Σκιές του Παρελθόντος (Κεφάλαιο 3)

Πέμπτη

Ήθελα να φτάσω στο σπίτι του απεγνωσμένα, τόσο που η ανάγκη με έκανε να πονάω. Ούτε που ήξερα για ποιον λόγο έπρεπε να τον δω, ποτέ δεν ήξερα. Όμως, δεν μπορούσα να θυμηθώ τον δρόμο. Συνεχώς μπερδευόμουν και έφτανα σε γειτονιές που δεν αναγνώριζα. Κάθε νέα στροφή συνοδευόταν με νέο λάθος και περισσότερο άγχος. Η καρδιά μου έτρεχε αγώνα δρόμου και ιδρώτας μούσκευε το μπλουζάκι μου. Έπρεπε να φτάσω, αλλά γιατί; Τα πόδια μου πήραν τον έλεγχο και έστριψαν δεξιά σε έναν ακόμα απομακρυσμένο από την πολυσύχναστη πόλη δρόμο.

Ένιωσα τη μούχλα στα ρουθούνια μου και κατάλαβα πως πλησίαζα στην παλιά πολυκατοικία, πριν καν αντικρύσω την ταλαιπωρημένη πρόσοψή της. Όχι αυτή, όχι πάλι. Πόδια, σταματήστε να προχωράτε. Σας παρακαλώ, ας γυρίσουμε πίσω, κλαψούρισα χωρίς αποτέλεσμα. Ρίγη ανατριχίλας με διαπέρασαν. Τίποτα καλό δεν κρύβεται στο σκοτάδι. Το χέρι μου έσπρωξε τη σπασμένη πόρτα και μπήκα μέσα με ανάμεικτα συναισθήματα.

Απόλυτο σκοτάδι επικράτησε και τότε ένιωσα πίσω μου μια ανάσα. Κράτησα την αναπνοή μου και προχώρησα πιο βαθιά. Ένιωσα ένα χέρι να με γραπώνει και το αποτίναξα γρήγορα. Το μυαλό μου πάγωσε, αλλά το σώμα μου όχι.

Ξεκίνησα να τρέχω προς τα πάνω χωρίς προορισμό, σε μακρινούς διαδρόμους και μισοσπασμένες σκάλες, μέχρι που έφτασα στην ταράτσα. Δεν υπήρχε άλλη γη. Θα ερχόταν… Πάντα ερχόταν. Έπρεπε να πέσω, μόνο έτσι θα του ξέφευγα. Έκανα ένα διστακτικό βήμα. Ο αέρας μαστίγωσε το πρόσωπό μου και το κρύο με έκανε να αναριγήσω. Κοίταξα κάτω. Πέσε, Κατερίνα, πέσε, ανάθεμα! Είναι μόνο ένα βήμα και όλα θα τελειώσουν!

Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από το σώμα μου και με κόλλησε πάνω του κτητικά. Για ακόμη μια φορά δεν είχα τολμήσει…

«Είσαι δική μου, πάντα ήσουν» ψιθύρισε πάνω στον λαιμό μου και με φίλησε. Τα χέρια του με έσφιξαν και άλλο. Πόνος απλώθηκε. Τα γένια του τρίφτηκαν στους ώμους μου, γρατζούνισαν το απαλό δέρμα, άφησαν κόκκινα σημάδια και διέλυσαν τις άμυνές μου. Παρέλυσα.

Ο εφιάλτης ξεκινούσε ξανά!

«Πες ότι είσαι δική μου» με διέταξε και η φωνή του πολλαπλασιάστηκε. Την άκουγα παντού γύρω μου και άρχισα να πνίγομαι, σαν να μου τελείωσε το οξυγόνο. Σε παρακαλώ, άφησέ με ήσυχη. Σταμάτα να έρχεσαι, σταμάτα να με πονάς. Μη με αγγίζεις! «Πες το, Κατερίνα, παραδέξου το επιτέλους» είπε και τότε άκουσα έναν νέο θόρυβο και πετάχτηκα ιδρωμένη από τον ύπνο μου. Έκλεισα το ξυπνητήρι ευγνώμων που με είχε ξυπνήσει πριν δω τη συνέχεια˙ ήξερα πως δεν θα ήταν ευχάριστη. Μέτρησα αργά από το εξήντα μέχρι το μηδέν παίρνοντας βαθιές ανάσες. Η αναπνοή μου σταθεροποιήθηκε σταδιακά και οι χτύποι της καρδιάς μου κόπασαν. Ξάπλωσα και αγκάλιασα ταραγμένη το μαξιλάρι δίπλα μου. Όλα είναι καλά! Επανέλαβα ξανά και ξανά.

Προσπάθησα να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια μου, μα η κούραση μού έφερνε ζαλάδα. Ένιωθα σαν να μην είχα κοιμηθεί καθόλου.

«Πέντε λεπτά μόνο» μονολόγησα τελικά και αποκοιμήθηκα αμέσως. Τουλάχιστον ο ύπνος μου ήταν ήσυχος τα πρωινά.





«Μανούλα, ξύπνα» άκουσα αόριστα. Ο ήχος ήταν μακρινός, σαν να βρισκόμουν μέσα σε ένα τούνελ.

«Λίγο ακόμα, σε παρακαλώ» είπα, αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Ένιωσα μονάχα ένα σκούντημα στον ώμο. «Μόνο μερικά λεπτά» παρακάλεσα ξανά.

«Μαμά, σήκω» άκουσα τη φωνή πιο επιτακτική από πριν και άνοιξα το ένα μου μάτι, πιο πολύ για να ελέγξω αν ήταν καλά. «Ξέρεις τι ώρα είναι; Είναι δέκα και τέταρτο» άρχισε να μου λέει με επικριτικό τόνο. «Αργήσαμε!»

Ένα επιφώνημα μού ξέφυγε και προς στιγμή πανικοβλήθηκα. Τι θα γινόταν με τη δουλειά; Δεν είχα ενημερώσει πως θα αργούσα. Άραγε πόσες αναπάντητες είχα ήδη στο κινητό; Θα μου τα ψάλλουν; Και ο μικρός; Είχε χάσει μια μέρα σχολείου για το τίποτα…

Αναζήτησα μανιασμένα το κινητό μου και ξεκλείδωσα την οθόνη. Τέσσερεις κλήσεις από την κυρία Σοφία και τρία μηνύματα:

Πού είσαι; Έχεις αργήσει μισή ώρα.

Όλα καλά;

Πάρε με μόλις δεις το μήνυμα. Ανησυχώ.

«Δώσε μου ένα λεπτό, αγάπη μου, πρέπει να πάρω τηλέφωνο στη δουλειά» είπα και πάτησα το όνομα της κυρίας Σοφίας. Πριν χτυπήσει, η συσκευή είχε ήδη απενεργοποιηθεί. Γιατί δεν φορτίζω ποτέ το κινητό μου; Χτύπησα το κούτελό μου με την παλάμη μου και κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Τελικά, άρπαξα τη σταθερή συσκευή από το κομοδίνο μου -ευτυχώς δηλαδή που αυτή δεν ήταν ασύρματη, για να χρειάζεται φόρτιση-, και πληκτρολόγησα τον αριθμό του γραφείου, έναν από τους ελάχιστους που είχα μάθει απ’ έξω. «Πήγαινε να δεις λίγη τηλεόραση» ζήτησα από τον Άγγελο. Δεν ήθελα να με ακούσει να λέω ψέματα, έδινε λάθος παράδειγμα. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν κάπως αναγκαίο κακό.

Στο τρίτο χτύπημα άκουσα την τυπική, μα ζεστή, φωνή της κυρίας Σοφίας.

«Τουριστικό γραφείο Κυκλάδες, λέγετε, παρακαλώ».

«Κυρία Σοφία, καλημέρα. Η Κατερίνα είμαι. Χίλια συγγνώμη που δεν τηλεφώνησα νωρίτερα, αλλά είχα δύσκολο πρωινό. Ο Άγγελος είναι αδιάθετος» ξεφούρνισα και δάγκωσα τα χείλη, για να πνίξω ένα ένοχο χαμόγελο, παρόλο που δεν ήταν εκεί για να με δει. Μισούσα τα ψέματα. Στην πραγματικότητα, δεν ήμουν καθόλου καλή σε αυτά.

«Τι έχει το παιδί; Ίωση; Το στομαχάκι του; Μήπως να το πας στον παιδίατρο για καλό και για κακό;»

«Μην ανησυχείτε. Μάλλον κάτι έφαγε που τον πείραξε. Νιώθει κιόλας καλύτερα. Θα τον κρατήσω στο σπίτι σήμερα και λογικά αύριο θα τον πάω στο σχολείο. Απλώς δεν ήθελα να διακινδυνεύσω να κολλήσει τους γονείς μου».

«Καλά έκανες, γλυκιά μου. Πρέπει να τον προσέχεις τον μπαμπά σου μετά το χειρουργείο. Μην αγχώνεσαι για τη δουλειά, θα τα βρούμε οι υπόλοιποι, αν κάτι επείγει. Αλλιώς και αύριο μέρα είναι. Δεν θα τρελαθούμε κιόλας, η υγεία προέχει. Σε χαιρετώ τώρα. Τηλεφώνησέ μου αργότερα να μου πεις για το παιδί. Καλημέρα» είπε και λίγο αργότερα τερμάτισε την κλήση, αφού τη χαιρέτησα και εγώ. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. Ήταν ένας τόσος καλοσυνάτος και αληθινός άνθρωπος, χαιρόμουν, όχι μόνο που την είχα στη ζωή μου, αλλά και που δούλευα μαζί της.

Ξάπλωσα ξανά στο κρεβάτι και κάλυψα το πρόσωπό μου με το μαξιλάρι. Ήμουν τυχερή που η κυρία Σοφία με καταλάβαινε. Αν είχα άλλο αφεντικό…

Δεν πειράζει, ηρέμησε, με διαβεβαίωσα τελικά. Έχεις ακόμη τη δουλειά σου και μια απροσδόκητη μέρα ξεκούρασης.

Τεντώθηκα και τελικά σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το σαλόνι. Μόλις με είδε, ο Άγγελος έκλεισε την τηλεόραση, πετάχτηκε όρθιος και άρπαξε την τσάντα του.

«Άσε την τσάντα, πάει το μάθημα τώρα, αγόρι μου».

«Μα, μαμά, δεν γίνεται. Πρέπει να πάω, έλα, σε παρακαλώ» είπε και ένωσε τις παλάμες του μπροστά από το πρόσωπό του, όπως έκανε την ώρα της προσευχής. Με παρακαλούσε σοβαρά να τον πάω στο σχολείο, ενώ είχα ήδη προτείνει να καθίσει στο σπίτι; Η ιστορία έχει ζουμί. Κάθισα οκλαδόν στον καναπέ και τον τράβηξα στην αγκαλιά μου.

«Δεν έχει νόημα τώρα, δεν μπορούμε να διακόψουμε το μάθημα. Εξάλλου μετά έχεις εικαστικά, μουσική και ελεύθερη ζώνη, δεν θα χάσεις κάτι που δεν μπορούμε να αναπληρώσουμε στο σπίτι. Πήρα ήδη στη δουλειά και ενημέρωσα πως δεν θα πάω σήμερα, έτσι έχουμε όλη τη μέρα δική μας».

«Καλά» είπε μόνο και κατέβασε μούτρα για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, βέβαια, χαμογέλασε και με ρώτησε δήθεν αθώα: «Θα πάρουμε μετά τα μαθήματα, έτσι;»

«Εννοείται» του απάντησα και φάνηκε αρκετά ευχαριστημένος. Κοίτα αγωνία, σκέφτηκα.

«Από ποιον θα πάρεις τα μαθήματα, μαμάκα;»

«Θες από κάποιον συγκεκριμένο;» ρώτησα όλο νόημα και ύψωσα το φρύδι μου.

«Όχι» είπε και κοίταξε τα πόδια του, ξεκάθαρο σημάδι πως μου έλεγε ψέματα.

«Τι έχουμε πει για αυτό; Πες μου την αλήθεια» του είπα κρατώντας την έκφρασή μου σοβαρή, παρά το γεγονός πως ήθελα όσο τίποτε άλλο να βάλω τα γέλια.

«Ντρέπομαι» παραδέχτηκε τελικά και τα μάγουλά του κοκκίνισαν. Έπνιξα ένα γελάκι με βήχα και αποφάσισα να χρησιμοποιήσω αθέμιτα μέσα, για να τον πείσω να μιλήσει.

«Τη μανούλα σου ντρέπεσαι; Που σε αγαπάει τόσο πολύ; Εμείς οι δύο είμαστε μια ομάδα. Φροντίζουμε και εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλο για τα πάντα και αυτό μας κάνει ανίκητους. Έλα τώρα, πες μου». Τον είχα χτυπήσει στο φιλότιμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μου παραδεχτεί τα πάντα.

«Θέλω να τα πάρεις από την Αλεξάνδρα».

«Ποια από τις δύο;»

«Μα τη Αλεξάνδρα τη Μανωλά. Η άλλη Αλεξάνδρα δεν είναι καν όμορφη, άσε που την άλλαξαν τμήμα φέτος. Μα καλά, δεν θυμάσαι τίποτα πια;» Συγκεντρώθηκα στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι της απάντησής του.

«Ώστε σου αρέσει η Αλεξάνδρα η Μανωλά;» Ακουγόταν πιο αστείο όταν λέγαμε ολόκληρο το όνομά της.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Την αγαπάς;» αναδιατύπωσα. Δευτέρα δημοτικού, τι ξέρουν άραγε από αγάπη; Όχι ότι εσύ στα εικοσιπέντε σου ξέρεις περισσότερα ανταπάντησε εκείνη η φωνή μέσα μου, της οποίας μοναδικός σκοπός ήταν να με προσγειώνει -όσο πιο ανώμαλα γινόταν- στη σκληρή πραγματικότητα της ζωής μου.

«Ναι, την αγαπάω πάρα πολύ. Και όταν μεγαλώσω θα την παντρευτώ» είπε περήφανα. Έκανα πως σκεφτόμουν για λίγα δευτερόλεπτα και με κοιτούσε σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από την απάντησή μου.

«Άκου τι θα κάνουμε. Μετά το μεσημεριανό, θα τηλεφωνήσω στη μαμά της, αν μπορεί να πάμε από το σπίτι τους να πάρουμε τα μαθήματα. Θέλεις;»

«Σε ευχαριστώ» άρχισε να χοροπηδάει γεμάτος χαρά.

«Τι θέλει λοιπόν για πρωινό ο άντρας της ζωής μου;»

«Θέλω αυγά και λουκάνικο. Α, και μπέικον και χυμό» σχεδόν τσίριξε. Για αυγά και μπέικον είχε πολύ χώρο η κοιλίτσα, για φακές μόνο χόρταινε με τρεις κουταλιές. Σηκώθηκα από τον καναπέ και αιφνιδιαστικά τον έπιασα από την κοιλιά και τον έκανα σβούρες. Ήταν πιο βαρύς από όσο θυμόμουν, επτά χρονών πια, ολόκληρος άντρας. Εντάξει, όχι άντρας ακριβώς, αλλά τέλος πάντων. Του έδωσα ένα φιλάκι στο μάγουλο και τον άφησα κάτω πιάνοντας τη μέση μου που πόνεσε από το βάρος του μικρού. Το πρόσωπό του ευθύς σκοτείνιασε. Κατέβασε το κεφάλι του στο πάτωμα και βούρκωσε.

«Μην κλαις, αγάπη μου» του είπα με γλυκιά φωνή. Για ποιο λόγο στεναχωρήθηκε τόσο ξαφνικά; «Πες στη μανούλα γιατί κλαις» τον παρακίνησα.

«Μα-μαμά. Αν ήταν εδώ ο μπα-μπαμπάς, θα με σή-σήκωνε εκείνος. Και δεν-δεν θα πονούσε η-η μέση σου». Συνέχιζε να κλαίει με λυγμούς.

«Μη σε ξανακούσω να το λες αυτό. Δεν πόνεσα πολύ ούτως ή άλλως. Εξάλλου, μου φτάνει να είσαι χαρούμενος εσύ. Αυτό σβήνει κάθε πόνο. Και θα έκανα τα πάντα για να δω ένα χαμόγελο σε αυτά εδώ τα χειλάκια. Οπότε, μη στεναχωριέσαι».

«Θέλω να του στείλω ένα γράμμα. Σε παρακαλώ».

«Τι γράμμα, ψυχή μου;» ρώτησα ξαφνιασμένη. Κάπου είχα χαθεί…

«Στο σχολείο μάς έβαλαν εργασία να γράψουμε ένα γράμμα σε ένα πρόσωπο που είναι σημαντικό για εμάς. Στην αρχή, ήθελα να γράψω για εσένα, που σ’ αγαπάω τόσο πολύ, μα μετά σκέφτηκα και τον μπαμπά. Πώς θα το διαβάσει αφού δεν είναι εδώ; Θα με βοηθήσεις να του το στείλω;» ρώτησε και με κοίταξε ικετευτικά. Έμεινα σιωπηλή. Η προσμονή μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο.

«Μπορούμε να το συζητήσουμε το σαββατοκύριακο».

«Αυτό σημαίνει όχι» απάντησε νευριασμένα και έκανε να φύγει από κοντά μου. Τον κράτησα από το χέρι και τον ανάγκασα να με κοιτάξει.

«Δεν το είπα ποτέ αυτό. Πρότεινα μονάχα να το σκεφτούμε με ηρεμία. Δεν είναι τόσο απλό αυτό που μου ζητάς».

«Δεν θες να με βοηθήσεις» είπε πληγωμένα.

«Φυσικά και θέλω. Άκουσέ με, καρδιά μου, είναι γλυκό αυτό που θες να κάνεις. Απλώς ξέρεις πώς είναι οι μεγάλοι. Σκεφτόμαστε πολύ πριν πάρουμε αποφάσεις. Θα μου δώσεις λίγο χρόνο;»

«Εντάξει. Αλλά υποσχέσου μου ότι δεν θα το ξεχάσεις».

«Το υπόσχομαι» είπα και σχημάτισα έναν σταυρό με τους δείκτες μου. Έπειτα, έφερα τα δάχτυλά μου στα χείλη μου και τα φίλησα. Προφανώς αυτό έπρεπε να κάνω, για να αποδείξω την εγκυρότητα του λόγου μου, όπως με είχε πληροφορήσει ο Άγγελος στο παρελθόν.

Κάπως έτσι όσα σύννεφα υπήρχαν στη μέρα του χάθηκαν και ο ουρανός του ήταν πάλι καταγάλανος. Τα πουλιά τραγουδούσαν και ο ήλιος έριχνε απλόχερα τις ακτίνες του σε καταπράσινα λιβάδια και ολάνθιστα περιβόλια. Ο δικός μου ήταν μια τελείως διαφορετική ιστορία. Ήταν γκρίζος και μουντός, όλες οι ακτίνες είχαν εξαφανιστεί και δυνατός άνεμος φυσούσε.

Πλησίαζε μεγάλη καταιγίδα!

Έλενα Παπαδοπούλου