι του σπιτιού τους. Η χήρα του Δημήτρη κρατάει και με τα δυο της χέρια το δεξί και το αριστερό χέρι των κοριτσιών της αντίστοιχα, και τους μιλάει.


λοπη


Φέτος θα πάμε οπωσδήποτε στη Μυρτιδιώτισσα, πριν κατέβετε στο Ρέθυμνο... Όχι μόνο για το τάμα μου για σένα, Μυρτώ μου, αλλά και για την ψυχούλα του πατέρα σας και για την Καίτη μας, να αναπαυτεί εκείνος και η ξαδέλφη σας να γυρίσει επιτέλους σπίτι της...


μυρτω


Μαμά, σχετικά με το Ρέθυμνο... Έλεγα μήπως δεν πάω, μήπως διακόψω τη σχολή...


λοπη


Να διακόψεις; Γιατί, παιδί μου;


μυρτω


Γιατί θα 'ναι πιο δύσκολα οικονομικά τώρα, μαμά... Να μείνω στην Αρεόπολη να δουλεύω στην κυρία Νατάσα...


ρανια


Εγώ όμως δε θέλω να παρατήσω τη σχολή μου! Αλήθεια, δε θέλω...


λοπη


Ράνια μου, Μυρτώ μου... Ακούστε με, καμιά σας δε θα παρατήσει τη σχολή της! Θα συνεχίσετε, θα τελειώσετε, θα πάρετε πτυχίο και θα γίνετε αυτές που θέλατε! Όσες θυσίες και να χρειαστεί να κάνω για σας, θα τις κάνω... Σύμφωνες; Εσείς είστε πια όλη μου η έγνοια κι η μόνη μου παρηγοριά, εσείς και οι άνθρωποι οι δικοί μας που μας αγαπάνε, α, κι οι μαθητές μου στο σχολείο...


Η δασκάλα χαμογελάει μελαγχολικά στις κόρες της και τους σφίγγει τους καρπούς, μοιράζοντας από ένα φιλί στα δάχτυλα της καθεμιάς.


μυρτω


Μαμά... Πριν φύγουμε για το Ρέθυμνο, πρέπει να σου πω κάτι σχετικά με την Καίτη μας, για το πώς βρέθηκε στο νοσοκομείο...


λοπη


Τι εννοείς, Μυρτώ μου;


μυρτω


Το ξέρεις ότι πυροβολήθηκε; Ότι έφαγε σφαίρα...


λοπη


Σφαίρα; Τι είναι αυτά που λες, παιδί μου, τρελάθηκες;


μυρτω


Όχι, μαμά, καθόλου... Η Καίτη έφαγε σφαίρα, κι η σφαίρα ανήκε στον θείο τον Γιώργο τον Γαληνέα...


λοπη


Δεν καταλαβαίνω... Δεν καταλαβαίνω τίποτα...


μυρτω


Θα καταλάβεις... Η Καίτη τα έχει φτιάξει με τον γιατρό τον Πιέρρο τον Τζαννετάκο, είναι ερωτευμένοι, και όταν την πυροβόλησε αυτός, βρίσκονταν οι δυο τους μαζί στη Μονεμβασιά... Ήθελε να βλάψει εκείνον, κι η ξαδέρφη μας έπεσε μπροστά του για να τον προστατέψει...


λοπη


Ράνια, τι λέει η αδελφή σου; Αυτό συνέβη;


ρανια


Ναι, μαμά μου... Αυτή είναι η αλήθεια, δυστυχώς...


Η Λόπη κοιτάζει πότε τη μεγάλη και πότε τη μικρή της θυγατέρα με απόγνωση, που είναι φανερά στεναχωρημένες.


24. ΕΣ., ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ


Η Καίτη είναι καθισμένη στο κρεβάτι της. Μπαίνει μέσα ο Θανάσης και την πλησιάζει.


δρ βρετοσ


Καίτη! Πώς είσαι, κορίτσι μου;


καιτη


Καλά είμαι, γιατρέ... Πότε θα πάω σπίτι μου επιτέλους; Πείτε μου!


δρ βρετοσ


Σύντομα, πολύ σύντομα... Η κατάστασή σου είναι ήδη πάρα πολύ καλή και έχω χαρεί αφάνταστα για αυτό! Θα έλεγα ότι είχες άγιο, ή ότι μιλάει το dna σου το Μανιάτικο...


καιτη


(χαμογελώντας αμυδρά)


Ωραία... Ωραία, σας ευχαριστώ πολύ!


δρ βρετος


Τίποτα, κοπέλα μου! Ωστόσο... πρέπει να σου πω και κάτι άλλο... Έχουνε βγει τα αποτελέσματα της βαλλιστικής εξέτασης για τη σφαίρα που σου αφαιρέσαμε, μας ενημέρωσε η Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας σχετικά...


Ακούγοντας τα λόγια του γιατρού, η Καίτη αλλάζει ευθύς διάθεση, χαμηλώνει τα μάτια και αποστρέφει ελαφρά το κεφάλι της, αναστενάζοντας σιγανά.


δρ βρετοσ


Καίτη... Το ξέρω, είναι δύσκολο, αλλά χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου...


καιτη


Ποια βοήθεια;


δρ βρετοσ


Είπες ότι... αυτός ο άνθρωπος που σε χτύπησε, που στόχευε εσένα και τον Πιέρρο, ήτανε θείος σου... Σωστά;


καιτη


Σωστά...


δρ βρετοσ


Μπορείς να μου πεις το όνομά του; Ξέρω, είναι δύσκολο για σένα, καθότι συγγενής σου, αλλά τη δεδομένη στιγμή μιλάμε για έναν παραλίγο εγκληματία, όσο σκληρό κι αν ακούγεται... Και σ' το ζητάω όχι μόνο ως ο γιατρός που σε χειρούργησε πλέον, αλλά... και ως θείος σου κι εγώ πλέον...


καιτη


Τι;... Θείος μου;...


δρ βρετοσ


Ναι, Καίτη, θείος σου... Η μητέρα μου, η πραγματική μου μητέρα δηλαδή, γιατί έχω υπάρξει υιοθετημένος, η Μαρία Μπεζαντάκου, ήταν η μία αδελφή του παππού σου του Νικήτα, είχα μια συζήτηση με τη γιαγιά σου τη συνονόματη που τόσο πολύ την αγαπάς και μου αποκαλύφθηκαν όλα... Είσαι ανιψιά μου, Καίτη, και θέλω να ξέρω ποιος πήγε να σε βλάψει, εσένα και τον Πιέρρο μαζί!


Με τη φωνή του να ραγίζει και τα μάτια του να βουρκώνουν, ο Θανάσης παίρνει το ένα χέρι της Καίτης στις χούφτες του, και η κοπέλα προσηλώνει πάνω του το βλέμμα της.


25. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΓΑΛΗΝΑΙΩΝ - ΜΕΡΑ


Στο σπίτι της οικογένειας Γαληνέα στην Καρδαμύλη, χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται και χτύποι χεριών. Ο κυρ - Παντελής και η κυρά Βασίλω θορυβούνται, και η Χαρά πηγαίνει τελικά να ανοίξει, για να δει μπροστά της στο κατώφλι της πόρτας έκπληκτη 3 - 4 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ.


ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ


Καλησπέρα. Οικία Γαληνέα;


χαρα


Μάλιστα... Τι θέλετε;

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ

Από την Αστυνομική Διεύθυνση Μεσσηνίας. Έχουμε ένταλμα έρευνας στο σπίτι σας και σύλληψης για τον κύριο Γιώργο Γαληνέα...

(βγάζει τα έγγραφα και τα επιδεικνύει στη Χαρά, η οποία σαστίζει)

χαρα

Τον άντρα μου; Γιατί, τι έκανε;

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ δευτεροσ

Δεν είναι ώρα για ερωτήσεις. Παρακαλώ, αφήστε μας να μπούμε μέσα...

Η Χαρά ανοίγει την πόρτα μουδιασμένη, οι αστυνομικοί εισέρχονται στον χώρο του σπιτιού και αρχίζουν να ερευνούν τα έπιπλα και την οικοσκευή. Τα πεθερικά της γυναίκας έχουν σηκωθεί όρθια και η αγωνία είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.

παντελης

Τι έγινε, θα μου εξηγήσει κάποιος; Γιατί είστε εδώ, κύριοι αστυνόμοι, τι έκανε ο γιος μου;

αστυνομοσ τριτοσ

(μπαίνει, κρατώντας στα χέρια του το όπλο)

Το βρήκα... Σε ένα συρτάρι στη μία διπλή κρεβατοκάμαρα ήταν! Ταιριάζει με την έκθεση της βαλλιστικής...

Καθώς ένας άλλος αστυνόμος παρατηρεί το όπλο και γνέφει καταφατικά, εμφανίζεται στην πόρτα του σπιτιού ο Γιώργος, και βλέποντας τους αστυνομικούς, παγώνει.

βασιλω

Γιώργο μου! Γιώργο, τι έκαμες, μίλα, τι έκαμες και σε ζητούν οι γι - αστυνόμοι;

αστυνομοσ

Εσείς είστε ο Γιώργος Γαληνέας;

γιωργοσ

Ναι, εγώ! Εσείς οι μπάτσοι τι θέλετε στο σπίτι μου;

αστυνομοσ

(κραδαίνοντας το πιστόλι)

Συλλαμβάνεστε, για παράνομη οπλοκατοχή και χρήση όπλου, απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προμελέτης και πρόκληση σωματικής βλάβης σε τρίτο! Τα υπόλοιπα θα τα πείτε στον ανακριτή της Διεύθυνσης... Κι εσείς, θα πρέπει να καταθέσετε σχετικά στο αστυνομικό τμήμα Καρδαμύλης!

Δύο συνάδελφοι του αστυνόμου που μιλάει περνούν στα χέρια του Γιώργου πισθάγκωνα τις χειροπέδες, ενώ η κυρά - Βασίλω αφήνει μια κραυγή απελπισίας και ο κυρ - Παντελής σωριάζεται σε μια πολυθρόνα. Στον νου της Χαράς (cut away) επανέρχονται η σκηνή 13 του επεισοδίου 7 και τα δικά της λόγια στη σκηνή 16 («Εμένα άλλο με απασχολεί, Αγγελική μου... Η Καιτούλα φαίνεται σαν να μη θέλει να μας πει τι ακριβώς της συνέβη... Λες να μη θυμάται όντως το πώς βρέθηκε εδώ; Εγώ δεν το πιστεύω πάντως, κάτι μας κρύβει το κορίτσι μας...»), κι η όψη της αλλοιώνεται, έχοντας καταλάβει την αιτία σύλληψης του άντρα της.

26. ΕΣ., ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ - ΜΕΡΑ

Χτυπάει το σταθερό τηλέφωνο στο γραφείο του Σταύρου. Εκείνος το σηκώνει και απαντάει, ενώ δίπλα του στέκεται η Όλγα ανυπόμονη.

σταυροσ

Αστυνομικός διοικητής Αρεόπολης Σταύρος Μανωλαράκος, λέγετε! Μάλιστα... Ευχαριστώ πολύ για την ενημέρωση!

ολγα

Τι έγινε; Είχαμε κάνα νέο;

σταυροσ

Συνελήφθη ο Γιώργος ο Γαληνέας, ο ξάδερφος του Λεωνίδα... Τον ανέκριναν και ομολόγησε με τον τρόπο του, ότι σημάδεψε όντως τον Πιέρρο και έγινε αιτία να τραυματιστεί η Καίτη, και τώρα θα μεταφερθεί στην Τίρυνθα...

ολγα

Δεν το πιστεύω, ρε Σταύρο! Δεν το χωράει ο νους μου... Καλά, δε σκέφτηκε καθόλου τι πάει να κάνει; Τη γυναίκα του, τα παιδιά του... Φαντάζεσαι να... Θεέ μου, δε μπορώ ούτε να το διανοηθώ...

σταυροσ

Άμα θολώνει ο νους του ανθρώπου, Όλγα, γίνεται θηρίο, ανεξέλεγκτος, άσε, τι συζητάς, αφού τα είδαμε ήδη... Ας μείνει στη στενή να βάλει μυαλό, δεν τον λυπάμαι, οι μόνοι που λυπάμαι είναι η Χαρά και τα δίδυμα, κι ο πατέρας του με τη μάνα του...

ολγα

Τι να πω... Τι να πω, δεν ξέρω, αλήθεια...

σταυροσ

Τίποτα να μην πεις... Αφού γλύτωσε η Καίτη μας, δόξα τω Θεώ μονάχα! Μεθαύριο θα γυρίσει σπίτι του κι αυτό το άμοιρο επιτέλους, να πάμε να τη δούμε...

ολγα

Να πάμε, εννοείται... Θα της φτιάξω μια αγκαλιά λουλούδια να της δώσω κιόλας...

27. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ - ΜΕΡΑ

Ο Λεωνίδας και η Χρυσούλα, καθισμένοι σε ένα τραπέζι στην Ωραία Τσίμοβα, μιλάνε.

χρυσουλα

Τα 'μαθες τα άλλα; Πιάσανε τον Γιώργο, και θα τον χώσουνε φυλακή, λέει... Ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος! Δε φτάνει που ρεζιλευτήκαμε εμείς με την προκομμένη μας, τώρα δε θα ξέρει πού να κρυφτεί και η Χαρά με τα πεθερικά της...

λεωνιδασ

Και τι ήθελες να του κάνουν, μωρή Χρυσούλα; Να τον αφήσουν έξω να σεργιανάει; Όπλο είχε, και το 'στρεψε σ' ανθρώπους τέλος πάντων!

χρυσουλα

Τι λες, ρε Λεωνίδα, στριλαπάρθηκες; Μη μου πεις ότι σ' έπιασε ο πόνος ξαφνικά για τη βιολέντρα την κόρη μας και τον κούκο της! Το κακορίζικο το πλάσμα, που να μην έσωνε να γεννηθεί ποτέ του... Εξαιτίας της γίναν' όλα, τ' ακούς; Εξαιτίας της! Μας καταράστηκε ο Θεός για την πουτανία της... Ούτε να τη μπάσω δε θέλω ξανά στο σπίτι μου, σούμπητη στη θειά της τη Σταματίνα πρέπει να τη στείλω, να κρύψει τις πομπές της! Ορίστε μας... Κι αν δεν ήταν χειρουργημένη, θα της έριχνα ένα μπερντάχι ξύλο, να μπλαβιάσει ολόκληρη, που άφηνε να την πασπατεύει ο άισκιος ο γιατρουδάκος!

λεωνιδασ

Ωω, πάψε πια, με ζάλισες! Άντε να φτιάξεις κάνα φαΐ, μπας και πατήσει κανένας εδώ μέσα, που 'χουμε στεγνώσει...

28. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη και η κυρά Κατέρω ανοίγουν την εξώπορτα και μπαίνουν στο σπίτι, ενώ η γιαγιά κρατάει την εγγονή της τρυφερά από το μπράτσο, συγκινημένη.

κυρα κατερω

Έλα, γραμμάτιο μου... Έλα, ανεράιδα μου, έλα... Δυχατέρα μου καλή, εγγόνα μου...

καιτη

(σιγανά, επίσης με συγκίνηση)

Γιαγιάκα μου, περπατάω μια χαρά, αλήθεια... Δε χρειάζεται να με κρατάς...

κυρα κατερω

Εντάξει, κόρη μου, εντάξει... Αχ, το κορώνι μου, σ' ευχαριστώ, Παναγιά μου, κι εσένα, Αγιά Κατερίνη μου, μεγάλη η χάρη σας!

Καθώς μιλάει, η κυρά Κατέρω σταυροκοπιέται, σταυρώνει και την Καίτη και της χαϊδεύει τα μαλλιά, φιλώντας της ύστερα το μάγουλο. Η Καίτη προχωράει προς το σαλόνι και κάθεται σ' έναν καναπέ.

καιτη

Τίποτα δεν έχει αλλάξει...

κυρα κατερω

Κι όμως, Καιτούλα μου, όλα αλλάξασι... Έλειψες κι εσύ, και σκοτείνιασε πιο πολύ ακόμα ο τόπος, γήλιε μου και φεγγάρι μου! Μα τώρα ήρθες κι όλα λάμπουσι, ανάσταση μοιάζει, δυχατέρα μου, Λαμπρή...

Η γιαγιά της όρθια ακόμη αγκαλιάζει την Καίτη έτσι που το ένα της μάγουλο να ακουμπάει στον κόρφο της, και τη φιλάει στην κορυφή του κεφαλιού της, κι η κοπέλα ρουφάει έντονα τη μύτη της.

καιτη

Γιαγιάκα μου...

κυρα κατερω

Μην κλαις, κοπέλα μου, μην κλαις... Μην κλαίγεις, σώπασε! Εγώ είμαι εδώ, μη σε μέλει... Έλα τώρα, έλα να κάνεις ένα μπάνιο, να λουστείς, να βγάλεις τη λέρα από πάνω σου, να νιώσεις άνθρωπος, να σου χτενίσω και τα μαλλάκια σου, και να σου φτιάξω και μια μάσκα να τα περάσεις για να θρέψουσι...

Η κυρά Κατέρω περνάει τα μαλλιά της Καίτης μέσα από τα χέρια της και της σφραγίζει το μέτωπο με τα χείλη της, κι εκείνη προσπαθεί να χαμογελάσει, βουρκωμένη.

29. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΓΑΛΗΝΑΙΩΝ - ΜΕΡΑ

Η Χαρά κάθεται στην τραπεζαρία του σαλονιού και μιλάει με τη Βάσια στο κινητό της.

χαρα

Βάσια μου; Πώς είστε, κοριτσάκι μου;

βασια

(voice over)

Καλά, μαμά, κι εγώ κι ο Άκης! Προσπαθούμε να μάθουμε τα κατατόπια στην Αθήνα, προτού ξεκινήσουμε για τα καλά τα μαθήματα, πήγαμε κι από τη θεία Σταματίνα και τη Μάρθα στο Αιγάλεω...

χαρα

Μπράβο, γλυκιά μου, χαίρομαι... Χαιρετίσματα και φιλιά να δώσεις και στον αδερφούλη σου...

βασια

(voice over)

Επίσης, μαμά, σε όλους! Και στον μπαμπά...

χαρα

Εντάξει, θα τους τα δώσω...

βασια

(voice over)

Μαμά, σίγουρα είσαι καλά; Σε ακούω κάπως, δεν ξέρω...

χαρα

Όχι, παιδί μου, τίποτα, μην ανησυχείς... Απλά μου λείπετε ήδη, αυτό μόνο...

βασια

(voice over)

Ωωω, μωρέ μανούλα! Σ' το υπόσχομαι, θα κατέβουμε και πριν τα Χριστούγεννα... Σε κλείνω τώρα γιατί πρέπει να βγω! Φιλιά!

χαρα

Γειά σου, Βασούλα μου, στο καλό...

Η Χαρά τερματίζει την κλήση, αφήνει τη συσκευή στο τραπέζι και αναστενάζει βαριά, σκουπίζοντας με την άκρη της παλάμης της ένα δάκρυ που έχει σταθεί στις βλεφαρίδες του ενός ματιού της.

30. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ - ΜΕΡΑ

Η κυρά Κατέρω μαγειρεύει στην κουζίνα, πάνω από μια κατσαρόλα που αχνίζει. Η Καίτη κάθεται στο τραπέζι και έχει τα χέρια της πλεγμένα μεταξύ τους, σταυρώνοντας τους αντίχειρές της μηχανικά.

καιτη

Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα, γιαγιά. Πνίγομαι με το πώς μου φέρεται ειδικά η μαμά, σαν να μην υπάρχω, δεν αντέχω...

κυρα κατερω

Τι να σου πω κι εγώ, κόρη μου... Σάμπως δεν τα βλέπω; Τα βλέπω και θυμώνου... Αλλά και πάλι, εγώ θα σε συμβούλευα να μείνεις εδώ λίγο ακόμα, να δυναμώσεις...

καιτη

Δε χρειάζεται, γιαγιά, μια χαρά είμαι... Θα πάω να βγάλω εισιτήριο για το ΚΤΕΛ και θα ανέβω πάνω, πρέπει να προλάβω και την ορκωμοσία του μεταπτυχιακού μου...

κυρα κατερω

Ωραία, αφού λες πως είσαι δυνατή, έλα να με βοηθήσεις με το φαγί, κοκόνα μου...

καιτη

Έρχομαι, μπορώ...

Η κοπέλα σηκώνεται και πλησιάζει τη γιαγιά της πάνω από την κατσαρόλα. Τη στιγμή ακριβώς που στέκεται πάνω από το σκεύος και εισπνέει τη μυρωδιά του φαγητού, χλομιάζει ξαφνικά και της έρχεται αναγούλα, με συνέπεια να τρέξει στον νεροχύτη, ενώ η κυρά Κατέρω αφήνει την επίβλεψη της κατσαρόλας και σπεύδει κοντά της.

κυρα κατερω

Καίτη; Καίτη μου, τι έχεις; Τι έπαθες;

καιτη

Δεν ξέρω, ένα ανακάτεμα...

κυρα κατερω

Έλα, κόρη μου, βαθιές ανάσες! Βαθιές, πάρ' αγέρα, γέμισ' τα πλεμόνια σου...

Η Καίτη κάνει όπως την προτρέπει η κυρά Κατέρω, ενώ εκείνη ανοίγει παράλληλα τη βρύση και της βρέχει το πρόσωπο με νερό. Μόλις, ωστόσο, σηκώνει τον κορμό της, μια ζαλάδα την κάνει να παραπατήσει και να βάλει το χέρι της στο μέτωπο.

καιτη

Γιαγιά, ζαλίζομαι... Μια καρέκλα...

κυρα κατερω

Να... Ναι, παιδί μου, μια καρέκλα, μια... Α!

Η γιαγιά της στρέφεται να φέρει την καρέκλα, όμως την ίδια στιγμή η Καίτη σωριάζεται πίσω της λιπόθυμη στο πάτωμα, και εκείνη τρέχει να την πιάσει έντρομη και της μπατσίζει ελαφρά το πρόσωπο.

κυρα κατερω

Καίτη μου! Γραμμάτιο μου, τι έπαθες; Χριστέ μου! Ξύπνα, δυχατέρα, μίλα μου! Ξύπνα, ανεράιδα μου, άνοιξ' τα ματάκια σου... Παναγιά μου, μη, όχι άλλα βάσανα, λυπήσου μας! Λυπήσου μας, Κυρά μου...

Μαρία Παπαθεοδώρου