Φωτιές (Κεφάλαιο 2)

Μια βρύση δροσοστάλαχτη

Καράνου, Απρίλης 1848

Ο ψηλός και γεροδεμένος Κρητικός πηγαινοερχόταν στην αυλή του σπιτιού του, κοντεύοντας να λιώσει τα στιβάνια του, το μέτωπό του σμυριδωμένο από ιδρώτα κι ας μην είχε ζέστη. Μέσα, η γυναίκα του κοιλοπονούσε τέταρτη φορά, τα βογκητά της φτάνανε στα αυτιά του και τον έσφαζαν ίδια με κοφτερά πουνιάλια, η γέννα μετρούσε ήδη πολλές ώρες. «Παναγιά μου και κερά, προσκυνώ τση Χάρης σου… Κάμε να βγει γερό μπάρε μου[1] το κοπέλι, να ζήσει και να μεγαλώσει, σερνικό για θηλυκό» ψιθύρισε, μιλώντας στη μεγάλη μάνα, και ξάνοιξε το πρωτότοκο παιδί του, ένα οκτάχρονο αγόρι, που καθόταν ορθό, σοβαρό κι αμίλητο πιο πέρα, δυο αδέλφια είχε δει κι αυτό το δόλιο να χάνονται, μωρά αβάφτιστα, και παρά τα μικρά του χρόνια μοιραζότανε με τον τρόπο του την αγωνία του κυρού του…

«Να σου ζήσει η θυγατέρα, Λεβεντοδημητρό» έκοψε την περισυλλογή του πατέρα η φωνή της μαμής, μαγκωμένη, υγιό ντουχιούντιζε σάικα[2] πως ήθελε εκειοσάς και πως με την κορασιά που πρόβαλε απ’ την κοιλιά της βλογητής του θα αλλαξομουτσούνιαζε[3]… Μα ο νέος άντρας, με το που αγροίκησε το μαντάτο, το πρόσωπό του το λεβέντικο, όνομα και πράγμα, έλαμψε αντίθετα με ένα πλατύ χαμόγελο:

«Ίντα ’παθες, μρε κερά; Γέννα ήρθες να μου μαντατέψεις, όι θάνατο!» την πείραξε. «Στελιανέ, πάμε, μωρέ κοπελάκι μου, να ιδούμε την αμπλά σου[4]!» προέτρεψε τον γιο του, πιάνοντάς τον γερά από τους λιανούς του ώμους με τις χέρες του τις δυνατές, και με δυο πατουχιές[5] μεγάλες, σαν να δρασκέλιζε ο Διγενής ο ίδιος από τον Ψηλορείτη στον Πενταδάκτυλο, πέρασε το κατώφλι του σπιτιού και βρέθηκε σιμά στην κυρά του, η θωριά της χλομή από την ταλαιπώρια του τοκετού, μα όμορφη, που βάσταγε στην αγκάλη της τη νεογέννητη κορασιά τους, ίδια με την Παναγιά που γιόρταζε σήμερα τού φάνηκε για μια στιγμή του Δημητρού…

«Γιάε, κύρη μου! Δες τηνα» μίλησε πρώτη εκείνη. «Ίντα θαρρείς κι εσύ; Θε να ζήσει ατζέμπις[6], να τηνε καμαρώσουμε νυφούλα στην εκκλησιά;.. Φοβούμαι, Δημητρό μου…»

«Κερά μου, μη φοβάσαι… Μη σκιάζεσαι, Αρετούσα μου» την προσφώνησε τρυφερά, κλείνοντας στις χούφτες του το πρόσωπό της και κοιτώντας τη στα μάτια που στάζανε αγωνία. «Να ζήσει θέλει η κοπελιά μας και να τη στεφανώσουμε, τουτηνά δε θε να τηνε χάσουμε σαν τα άλλα τ’ αδέρφια τζη! Ίδια εδά[7] τάζω τη στην Παναγιά, να τη φυλάξει!»

Είπε, και έβγαλε ένα αργυρό μετζίτι[8] από το κεμέρι[9] του. «Κορώνα το Ζωή, γράμματα το Πηγή» εξήγησε λιανά - λιανά στη γυναίκα και τον κανακάρη του που ξάνοιγαν απορημένοι, το στροβίλισε στον αέρα και το άφησε να πέσει στην ανοιχτή απαλάμη του, κι εκείνο έφερε γράμματα…


… Η βάφτιση είχε ξετελέψει, και εδά ραβαΐσι[10] είχε στηθεί κάτω απ’ τη μηλιά της αυλής του σπιτιού των Λεβεντάκηδων, μέρα του Θεριστή. Ο Δημητρός επέμενε, «εφώτισα τη θυγατέρα μου και θε να χαρούμε, να γλεντήσουμε και να λησμονήσουμε τον φόβο τση Τουρκιάς», είχε πει στους χωριανούς του μετά το μυστήριο, κι έτσι έγινε. Ευώδιαζε το οφτό τ’ αρνί που του πέψανε στη σούβλα[11], κένωνε[12] το κρασί εκείνος χαρωπός σε συγγενείς και φίλους κι η τσίκνα και το οινόπνευμα διώχνανε απ’ τις θωριές της συντυχιάς[13] την έγνοια την καθημερνή, πλαταίναν μια ολιά[14] τα πρικαμένα χείλια και τα μάτια που μοιάζανε όλον τον άλλο καιρό με μουτζαλιές[15] στη μέση του προσώπου, άλλο δεν είχανε δει στη ζήση τους παρά σκλαβιά και ναφιλέ[16] αναλλώματα, κι ας είχε κάνει μια πρώτη απόπειρα ο κοπελιάρης[17] ο πατισάχ Αβδούλ Μετζίτ να βελτιώσει τη θέση των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας του με το που κάθισε στον θρόνο…

«Να μας ζήσει το Πηγιώ! Κι απού ’βανε το λάδι, να τση βάνει και το κλήμα*!» ευχήθηκε τώρα ο Λεβεντοδημητρός, σηκώνοντας την κούπα του, και ξάνοιξε με λατρεία και σπλάχνος την κορούλα του, που μια την ταχτάριζε η Αρετή στην αγκάλη της και μια την έδινε στον Στελιανό, κι εκείνος τη βάσταγε με θάμαξη πολλή και καρδιοχτύπι στα κοπελίστικα χεράκια του, σαν να ’ταν γυαλικό η αδελφούλα του…

«Εβίβα, σύντεκνε! Να μας ζήσει η φιλιότσα κι άμποτες να ’ναι σαφί[18] γερή και καλορίζικη!» αντευχήθηκε ο σάντολος της κορασιάς και τσούγκρισαν όλοι τα ποτήρια τους.

«Παίξε, μωρέ Αλεξαντρή Παπαδάκη, έναν σκοπό για τη θυγατέρα μου!» γύρεψε ύστερα ξανά ο πατέρας της νεοφώτιστης από τον λυράρη, ασημώνοντάς τον, και εκείνος έστριψε το μουστάκι του, τόνισε τη λύρα του έτσι που να κελαηδήσει γλυκά το καυκί[19] της σαν κρητικό αηδόνι και έσυρε το δοξάρι του στις κόρδες, κοκιάζοντας[20] μαντινάδες ταιριαστές για το φώτισμα της μικρής Λεβεντοπούλας:

Ω Παναγιά μου και κυρά, βλέπε μας το Καράνου

κι εγώ με το λυράκι μου ευχή θε να σου κάνω

Να ζήσει η φιλιότσα μας, να ζει και να γεράσει

να γένει μάνα και λαλά, παιδόγοννα να σάξει

Γλυκομηλίτζα φύτεψες, κύρη, στο περιβόλι

και βρύση δροσοστάλαχτη να ξεδιψούνε ν-όλοι

Πότιζε, μάνα, τη μηλιά, ώσπου να κοπελέψει

να ’ρθει κι ωριός ντελικανής τα μήλα να γυρέψει

να πιει και το κρυγιό νερό…

Δεν επρόκαμε ο Αλεξαντρής να αποσώσει το τραγούδισμά του για χάρη της Πηγιώς∙ ένας τουρκοντυμένος φάνηκε στον βαρμό[21] της αυλής, με δυο οπλισμένους καβάσηδες[22] ομάδι, και στη θέα του η λύρα σώπασε ντελόγο[23], οι γλεντιστές χιαχίρντισαν[24] και τσουτσουρίσματα[25] σκιαγμένα απλώθηκαν από στόμα σε στόμα, καθώς ο κοντόχοντρος άντρας τους σίμωνε αργά και τους θωρούσε ξεταστικά, σχεδόν απειλητικά:

«Ο Χουσεΐνης… Ο Χουσεΐνης ο μπουρμάς… Θεέ μου, φύλαγε!»

«Ίντα ’χετε επά, μπρε ταβλόπιστοι[26]; Τσιμπούσι, μπαϊράμι;» ρώτησε ειρωνικά εκείνος, παίζοντας το μπεγλέρι του, μα κανείς χριστιανός δεν έστεγε να του απαντήσει, ο φόβος είχε κυριέψει μονιτάρου[27] τις ψυχές τους. Μπουρμάς ήταν ο Χουσεΐνης, πα να πει εξισλαμισμένος χριστιανός, μα οι προγόνοι του είχανε σκύψει νωρίς και βαθιά μαθές την κεφαλή στον Αλλάχ, απ’ όταν πάτησαν οι Τούρκοι τη Γκιρίτ, εδώ και δυο αιώνες, κι είχανε καταντήσει πλιάτερο μεμέτηδες από τους μεμέτηδες, τρομοκρατώντας κι αδικώντας όλους αυτούς με τους οποίους κάποτε πίστευαν στον ίδιο Θεό…

«Εβάφτισα την κοπελιά μου», τόλμησε κι αποκρίθηκε ο Λεβεντοδημητρός, «κι είπα να κάμω ένα γιορτάσι να χαρούμε… Μα συ, Χουσεΐν αγά, αναμάζωξε τσι δικούς σου και σάλευγε[28], δε σας εθέλομε επαέ!»

«Θα φύγω, μωρέ κιαφίρη, έννοια σου… Μα πρώτα θε να πιω κρασί και να φάω μεζέ που μου ’χει σπάσει τη μύτη, να γλεντήσω κι εγώ μαζί σας και να ευχηθώ τση κοπελιάς σου!» τον περιέπαιξε ο Χουσεΐνης γελώντας σαρδόνια κι έσυρε την κουμπούρα του. «Άιντε, λυράρη, παίξε! Παίξε, σου λέω, χορέψτε κι εσείς, παλιογκιαούρηδες, σιχτίρ τον Χασρέτ Ισά[29] σας, ειδεμή θα σας ξεκάνω ούλους!»

«Σύρε απ’ εκειά απού ’ρθες, Χουσεΐνη… Γω μόνο ογιά τσι χρισθιανούς λαλώ τη λύρα μου» του αντιγύρισε θαρρετά ο Αλεξαντρής ο Παπαδάκης, και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να αγκομαχά γερμένος, το γελέκι του κοκκίνισε απ’ τη σφαίρα που του ’παιξε ο τουρκεμένος κι η συντυχιά ανταριάστηκε, κλαίγανε οι γυναίκες κι οι άντρες σφίγγανε τα δόντια αγκρισμένοι[30], ενώ η Παπαδάκαινα είχε πέσει πάνω από τον άντρα της και έγδερνε τα μάγουλά της…

«Ανάθεμά σε, παλιομπουρμά!» βρουχάστηκε τότε ο Λεβεντοδημητρός, η χέρα του απλώθηκε στο ζωνάρι του και έπιασε τη μπαρουτοκαπνισμένη πιστόλα του μακαρίτη του κυρού του, κειμήλιο απ’ το Εικοσιένα… «Δημητρό, ’ντα κάνεις;» πρόλαβε μονάχα να ξεφωνίσει αδύναμα η Αρετή, τρεις μπαλωθιές έσκισαν η μια μετά την άλλη τον αέρα κι ο Χουσεΐνης βρέθηκε τ’ ανάσκελα, να ψυχομαχά κι αυτός στο πλάι του δόλιου Αλεξαντρή, το ραβαΐσι γιαμιά μακελειό εγίνηκε, χυθήκαν οι Καρανιώτες στους καβάσηδες με τα μαχαίρια του ψωμιού και τα πουνιάλια και εκείνοι πάλι τους χτύπησαν με τα άρματα, χουμά κουτάλια[31] γίνηκαν στο χώμα της αυλής οι σπασμένες κούπες το κρασί και το γαίμα των λαβωμένων, χριστιανών και μεμέτηδων…

«Ανέ βολεί σας, κλουθάτε μου στ’ αόρι οι γι- άντρες, να χωστούμε[32] εκειά!» διέταξε βροντερά ο Λεβεντοδημητρός, καθώς ζωνόταν πάλι την πιστόλα που σκότωσε τον Χουσεΐνη και έμελλε τώρα πια ν’ αλλάξει τη ζήση τη δικιά του. «Εσύ, κερά, μείνε επαέ με τα κοπέλια μας, και να προσέχεις την απατή[33] σου… Στελιανό μου, εσύ είσαι μπλιό ο άντρας του σπιθιού, να το κατέεις» πρόσθεσε, κοιτώντας τη γυναίκα του και σφίγγοντας τα μπράτσα του γιου του, και δρασκέλισε πρώτος μπροστά στη στράτα της φυγής, κι η Αρετή υπάκουσε δίχως να πει κουβέντα, με την ψυχή στο στόμα, τον νου της σταματημένο και πασχίζοντας ν’ αρνέψει το Πηγιώ της, που οδυρότανε τρομαγμένο το δόλιο μες στον κόρφο της…

… Με τον καιρό, ο Δημητρός ο Λεβεντάκης εγίνη καπετάνιος και σύναξε στο πλάι του κάμποσους χαΐνηδες, άντρες μεστούς κι αμούστακα κοπέλια που ’ταν μπροστά στο φονικό κι αφήσαν το χωριό, μα και άλλους, καπετάν – Λεβεντοδημητρό τον έκραζαν και την Αρετή καπετάνισσα την έλεγαν με σέβας πια όλοι στο Καράνου, μα ποιο το διάφορο; Στη χάση και στη φέξη τον εθωρούσε τον αφέντη της, νύχτα ερχότανε σαφί και βιαστικός, ίσα να κανακέψει δαμάκι το κοπέλι του και την κορασιά του στο φως του λύχνου, που τα ξυπνούσε εκείνη απ’ το γλυκοΰπνι τους για χάρη του, να πάρει τις λίγες θροφές και τα ψωμιά που του χαζίρευε[33] για τους ορτάκηδές του[34] και να πορίσει, να χαθεί ξανά μες στο σκοτίδι… Και διάβαιναν οι χρόνοι, τα παιδιά που της έδωσε ο Θεός μαζί του άξαιναν, παλικάρι γίνηκε ο Στελιανός της και το Πηγιώ λουλούδιαζε κι εκείνο στο κατόπι του αδελφού της, κοπελουδάκι[35] χαριτόβρυτο, κι όσο ξάνοιγε η μάνα ν’ ανθίζει η ομορφιά της χαιρόταν κι έτρεμε ομάδι, μη ρεχτεί κιανείς μεμέτης των μαύρων της των λιοματιών[36] και τη δει τουρκεμένη στο κονάκι του ή να ψυχορραγεί με τους αμαστούς της κομμένους απ’ την παλιοκασέλα, αν του αρνιόταν[37]…

«Μάνα, γω θε να γκάψω[38], κάτεχέ το… Δε νταγιαντώ[39], δε με χωρεί ο τόπος» της έλεγε συχνά πυκνά ο Στελιανός, κι η καπετάνισσα τον ικέτευε θερμά να μείνει, στα πόδια του έπεφτε με δάκρυα, άλλον προστάτη και βλεπάτορα[40] δεν είχανε, πού θε να μας αφήσεις δυο θηλυκά μονάχα, υγιέ μου κι ακριβέ μου; Κι ο ντελικανής ομπρός στη μάνα λύγιζε, κατάπινε την ορμή του και τον πόθο του να χαϊνέψει και ξέδωνε δείχνοντας τα άρματα στο Πηγιώ που του το είχε γυρέψει, μικρή και κορασιά μπορεί να ήταν, μα μες στο εφηβικό κορμάκι της το άγουρο χωνότανε καρδιά αντρειωμένη, ώσπου…

«Κερά Αρετή! Καπετάνισσα!» ήρθε μια μέρα να βρει τη μάνα τους ξέπνοη κι αλαφιασμένη μια γειτόνισσα. «Γροίκησες τα μαντάτα; Μηνά ο αγάς να του πέψουμε τσι κοπελιές μας το πρόσαργο[41] στο κονάκι του να του χορέψουνε, γυμνές πάνω στο ρόβι[42], κι α δε του τσι πέψουμε, εγούγια μας[43], ετσά μας μήνυσε!...»

Ανατρίχιασε η καπετάνισσα, σαν να εργούσε[44], κι ένα απαίσιο ρίγος κύλησε στη σκίνα της ράχης της[45], τα δικά της πάθη και βάλη αναστορήθηκε[46], όταν κοπελιά, πριχού να παντρευτεί τον Δημητρό, είχε αναγκαστεί να χορέψει κι αυτή γυμνή μπροστά σ’ έναν Τούρκο αφέντη, και τη φιλενάδα της πάλι που αρνήθηκε το αγκάλιασμά του και το πλήρωσε φρικτά… «Όι, Θεέ μου, όι! Όι το Πηγιώ μου…» συλλογίστηκε, και μπήκε μες στο σπίτι της τρεκλίζοντας…

«Μάνα; Μανούλα μου, ίντα ’χεις;» έκανε η θυγατέρα της, εμόλεσε την παρασύρα[47] που σκούπιζε το πάτωμα και σίμωσε ανάστατη τη μητέρα της, που σωριάστηκε σε ένα σκαμνί χλομή, κοντανασαίνοντας.

«Πηγιώ μου… Πηγιώ μου, βιόλα μου… Ώφου κι ίντα κακό μας βρήκε! Μηνά ο αγάς να σε πέψω στο κονάκι του με τσ’ άλλες κοπελιές ομάδι για να σας ξεγιβεντίσει[48], να σας βάνει να χορέψετε ολοτσίτσιδες στο ρόβι και να τσουράτε και να πέφτετε, κι εκειοί να σας περιπαίζουν…»

«Ίντα μηνά ο αγάς;» ακούστηκε σύνωρα όλο θυμό η φωνή του Στελιανού, ενώ η Πηγιώ ξάνοιγε την κυρά Αρετή τρέμοντας και τα τρυφερά ρόδινα χείλη της είχανε πανιάσει. «Να πάει στο γέρο διάλο, πε του, απού θα του πέψω γω θαρρεί την αμπλά μου να τηνε θωρεί να τσουρά πάνω στο ρόβι!»

«Και ντα να κάμομε, υγιέ μου; Κάλλια ’χεις να τη δεις ατιμασμένη γιά σφαμένη;»

«Όι, μάνα, δε θέλω να πεθάνω, μουδέ να πάω στον αγά! Στελιό μου, γλύτωσέ με!» σπάραξε η Πηγιώ και χώθηκε στην αγκάλη του αδελφού της λουχτουκίζοντας σαν κουλούκι[49].

«Σώπα, Πηγιούσα μου, άρνεψε[50] και μη σκιάζεσαι!» είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά εκείνος, να δείξει γενναίος και να κατευνάσει συνάμα την ταραχή της. «Άφης να ’ρθεί το πρόσαργο και τότε θα ιδεί ο αγάς, εσείς να μείνετε επαέ, αμπαρώστε την πόρτα μας και μη βγάνετε μιλιά…»

Έτσι κι έγινε. Σφάλισε και μαντάλωσε ερμητικά η κυρά Αρετή τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού και κάθισαν με την Πηγιώ ακούνητες κι αμίλητες, σαν αγάλματα, σφιχταγκαλιασμένες, μαργωμένες απ’ την αγωνία, ενώ ο Στελιανός έστησε καρτέρι απόξω, και να που σε λίγο φάνηκαν δυο τσιράκια του αγά, με τις μούρες τους ασβολερές και μανισμένες[51], χίμηξαν στην ξύλινη εξώθυρα κι εντάκαραν να τη βαρούνε με μάνητα περίσσια:

«Γκιαούρισσες! Άνοιξε, μωρή σκύλα, δωσ’ μας την κόρη σου να την πάμε στον αγά!»

«Κουράγιο, θυγατέρα μου… Κουράγιο, ο αδερφός σου είναι επά» ψιθύρισε στο αυτί της Πηγιώς η κυρά Αρετή κι ευθύς ένας κρότος τις έκανε να σκιρτήσουν κοψοχολιασμένες και να βαστάξουν την ανάσα τους, κρότος γνωστός, σαν της πιστόλας του καπετάνιου, άλλες δυο τρεις φορές τον άκουσαν κι ύστερα σιωπή∙ και μόλις ξεμαντάλωσαν και βγήκαν με την ψυχή στο στόμα στην αυλή τους, είδαν τον Στελιανό με το τουφέκι του στο χέρι και στο χώμα πάνω ξαπλωμένους τους νταήδες του αγά…

«Στελιανέ μου…» άρθρωσε πρώτη η καπετάνισσα. «Αντρί μου…»

«Γυναίκες, να προσέχετε την απατή σας κι η μια την άλληνε…. Γω πάω να βρω τον κύρη μου» αποκρίθηκε το παλικάρι, πιάνοντας τις χέρες τους, τις φίλησε, κρέμασε το τουφέκι του στον ώμο και έμειναν μάνα κι αδελφή να τον θωρούνε να αλαργεύει[52]…



[1] μπάρε μου = τουλάχιστον

[2] ντουχιουντίζω = σκέφτομαι, συλλογιέμαι, σάικα = σίγουρα

[3] αλλαξομουτσουνιάζω = αλλάζω έκφραση, στραβομουτσουνιάζω

[4] αμπλά = αδελφή

[5] πατουχιά = πατημασιά

[6] ατζέμπις = άραγε

[7[ ίδια εδά = εδώ και τώρα

[8] μετζίτι = νόμισμα του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ Α΄ (1839-1861)

[9] κεμέρι = πουγκί



[10] ραβαΐσι = γλέντι

[11] οφτό = ψητό «αντικριστό», κρητικός τρόπος ψησίματος στη σούβλα, πέμπω = στέλνω

[12] κενώνω = αδειάζω και κερνάω

[13] συντυχιά = παρέα, συντροφιά

[14] μια ολιά = λίγο (συνώνυμο: δαμάκι)

[15] μουτζαλιές = μουτζούρες

[16] ναφιλέ (επίρρημα) = μάταια (ποιητική αδεία: τα ναφιλέ αναλλώματα = οι εις μάτην εξεγέρσεις)

[17] κοπελιάρης = πολύ νέος (ο Αμπντούλ Μετζίτ διαδέχθηκε τον πατέρα του Μαχμούτ Β στον θρόνο σε ηλικία μόλις 15 ετών)

*Σημαίνει: ο νονός να γίνει και κουμπάρος του παιδιού. Η λέξη «κλήμα» δικαιολογείται από το ότι τα γαμήλια στέφανα φτιάχνονταν με κληματόβεργες

[18] σαφί = πάντα

[19] καυκί = ηχείο της λύρας

[20] κοκιάζω = σκαρώνω, πλέκω μαντινάδες

[21] βαρμός – είσοδος

[22] καβάσης = ο σωματοφύλακας

[23] ντελόγο = αμέσως (συνώνυμο: γιαμιά)

[24] χιαχιρντίζω = σαστίζω από κάτι που βλέπω

[25] τσουτσουρίσματα = ψίθυροι

26] ταβλόπιστοι = ονομασία για τους Κρητικούς χριστιανούς εκ μέρους των μουσουλμάνων, επειδή προσκυνούσαν τις τάβλες, δηλαδή τις εικόνες
 
[27] μονιτάρου = μονομιάς

[28] σάλευγε = φύγε

[29] Χασρέτ Ισά = Ιησούς Χριστός

[30] αγκρισμένος = θυμωμένος

[31] χουμά κουτάλια = άνω κάτω

[32] χώνω – χώνομαι = κρύβω - κρύβομαι

[33] χαζιρεύω = ετοιμάζω, φυλάω

[34] ορτάκης και ορτάκισσα = σύντροφος, φίλος-φίλη

[35] κοπελουδάκι = κοπελίτσα

[36] ρέγομαι = μου αρέσει, επιθυμώ

[37] Μαρτύριο στο οποίο υπέβαλλαν οι Τούρκοι τις χριστιανές που αρνιόντουσαν να τους παραδοθούν ερωτικά: τις έβαζαν να σκύψουν πάνω από μια κασέλα και έκλειναν με βία το καπάκι, μαγκώνοντας και κόβοντας τα στήθη τους. Το έμαθα από την περίπτωση της Σοφίας Βεργοπούλας, αδελφής τριών χαΐνηδων στην προεπαναστατική Κρήτη (Μοχός Ηρακλείου), η οποία υπέστη το ίδιο πράγμα και τελικά πέθανε πυροβολημένη από τον Τούρκο που ήθελε να την ατιμάσει, όταν προσπάθησε να του ξεφύγει

[38] να γκάψω = να φύγω

[39] νταγιαντώ = αντέχω

[40] βλεπάτορας = κυριολεκτικά ο επιστάτης κτημάτων

[41] πρόσαργο = το βραδάκι

[42] ρόβι = είδος ζωοτροφής. Ο γυμνός χορός πάνω σε πάτωμα στρωμένο με ρόβι που το έκανε να γλιστράει ήταν άλλο ένα μέσο ατίμωσης των χριστιανών γυναικών της Κρήτης από τους Τούρκους

[43] εγούγια = αλίμονο σε κάποιον

[44] εργώ = κρυώνω

[45] σκίνα της ράχης = η σπονδυλική στήλη

[46] βάλη (βάρη) = συμφορές, αναστορούμαι = θυμάμαι

[47] μολάρω/ μολέρνω = αφήνω, παρατάω, παρασύρα = ψάθινη σκούπα

[48] ξεγιβεντίζω = ντροπιάζω

[49] κουλούκι = κουτάβι

[50] αρνεύω = ηρεμώ

[51] ασβολερός = σκοτεινός, μανισμένος = οργισμένος (μανίζω = οργίζομαι)

[52] αλαργεύω = απομακρύνομαι (αλάργα και αλάργο)



Μαρία Παπαθεροδώρου