Φωτιές (Κεφάλαιο 3)

 Το πρώτο συναπάντημα

Λαμπρή 1866

Ο τι είχε απολύσει η αναστάσιμη λειτουργιά, μέρα χαρμόσυνη στα σπάργανα της άνοιξης, κι οι χριστιανοί του Καράνου άλλαζαν ευκές και φιλήματα αγαπητικά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς τους. Εκεί ήταν κι ο παπά – Λάμπρος ο Σηφακάκης, ο φλογερός πρεσβύτερος και αρχιερέας του χωριού, η παπαδιά του η Ζαμπία και οι δυο παπαδοπούλες τους, η Κατερινιώ κι η Εργινούσα, που σίμωσαν της κυρά Αρετής και της Πηγιώς και τσι χαιρέτηξαν:

«Χριστός Ανέστη, Πηγιώ μου!»

«Αληθώς ανέστη, Κατερινιώ μου κι Εργινούσα μου! Και του χρόνου!»

«Χριστός Ανέστη, συντέκνισσα Αρετή!» είπε κι η παπαδιά και ασπάστηκε σταυρωτά την καπετάνισσα, είχε βλέπεις βαφτίσει την Κατερινιώ η μάνα της Πηγιώς και τις δυο γυναίκες συνέδεε δεσμός ισχυρός και ακατάλυτος φιλιάς κι αγάπης...

«Αληθώς, συντέκνισσα Ζαμπιά! Και ν’ αναστηθεί μπλιό κι η Κρήτη μας, απαρθινά...»

«Ν’ αναστηθεί θέλει, καπετάνισσα! Όπου για [1] θ’ αναστηθεί!» παρενέβη ο παπά – Λάμπρος όλο φλόγα, ίδιος με αναστάσιμη λαμπάδα. «Δεν πάει καιρός που εμάζωξε ο αρχιμανδρίτης ο Παρθένιος ο Περίδης μια πενηνταρέ[2] οπλαρχηγούς και προύχοντες απού την Κίσσαμο και τη Σέλινο στο μοναστήρι τση Γωνιάς και τσ’ έβαλε να μνώξουν στο Βαγγέλιο πως θε να σηκωθούνε για την ένωση, και είπε πως θε να καλέσει και τσ’ άλλους αρχηγούς τω Χανιώ να μνώξουνε κι αυτοί*...»

«Απού το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί, παπά – Λάμπρο, μέρα απού ’ναι!» σταυροκοπήθηκε αργά η κυρά Αρετή και το βλέμμα της έπεσε στη θυγατέρα της, τα δεκαοχτώ λαλούσε [3] πια το Πηγιώ, ξετελεμένη[4] κοπελιά, γυναίκα ολόσωστη, της παντρειάς... Κοντό και[5] θε να κάμει λεύθερα κοπέλια η βιόλα μου, να μη ζήσουν και τ’ αγγόνια μας στη σκλαβιά; αναρωτήθηκε μέσα της κι η ψυχή της σκίρτησε, λευθεριά, Θεέ μου, λευθεριά...

«Ο καπετάν Λεβεντοδημητρός με τα παλικάρε του! Οι χαΐνηδες, έρχονται!» διέκοψε τις σκέψεις της μια νεανική φωνή, πάψανε γιαμιά κι οι αθιβολές της Πηγιώς με τις ορτάκισσές της τις παπαδοπούλες και φτερακίσανε οι καρδιές μάνας και θυγατέρας και γλύκα θερμή σαν κρασί σμιγμένο με πετιμέζι χύθηκε στα στήθια τους, θωρώντας να σιμώνουν οι αφέντες τους, ο Δημητρός μπροστά και ξοπίσω του ο Στελιανός...

«Ο κύρης, μάνα! Ο κύρης μου, ο αδερφός μου!» ξεφώνισε μονάχα η καπετανοπούλα κι όρμησε στην κατηφοριά, με την καπετάνισσα να τζιριτά[6] στο κατόπι της σηκώνοντας τα φουστάνια της, έφτασε κοντά στον μεσοκαιρίτη[7] άντρα, που τα χρόνια δεν του είχανε στερήσει πράμα από τη λεβεντιά του, μόνο τα γένια του και τα μαλλιά της κεφαλής του ασπρίζανε, άνοιξε τις χέρες της διάπλατα και τον προσφώνησε με λαχτάρα:

«Πατέρα... Αφεντάκη μου! Χριστός Ανέστη!»

«Πηγιώ μου... Θυγατέρα μου! Αληθώς ο Κύριος» ψέλλισε κι ο καπετάνιος μετά το πρώτο σάστισμα, ξανοίγοντας την πεντάμορφη νια γυναίκα, το σπλάχνο του που γύρευε τώρα την αγκάλη του, κι απλώνοντας κι αυτός τα χέρια του φτερούγες αετίσιες την έκλεισε μέσα τους και την έσφιξε στον μπέτη του...

«Για στεφάνι γίνηκες, κοπελιά μου, τση παντρειάς, κι εγώ δεν εκατάλαβα πράμα! Γιάε, μωρέ Στελιανό, την αμπλά σου, γιάε την!»

«Πηγιούσα μου!» έκανε κι ο Στελιανός τρυφερά, η όψη του ο Αυγερινός και της Πηγιώς η Πούλια, που αντιφέγγισε με τη χαρά του, κι αγκαλιαστήκανε τα δυο αδέλφια κι έλαμψε ο κόσμος γύρω τους...

«Στελιανέ μου! Χριστός Ανέστη, αδερφούλη μου!»

«Ναι, Πηγιώ μου, ναι! Αναστήθηκε ξανά ο Χριστός μας, πούρι[8], μα τούτη τη βολά θ’ αναστηθεί ομάδι κι η Κρήτη μας, να το κατέχεις...»

«Σεις θε να την αναστήσετε, υγιέ μου... Εσείς, οι σταυραετοί μας!» γροίκησαν πίσω τους τα παιδιά της την αγκομαχισμένη[9] μιλιά της καπετάνισσας και την είδαν να σιμώνει με δάκρυα χαράς.

«Ναι, μάνα μου, κι εμείς κι εσείς ομάδι! Χριστός Ανέστη!» ευχήθηκε ξανά ο Στελιανός, λάμποντας πιότερο από πριν, κι έγινε για μια στιγμή κοπελάκι, νιώθοντας την κυρά Αρετή να τον περιλαμπάνει, ύστερα εκείνη έπιασε τη χέρα του αφέντη της και του μίλησε γλυκά:

«Δημητρό μου, κύρη μου... Ε σ’ ανίμενα[10]... Πώς...»

«Αμά[11] ήρθα, Αρετούσα μου, κυρά μου...» μίλησε κι εκείνος κι έσφιξε τα χέρια της γυναίκας του, φιλώντας τη στο μέτωπο. «Και μη ρωτάς άλλα... Εδά που χαμηλώσαμε με τσ’ ορτάκηδες απού τα όρη, θε να πασκάσουμε ομάδι, να λησμονήσουμε μια ολιά τα βάλη μας! Αντέστε, μωρέ παιδιά!»

Έδωσε το σύνθημα με τη φωνή του ο καπετάν Λεβεντοδημητρός και περικυκλωμένος από γιο, γυναίκα και θυγατέρα κατευθύνθηκε προς την πλάτσα[12] της εκκλησιάς, ενώ οι συντρόφοι του τού ακλουθούσανε. Χαμογελούσαν τα ψημένα πρόσωπα, τα περήφανα κι άσκιαχτα, και δέος μαζί με θάμαξη τους έπιασε όλους τους χριστιανούς, να ιδούν ανάμεσά τους τους αετούς των Λευκών Ορέων, Άη Γιώργηδες σωστούς κι ας μην ήταν καβαλάρηδες, έτοιμους να ριχτούν στον δράκοντα της Τουρκιάς και να τον κάνουνε κομμάτια...

«Ώρες καλές, αδέρφια μου! Χριστός Ανέστη!» έκραξε σ’ όλους ο κύρης της Πηγιώς και σέρνοντας την πιστόλα του την πλουμιστή από το σελαχλίκι του[13], αυτήν που κάποτε τον έστειλε χαΐνη στις Μαδάρες, έπαιξε μια μπαλωτέ, κι έσκισε τούτη τον αέρα δυνατή και χαρωπή, να πάει θαρρείς να μηνύσει σ’ όλη τη δουλωμένη Κρήτη το ξανασήκωμά της που ερχότανε...

«Αληθώς, καπετάνιο, σπολάτι[14]! Καλώς μας όρισες με τσ’ εδικούς σου!» αντήχησαν φωνές αντρίκειες, μα ξάφνου ανάμεσά τους μία γυναίκεια ήχησε παράταιρη, κράζοντας ένα όνομα – η Αντρινιώ ήταν, η κόρη της αδελφής του καπετάνιου της Μαργής, που βαστούσε γερά από τα χεράκια τους τα τζιμπραγά[15] της, ίσαμε τριώ χρονώ κοράσι και κοπέλι...

«Σήφη... Σήφη μου!»

«Αντρινιώ! Ανεψιά μου, ’ντα ’παθες;»

«Πού ’ναι τος, μπάρμπα - Δημητρό; Πού ’ν’ ο Σήφης, πε μου!» ρώτησε με αγωνία η Αντρινιώ, πιάνοντας το γελέκι του θείου της. «Ήρθε, είναι επαέ κι αυτός, γή...»

«Σύχασε, ανεψιά... Μουσουροσήφη! Κόπιασε μρε απού γυρεύει σε η κερά σου!»

Πρόσταξε ο καπετάνιος κι ένα παλικάρι του πετάχτηκε ευθύς μπροστά, σίμωσε τη μικρομάνα κι αφού ξάνοιξαν ο γεις τον άλλονε για μια στιγμή με την αναπνιά κομμένη απ’ τη συγκίνηση, την αγκάλιασε εκείνος απ’ τη μέση κι εκείνη γράπωσε τα μπράτσα του, κι αντάλλαξαν ματιές γεμάτες σπλάχνος. Ήταν ο Σήφης ο μεγάλος πρωτεξάδελφος του Μάρκου, ο κανακάρης του θείου του του Γιώργη, που αγαπήθηκε με την Αντρινιώ και την έφερε νύφη από το σπίτι του πατέρα της του καπετάν Μανούσου του Χαιρέτη στους Λάκκους πίσω στα Καράνου, μα η μοίρα του τού έγραψε κι αυτουνού να χαϊνέψει, σκότωσε μαθές έναν μεμέτη πάνω σε άγριο μάλωμα[16] κι έδωκε μετά των αμαθιών του[17], κι έμεινε πίσω η Αντρινιώ βαρεμένη[18], μονάχη γέννησε τα τζιμπραγά της κι αμοναχή τα βάφτισε, καλά – καλά δεν τα 'χε δει ο Σήφης τα κοπέλια του...

«Σήφη μου...» ψέλλισε η ξαδέλφη της Πηγιώς. «Σηφαλιό μου, κύρη μου...»

«Καλώς σ’ ήβρα, Αντρινιώ μου!» άρθρωσε κι ο ξάδελφος του Μάρκου, με τον λαιμό δεμένο σε τριχιά, και σκύβοντας φίλησε απαλά τη γυναίκα του, η οποία ύστερα δακρυσμένη τού έδειξε τα τζιμπραγά, που ξάνοιγαν απορημένα με τα ματάκια τους.

«Τα ροδάμια μας[19], αφέντη μου... Ο Γιωργής μας, το Μαρούλι μας...»

«Τα ροδάμια μας, κερά μου...» επανέλαβε εκείνος, και με ένα πλατύ χαμόγελο κανάκισε τα κεφαλάκια τους. «Θε να γενεί τρανός ντελικανής ο υγιός μας, σαν τον λάλο του, κι η κορασιά μας...»

«Σαν τον λάλο του και σαν εσένα, κι ας με πρίκανες με το φευγιό σου την αρίζικη[20]... Χαλάλι σου, αετέ μου» ψιθύρισε η λεβεντονιά, και ενώ πάσχιζε να δείχνει αντρειωμένη έτρεμε το κατωχείλι της...

«Αντρινιώ μου!» μαλάκωσε ωστόσο τη στεναχώρια της το άγγιγμα της Πηγιώς στον ώμο της και η γάργαρη λαλιά της. «Έλα, αξά μου[21], έλα να χορέψομενε...»

«Έρχομαι, Πηγιούσα μου!» συμφώνησε, χαμογελώντας πλατιά μετά από τόσην ώρα, και μαζί κατευθύνθηκαν προς τον κύκλο του χορού που σχημάτιζαν αγάλι αγάλι οι Καρανιωτοπούλες. Πρώτη πιάστηκε η Πηγιώ αυθόρμητα, γροικώντας τα στήθια της να βροντούν στις κοντυλιές της λύρας, που κελαηδούσε στα χέρια του γιου του αδικοχαμένου Αλεξαντρή του Παπαδάκη του Γιάννη καθώς έπαιζε τον πρώτο χανιώτικο συρτό, ξομπλιάζοντας πάνω στον σκοπό του μαντινάδες φουμιστικές[22] για τις χορεύτριες:

«Άιντες αμάν, μια βιόλα σέρνει τον χορό

Μια βιόλα σέρνει τον χορό κι οι γι - άλλες τση κλουθάνε

Άιντες αμάν, κι οι άλλες τση κλουθάνε

Άιντες αμάν, κι απ' τα μοσκομυρίσματα

Κι απ' τα μοσκομυρίγματα ούλους τσι νιους μεθάνε

Άιντες αμάν, ούλους τσι νιους μεθάνε...»

Στο μαντήλι χόρευε η Πηγιώ[23], οι φτέρνες της δεν άγγιζαν τη γης, μικιά μικιά τα ζάλα της στη μύτη του ποδιού, περιστερούλα γαλανή[24] έμοιαζε με το λευκό της το ριχτό πεπλάκι στα μαλλιά που ανέμιζε κι ας ήταν μελαχρινή σταράτη, και δεν εκάτεχε πως παράμερα ένας αετός στεκόταν και την ξάνοιγε γητεμένος[25], και η θωριά της στάλαζε μέσα του σαν γλυκόπιοτος μαρουβάς[26] σε αδειανό βουτσί[27] και ξεραμένο - ο Μάρκος, εικοσιπέντε χρονώ αντροστεμένος[28] πια, με τον μπέτη του πετρωμένο σαν χαράκι κι αγλύκαντη την ψυχή του απ' τη ζωή στα όρη, μα μέχρι αυτήν εδώ την ώρα... «Πεντάμορφη σαν τσι ξωθιές[29] είναι, Θεέ μου, απού διηγιόταν η λάλη μου πως βγαίνουν τη νυχθιά στσι βρύσες και πλανεύουν τσι διαβάτες» συλλογίστηκε σαν αφορμάρης[30], γροικώντας τον νου του να στριφογυρνά μαζί της κάθε που έκανε στροφές γύρω απ' τον απατή της πάνω στον χορό, και τότε, ο ζαβολιάρης αγέρας φύσηξε πιο μεγάλα[31], πήρε μαζί στο φύσημά του το μαντήλι της κοπελιάς απ’ την κεφαλή της και το ’ριξε σιμά στα πόδια του ντελικανή...

«Ώφου το μαντήλι μου!» έκραξε η Πηγιώ, μόλις το πήρε χαμπάρι, κι εγλάκησε να το πιάσει, μα πριν προλάβει να το σηκώσει ατή της[32] απ] το χώμα, στου Μάρκου τις χέρες το είδε βασταγμένο κι όπως τον είδαν έτσι ξαφνικά τα μάτια της, σάστισε και κεραυνοβολημένη έμεινε, σάμπως να κατέβη ομπρός της με δέρμα και κόκκαλα ο Αρχάγγελος, έκαμε εκείνος ένα βήμα και της έδωσε πίσω το μαντήλι της, «παρ’ το» της είπε, με μια φωνή εξίσου αγγελική, αυτή το άρπαξε ταπεινώνοντας το βλέμμα της κι ένα «φχαριστώ σε» ψέλλισε απλά ταραχισμένη, μα στου νιου χαΐνη τα αυτιά ο αντίλαλός του έγινε γλυκό τραγούδι ολόκληρο...

«Ντα στέκεις εκειά μρε Μαρκουλιό σαν το κουτσούρι[33]; Σάλευγε κι ο Παπαδογιάννης ήπιασε το πεντοζάλι!» τον περιέπαιξε ο Σήφης κι ο λόγος του τον συνέφερε μεμιάς από το σάστισμά του, ξανάγινε ο περήφανος αετός και βάσταξε στον κάβο[34], μια δύναμη πρωτόγνωρη ένιωθε στα σπλάχνα του και μια σιγουράδα, πως η κόρη του καπετάνιου του θα τονε ξάνοιγε σάικα και θα τονε ξεχώριζε μες σ’ όλη τη λεβεδιά, ετσά που έσειε τη γης με τα στιβάνια του... Κι αλήθεια τονε πρόσεξε η Πηγιώ τον Μάρκο μες στον πολεμικό χορό, κι έγινε κάθε όρτσα [35]του και της καρδιάς της χτύπος, «Παναγιά μου, ξαθέρι[36] των αντρώ έναι τουτοσάς!», ντουχιούντισε, και φόρεσε σκουτάρι[37] τη νιογέννητη πεθυμιά της απέναντι στα παλικάρια που τη βλέπανε και καϊναντίζανε[38], πίνοντας τη μια ξοπίσω από την άλλη τις ρακές τους στο όνομά της... Ένα από αυτά, αντρίτσι[39] κοντά στην ηλικία της, κοντό, μαυριδερό και λιγνούτσικο, πήρε το θάρρος και της ζύγωσε, μόλις άρχισε ύστερα η σούστα, ζευγάρι γύρεψε να γίνει μαζί της στον χορό και να τηνε κορτάρει αναμούταλα[40]∙ μόρφασε τότε η Πηγιώ με αηδία, τα μάτια της πλανήθηκαν τριγύρω με απελπισιά, κι ο Μάρκος είδε τον αντίζηλό του, είδε και την κυρά του άγουρού του πόθου να τονε γυρεύει με το βλέμμα της, τα λόγια της λάλης του ντιντίνισαν[41] στο νου του, «θε να θυμίσεις κι εσύ κάποτε, σάμπως θυμίζει το τραγί και ξετρέχει την αίγα», και δίχως να διστάσει ούτε λεπτό σάρταρε [42] και βρέθηκε στο πλάι της, κουντρώντας τον άλλονε δίχως κέρατα:

«Σάλευγε συ... Η κοπελιά είναι δικιά μου, γω θε να χορέψω αντάμα τζη!»

«Κι ίντα ’σαι εσύ μωρέ και λες πως είν’ εδικιά σου; Αρραβωνιαστικός τση;» έκανε να τον ειρωνευτεί το ντελικανιδάκι, αλλά ο Μάρκος δε χωράτευε.

«Λάλιε[43], μωρέ κακουρέ[44], σου λέγω! Εκειά που λάμπει ο ήλιος, ίντα γυρεύει ο λύχνος**;» το αποπήρε, ρίχνοντας με την άκρη του ματιού του ένα βλέμμα όλο νόημα στην κόρη, κι εκείνο, λίγο που ξιπάστηκε, λίγο που ακρομάνισε[45] που τον είπε κακουρέ, μα και λίγο που σκιάχτηκε με το ανάστημα και το δέμα[46] του χαΐνη, πισωπάτησε, αφήνοντας μόνη της την καπετανοπούλα μαζί του. Κι η Πηγιώ, που για μια στιγμή ετρόμαξε μη γίνει μαλιχουλές[47] για χάρη της, θωρώντας τον Μάρκο τώρα απέναντί της να τη δοξεύει[48] με τα μάτια του αναντρανίστηκε, χαμογέλασε τ’ αχείλι της το ρόδινο και τα λιόματά της φέξανε, κεντώντας τον ντρέτα στην καρδιά, και σαν πήραν τα ζάλα τους ομάδι τον ρυθμό της σούστας, τούτου του χορού που γεννά και μολογά τον έρωτα, και σμίγανε οι ματιές τους κι ενώνονταν οι χέρες τους και γνωριστήκαν με τα χείλη, ήξερε ο Μάρκος πως θα γινόταν η σκέψη της Πηγιώς του λογισμού του αντέτι[49], και η Πηγιώ εθάρρεψε πως είχε βρει στου Μάρκου τη θωριά το ριζικό της...

[1] όπου για = όπου να ’ναι, σύντομα

*Ο αρχιμανδρίτης, μοναχός και αγωνιστής της Κρητικής Επανάστασης του 1866 Παρθένιος Περίδης (1810-1903) καταγόταν από το χωριό Ρογδιά Κισσάμου και μόνασε στη μονή Παναγία Οδηγήτριας Γωνιάς στο Κολυμβάρι Χανίων. Στις 20 Φεβρουαρίου 1866 οργάνωσε μυστική συνάντηση των οπλαρχηγών και των προυχόντων των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου στο μοναστήρι και στις 16 Απριλίου συγκέντρωσε σαράντα οπλαρχηγούς και πρόκριτους της επαρχίας Χανίων στο οροπέδιο του Ομαλού, απ' όπου κινήθηκαν προς τα Μεσκλά και τα Μπουτσουνάρια και τέλος στη μονή Αγίας Κυριακής Βαρυπέτρου, μετόχι της Μονής Χρυσοπηγής, όπου στις 14 Μαΐου 1866 υπέγραψαν επαναστατική προκήρυξη και στις 25 απέστειλαν διαμαρτυρία προς τον Σουλτάνο η οποία απορρίφθηκε


[2] πενηνταρέ = πενηνταριά (όπως και μπαλωτέ = μπαλωθιά, παλικάρε = παλικάρια). Στο κρητικό ιδίωμα, πολλές φορές το σύμπλεγμα -ια ή το τελικό -ι τρέπεται σε -ε

[3] λαλώ τα δεκαοκτώ = "περπατώ" τα δεκαοκτώ - γενικά: είμαι σε μια ηλικία, είμαι τόσων ετών

[4] ξετελεμένη = ολοκληρωμένη

[5] Κοντό (και) = με την έννοια του "άραγε" αλλά και του "μήπως"

[6] τζιριτώ = τρέχω

[7] μεσοκαιρίτης = μεσόκοπος, μεσήλικας

[8] πούρι = στα αλήθεια (επίρρημα), αφού/εφόσον/μιας και (σύνδεσμος αιτιολογικός, βεβαιωτικός)

[9] αγκομαχισμένη = λαχανιασμένη

[10] αμά = όμως, αλλά (τουρκ.)

[11] ανιμένω = περιμένω

[12] πλάτσα = πλατεία, αυλόγυρος

[13] σελαχλίκι = το σελάχι, εξάρτημα της αντρικής φορεσιάς που χρησιμοποιούσε ως θήκη για τα όπλα

[14] σπολάτι = εις πολλά έτη - χρόνια πολλά

[15] τζιμπραγά = δίδυμα

[16] μάλωμα = καυγάς, πάλη

[17] έδωκε των αμαθιών του = πήρε των ομματιών του, εξαφανίστηκε

[18] βαρεμένη = έγκυος

[19] αρίζικη = άμοιρη

[20] ροδάμια (ροδάμνι και αροδαμός) = τρυφερά βλαστάρια, νέοι ανθοί

[21] αξάς και αξά = σύντμηση του αξάδερφος, αξαδέρφη

[22] φουμιστικές = ευφημιστικές, παινετικές (φουμίζω)

[23] χορεύω στο μαντήλι = χορεύω στον χώρο που πιάνει ένα μαντήλι, δηλαδή με μικρά κομψά βήματα. Έκφραση που δήλωνε την αρετή της καλής Κρητικιάς χορεύτριας

[24] γαλανή = άσπρη

[25] γητεμένος = μαγεμένος (γητεύω, γητειά)

[26] μαρουβάς = το παλαιωμένο κρητικό κρασί

[27] βουτσί = βαρέλι

[28] αντροστεμένος = με ανδρική διάπλαση

[29] ξωθιά - νεράιδα

[30] αφορμάρης (θηλ. αφορμαρά, ρήμα αφορμίζω) = τρελός, αλλοπαρμένος

[31] μεγάλα = δυνατά

[32] ατή της = μόνη της, η ίδια

[33] κουτσούρι = κούτσουρο

[34] κάβος = η αρχή του χορού, ο πρωτοχορευτής ή η πρωτοχορεύτρια

[35] η όρτσα, οι όρτσες = "πολύ γρήγορες κοντυλιές" του πεντοζάλη

[36] ξαθέρι = το καλύτερο πράγμα (εδώ μεταφορικά)

[37] σκουτάρι = ασπίδα

[38] καϊναντίζω = καίγομαι και διψώ ταυτόχρονα

[39] αντρίτσι = υποτιμητικό, μικρόσωμος άντρας

[40] αναμούταλος = αδέξιος

[41] ντιντινίζω = κουδουνίζω

[42] σάρταρε = σάλταρε (τροπή του λ σε ρ)

[43] Λάλιε = "προχώρα, φύγε" ή και "οδήγα τα ζώα"

[44] κακουρές = καχεκτικός, αχαμνός άντρας

**Στο περίπου: Κρητική έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ανωτερότητα κάποιου ανθρώπου ή πράγματος έναντι άλλου

[45] ακρομανίζω = θυμώνω λίγο

[46] δέμα > δέμας (αρχ.) = η σωματική διάπλαση

[47] μαλιχουλές = φασαρία, χαμός

[48] δοξεύω = τοξεύω, ρίχνω βέλος

[49] αντέτι = συνήθεια ή έθιμο