Φωτιές (Κεφάλαιο 4)

«Ο Έρωντας ανυφαντής…»

Δυο μήνες και πλέον είχαν περάσει από την Πασχαλιά, Θεριστής πια μπασμένος και περπατημένος, και μες στο λιοπύρι του θέρους η Κρήτη ολόκληρη έτοιμη ήταν να τη λαμπαδιάσει το γιαγκίνι του σηκωμού. Στους κοντινούς τους Λάκκους, η Ανάσταση του Κυρίου κόντεψε να βαφτεί με αίμα, όταν ο Τούρκος σταθμάρχης ήρθε στην εκκλησιά του Αγίου Αντωνίου που γιόρταζαν οι χριστιανοί και απαίτησε να εισπράξει τους φόρους, κι ίσα που πρόλαβαν οι γεροντότεροι να μη γίνει το μάλε βράσε... Ύστερα από αυτό, αποφάσισαν οι Λακκιώτες πως ήταν πια καιρός να κηρύξουν την επανάσταση, κι η απόφασή τους επισημοποιήθηκε την Τετάρτη του Πάσχα στις 30 του Μάρτη, όπου είκοσι επτά πρωτοστάτες γίνηκαν αδερφοχτοί και ορκίστηκαν∙ κι έπειτα, στις 16 του Απρίλη, ο αρχιμανδρίτης ο Παρθένιος Περίδης σύναξε στον Ομαλό σαράντα οπλαρχηγούς και πρόκριτους της επαρχίας των Χανιών, απ' όπου όλοι μαζί προχώρησαν στα Μεσκλά και βρέθηκαν στις 24 στα Μπουτσουνάρια, όπου τους καρτερούσαν άλλοι πέντε χιλιάδες χριστιανοί αντιπρόσωποι από κάθε γωνιά της Κρήτης. Εκεί πια, κόνεψαν στις 14 του Μάη στο μοναστήρι της Αγίας Κυριακής στο Βαρύπετρο, και νύχτα μες στο λιοτρίβι της μονής εκάνανε συνέλευση και υπογράψανε μυστικά επαναστατική προκήρυξη, συντάξανε υπόμνημα διαμαρτυρίας προς τον γενικό διοικητή Ισμαήλ Φερίκ πασά για να το προωθήσει στον σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ, όπου διεκτραγωδούσαν τα πάθη του νησιού, ζητούσαν χάρες σπουδαίες και ελαφρύνσεις και διαλαλούσαν τον πόθο για την ένωση με τη μάνα πατρίδα, και άλλο πάλι μήνυμα γράψανε προς τις τρεις Μεγάλες Δύναμες, την Αλβιόνα, τη Φραγκιά και τη Ρουσία, παρακαλώντας τες να συνδράμουν το ντεβρίμι∙ ήταν κι ο καπετάν Λεβεντοδημητρός εκεί και με χέρι που έτρεμε από συγκίνηση έβαλε κι αυτός κουτσά στραβά τη τζίφρα του, λίγα κολλυβογράμματα είχε μάθει μόνο στα μικράτα του, μα στην πλάκα της ψυχής του έγραφε καθάρια το κοντύλι του νου του τον πόθο για τη λευτεριά, και έταξε να ασημώσει την Αγία και να της δώσει κάτι απ' τα άρματά του, «ανέ φελήσει τουτονά το ζάλο και βγω κι ατός μου ζωντανός, κερά μου Άγια Κυριακή»...

... Μόλις είχε αποσώσει τα συγύρια η Πηγιώ μαζί με την κυρά Αρετή, και βγήκε στην αυλή του σπιτικού τους να ξαποστάσει. Στάθηκε πλάι στη μηλιά κι ακούμπησε τρυφερά το χέρι στον κορμό της, τούτο το δέντρο αδελφή της το 'νιωθε, έριξε το βλέμμα πέρα στα βουνά κι άφησε τον νου της να πλανηθεί για λίγο ονειροπόλα στις πλαγιές τους, και με το περιδιάβασμα αυτό τα μάτια της ψυχής της το πρόσωπο του Μάρκου ζωγράφισαν εμπρός της, το όμορφο κι ευγενικό κι αντρίκειο, που είχε κάνει την αγνή καρδιά της να χτυπά αλλιώτικα από κείνη τη μέρα της Λαμπρής και δώθε, πώς της έπιασε τη χέρα στη σούστα απάνω αναστορήθηκε και πώς τηνε θωρούσε, κι αναστέναξε, «άχι, μηλίτζα μου, και να 'χες μιλιά και γνώση να σου 'λεγα τονε διγαβρέ μου»...

«Μωρή θυγατέρα, γιάντα στέκεις εκειά και βγορολογάς;» τη συνέφερε η φωνή της καπετάνισσας. «Καταστέσου να πας στη βρύση, την τσιρέ μας θα πιούμε για νερό; Σταύρωσε η μέρα κιόλας!»

«Πάω, μάνα, μη φωνιάζεις... Είν' απού δε νταγιαντώ τσι χωριανές και τα σουρέματά ντωνε» υπάκουσε η καπετανοπούλα, με τη σκούζια έτοιμη στο στόμα, έβαλε το προσώμι, φορτώθηκε τη στάμνα της και κίνησε...

... Ένα μπουτσουνάρι που ανάβρυζε νερό από το βράχο ήταν η βρύση, έφτασε σιμά της και κατεβάζοντας από τον ώμο το σταμνί έκανε να το βάλει να γιομίσει, το τερέτισμα των ατζιτζίρων τροζαμός ολοτρόγυρα. Μα σύγκαιρα, μία μιλιά αντρίστικη το σκέπασε, μιλιά που 'κανε τον βασμό της να ατζοπηδήσει και να κουρταλήσει δυνατά μέσα στα στήθια της:

«Πηγιώ!»

Αναντράνισε, κι είδε το πρωτοπαλίκαρο του κύρη της να τηνε κράζει από ψηλότερα. «Μάρκο!» ψέλλισε με λαχτάρα, παρατώντας το σταμνί στο χώμα, και μέχρι να σηκωθεί να τονε φτάσει, εκείνος με δυο δρασκελιές της είχε σιμώσει.

«Μάρκο... Είσαι επαέ!»

«Πολιοπαρώρησες σήμερο, Πηγιώ, κι ήλεγα πως καρτερώ σε αναφιλέ, πως δε θε να φανείς μπλιό... Γιάντα δεν ήρθες με τσ' άλλες για νερό;»

«Σχώρα με, Μάρκο, αξαργιτού παρώρησα, να μ' εύρεις μοναχή μου ήθελα τούτη τη βολά... Είχα σε θωρώντας απού χωνόσουν και με ξάνοιγες, κάθα που ερχόμουν για νερό με τσ' άλλες χωριανές, σε ξάνοιγα κι εγώ κουρφά με την άκρε τ' αμαθιού, να μη με νιώσουνε...»

«Κατέω το... Μα εδά που ήρθες, νω μου μια χαχαλέ νερό, εξερογκαργκάνιασα να σ' ανιμένω» της γύρεψε ο Μάρκος, κι η Πηγιώ λύγισε πρόθυμα τη μέση της, βούτηξε τις χούφτες της στη γούρνα της βρύσης και του τις έτεινε, κι έσκυψε αυτός να πιει σαν ήμερο ελάφι, μα ακόμη διψασμένος έμεινε...

«Κατές ίντα μου 'λεγε η λάλη μου η Λενιά, πριχού να χαϊνέψω;» τη ρώτησε, όταν πια είχε ρουφήξει και την τελευταία στάλα, γραπώνοντας τρυφερά με τα δέκα του δάχτυλα τις απαλάμες της.

«Όι... Ντα σου ' λεγε;»

«Σαφί ψηλά ν - ο αετός πετάει και ξαμώνει / μα ογιά μια πέρδικα τση γης χαιράμενος σιμώνει... Ετσά μου 'λεγε και τοτεσάς δεν ένιωθα, μα εδά κατέω, εγώ είμαι αητός κι ομπρός μου έχω τη την πέρδικα, εσένανε, Πηγιώ μου, απού 'σαι έμορφη σαν το κρυγιό νερό τση βρύσης...»

Είπε κι απόμεινε να τη θωρεί στα μάτια, με την ανάσα του βαριά σαν να 'χε θέρμαση, κι αντιθωρώντας τον κατάματα βαριανάσαινε κι εκείνη, συσήλιζε ο ήλιος έξω και τους έκαιγε, μα πιο πολύ λαβρουντανιούσανε τα σωθικά τους της κάψας που αγροικούσανε εντός τους... «Άνοιξε λοιπό τσι φτερούγες σου και βάνε με μέσα, Μάρκο μου, αετέ μου» ψιθύρισε η Πηγιώ, κι ο Μάρκος τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την αγκάλιασε, ζυγώσανε αργά τα χείλια τους κι ίδιο νεράκι της πηγής εκύλησε το πρωτοφίλημά τους, αρχή σταλιά - σταλιά, μα έπειτα νεροσυρμή ολάκερη, που σύγκορμα και σύψυχα τα πότισε τα ερωτοστεμένα Κρητικόπουλα κι ανθίσαν μες στο στόμα τους τα λόγια της αγάπης...

Στις 20 του Αλωνάρη, ανήμερα τ' Άη – Λιός, έφτασε η απόκριση της Πύλης, από τον κάλαμο του Μεγάλου Βεζίρη Μεχμέτ Ρουστή προς τον Ισμαήλ πασά, απορριπτική και απειλητική, οι Κρήτες, έλεγε, απολαμβάνουνε τάχα μου ευεργετήματα, και χρεία δεν έχουνε να τους καταργήσουνε τους φόρους, μήτε τα όσα γύρευαν για σχολειά, νοσοκομεία κι άλλα έργα ήταν μπορετό να τους τα ικανοποιήσουνε άμεσα... Πόλεμο θε να 'χουμε εδά, είπανε χριστιανοί και Τούρκοι, κι οι πρώτοι όλο κι ανέβαιναν στα όρη και περμαζώνονταν γύρω από τους καπετάνιους τους, ενώ οι δεύτεροι τρέχανε να κλειστούν στα κάστρα και στα φρούρια∙ έτρεξε κι ο αγάς απ' το Καράνου με τις καντίνες και τα γλάνια του, μα ο γιος του ο πρωτότοκος το αγαδικό δεν ήθελε να φύγει, μον' το 'βαλε αμέτι μουχαμέτι να ντροπιάσει τον καπετάν Λεβεντοδημητρό, να του λερώσει την τιμή της φαμελιάς του, και μια μέρα που είδε το Πηγιώ να διαβαίνει στη δημοσιά σέρνοντας το χτήμα τους φορτωμένο, να πάει τροφές στον κύρη της και τα παλικάρια του, νέδιασε ξαφνικά μπροστά της καβάλα στο μπεγίρι του, πέζεψε και της έκλεισε τον δρόμο.

«Για πού κινάς, μωρή γκιαούρισσα;» της είπε, θωρώντας τη σαν ταμαχιάρης. «Στον μπαμπά σου και τον αδερφό σου τους χαΐνηδες τα πας αυτά τα μπράτη; Έννοια σου και δε θα τους τα πέψεις ποτέ!»

«Παντόνιαρέ με, αγαδικό! Δε σε φοβούμαι!» του πέταξε στα μούτρα αναντρανιστή η Πηγιώ κι έκανε να τον αμπώξει, μα κείνος όρμησε πρώτος και την άρπαξε, με ένα πανί τής έφραξε τη μπούκα, να μην ακούγονται οι κραυγές της καθώς πολεμούσε να του ξεφύγει, της έδεσε τις χέρες της πισθάγκωνα και έτσι δεμένη και φιμωμένη την έριξε στα καπούλια του μπεγιριού του κι έγινε μπουχός, ενώ το δόλιο γαϊδουράκι της εγκάνιζε θρηνητικά και πήρε να γλακά μονάχο του πίσω προς το σπίτι του καπετάνιου, να το δει η καπετάνισσα, ξεστάθηκε, εκόπη η ανάσα της κι έτρεξε γρήγορα κοντά του, να το πιάσει, να το αρνέψει...

«Ίντα 'γινε, Ψαρή μου; Πού 'ναι το Πηγιώ;» το ρώτησε, σάμπως να μπορούσε να της αποκριθεί το ζωντανό, μα εκείνο μονάχα έσκουζε κι ήταν ογρά τα αγαθά του μάτια, σαν ανθρωπινά...

«Ώφουου!» έσυρε φωνές τότε η κυρά Αρετή, που ανελώσανε γιαμιάς όλον τον μαχαλά. «Το Πηγιώ μου, η βιόλα μου! Επήρέ τηνε μου τ' αγαδικό, τ' αφορεσμένο, του διαόλου το κοπέλι! Ώφου, Πηγιούσα μου, κι ίντα θα γενώ η κακορίμπαλη;! Γιάντα σ' εμένα, Θε μου, γιάντα; 'Ντα σου 'καμα και με σταυρώνεις, πε μου!»

«Ίντα 'παθες, καπετάνισσα, και γούζεσαι;» μίλησε η κυρά Ζαμπία η παπαδιά, καθώς συνάζονταν απόξω οι γειτόνισσες απορημένες και σκιαγμένες. «Ως τα Χανιά θε ν' αγροικήσανε τσι σκληρές σου!»

«Νονά μου... 'Ντα γινε;» τη σίμωσε τρέμοντας κι η Κατερινιώ η παπαδοπούλα, η φιλιότσα της. «Πε μας, να χαρείς! Έπαθε πράμα το Πηγιώ; Μολόγα μας!»

«Την επήρε, σάικα την επήρε... Μου πήρε τη θυγατέρα μου ο σκύλος ο μεμέτης, το αγαδικό!»

«Παναγιά μου!» σταυροκοπήθηκε η παπαδιά κι οι κοπελιές της χλόμιασαν αντάμα, πλιάτερο η μικρή η Εργινούσα, που ρώτησε ξανά σαν να μην πίστευε στα αυτιά της:

«Ντα λες, κερά Αρετή; Πούθε το κατές, πού τηνε βρήκε την Πηγιώ μας και την άρπαξε;»

«Είπα τση να μην πάει θροφές του κύρη τση, ζάβαλε... Είπα τση, μα δε μ' αγροίκησε, επήρε το χτήμα μας κι επόρισε, μάνα, γω δε δειλιώ μουδέ τ' αγαδικό, μουδέ κιανέναν, ετσά μου 'πε, κι εδά εγιάειρε τ' ωζό αμοναχό ντου κι εγκάνιζε... Ώφου, Πηγιώ μου, καλλιά να σε σκοτώνανε παρά τουτονά το πράμα!»

Έριξε την κεφαλή μπροστά μες στις χούφτες της θρηνώντας η δόλια μάνα, κι η κυρά Ζαμπία με την Κατερινιώ και την Εργινούσα την κάθισαν σπλαχνικά σ' ένα πεζούλι. «Αμέτε στα σπίθια σας, θα μείνω γω επαέ με τη συντέκνισσα» πρόσταξε όσο πιο ήρεμα μπορούσε τις υπόλοιπες γειτόνισσες, που άλλες στέναζαν κι ανεστουλουχούσαν τρομαγμένες, ποιες κάνανε τον σταυρό τους και επικαλούνταν τον Χριστό, την Παναγιά και όλους τους αγίους και ποιες καταριόντουσαν σιγανά και βρίζανε, οικτίροντας την καπετάνισσα αλλά και μακαρίζοντας την απατή τους, όσες γεννήσαν μόνο γιους ή κόρες με σουσούμια αδιάφορα κι όχι καλλονές σαν την παντέρμη καπετανοπούλα, τη λυγερή και καμαροτράχηλη...

... Ξαπλωμένο στο μιντέρι του, το αγαδικό φουμάριζε ηδονικά τον λουλά του, και καθώς συλλογιόταν το ουρί του παραδείσου, τον δροσάτο καραγκιουλέ που τον περίμενε πάνω στον οντά, να του κόψει τα πέταλα και να το γλεντήσει, μαστούρωνε ακόμη πιο πολύ. «Βάι βάι!» αναφώνησε και γέλασε ειρωνικά, «να μπει εδά ο χότζας στο τζαμί, κι ύστερα μπακαλούμ ίντα θα κάνει ο γκιαούρ καπιτάν...», και σηκώθηκε να πάει προς τον οντά, σάζοντας τον τζουμπέ του και στρίβοντας το μουστάκι του...

«Usta! Hainler burada! (Αφέντη! Οι χαΐνηδες είναι εδώ)» του έκοψε τη φόρα η φωνή του ευνούχου φύλακα του κονακιού του και κοκάλωσε, λες και του 'χανε ρίξει κρύο νερό στην πλάτη.

«Ne düşünüyorsun (Τι λες), μωρέ; Ανέ με περιπαίζεις, θα σου πάρω την κεφαλή, μα τον Αλλάχ!» τον απείλησε, αλλά δεν πρόλαβε να απαντήσει ο ευνούχος και να ορκιστεί ότι έλεγε την αλήθεια, γιατί τον επιβεβαίωσαν οι τραβάγιες που ακούστηκαν την επόμενη στιγμή, ο καπετάν – Λεβεντοδημητρός με καμιά δεκαρέ άλλους χαΐνηδες, ανάμεσά τους ο Στελιανός, ο Μάρκος και ο Σήφης, είχε μάθει για την αρπαγή και εγλάκησε, να μουντάρει του κονακιού και να σώσει τη θυγατέρα του...

«Çabuk (γρήγορα), αφέντη! Hadi saklanalım (Να κρυφτούμε)!» τον παρότρυνε ο ευνούχος, μα δεν πρόλαβαν να κάνουν βήμα, όρμησαν καταπάνω τους ο Στελιανός και ο καπετάνιος, κι ο γιος πάλεψε μαζί του, τον έριξε χάμαι και τον εμπαλόταρε, ενώ ο κύρης του έσφιγγε τις χερούκλες του σαν θηλιά γύρω απ' τον λαιμό του αγαδικού:

«Σκύλας υγιέ, παλιόσκυλε... Εδά θε να πλερώσεις!» βρυχήθηκε σαν λιόντας. «Την κοπελιά μου, μωρέ; Εμέ βάρθηκες να ξεγιβεντίσεις, τον κάπτα – Λεβεντάκη;»

«Μερχαμέτ, μερχαμέτ...» ψέλλιζε το αγαδικό, με όσο αέρα του είχε μείνει στα πλεμόνια, κρουβότανε, μπλάβο το πρόσωπό του, μα έλεος δε βρήκε, παρά τη μαχαίρα του καπετάνιου που του 'κοψε πέρα για πέρα τον τσάρουχα, ενώ οι άλλοι χαΐνηδες αναποδογύριζαν το κονάκι για να βρούνε την Πηγιώ, που αποκαρωμένη ήταν ως εκείνη την ώρα και πλαγιασμένη στο γιατάκι ενός οντά, πάνω σε αφράτα μαξιλάρια και μεταξωτά σεντόνια, σα σφαγάρι, «ομπανέ θε να σε κάνω δική μου" της είχε πει το αγαδικό χαιρέκακα κρατώντας της το πιγούνι, μόλις την έφερε δεμένη στο κονάκι του και την έριξε στη φυλακή της, είχε προστάξει τις δούλες του να του την κρατήσουν ήρεμη κι αυτές την πότισαν στανιώς της ματζούνια ναρκωτικά∙ τις δικές τους κραυγές αγροίκησε τώρα η καπετανοπούλα, έπειτα τις τραβάγιες και τις λαλιές τις αντρικές, άνοιξε τα ματόφυλλά της με το νου θολωμένο ακόμη απ' το αποκάρωμα κι ανασηκώθηκε στο στρώμα, κι είδε τον διακαμό του καλού της να σπάει την πόρτα του οντά και να τη ρίχνει κάτω, κάνοντας τις φλόγες των κεριών στο πλάι της να ριγήσουν δυνατά φοβισμένες...

«Μάρκο;...» σαλέψανε μόλις τα χείλη της, και μια κοπανιά, προτού να νιώσει τι γινότανε, εκείνος βρέθηκε σιμά της και τη σήκωνε στην αγκάλη του...

«Μάρκο μου...» ψιθύρισε πάλι με περισσή λαχτάρα, τρέμοντας. «Ε βολεί, πρέπει πως ονειρεύομαι...»

«Όσκε, δεν ονειρεύεσαι, Πηγιώ μου... Πε μου μόνο πως επροκάμαμε, πως δε σε χάλασε ο σκύλος...»

Διάνεψε όχι η Πηγιώ με την κεφαλή της κι αμέσως έγειρε στον ώμο του Μάρκου και τον ελαντούρισε με δάκρυα βουβά, της απολύτρωσης, καθώς εκείνος την κουβαλούσε έξω. «Εβρήκα τήνε!» φώναξε στους άλλους του ορτάκηδες που ψάχνανε τα ονταδάκια και κουτρουβάλησε τα ξύλινα σκαλιά που χώριζαν το χαρεμλίκι του αγά απ' το υπόλοιπο κονάκι του, με κείνους στο κατόπι του.

«Ίντα 'γινε, μωρέ; Προκάμαμε;» τους ρώτησε με αγωνία ο Στελιανός, θωρώντας τους. «Πηγιούσα μου! Πε μου, αμπλά μου, μίλα μου! Μίλα μου!» ικέτεψε απανωτά και την αδελφή του, γονατίζοντας σχεδόν μπροστά της, που σαν χαμένη τονε ξάνοιγε, πολεμώντας ακόμη να σταθεί στα πόδια της.

«Όι... Όι, ε μ' ατίμασε, Στελιό μου, δε...»

«Ευχαριστώ σε, Θε μου! Τρανός είσαι, πολλά τρανός!» ξέσπασε τώρα το παλικάρι, παίρνοντας από τα χείλη της την απάντηση που γύρευε και ποθούσε, την έσφιξε πάνω του και δίχως ντροπή καμιά για το φέρσιμό του την καταφίλησε γλυκά την αδελφούλα του και στάλαξαν τα μάτια του πάνω στα μάγουλά της...

«Πηγιώ μου... Θυγατέρα μου!» είπε κι ο καπετάν Δημητρός, με συγκίνηση που πάσχιζε γερά να συγκρατήσει, και η κοπέλα βγαίνοντας από την αγκαλιά του αδελφού της έπεσε τώρα στη δική του, την έκλεισε ο αφεντάκης της στα μπράτσα του και τη φίλησε κι αυτός στο μέτωπο με σπλάχνος...

«Άντε, μρε κοπέλια μου, να τηνε πάμε σπίτι μας, στη μάνα τση, απού θε να 'πεσε ν' αποθάνει η δύστυχη τση λύπης!» πρόσταξε ύστερα. «Και του κονακιού βάνετέ ντου φωθιά και κάψτε το, άθος να γενεί, να μη το θωρώ στα μάθια μου!...»

Ώρες ολάκερες δεν έφυγαν απ' το πλευρό της καπετάνισσας η παπαδιά κι οι δυο παπαδοπούλες, νύχτωσε κι ακόμη μαζί της ήτανε, να τηνε παραστέκουνε βουβές και πετρωμένες απ' τον πόνο, καθώς θρηνούσε και μυρολογούσε την κόρη της με σπαραγμό, σαν να την είχε εμπρός της μες στην κάσα, δέρνοντας τους μπέτες της και τσαφουνίζοντας τα μάγουλά της, ώσπου δυο ώρες πριν το μεσονύχτι αγροικήσανε ξάφνου έκπληκτες κουρκουνίσματα στην πόρτα και φωνή αντρίκια, που μοιάσανε στα αυτιά τους σαν τον Χριστό που διέταζε τον Λάζαρο να βγει απ' το σπηλιάρι του τάφου του:

«Καπετάνισσα! Άνοιξε, έφερά σου το Πηγιώ μας, γλυτωμένο απ' τ' αγαδικό, αγκίνιαστο κι αμάλαγο!»

«Θεγέ μου... Λώμπης με γελούν τ' αυθιά μου;» άρθρωσε η κυρά Αρετή. «Του Δημητρού μου η λαλιά είναι τουτηνά απού γροικώ; Την αγροικάς κι εσύ, Ζαμπιά μου, γή εκουζουλάθηκα μπλιό η δόλια;»

«Ναίσκε, Αρετούσα μου, του Δημητρού σου είναι η εμιλιά! Σύρε να τ' ανοίξεις!» τη βεβαίωσε η παπαδιά, αναγνωρίζοντας τη φωνή του συντέκνου της. Σηκώθηκε η καπετάνισσα, με την ορπίδα πια να φωτίζει τον νου και την καρδιά της σαν λύχνος που ανάβει ξαφνικά μες σε πηχτό σκοτάδι, κι όσο πήγαινε το φως δυνάμωνε, κι έγινε ήλιος λαμπερός και ξημέρωσε θαρρείς η πλάση πριν την ώρα της, μόλις ξεμαντάλωσε κι αντίκρισε τον αφέντη της και τον υγιό της να της φέρνουνε στα αλήθεια τη θυγατέρα της, η χαρά την τύφλωσε, μία κραυγή τής ξέφυγε κι άπλωσε σαν περδικομάνα τα χέρια της φτερούγες να αγκαλιάσει την περδικοπούλα της, που σκίρτησε και κούρνιασε βαθιά μέσα τους, κι ήρθαν κι η κυρά Ζαμπία κι η Κατερινιώ με την Εργινούσα και τις εσμίξανε στο αγκάλιασμα το δυνατό, στα κλάματα τα γερά και στα γλυκοφιλήματα... Κι ύστερα, κίνησαν οι δεύτερες να γιαείρουν, να πουν τα καλά μαντάτα του παπά - Λάμπρου, ενώ η κυρά Αρετή έμπασε τον άντρα της και τους ορτάκηδές του στην εδική τους τη σπιτέ και τους έφερε ρακή, παξιμάδι, ελιές και λίγη μυζήθρα, να φάνε, να πιουν και να ψυχοστέσουν και να γιορτάσουν έτσι μια ολιά για το Πηγιώ τους, που νεκρή ήταν κι αναστήθηκε, χαμένη ήταν κι ευρέθη***, κι όσο βαστούσε το φαγοπότι την κανάκιζε γλυκά και τη φίλαγε στο μάγουλο, ενώ ο κύρης της ανάδια την εθώρειε τρυφερά...

«Στην υγειά τση Πηγιώς μας, καπετάνισσα, κι άλλο κακό να μην την εύρει!» ευχήθηκε, γεμίζοντας το ρακοπότηρό του. «Εβίβα, κοπέλια μου, και στσι χαρές τση τέθοια συντυχιά να κάμομε!»

«Στσι χαρές τση κοπελιάς σου, καπετάνιο!» αντευχήθηκε ο Σήφης ο Μουσούρος, σηκώνοντας κι αυτός το ποτηράκι του μαζί με τους άλλους, τσούγκρισαν, ήπιαν μονοκοπανιά τη ρακή τους και τα βάρεσαν ταυτόχρονα στον σοφρά.

«Άιντε, ν' αποθάνει ο Χάροντας! Μα να του πέψουμε ομπρός ούλους τσι μεμέτηδες και τσι μπουρμάδες, να λευτερωθεί η παντέρμη Κρήτη μας!» δήλωσε κι ο Στελιανός με έξαψη, αστράφτοντας τα μάτια του στο φως του λύχνου και των κεριών που είχε αναμμένα η μάνα του.

«Ετσά, Λεβεντοστελιανέ! Εβίβα!» συμφώνησαν κι οι άλλοι, γιομίσανε και τσούγκρισαν ξανά∙ ο Μάρκος μοναχά δε μίλαγε, τα μάτια της Πηγιώς, που φέγγανε σαν τ' άστρα τ' ουρανού στο μισόφωτο του πορτέγου κι όλο γυρεύαν τα δικά του στα κουρφά, του φλόγιζαν πλιάτερο τα σωθικά απ' τη ρακή κι αναρωτήθηκε για πόσο ακόμα θα κατάφερνε να χώνει την αγάπη του...

«Να πούμε μπρε κοπέλια κι ένα τραγούδι, για το Πηγιώ!» πρότεινε τώρα ο καπετάνιος, έχοντας έρθει στο κέφι, και ξάνοιξε γλυκά - γλυκά την κόρη του, που χαμήλωσε ντροπαλά το βλέμμα της.

«Το μήλο ν – όσο κρέμεται, το μήλο ν – όσο κρέμεται, εις τη γλυκομηλίτζα /ψύχεται γή μαραίνεται, ψύχεται γή...» ξεκίνησε ο ίδιος να τραγουδά το ριζίτικο και τα παλικάρια του τον συνόδευσαν επαναλαμβάνοντας:

«Το μήλο ν – όσο κρέμεται, το μήλο ν – όσο κρέμεται, εις τη γλυκομηλίτζα / ψύχεται γή μαραίνεται, ψύχεται γή...»

«Ψύχεται γή μαραίνεται, τρυγόνα μου, παγώνα μου, περιστεροκορώνα μου, γή τα πουλιά το τρώσι/ γή πέφτει στον παράστρατο, γή πέφτει στο...»

«Ψύχεται γή μαραίνεται, τρυγόνα μου, παγώνα μου, περιστεροκορώνα μου, γή τα πουλιά το τρώσι/ γή πέφτει στον παράστρατο, γή πέφτει στο...»

«Γή πέφτει στον παράστρατο, γή πέφτει στον παράστρατο και το πατούν διαβάτες / ετσά 'ναι εδά κι η κοπελιά, ετσά 'ναι δα...»

«Γή πέφτει στον παράστρατο, γή πέφτει στον παράστρατο και το πατούν διαβάτες / ετσά 'ναι εδά κι η κοπελιά, ετσά 'ναι δα...»

«Ετσά 'ναι δα κι η κοπελιά, σαν έρθει του καιρού τζη!» ξετέλεψε τον στίχο, κόβοντας το τραγούδισμα, και ξάνοιξε πάλι τη θυγατέρα του, με νόημα τούτη τη βολά, ετσά που φλόγισαν τα μάγουλά της. «Κι η κοπελιά μου του καιρού τζη είναι και λέω να τη λογοστέσουμε εδά, πριχού να ντακάρει ο σηκωμός... Μαρκουλιό!» είπε και στράφηκε στον Μάρκο, κάνοντάς τον να τιναχτεί ολάκερος. «Σε μπεγεντώ πολύ μαθές κι ο αξάδερφός σου έχει βλοητή ντου την ανεψιά μου, ίντα λες το λοιπό, παίρνεις κι εσύ τη θυγατέρα μου, να σε κάμω υγιό μου και γαμπρό μου;»

«Να τηνε πάρω; Πώς να τηνε πάρω, καπετάνιο;» πρόφερε ο Μάρκος σαν τον κουτεντέ, με την καρδιά του να βαράει δυνατά μες στον μπέτη του, ενώ κι η Πηγιώ αντίκρυ του είχε ξεσταθεί και βάσταγε την αναπνιά της με τα χείλη μισάνοιχτα.

«Πώς να τηνε πάρεις; Με στεφάνωση, μωρέ, στην εκκλησιά, σαν το κάμομε το ντεβρίμι και λευθερωθούμε μπλιό, ανέ θέλει ο Θεός... Αμή λέγε δα, τηνε παίρνεις;»

Ξάνοιξε ο Μάρκος γλήγορα τριγύρω του όλους τους ορτάκηδες, που είχανε στρέψει τα μάτια τους απάνω του, ξάνοιξε και την Πηγιώ που σιγότρεμε στο πλάι της μάνας της και στερνό τον καπετάνιο, που ανίμενε την απόκρισή του. «Ας γενεί η βουλή σου» του είπε, κι εκείνος ικανοποιημένος στράφηκε στην καπετάνισσα:

«Εσύ, κερά, ντα λες; Να τηνε πάρει την Πηγιούσα ο Μαρκουλιός;»

«Ίντα να πω εγώ, αφέντη μου;» ψέλλισε κι εκείνη, σαστισμένη ακόμα. «Εσύ τονε κατές καλλιά απού μένα, αμή κι η λάλη του η Μουσουρολενιά μου 'χει λεημένα πως είναι καλό κοπέλι...» πρόσθεσε και έσφιξε απαλά τη χέρα της κοπελιάς της: «Εσύ, Πηγιώ μου; Τονε παίρνεις τον Μουσουρομάρκο;»

«Τονε παίρνω» απάντησε η Πηγιώ, κόκκινη σαν το ρόδο και σκύφτοντας βαθιά την κεφαλή της, κι η μιλιά της ίσα που αγροικιότανε, χωστό μες στην καρδιά της πολεμώντας να βαστάξει τον σεβντά που τηνε παίδευε για τον διωματάρη τον χαΐνη...

«Τοτεσάς ελογοστέσαμε! Νω μου τη χέρα σου, μρε Μάρκο!» σηκώθηκε ορθός και διαλάλησε ο κύρης της, άπλωσε το χέρι του στον ντελικανή της και του το 'σφιξε γερά, κι ο Στελιανός γέμισε ξανά τα ρακοπότηρα.

«Στην υγειά τσ' αμπλάς μου και του Μάρκου, που θε να γενεί αδέρφι μου!» είπε, θωρώντας αγαπητικά το αποσπόρι του κυρού του και της μάνας του και τον μέλλοντα γαμπρό του, και τη φωνή του σγουράφισε μια ζεστασιά μεγάλη, σαν τον εκάλεσε αδέρφι του, και ο πιστός του ορτάκης πάλι, ο μοναχογιός και πεντάρφανος από τα γεννοφάσκια του, τρανή χαρά αγροίκησε εντός του στα λόγια του μέλλοντα κουνιάδου του...

«Εβίβα, και στη δαχτυλίδωση! Μαρκουλιό, την πρώτη του Καράνου παίρνεις κι εσύ, σαν τον μακαρίτη τον κύρη σου, αναστορούμαι τη την παντέρμη τη μάνα σου, τη θειά Ανεζινιώ, κι ας ήμουνα μικιό κοπέλι» έκανε κι ο Σήφης, πίνοντας τη ρακή του, και καθώς έπιασε τον μικρό του ξάδελφο απ' τον ώμο για τα συχαρίκια, πρικάθηκε το βλέμμα του...

«Σιμώνει μεσονύχτι... Να σας ε-στρώσω να θέσετε» προσφέρθηκε η καπετάνισσα. «Φέρε, Πηγιώ, τα ψαθούρια και τα χιράμια απ' την κασέλα, να τα βάνομε χαμαί στο πατερό...»

«Εμένα να με συμπαθάς, καπετάνισσα, μα δε θε να ξωμείνω... Πεθύμησα την Αντρινιώ και τα τζιμπραγά μου» γύρεψέ την άδειά της σεβαστικά ο Σήφης κι αποχαιρετώντας τους συντρόφους του επόρισε, ενώ η Πηγιώ έφερε τα ψάθινα στρωσίδια και τα υφαντά και τα 'στρωσαν με την κυρά Αρετή στο πάτωμα, καληνύχτισαν και τράβηξαν στη μέσα κάμερα να θέσουνε κι αυτές. Σε σεράγι απάνω σε πούπουλα τού φάνηκε του Μάρκου πως επλάγιαζε, τόσους χρόνους μαθημένος να 'χει κοιμηθιά του το χώμα και τις οπές της γης, μα τώρα δεν ερχότανε ο ύπνος να τονε πάρει και να τονε πάει στα περβόλια****, όπως του γύρευε τότε η λάλη του, μποδισμένος ήταν από την αφούσα που 'καιγε στα σπλάχνα του... Άλλο δεν ενταγιάντησε, σηκώθηκε νυχοπατώντας και βγήκε στην αυλή, δίχως να το κατέχει πως σύνωρα η Πηγιώ, ανήμπορη κι αυτή να σφαλίσει τα ματόφυλλά της, την ίδια απόφαση πήρε, και σαν τον είδε ομπρός της ρίγησε, «Μάρκο μου...» τον εφώναξε ψιθυριστά κι εκείνος γύρισε, μαύρο σκοτάδι γύρω τους, μονάχα τα άστρα φώτιζαν τη νύχτα κι ένα λειψό φεγγάρι, μα της αγάπης ο καημός τούς έφεγγε σαν ήλιος...

«Πηγιώ μου... Έλα, σίμωσε...» της είπε, τείνοντας τα χέρια του με λαχτάρα, και μόλις ήρθε κοντά του τα 'βαλε στη μέση της, έριξε κι εκείνη τα δικά της στον καφά του και αγγίχτηκαν τα χείλη τους...

«Δε σου βολεί να κοιμηθείς;»

«Όι...»

«Μουδέ κι εμένα...»

Είπανε και σωπάσανε για λίγο, θωρώντας ο γεις τον άλλονε στα μάθια, ώσπου ο Μάρκος μίλησε ξανά:

«Ετσά θε να 'ναι άραγες, όντε γενείς η βλοητή μου; Να ξαγρυπνώ καθ' αργά στο πλάι σου;»

«Ντα θε να γενώ ποτές, αετέ μου;» τονε ρώτησε ωστόσο κι η Πηγιώ. «Να φελήσει θέλει τουτονά το ντεβρίμι, να ξεμιστευτούμε απ' την Τουρκιά, και να χαμηλώσεις κι εσύ απού τα όρη;...»

«Πράμα δε μου βολεί να σου μνώξω εδά, περιστέρα μου, μα απής ελογοστεθήκαμε, χτάσσομαι να σε πάρω» της αποκρίθηκε κι απόεις δεν επολιομίλησαν, παρά κουκουβίσανε στη ρίζα της μηλιάς και γεύτηκαν φιλιά και κανάκια κι αγαπώ σε, ώσπου κράξανε οι πρώτοι πετεινοί...


αδερφοχτοί = αδελφοποιτοί, σταυραδελφοί

μάλε βράσε = χαμός, πανικός

*Η μονή της Αγίας Κυριακής Βαρυπέτρου, που κτίστηκε επί Ενετοκρατίας, αποτελεί μετόχι της Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής του νομού Χανίων και αποτέλεσε καταφύγιο και ορμητήριο των Κρητών επαναστατών κατά τον 19ο αιώνα.

**Ο Ισμαήλ Φερίκ (=στρατηγός) πασάς ήταν Κρητικής καταγωγής από το Λασίθι, με το όνομα Εμμανουήλ Παπαδάκης. Αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδελφό του Αντώνιο κατά την επανάσταση του 1821 και βρέθηκαν στην Αίγυπτο, ωστόσο ο Αντώνιος κατάφερε να δραπετεύσει, ενώ ο Εμμανουήλ εξισλαμίστηκε και έλαβε στρατιωτική ανατροφή στην αυλή του Μωχάμετ Άλυ. Κατά την επανάσταση του 1866, οι δύο αδελφοί βρέθηκαν στην ουσία σε σύγκρουση, εφόσον ο Ισμαήλ ως στρατηγός μετά την παύση του από τον σουλτάνο Αβδούλ Αζίζ στάλθηκε ξανά στην Κρήτη το 1867 για να καταπνίξει την εξέγερση, ενώ ο Αντώνιος Παπαδάκης από την ελεύθερη Ελλάδα βοηθούσε και στήριζε τους αγωνιστές συμπατριώτες του. Πέθανε το 1867 στην Κρήτη, είτε από τραυματισμό είτε από δηλητηρίαση (η Κρητικιά πεζογράφος μας Ρέα Γαλανάκη στο μυθιστόρημά της "Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά" προτιμά τη δεύτερη εκδοχή)

τζίφρα = υπογραφή

Αλβιόνα = Αγγλία, Φραγκιά = Γαλλία

ντεβρίμι = επανάσταση

φελώ (θα φελήσω - φέλησα) = έχω όφελος, φέρνω αποτέλεσμα (για άνθρωπο: είναι άξιος)

ζάλο = εδώ με την έννοια του επαναστατικου κινηματος

συγυρια = οι δουλειες του σπιτιου

διγαβρές = καημός, έννοια

βγορολογώ = αγναντεύω

καταστένομαι = ετοιμάζομαι

τσιρέ (τσιριά) = κάτουρο

σταυρώνει η μέρα = μεσημεριάζει (το σταύρωμα τση μέρας = το μεσημέρι)

σουρέματα = κουτσομπολιά (σουρεύω)

σκούζια = δικαιολογία

προσώμι = ύφασμα που έμπαινε στον ωμο κάτω απο τη σταμνα

μπουτσουνάρι (και κουτσουνάρι) = πηγή με νερό ή υδρορροή

ατζίτζιροι = τζιτζίκια

τροζαμός = τρέλα (τροζός, τροζαίνω - ομαι)

αντρίστικη = που ταιριάζει σε άντρα

βασμός = σφυγμός

ατζοπηδώ = χοροπηδω

κουρταλώ = χτυπώ σαν κρόταλο

παρωρώ = καθυστερώ, αργώ

(α)ξαργιτού = επίτηδες

είχα σε θωρώντας = σε είχα δει. Ο σχηματισμός του παρακειμενου και υπερσυντελικου στα κρητικα γινεται με το ρημα έχω και την ενεργητική ή παθητικη μετοχη του ρήματος

άκρε = άκρη

χαχαλέ (χαχαλιά) = χούφτα

ξερογκαργκανιάζω = ζεσταίνομαι και διψάω

θέρμαση = πυρετός

συσηλίζει ο ήλιος = καίει, τσουρουφλάει (το σύσηλο του ήλιου = η μεγάλη ζέστη)

λαβρουντανιώ = πετάω μεγάλες φλόγες

Της κάψας = γενική της αιτίας (από τη ζέστη)

αρχή = στην αρχή (Ερωτόκριτος: Αρχή ήτανε πολλά μικρή, μα γίνηκε μεγάλη)

καντίνες = σύζυγοι

γλάνια = παιδιά (γλάνι = αγόρι, γλάνα = κορίτσι)

χτήμα = γάιδαρος

νεδιάζω = εμφανίζομαι, προβάλλω

μπεγίρι = ράτσα αρσενικού κρητικού αλόγου

ταμαχιάρης = λιγούρης, λαίμαργος (ταμάχι = λαιμαργία)

μπράτη = πράγματα, συμπράγκαλα κι επίσης οι αντρικοί όρχεις

παντονιάρω = παρατάω

αναντρανιστή = με το κεφάλι ψηλά, περήφανη

αμπώθω = σπρώχνω

μπούκα = στόμα

γκανίζω = γκαρίζω

κακορίμπαλος, - η, - ο = κακομοίρης, κακορίζικος

γούζομαι = παραπονιέμαι φωναχτά και έντονα

σκληρ(ι)ές = κραυγές, οιμωγές (σκληρίζω)

ζάβαλε = επιφώνημα με ποικίλες σημασίες: είτε ως προσφώνηση "δύστυχε" (ζάβαλος), είτε ως σχετλιαστικό (αλίμονο) είτε ως απόκρυψη του "διάβολε"

δειλιώ = φοβάμαι

σουσούμια = χαρακτηριστικά

καμαροτράχηλη = μπορώ να το ερμηνεύσω ως "αυτή που έχει ωραίο και καλοσχηματισμένο στήθος σαν καμάρα" (κάλαντα Κρήτης: "Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα...")

μιντέρι = καναπές, ανάκλιντρο

λουλάς= ναργιλές

καραγκιουλές = μαύρο τριαντάφυλλο

μπακαλούμ = να δούμε ή θα δούμε (τουρκ.)

τζουμπές = πανωφόρι, ντουλαμάς

να μπει ο χότζας στο τζαμί = έκφραση για τη διείσδυση του πέους στον κόλπο...

τραβάγιες = φασαρίες, θόρυβος

μπαλοτάρω = πυροβολώ

μπλάβο = μελανό αλλά και γαλάζιο, μπλε

κρούβομαι = πνίγομαι

τσάρουχας = λαρύγγι

αποκαρωμένη = αποχαυνωμένη, αναίσθητη

γιατάκι = κρεβάτι

ομπανέ = απόψε

στανιώς (ή στανικώς) + γενική = με το ζόρι

μια κοπανιά = σε μια στιγμή

πρέπει πως... = πρέπει να (πιθανολογικό), φαίνεται ότι

όσκε = όχι εμφατικό

διανεύω = γνέφω, κάνω νεύμα

άθος = στάχτη

τσαφουνίζω = γρατσουνάω, γδέρνω

κουρκουνώ = χτυπάω την πόρτα

αγκίνιαστο = ανέγγιχτο

λώμπης = μήπως

ορπίδα = ελπίδα

***παραβολή του ασώτου υιού: "ότι ο υιός μου ούτος νεκρός ην και ανέζησεν, και απολωλός ην και ευρέθη"

ψυχοστένω = ψυχοπιάνομαι

σπιτέ ή σπιθιά = το σπιτικό με την ευρεία έννοια

κάμερα = κάμαρα

πορτέγο -= το κύριο δωμάτιο του κρητικού σπιτιού

μπεγεντώ και μπεγεντίζω = εκτιμώ, υπολογίζω (ή και μου κάνει κάποιος/α εντύπωση ερωτικα)

κουτεντές = χαζός, ανόητος

ξεστάθηκα = εξεπλάγην θετικά ή αρνητικά (εξίσταμαι)

λογοστένω - λογοστένομαι = δίνω λόγο για γάμο

δαχτυλίδωση = αρραβώνας

Αποσπορι = το τελευταίο παιδί

σγουραφίζω = ζωγραφίζω

ψαθούρια = ψάθινα στρώματα

ξωμένω = μένω κάπου για βράδυ εκτός του σπιτιού μου

χάμαι - χαμαί = κάτω

πατερό = πατάρι

κοιμηθιά = τόπος ύπνου

αφούσα = κάψιμο, φλόγωση

****Κρητικό νανούρισμα: "Πάρε το ύπνε το παιδί κι άμε το στα περβόλια/ γέμισε τα στηθάκια του γαρίφαλα και ρόδα..."

καφάς = αυχένας, σβέρκο

καθ' αργά = κάθε βράδυ

ξεμιστεύω = σώζω, λυτρώνω

χτάσσομαι = βάζω στόχο, σκοπεύω

απής = αφού, αφότου, εφόσον

κουκουβίζω = κάθομαι οκλαδόν ή στις φτέρνες μου

πολιο - : α συνθετικό αντί του πολύ στο δυτικοκρητικό ιδίωμα

κανάκια = χάδια

ανάδια = απέναντι ή σε κοντινή θέση

ομπρός = πρώτα, αρχικά


Μαρία Παπαθεοδώρου