Σκιές του Παρελθόντος (Κεφάλαιο 2)

«Πονάει η κοιλιά μου» παραπονέθηκα. Από την ώρα που μπήκαμε στο αυτοκίνητο, δεν είχα βγάλει άχνα. Είχαμε διανύσει το πρώτο μισό της διαδρομής σε απόλυτη σιωπή, ο καθένας στον κόσμο του. Ο ήλιος σε συνδυασμό με τις μπύρες μού είχαν φέρει ζαλάδα και πονοκέφαλο. Δεν έπρεπε να είχα πιει. Πώς θα πάω στη συνέλευση;


«Και εγώ έφαγα του σκασμού. Νομίζω δεν θα ξαναφάω μέχρι το βράδυ».

«Ποιο βράδυ; Δεν θα ξαναφάω ποτέ. Μόνο που σκέφτομαι μπριζόλες ανακατεύομαι».

«Τις είχαν ψήσει τόσο ωραία όμως».

«Λες να μας συζητούν τώρα;»

«Ήμουν σίγουρος ότι θα με ρωτούσες. Γιατί ασχολείσαι; Εσύ δεν μας κουτσομπολεύεις με τη Σοφία; Ή εγώ με τον Γιώργο; Τι νομίζεις; Έτσι πάει».

«Δεν το κάνουμε» αρνήθηκα πεισματικά και με κοίταξε, υψώνοντας το αριστερό του φρύδι.
«Βρε, τι μας λες. Παραδέξου το». Δεν θα του έδινα την ευχαρίστηση να ακούσει τις δύο μαγικές λεξούλες: έχεις δίκιο.

«Πες μου τώρα, τι νομίζεις ότι λένε;» είπα και δάγκωσα ελαφρώς το νύχι μου.

«Ε, τα κλασσικά. Ότι εγώ είμαι νέος, αστείος, φοβερός και φυσικά κούκλος» ξεκίνησε και το μεσαίο μου δάχτυλο υψώθηκε. Ο Στράτος το αγνόησε επιδεικτικά.

«Σοβαρά σε ρωτάω».

«Και εγώ σοβαρά σου απαντάω. Μετά θα πουν ότι εσύ είσαι γλυκούλα, ότι κοκκινίζεις συνέχεια όταν σου μιλάω… Ε και θα καταλήξουν στο αυτόνοητο συμπέρασμα πως είσαι ερωτευμένη μαζί μου, που είναι και το λογικό, αλλά εγώ δεν ανταποκρίνομαι, ως αθεράπευτα εργένης. Θα πουν ότι είναι κρίμα, γιατί ταιριάζουμε, και μετά θα βαρεθούν και θα αλλάξουν θέμα. Δεν θα πουν κάτι που δεν ξέρουμε ήδη».

«Είμαι σίγουρη ότι αυτά τα επίθετα θα χρησιμοποιήσουν, για να σε περιγράψουν. Ειδικά το φοβερός και το κούκλος είναι πρώτα στη λίστα». Παραδέξου το, είναι πολύ ωραίος ο άτιμος, παρακάλεσε η φωνούλα μέσα μου. Σταμάτα! παρενέβη η φωνή της λογικής μου. Μην την μπερδεύεις. Αχ, σωπάστε και οι δύο.

«Ναι, αυτά ακριβώς» με διαβεβαίωσε.

«Καλά, Τζορτζ Κλούνεϊ, ό,τι πεις».

«Έτσι μπράβο».

«Εσείς τι λέτε για εμάς με τον Γιώργο;» τον ρώτησα καχύποπτα μετά από μερικές στιγμές σιωπής.

«Πες μου εσύ πρώτη».

«Τίποτα δεν λέμε» είπα και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Δεν με πίστευε. Και καλά κάνει, αφού λες ψέματα. «Μόνο ότι είσαι ψώνιο».

«Μη μου λες. Ούτε και εγώ θα αποκαλύψω τα μυστικά μας, αλλά εμένα δεν με καίει τόσο όσο εσένα, κυρία περίεργη».

Τον κοίταξα διακριτικά μέσα από τις βλεφαρίδες μου. Χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά και ήταν κάπως κολλητικό.

Γύρισα το κεφάλι στο παράθυρο και έκλεισα τα μάτια. Ένιωθα τόσο κουρασμένη, το αλκοόλ δεν είχε και την καλύτερη επίδραση στον οργανισμό μου.

«Μην κοιμάσαι, θέλω να μου κάνεις παρέα».

«Μη με αφήσεις να ξαναπιώ» μουρμούρισα.

«Θα το έχω στον νου μου». Στην πραγματικότητα εννοούσε ότι την επόμενη φορά θα φρόντιζε να με ποτίσει ακόμη περισσότερο. Πολύ υπεύθυνος… «Μήπως να μην πας; Δεν ξέρω αν είσαι σε θέση να συζητήσεις για θέματα του σχολείου. Άσε που μπορεί να λένε μετά οι άλλες μαμάδες ότι πήγες μεθυσμένη. Πώς τη λένε εκείνη τη γριά μέγαιρα που σου τη σπάει; Ευλαμπία;»

«Ασπασία» τον διόρθωσα. «Και δεν είναι γριά η γυναίκα» συμπλήρωσα χασκογελώντας. Έπειτα άρχισα να ψάχνω την τσάντα μου. Έπρεπε να συνέλθω πριν φτάσουμε. Έριξα λίγο νερό σε ένα χαρτομάντηλο και άρχισα να βρέχω το πρόσωπο και τον σβέρκο μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και διόρθωσα το μακιγιάζ μου. Σουλουπώθηκα, όσο γινόταν, έπιασα τα μαλλιά μου μια αυστηρή κοτσίδα, φόρεσα τη ζακέτα μου και τα γυαλιά μου, για να φαίνομαι λίγο μεγαλύτερη, και συνέχισα να αργοπίνω το νερό.

«Σου πάει αυτό το αυστηρό λουκ. Σαν καθηγήτρια είσαι».

«Μη σου μπαίνουν ιδέες» αντιγύρισα.

«Είσαι εντάξει τώρα;» ρώτησε γελώντας.

«Μια χαρά είμαι. Ήταν και ο ήλιος που με είχε πειράξει. Ελπίζω να μην κρατήσει πολύ αυτή η βλακεία, να τελειώνω. Έχω να πάω να πάρω και τον Άγγελο, χωρίς αμάξι».

«Θες να έρθω μετά τη συνέλευση και να σε πάω εγώ;» με ρώτησε αν και ήξερε πως η απάντηση θα ήταν αρνητική. Ήταν τόσο γλυκός, δεν υπήρχε αμφιβολία, αλλά δεν ήμουν έτοιμη να μπερδέψω τους διαχωρισμένους κόσμους μου: τη δουλειά, τον Άγγελο και την οικογένειά μου. Ο Στράτος βρισκόταν στο μεταίχμιο, ναι, και μερικές φορές, ξεπερνούσε τη θέση στην οποία τον είχα βάλει. Όταν όμως πλησίαζε υπερβολικά στο να επιτύχει, άρχιζαν ξανά οι αμφιβολίες και οι φόβοι. Οι άμυνες υψώνονταν.

«Αρκετά σε ταλαιπώρησα σήμερα. Μπορεί να θες να βγεις. Θα πάω με το μετρό, δεν είναι και τόσο μακριά. Σε ευχαριστώ πάντως» απάντησα και στιγμιαία απογοήτευση χαράκτηκε στο βλέμμα του.

«Όπως θες» μου είπε και αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Είχε καλές προθέσεις, ήθελε να είναι εκεί για εμένα και εγώ όλο τον έκλεινα έξω. Δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά δυσκολευόμουν να τον αφήσω να έρθει πιο κοντά μου. Φοβόμουν να τον αφήσω να γίνει για εμένα ακόμη πιο απαραίτητος, διότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ανοιγόμουν αργά ή γρήγορα. Και αν γκρέμιζα τους τοίχους που είχα χτίσει γύρω από την καρδιά μου, θα πληγωνόμουν… Τι και αν έφευγε; Τι και αν δεν ήθελε να μείνει δίπλα μου;

«Συγγνώμη» είπα μόνο και μαλάκωσε ξανά. Το χέρι του άγγιξε το γόνατό μου και έβαλα και εγώ το δικό μου από πάνω. Όταν γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του, τα βλέμματά μας κλείδωσαν για ένα δευτερόλεπτο, πριν επικεντρωθεί ξανά στον δρόμο. Δεν είχαν ειπωθεί λέξεις, μα είχαμε επικοινωνήσει. Δεν ήμουν έτοιμη, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν τον νοιαζόμουν, ότι δεν ήταν σημαντικός για εμένα. Λίγη ακόμη υπομονή του ζητούσα μονάχα. Για πόσο ακόμη θα του το ζητάς αυτό; είπε η φωνούλα. Δεν είχα απάντηση.

«Είσαι σίγουρη ότι δεν θες να σε πάω μέχρι το σχολείο;» είπε την ώρα που πλησιάζαμε την πολυκατοικία μου.

«Θα πεταχτώ πρώτα επάνω να αφήσω τις τσάντες και θα πάω με τα πόδια. Σε ευχαριστώ για σήμερα. Πέρασα πολύ ωραία» του είπα και τον αγκάλιασα βιαστικά, πριν ανοίξω την πόρτα και βγω από το αυτοκίνητο.

«Πρέπει να κάνουμε και κάτι διαφορετικό πού και πού. Τα λέμε τη Δευτέρα» συμπλήρωσε και πάτησε μαλακά το γκάζι. Είχε σύντομα εξαφανιστεί από το οπτικό μου πεδίο.

«Κατερίνα!» άκουσα τότε. «Δεν ήξερα ότι μένουμε τόσο κοντά. Περνάω συνεχώς από εδώ, όταν πηγαίνω προς το σχολείο» άκουσα τη φωνή της Ασπασίας. Από όλες τις μαμάδες, αυτή βρήκα να συναντήσω; Τη χαιρέτησα βιαστικά και ετοιμάστηκα να μπω μέσα στην πολυκατοικία. «Δεν θα έρθεις στη συνέλευση;»

«Δεν θα την έχανα με τίποτα» τη διαβεβαίωσα. «Απλώς πρέπει να αφήσω κάτι πράγματα πρώτα».

«Είχες πάει κάπου;» Όχι, η ιδέα σου. Απλώς αποφάσισα να βγάλω τις τσάντες βόλτα, μιας και δεν έχω σκύλο!

«Για φαγητό με κάτι συναδέλφους».

«Συνάδελφος είναι και αυτός που σε έφερε;» Ο Χριστός! Αυτή η γυναίκα μπορεί να με εξοργίσει με μια της πρόταση.

«Ναι, συνάδελφος». Ο τόνος μου μαρτυρούσε πως δεν θα είχε συνέχεια αυτή η συζήτηση. Την αποχαιρέτησα, ελπίζοντας να μην καθίσει να με περιμένει και αναγκαστώ να την υποστώ μέχρι το σχολείο. Εξάλλου, αν γινόταν κάτι τέτοιο, υπήρχε ο κίνδυνος να αργήσει. Θεός φυλάξοι!

Έφτασα τελικά είκοσι λεπτά αργότερα. Μερικές μαμάδες, μαζί και η αγαπημένη Ασπασία, στέκονταν κοντά στην πόρτα. Τις πλησίασα και χαιρετηθήκαμε με φιλιά, αγκαλιές και περίσσιο ενθουσιασμό, κάπως προσποιητά για τα γούστα μου, αφού δεν ήμασταν τόσο κοντά, αλλά πάραυτα συνηθισμένα.

«Δεν ήρθαν όλοι όσοι περίμενα» είπε η Ασπασία, την ώρα που καθόμασταν, πρώτη σειρά παρακαλώ, στη μισογεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων. Είναι Σάββατο απόγευμα, κούκλα μου! Μου κάνει εντύπωση που γέμισαν και αυτές οι εκατό καρέκλες. Γενικότερα, είχα παρατηρήσει πως κυριαρχούσε η άποψη πως έπρεπε οι γονείς να εμπλέκονται ενεργά στα θέματα του σχολείου και να είναι παρόντες. Μόνο έτσι θα προόδευαν τα παιδιά μας. Η ματιά μου έπεσε στο κακόγουστο πανό που κοσμούσε το υπερυψωμένο κομμάτι της αίθουσας και στράβωσα το στόμα μου.

Συμμετέχω γιατί είμαι γονιός και νοιάζομαι…

«Είδατε το πανό;» μας ρώτησε η Ασπασία. «Το έφτιαξα με την Καίτη την προηγούμενη βδομάδα». Ένα συνονθύλευμα από κομπλιμέντα ακολούθησε. Εγώ επέλεξα να μείνω σιωπηλή και μονάχα να κουνήσω το κεφάλι και να χαμογελάσω. Έπρεπε να το περιμένω. Κοίταξα την Ντίνα, μια από τις λίγες ομοϊδεάτισσες μαμάδες. Ανταπέδωσε το βλέμμα και γούρλωσε τα μάτια όλο νόημα, παίρνοντας την έκφραση που πάλευα να κρύψω.

«Σας ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε στη δεύτερη συνέλευση γονέων και κηδεμόνων» ξεκίνησε η πρόεδρος του συλλόγου. Έτριψα τα μάτια με τις παλάμες μου και ετοιμάστηκα για τις επόμενες δύο ώρες πολυλογίας. Γιατί την είχαν ψηφίσει δεύτερη συνεχόμενη χρονιά; «Το πρώτο θέμα της ημέρας είναι τα γκράφιτι στους εξωτερικούς χώρους του σχολείου. Έχοντας ήδη πάρει την έγκριση της διεύθυνσης, ξεκινήσαμε τη διαδικασία με τον δήμο. Έχουμε μάλιστα ήδη βρει μια ομάδα καλλιτεχνών, οι οποίοι θα αναλάβουν το έργο. Υπολογίζουμε πως σε ένα μήνα θα είναι έτοιμα τα πρώτα σχέδια, καθώς και το κόστος. Τα έξοδα θα γίνει φυσικά προσπάθεια να καλυφθούν με χορηγίες. Επιπλέον, θα ήθελα να συζητήσουμε σήμερα την πιθανότητα δημιουργίας, από την ίδια ομάδα, τρισδιάστατων διαβάσεων, που θα συμβάλλουν στη μείωση της ταχύτητας των αυτοκινήτων που διασχίζουν την οδό».

Θεέ μου, είμαι τόσο κουρασμένη, σκέφτηκα έπειτα από λίγο. Είχα σταματήσει να την προσέχω, δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιο ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα ακούσει, μα η πρόεδρος είχε ήδη προχωρήσει στο επόμενο θέμα, τη διοργάνωση μιας περιβαλλοντικής εκδρομής. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάω, οπότε δεν ένιωθα καν τύψεις που την αγνοούσα. Σειρά είχε η επικείμενη ημερίδα με θέμα τις μαθησιακές δυσκολίες. Η πρόεδρος φρόντισε να διαβάσει ολόκληρο το πρόγραμμα, το οποίο, αντί να με πείσει να πάω, με απέτρεψε, παρόλο που μας αφορούσε όλους το συγκεκριμένο ζήτημα.

Τελείωνε, καλή μου, θέλω να πάω να πάρω το παιδάκι μου και να γυρίσω στο σπίτι μου, φώναξα αγανακτισμένη από μέσα μου. Πόσα είχαμε πια να λύσουμε; Έλεος!

«Θα ήθελα, τέλος, να στρέψω την προσοχή σας σε ένα ακόμη πολύ σοβαρό θέμα». Τέλος; Είπε τέλος; «Έχει παρατηρηθεί τον τελευταίο καιρό εισβολή εξωσχολικών ατόμων με παραβατικές συμπεριφορές στον χώρο του σχολείου μας τις ώρες που δεν λειτουργεί» άρχισε και άκουσα την Ασπασία να βγάζει έναν πνιχτό ήχο έκπληξης. Τι εξωσχολικοί και τι παραβατικές συμπεριφορές; Παιδιά ήταν από το γυμνάσιο, που δεν ήθελαν να κάθονται στην πλατεία. Έπαιζαν!

«Οι συγκεκριμένοι έφηβοι, όχι μόνο παραβιάζουν τον χώρο, αλλά καταστρέφουν κιόλας τα κοντέινερ που υπάρχουν στο προαύλιο. Η ασφάλεια του σχολείου και των παιδιών μας αποτελεί τη νούμερο ένα προτεραιότητά μας, και έτσι σας ανακοινώνω πως αποφασίσαμε να υποστηρίξουμε το αίτημα της διεύθυνσης προς τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου για ενίσχυση των κιγκλιδωμάτων της μάντρας» συνέχισε. Υπερβολές! Η συζήτηση συνεχίστηκε για ακόμη μισή ώρα, αφού κάποιοι γονείς είχαν τη φαεινή ιδέα να προτείνουν την τοποθέτηση κάμερας ασφαλείας στους χώρους. Θεέ μου, αφού είχε πει ότι τελειώναμε, γιατί έπρεπε να μιλήσουν; Μου θύμιζαν εκείνα τα παιδιά στο γυμνάσιο και στο λύκειο που υπενθύμιζαν στον καθηγητή για την εργασία που δεν μάζεψε…

Η συνέλευση διήρκησε εν τέλει τρεις ώρες. Όταν βγήκαμε έξω, είχε αρχίσει να νυχτώνει. Αν είναι δυνατόν…

«Τι θα κάνεις τώρα, Κατερίνα;» ρώτησε η Μαρία, μια ψηλή γυναίκα με μαύρα τραχιά μαλλιά, ζεστά καστανά μάτια και ευγενικό πρόσωπο, αρκετά χρόνια μεγαλύτερή μου, ίσως κοντά στα τριάντα πέντε.

«Θα πάω να πάρω τον Άγγελο, τον είχα αφήσει στη μαμά μου σήμερα» της απάντησα την ώρα που βγαίναμε από την κεντρική είσοδο.

«Έλεγα αν θέλατε να πηγαίναμε για ένα κρασί» πρότεινε και οι υπόλοιπες συμφώνησαν αμέσως. Τη συμπαθούσα, παρότι δεν τη γνώριζα αρκετά, ώστε να κάνω πραγματική παρέα μαζί της. Υπό άλλες περιπτώσεις, θα σκεφτόμουν να ακολουθήσω, χωρίς όμως τις άλλες μαμάδες της παρέας.

«Θα ήθελα πολύ, αλλά δεν έχω αυτοκίνητο σήμερα, οπότε πρέπει να πάω μέχρι το Μαρούσι με τα μέσα. Δεν νιώθω άνετα να κυκλοφορώ με το παιδί στον ηλεκτρικό αργά. Θα το κανονίσουμε άλλη φορά. Καλά να περάσετε» τις χαιρέτησα βιαστικά και τάχυνα το βήμα μου. Επίτηδες, έβγαλα το τηλέφωνο και πήρα τη μαμά. Ήθελα να αποφύγω άλλες κουβέντες.

«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί».

Επιτέλους… 

Έλενα Παπαδοπούλου