Φωτιές (Κεφάλαιο 1)

Ατσέλεγας[1] κι αητός


Καράνου Χανίων, άνοιξη 1841


Η νεαρή χήρα λεχώνα ψυχομαχούσε στο στρώμα της, παλεύοντας να βρει την αναπνιά της, μαύρα τα ρούχα της και μαύρα τα μαλλιά της, τρομακτικά αντιφέρνανε με τη χλομάδα του προσώπου της που το έλουζε ο ιδρώτας του πυρετού και της αγωνίας. Πλάι της, μια γυναίκα που μόλις διάβαινε τα γεροντάματα, μαυροφόρα κι αυτή απ’ την κορφή ως τα νύχια, τηνε θωρούσε περίλυπη στενάζοντας και κανάκιζε ανήμπορα τη δεξιά της χέρα, ξανοίγοντας με του νου τα μάτια πως της εσίμωνε ο Χάρος... 

«Μάνα… Κυρά Λενιά μου… Θέλω… να σου πω πράμα…» άρθρωσε με κόπο η άρρωστη.

«Ίντα ’ναι, Ανεζινιώ μου; Ίντα θες;» αποκρίθηκε η πεθερά της σιγαλά, δακρυσμένη.

«Το κοπέλι μου, μάνα… Τον υγιό μου… Όντε τονε φωτίσετε, να τονε πείτε Μάρκο, Μαρκουλιό, σαν τον κύρη του, τον αφέντη μου, του σκοτωμένου το όνομα να πάρει… Μνώξε μου[2]!»

Έκανε η ετοιμοθάνατη Ανεζίνα κι έσφιξε για μια στιγμή τα χέρια της κυρά – Λενιάς με τις δυο της χούφτες, γουρλώνοντας τα μάτια και ασθμαίνοντας, κι εκείνη της απάντησε ψιθυριστά:

«Μνώγω σου, κόρη μου… Του κοπελιού μου το όνομα θα πάρει το κοπέλι σου, κι εγώ θε να γενώ και λάλη[3] του και μάνα του ομάδι…»

Ίσα που πρόλαβε η κοπελιά να γροικήσει της πεθεράς της την υπόσχεση και να πλατύνει τ’ αχείλι της σ’ ένα χαμόγελο, κι έγειρε στο προσκέφαλο ξερή, αφήνοντας την ψυχή της. Πήγε ν’ αρχέψει θρήνο η κυρά Λενιά μετά το πρώτο μάργωμα, θωρώντας τη να μένει ασάλευτη με μάτια γυάλινα, μα σύγκαιρα το γοερό κλάμα του μωρού την έκοψε, σηκώθηκε και σέρνοντας τα βήματά της, σαν να ’χε άξαφνα γεράσει πόσους χρόνους, πλησίασε την κούνια που βρισκόταν στην άλλη άκρη της κάμαρης και πήρε στην αγκάλη της τον νεογέννητο εγγονό της, το πρώτο και στερνό κοπέλι του γιου της και της νύφης της, που έκλαιγε ο δόλιος γοερά, σάμπως να είχε αντιληφθεί το αιώνιο φευγιό της μανούλας του… 

«Σώπασε, γιε μου, μέρωσε, Μάρκο μου…» του ψιθύρισε, σφίγγοντάς τον πάνω στα στήθια της και καταφιλώντας τον τρυφερά και πονεμένα. «Σώπα, επά είμαι εγώ κι ο λάλος σου ο Σήφης, αντρί μου, εμείς θε να σ’ αναστήσουμε… Ώφου, αγγόνι μου βαριόμοιρο, κοιλάρφανο γεννήθηκες, μα εδά μπλιο[4] θε να ’σαι και πεντάρφανο, κύρης σου δε θε να σε καμαρώσει, μουδέ η μάνα σου να σε βυζάξει και να σε ναναρίσει…»


Ο πατέρας του Μάρκου, ο Μάρκος ο Μουσούρος, μικρογιός του γέρο – Σήφη και της κερά – Λενιάς, είχε σκοτωθεί λίγο πρωτύτερα στην επανάσταση των Χαιρέτηδων και του Βασιλογεώργη, που πνίγηκε στο αίμα και ξόρισε πολλά γυναικόπαιδα και πολεμιστές από τα πατρογονικά τους χώματα πρόσφυγες κατατρεγμένους προς το βασίλειο της Ελλάδας και του Όθωνα, ο οποίος ήταν εξαρχής ενάντια στον ξεσηκωμό των Κρητικών όπως κι όλο του το επιτελείο, μόνο ο νεαρός τότε Κουμουνδούρος, ο Μανιάτης, τόλμησε να αναμιχτεί και να κατέβει μάλιστα στη Μεγαλόνησο για να συνδράμει τον αγώνα που τελικά απέτυχε… Κι αφού ηρέμησαν βίαια τούτα τα αναλλώματα[5], όσοι σύντεκνοι του σκοτωμένου Μάρκου απέμειναν ζωντανοί στον τόπο τους συνάχτηκαν και βάφτισαν το κοπέλι του, σάντολος[6] εγίνηκε ο θείος του ο Μουσουρογιώργης, ο κανακάρης των παππούδων του και τον παρέδωσε μετά το φώτισμα στους γονέους του με μάτια νοτισμένα, ίσα που αντιστέκονταν αντρίκεια τα δάκρυα πάνω τους να μην κυλήσουν στη γενειάδα του, που την είχε αφήσει να θεριέψει για το πένθος του μικραδελφού του.

«Να μασε ζήσει ο φιλιότσος[7], κύρη μου και μάνα μου, ο Μαρκουλιός μας» είπε θωρώντας τους. «Να τρανέψει και να μοιάσει του κυρού του, γερό κοπέλι να γενεί και αντρειωμένος…»

Μεγάλωνε αγάλι αγάλι ο μικιός ο Μάρκος το λοιπόν, παιδί κι εγγόνι μαζί για τον λάλο του και τη λαλά του, και σαν τον εσακάσανε[8] απ’ τη ρώγα της μωρομάνας συγχωριανής που ανέλαβε χρέη βυζάστρας για τ’ αρφανό κι εντάκαρε[9] να πίνει γάλα απ’ τις αίγες του κουραδιού[10] του λάλου του, άρχισε κι η λάλη να του μιλεί για τον αφεντάκη του και τη μανούλα του ανάμεσα απ’ τα ταχταρίσματα  και τα νανουρίσματα που του ’λεγε ως τότε. «Σαν αετός», του διηγιότανε, «ήταν ο γονιός σου ο Μάρκος, Μαρκουλιό μου, ντελικανής σαραντάπηχος[11], διωματάρης και ασής[12], εγροίκαε Τούρκος και του άναβαν τα γαίματα, ετσά να γενείς κι εσύ παρακαλώ την Παναγιά… Κι η μάνα σου η Ανεζινιώ, ώφου τη! Μια κοπελιά λεβεντονιά κι από καλή γενιά, ανεράιδα, σαν εμπήκε στο σπιτικό μας νύφη έλαμψε ο τόπος, τέθοια βιόλα[13] να βρεις κι εσύ να βλοηθείς[14] σαν έρθει η γι-ώρα σου, αντρί μου», κι όσο αναστορούταν τρέχανε ρουνιά τα μάτια της[15]… Και μόλις στάθηκε καλά στα πόδια του ο εγγονός του και μπορούσε πια να μιλεί, τον πήρε πια και ο γέρο – Σήφης στο μητάτο[16] του, να θωρεί και να μαθαίνει την τέχνη του βοσκού.

«Έλα, Μαρκουλιό μου, έλα, να ιδείς πώς αρμέγουμε τσ’ αίγες… Έλα, κοπελάκι μου» τον παρακινούσε γλυκά γλυκά και τονε σήκωνε στις χέρες του περιλαμπαστό[17] τα πρώτα, κι ύστερα, μόλις σιγούρεψε τα ζάλα[18] του και τα ποδαράκια του πατούσανε στέρεα τη γης, έκλεινε το χεράκι του στη φούχτα του τη ροζιασμένη και κινούσαν ομάδι για το μητάτο, και, σαν έφταναν, τον εκάθιζε χάμαι, κι ο Μάρκος τον εθωρούσε με τα αστραποβόλα του ματάκια πρώτα πώς σιργούλευε[19] την αίγα την έγγαλη[20] να σταθεί και πώς τρυγούσε τα μαστάρια της για να πάρει το γάλα, πιπιλώντας το δαχτυλάκι του. Διάβαιναν οι χρόνοι, τα ζάλα του λάλου όλο και πιο κουρασμένα γίνονταν, κι ήταν ο Μάρκος τώρα που κοπελάκι γερό και ζωηρό εγλάκουνε[21] ομπρός, πηδώντας πρίνους και χαράκια[22], και φώναζε του γέροντα να του κλουθά και τον επείραζε.

«Μρε πατασμέ[23], πώς να σου κλουθήσω ετσά που γλακάς σαν το ρίφι; Θωρείς με εδά απού γερνώ κι εβάρυναν οι πόδες μου» τον μάλωνε τάχα μου εκείνος, μα γέλαγαν και τα πλατιά μουστάκια του φραμένα κι η πρικαμένη του καρδιά απ’ τον χαμό του γιου του έπαιρνε αγέρα, που έβλεπε το παιδόγγονό του να αξαίνει και να προκόβει ἡλικίᾳ καὶ χάριτι, βοσκαρουδάκι σωστό πια στο πλάι του, να βόσκει το κουράδι σαν ήταν άνοιξη καιρού και θέρο πάνω στις Μαδάρες – του είχε σάξει[24] και μια κατσούνα[25] ολόδικιά του να κρατεί κι ένα θιαμπόλι[26] και τονε μάθαινε να παίζει -, ν’ αρμέγει, να τυροκομάει, να κουρεύει, να ξεγεννά τις αίγες που ’χανε ζευγαρώσει με τα τραγιά σαν έρχονταν στην ώρα τους και, όσες ξεγεννούσε, τα ριφάκια τους δικά του τα νόμιζε, τα νομάτιζε και τα αγαπούσε σαν αδέρφια του, μιας και αδέλφια ανθρωπινά δεν του ’δωσε ο Θεός… Μα πιο πολύ του άρεσε του Μάρκου να παρατηρεί τα περήφανα πουλιά, τους αετούς που ζυγιάζονταν πάνω απ’ τις κορφές των Λευκών Ορέων, συντρόφοι τους στη βοσκή, και καθισμένος ο γέρο – Σήφης στα χαράκια κουβέδιαζε του έγγονά του και τον ορμήνευε:

«Γιάε, Μαρκουλιό… Θωρείς τσ’ αετούς ίντα αψηλά πετούνε; Στον Θεό ξαμώνουνε[27], μα κατένε πως δε τσι βολεί [28] να του σιμώσουν πράμα, και στέκονται ομπρός του σαν ατσέλεγες, γιάντα ’ναι πιο πάνω από δαύτους, παντοτινός και παντοδύναμος… Ετσά κι εσύ, κοπέλι μου, μες στσ’ ανθρώπους να ’σαι αητός σταυραετός και να ’χεις ψηλά την κεφαλή, και μόνο στον Θεό μπροστά να τη σκύφτεις και να ταπεινώνεσαι σαν ατσέλεγας…»


Διαβαίνανε τα χρόνια κι οι καιροί αλλάζανε, χιονίζοντας τις κεφαλές του λάλου και της λάλας, κι ο Μάρκος εγίνηκε τζαναβάρι [29], πέταξε ψήλος τόσο που δεν πρόφταινε η κυρά Λενιά να του μακραίνει τσι βράκες του, κανούπα[30] φύτρωσαν τα γένια στα μαγούλια του και το πανωχείλι του το στόλισε ψιλό κοντυλογραμμένο μουστακάκι, που ολοένα πύκνωνε και μαύριζε η κοντυλιά του, το στέρνο του κι οι πλάτες του φάρδυναν και ημπορούσε πια ολάκερο τραγί να κουβανήσει.  Όταν πήγαινε στην εκκλησιά κι όταν περπάταγε μες στο Καράνου, οι κορασιές οι άπλερες κι αμάλαγες τον εγλυκοθωρούσανε, ροζονάρανε [31] ψιθυριστά η μια την άλλη και κοκκίνιζαν από ντροπή και φούντωση, κι η λάλη του τα ’βλεπε αυτά και κουρφοκαμάρωνε.

«Χαρώ το γω το ντελικανιδάκι μου, ίντα έμορφα που αναλικώνεται[32]!» τον παίνευε συχνά – πυκνά. «Άντες, να γουρμάσεις ταχιά, Μαρκουλιό μου, να προκάμουμε να σε παντρέψομενε με μια καλή κοπελιά πριχού να κλείσουμε τα μάθια μας, κι ανέ δώσει ο Θεός, να δούμε και κιανά δισέγγονο…»

«Μικιός είναι ακόμης ο άγγονάς μας, κερά, άφεις τον… Μα σαν το θελήσει κι απατός του και βρει την που του πρέπει, ευλογία θε να ’ναι να τονε καμαρώσουμε γαμπρό» τσιμογελούσε[33] ο λάλος ο Σήφης και παπάριζε τον Μάρκο στοργικά στο σβέρκο. 

«Όι, δε θέλω γω παντρειά, λάλο μου, μουδέ κοπέλια! Επαέ θέλω να μείνω, απάντρευτος, να σου βουθώ με το κουράδι και να βόσκω τα ρίφια στσι Μαδάρες» αντιδρούσε αυθόρμητα εκείνος, κι η γριά κουνούσε την κεφαλή της όλο νόημα.

«Άχι, Μαρκουλιό μου… Εδά τα λες αυτά, απού ’σαι άγουρος ακόμη, μα να θυμίσεις[34] θέλει κι εσύ κάποτε, σάμπως θυμίζει το τραγί και ξετρέχει[35] την αίγα, και τότες, ανέ σ’ ανάψει και τον σεβντά κιαμιά λουλούδα[36], θα παρακαλάς να παντρευτείς, κάτεχέ το…»


Κανείς δεν είχε πειράξει ποτέ το κουράδι του λάλου του Μουσουροσήφη, ούτε χριστιανός ούτε μεμέτης, οι χριστιανοί βοσκοί μάλιστα τον σέβονταν και τον υπολόγιζαν∙ ποτέ, ως εκείνη τη νύχτα... Έθεταν[37] ο γέροντας με τον εγγονό του στο μητάτο, Μάης ή Θεριστής, ο τι είχε πατήσει ο Μάρκος τα δεκαεννιά του, όταν άξαφνα γροικήσανε τα τσοπανόσκυλά τους ν’ αλυχτούνε άγρια, σαν πράμα να τα ’ χε αγκανάρει[38], και τα ρίφια να τα σεκοντάρουν βελάζοντας σπαρακτικά. Τινάχτηκαν απάνω, άρπαξε ο Μάρκος το σιδερικό απ’ το καρφί του πέτρινου ντουβαριού και ο γέρο – Σήφης την παλιοκατσούνα του και πετάχτηκαν όξω, διακαμό[39] ανθρώπινο δεν ξάνοιξαν μες στη νύχτα, μα σαν ζύγωσε ο ντελικανής και μέρωσε τα ωζά και τα μέτρησε, συνοφρυώθηκε.

«Λείπουνε δυο, λάλο μου… Εκλέψανέ μας!» 

«Ανάθεμά ντο!» μούγκρισε ο γέροντας, μπήγοντας στο χώμα την κατσούνα. «Ποιος, μωρέ; Ποιος μπήκε στο μητάτο μας; Άθρωπος για αγρίμι;»

«Εν κατέω… Μα δε θε να τον αφήσουμε ετσά!» είπε αποφασιστικά ο Μάρκος. «Ανέ γιαγείρει ξανά[40] άλλη βολά, θα τονε καρτερέσομε…»

Ο κλέφτης ξαναγύρισε λίγες νύχτες αργότερα, Τούρκος ήτανε, τον εγνώρισε ο λάλος ο Σήφης και πρώτος πετάχτηκε από την κρυψώνα του. «Διάλε τσ’ απολυμάρους σου[41]! Εσύ μωρέ μου διαγουμίζεις[42] τα ρίφια, παλιομεμέτη;» φώναξε, κι ο ζωοκλέφτης κοντοστάθηκε μια στιγμή αιφνιδιασμένος, γρήγορα όμως ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του.

«Τα ρίφια σου είναι καλά, γεροκιαφίρη[43], νόστιμα! Αρέσουνε πολύ του εφέντη μου» χασκογέλασε ειρωνικά, μοχθηρά, αγνοώντας το τσοπανόσκυλο που γρύλιζε κι έδειχνε τα δόντια του. «Σκάσε κι εσύ, σεϊτάν κιοπέκ!» είπε κατόπιν, έσυρε το κουμπούρι του από το ζωνάρι και έπαιξε μια του ζωντανού[44], που έβγαλε ένα κλαψιάρικο ουρλιαχτό και σωριάστηκε στο χώμα… 

«Εχάλασές μου το σκυλί, παλιοζαγάρι! Θ’ αποθάνεις!» μούγκρισε ο λάλος κι έκανε να χυθεί απάνω του, μα ο μεμέτης δεν πτοήθηκε, ξάμωσε πάλι με το κουμπούρι του και του ’παιξε κι εκείνου… 

«Λάλο μου!» έσκουξε ο Μάρκος, θωρώντας τον να λυγά στα γόνατα και να πέφτει μπρούμυτα καταγής, το γαίμα κουτσουνάριζε[45] απ’ το στόμα του, έτρεξε σιμά του και του ’πιασε την κεφαλή απελπισμένος, μα του κάκου, ροχάλισε μονάχα μια βολά του εβδομηντάρη γέροντα το λαρύγγι και παρέδωσε μέσα στις χέρες του παιδόγγονού του, ενώ τα ρίφια του κινούσαν μπεμπέρισμα κλαυτερό σαν μοιρολόι και ο φονιάς του, απτόητος, ξάμωνε τώρα το παλικάρι με μάτια που άστραφταν, να τον ξεκάνει κι αυτόν, κι ο Μάρκος αναντρανίζοντάς[46] τον για μια στιγμή φοβήθηκε, μια στιγμή όμως μονάχα, γιατί την επόμενη τον κέντησε[47] η μάνητα, γιαγκίνι[48] άναψε μέσα του μεμιάς ο θυμός και σαν αγρίμι εμούνταρε του ντουσουμάνη του[49], τον έριξε στο χώμα και τον αφόπλισε, και βαστώντας πια αυτός το κουμπούρι που πήρε τη ζωή του λάλου του τον σκότωσε, παίζοντάς του ντρέτα[50] στην καρδιά, κι ύστερα έβγαλε το πουνιάλι[51] του και άρχισε να το καρφώνει μανιασμένος στο κουφάρι του, να τον λιανίσει, να μην απομείνει τίποτα… Κι αφού ξέσπασε, χλομός και ξέπνοος, το κλότσησε να τσουρήσει[52] στον πιο κοντινό τον δέτη[53], ζαλώθηκε έπειτα του λάλου του το σώμα στην κατίνα[54] του και χαμήλωσε για το χωριό, ανεστουλουχώντας[55] σιωπηλά και τρεκλίζοντας, και σαν τον είδε η λάλη του να στέκει στην εξώθυρα ετσά λοής, κοπήκανε οι πόδες της, κι ίσα που πρόφτασε να ακουμπήσει το διπλέρι[56] παράμερα που τραμπαλίστηκε στη χέρα της, ενώ ο εγγονός της απίθωνε στο χώμα τον νεκρό…

«Κύρη μου! Σηφαλιό μου!» ούρλιαξε, πετώντας πέρα το μαντίλι της, και βάλθηκε να ξεριζώνει τα λευκά μαλλιά και να χτυπά τα στήθια της, κι ο Μάρκος την περιλαμπάστηκε και σύσμιξαν τα δάκρυα τους…  Μα σαν τον έκλαψαν και τον εθάψανε τον πατέρα του πατέρα του, ζώστηκε το τουφέκι που βαστούσαν στο μητάτο και είπε της κυρά – Λενιάς κοιτώντας τη στα μάτια:

«Λάλη μου, γω θε να πορίσω[57]. Δε μου βολεί να σταθώ μπλιό επά, απόεις εσκότωσα Τούρκο…»

«Να πορίσεις;» απόρησε η γερόντισσα και ένα φίδι δάγκωσε το στήθος της. «Πού θε να πας, Μαρκουλιό μου; Και γιάντα επήρες το τουφέκι;»

«Να βγω στσι Μαδάρες θέλει, λάλη μου, και να γενώ χαΐνης[58]» ομολόγησε ο Μάρκος, μετά από μια στιγμή σιωπής. «Εκειά δε θα με βρούνε ποθές[59]…»

Πήγε να λιγωμαριαστεί[60] η κερά – Λενιά, γροικώντας την αθιβολή του, και εκείνος ίσα που πρόφτασε να την αναβαστάξει μες στα μπράτσα του. «Χαΐνης; Ίντα λες, κοπέλι μου, αγρίμι θε να γίνεις; Κι εμένα επαέ ποιος θα με νοιαστεί, ανέ πάθω πράμα;» ψέλλισε, κι ο Μάρκος τη φίλησε στο μέτωπο, προσπαθώντας να πνίξει τον κόμπο στον λαιμό του.

«Έεις τον θείο Γιώργη, την εδικολογιά μας[61]… Μα γω, κατές το, ανέ με πιάσουνε, θα με δικάσουνε και θα με ρίξουνε στα σίδερα, βολεί και να με σκοτώσουνε… Κάμε καερέτι[62], λάλη μου, κάμε κουράγιο…»

Δε μίλησε άλλο η κυρά – Λενιά, μόνο κανάκεψε τα μάγουλα του παιδόγγονού της βουρκωμένη, που είχανε πια γένια αντρίκεια πάνω τους, ύστερα βγήκε απ’ την αγκάλη του, πλησίασε το σεντούκι που φύλαγαν τα ρούχα τους, το άνοιξε κι αφού χαρχάλεψε[63] μέσα του, γύρισε στο πλάι του Μάρκου βαστώντας ένα μαχαίρι.

«Τ’ αργυρομπουνιαλάκι[64]τση μάνας σου, υγιέ μου… Παρ’ το, να το βαστάς να σε φυλάγει» του είπε και του το ’βαλε στις χούφτες του, κι ο ντελικανής έσκυψε να φιλήσει τσι χέρες της με σέβας…. 


… Αποδιαφώτιστα, πριχού να δώσει ο ήλιος[65], ξεγλίστρησε ο Μάρκος από το σπίτι το πατρογονικό του, οι σκορδαλοί[66] τιτίβιζαν γλυκά στα κλωναράκια τω δεντρώ. Έσφιξε στη χέρα του το τουφέκι, εκοίταξε τον ουρανό και μίλησε του Πλάστη του:

«Κι εγώ αητός μπλιό, Θεγέ μου… Κι εγώ αητός στα όρη, ομπρός σου μόνο ατσέλεγας, πώς μου ’λεγε κι ο λάλος μου, απού να τον έχεις στα δεξιά σου… Δωσ’ μου δύναμη» σταυροκοπήθηκε, ασπάστηκε τον σταυρό του τον βαφτιστικό που κρεμότανε στον μπέτη[67] του και, ρίχνοντας μια στερνή ματιά στο σπιτικό του, χάθηκε… 

 

[1] ατσέλεγας = σπουργίτι

[2] μνώγω = γενική = ορκίζομαι

[3] λάλος και λάλη ή λάλα – λαλά = παππούς και γιαγιά

[4] εδά = τώρα, μπλιο = πια

[5] αναλλώματα = εξεγέρσεις, ταραχές

[6] σάντολος (και σάντολη) = νονός, νονά

[7] φιλιότσος, φιλιότσα = το βαφτιστήρι

[8] σακάζω = (εδώ) σταματω τον θηλασμό, αποκόβω

[9]ντακάρω = αρχίζω

[10] κουράδι = κοπάδι

[11] ντελικανής = παλικάρι, σαραντάπηχος = πολύ ψηλός 

[12] διωματάρης = όμορφος, ασής = αψύς, θερμόαιμος

[13] βιόλα = κυριολεκτικά το λουλούδι, μεταφορικά η ωραία γυναίκα

[14] βλογούμαι = παντρεύομαι (βλογητός, βλογητή = σύζυγος)

[15] αναστορούμαι = θυμάμαι, τρέχω ρουνιά = τρέχω σαν βρύση

[16] μητάτο = το θερινό μαντρί – κατοικία του Κρητικού βοσκού 

[17] περιλαμπάνω = αγκαλιάζω

[18] ζάλο = βήμα

[19] σιργουλεύω = καλοπιάνω

[20] έγγαλη αίγα = η κατσίκα που έχει γάλα

[21] γλακώ = τρέχω

[22] πρίνος = πουρνάρι, χαράκι = μεγάλη σταθερή πέτρα 

[23] πατασμός = πειρασμός, διάβολος

[24] σάζω = φτιάχνω

[25] κατσούνα = η κρητική γκλίτσα

[26] θιαμπόλι = κρητική ποιμενική φλογέρα

[27] ξαμώνω = στοχεύω

[28] βολεί = μπορεί, είναι δυνατόν (μου βολεί/βολεί μου = μπορώ, κτλ) 

[29] τζαναβάρι = έφηβος

[30] κανούπα = το πρώτο φτέρωμα των μικρών πουλιών και μεταφορικά το πρώτο γένι του εφήβου

[31] ροζονάρω = κουβεντιάζω

[32] αναλικώνομαι = μεγαλώνω, ενηλικιώνομαι

[33] τσιμογελώ = μειδιώ

[34] θυμίζω = έχω ερωτικό οίστρο

[35] ξετρέχω = κυνηγάω, αναζητώ

[36] λουλούδα = κόρη, κοπέλα

[37] θέτω = κοιμάμαι

[38] αγκανάρω = ερεθίζω

[39] διακαμός = σιλουέτα, ίσκιος

[40] γιαγέρνω = γυρίζω

[41] διάλε τσ’ απολυμάρους σου (ή απολυμάρες σου) = βαριά κρητική βρισιά: να πάρει ο διάολος τους πεθαμένους σου

[42] διαγουμίζω = μαγαρίζω, χαλάω

[43] κιαφίρης = άπιστος (δλδ χριστιανός)

[44] παίζω = χτυπάω ή πυροβολώ 

[45] κουτσουναρίζω = αναβρύζω σαν από κουτσουνάρι δλδ πηγή

[46] αναντρανίζω = ατενίζω

[47] κεντώ = πυρώνω, φλογίζω

[48] γιαγκίνι = φωτιά

[49] μουντάρω = επιτίθεμαι, ντουσουμάνης = εχθρός

[50] ντρέτα = ίσια

[51] πουνιάλι = μαχαίρι

[52] τσουρώ = κυλώ (τσουλώ)

[53] δέτης = γκρεμός

[54] κατίνα = πλάτη

[55] ανεστουλουχώ = κλαίω με αναφιλητά

[56] διπλέρι = λυχνάρι 

[57] πορίζω = φεύγω

[58] χαΐνης = αντάρτης, φυγόδικος, ο Κρητικός Κλέφτης 

[59] ποθές = πουθενά

[60] λιγωμαριάζομαι = λιποθυμώ

[61] εδικολογιά = σόι, συγγενείς

[62] καερέτι = υπομονή - κουράγιο

[63] χαρχαλεύω = ψαχουλεύω

[64] αργυρομπουνιαλάκι = το ασημένιο μαχαίρι που κρατούσε στο ζωνάρι της κάθε αρραβωνιασμένη και παντρεμένη Κρητικιά του παρελθόντος, δώρο του μέλλοντα συζύγου στον αρραβώνα

[65] αποδιαφώτιστα (τα αποδιαφωτίσματα) = αχάραγα,  δίνει ο ήλιος = ανατέλλει

[66] σκορδαλός = ο κορυδαλλός 

[67] μπέτης = στήθος (ανδρικό και γυναικείο)


Μαρία Παπαθεοδώρου