Φωτιές (Κεφάλαιο 5)

Του Χάρου το σημάδι


Την πρώτη φωτιά την έριξε ο καπετάν – Κωνσταντής ο Κριάρης στην Κάντανο, στις 17 του Αυγούστου, και στις 21 συνάχτηκε η Επιτροπή των καπεταναίων στο οροπέδιο του Ασκύφου τω Σφακιώ και βροντοφώναξε με γλώσσα και μελάνι «Ένωση ή Θάνατος!», μαζί κι ο καπετάν – Λεβεντοδημητρός κι ο μπάρμπας του Μάρκου ο καπετάν – Μουσουρογιώργης∙ και μόλις εδιάγειραν οι δυο αρχηγοί στο Καράνου, ο παπά – Λάμπρος την ίδια Κυριακή ευλόγησε μετά τη λειτουργιά τα άρματα και τα λάβαρα, που τα 'χανε φάνει στον αργαλειό οι γυναίκες, μπλάβα με τον λευκό σταυρό στη μέση και πάνω του ξομπλιασμένο με κόκκινη κλωστή το πρόσταγμα, και δάκρυσαν ούλοι ξανοίγοντάς τα, μικιοί μεγάλοι... Κι αφού ευλόγησε ο παπάς και δοξολόγησε κι έψαλε το «Τη Υπερμάχω», είπε και το «αρραβωνίζεται ο δούλος του Θεού Μάρκος την δούλην του Θεού Πηγήν» κι «η δούλη του Θεού Πηγή τον δούλον του Θεού Μάρκον» κι όλοι καμάρωσαν τον έγγονα της Μουσουρολενιάς και τη θυγατέρα του καπετάνιου και μακαρίσανε τούτο το συμπεθεριό που θε να γινότανε, και σφράγισε τη δαχτυλίδωση ο καπετάν – Μουσουρογιώργης περνώντας στα χέρια τους τα σημάδια, που τα 'χε παραγγείλει ενός χρυσικού στα Χανιά να του τα σάξει σαν έμαθε για το λογόστεμα, σάντολος και κουμπάρος αυτός του ανεψιού του κατά πώς ήταν το πρεπό...

«Να μας ε - ζήσουν ο Μαρκουλιός με την Πηγιούσα, τ' ώριο ζευγαράκι! Κι ο Θεός να δώσει να κά(μ)ομε και τη βλόγα τωνε» ευχήθηκε ύστερα μεγαλόφωνα, μόλις ο παπά – Λάμπρος ξετέλεψε τα ιερά τα λόγια, κι ο Μάρκος έβγαλε απ' το ζωνάρι του το αργυρομπουνιαλάκι της πεθεράς της και το 'βαλε στα χέρια της Πηγιώς.

«Τουτονά ήτανε τση παντέρμης μάνας μου, μου το 'δωκε η λάλη μου να το βαστώ για φυλαχτό όντε εχαΐνεψα... Κι εδά το δίνω γω σ' εσένα» της είπε ο νιος, θωρώντας τη με μάτια ξεχειλιστά από έρωτα, κι η κόρη ρίγησε διπλά, μια για το δώρο τ' ακριβό και μια με το φίλημά του στ' άστρι του κούτελού της, μα δεν εκάτεχαν πως σύνωρα πέρασε κι ο Χάροντας το δικό του ασβολερό σημάδι στα δαχτύλια τους...

Πρώτη μεγάλη νίκη πέτυχαν οι αγωνιστές των Χανίων στις 26 Αυγούστου, στις Βρύσες του Αποκόρωνα, ενάντια σε πέντε χιλιάδες Αιγυπτίους υπό τον Σαχίν πασά που είχαν κλειστεί μέσα σε ισχυρό φρούριο, και μαζί τους άλλοι εκατό χριστιανοί χτύπησαν στον κοντινό τον Βάμο τους Τουρκοκρητικούς που ήτανε σταλμένοι να βοηθήσουνε τους πρώτους, και ο αρχηγός τους Μπαντρή αγάς βρήκε τον θάνατο από το χέρι του Γιάννη Κλωναράκη. Έξαλλος ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ από τον ξανασηκωμό των ραγιάδων, διόρισε σερασκέρη τον γερόλυκο τον Μουσταφά πασά τον Γκιριτλή* και, μπαίνοντας ο μήνας του Σταυρού, ξεμπαρκάρισε αυτός στην Κρήτη, σέρνοντας μια μεγάλη αρμάδα, καθαίρεσε τον Ισμαήλ Φερίκ πασά κι έβαλε τους τελάληδες να μηνύσουν των επαναστατημένων να 'ρθουν να προσκυνήσουν μέσα σε πέντε μέρες, ειδεμή θα πέφτανε κεφάλια, όπως όριζαν και τα φιρμάνια που κράταγε μαζί του, γραμμένα απ' τον σουλτάνο. Προσπάθησε κιόλας να εξαγοράσει μερικούς γέροντες προκρίτους, στέλνοντάς τους τάχα μου φιλικές γραφές και ρουμπιγιέδες, μα εκείνοι αποκρίνονταν ορθά κοφτά: «Τσι ρουμπιγιέδες του τσι γυρίζομε να μην τσι μαγαρίσομε, τσι γραφές τσι κρατούμε να δέσομε φυσέκια, κει μέσα θα βάλομε την απόκριση να του την πέψομε!» Ήταν και κάποιοι πουλημένοι που, προσπαθώντας να χαντακώσουν τον σηκωμό, γυρνούσαν κι έλεγαν ψευτιές για να τρομάξουνε τον κόσμο και παρακινούσαν το Κοινό των αρχηγών να γυρέψει όχι την Ένωση, μα καθεστώς παρόμοιο με της ηγεμονίας της Σάμου με αφέντρα του την Πόρτα**, ανάμεσά τους κι οι ξενομπάτες ο μητροπολίτης Διονύσιος κι ο επίσκοπος Λάμπης, πέμποντας αφορεσμούς απ' το Μεγάλο Κάστρο και το Ρέθεμνος αντίστοιχα... Πράμα όμως δεν πτοούσε τους Κρητικούς, κι έτσι ο Μουσταφά πασάς αποφάσισε να κινήσει το πρώτο σεφέρι, με σκοπό να βοηθήσει τους αποκλεισμένους στην Κάνδανο Τούρκους που είχανε ψωμολυσσάξει κιόλας, αφού ο καπετάν Αναγνώστης Σκαλίδης είχε κάψει τους μύλους τους, κι ενώ στην αρχή τα κατάφερε, μόλις ξεκίνησε να γυρίσει στα Χανιά οι Κρητικοί τού ανοίξανε κλεφτοπόλεμο, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας πολλούς∙ στο μεταξύ, το πλοίο «Ύδρα» ξεφόρτωσε στο ακρογιάλι της Σούγιας*** όπλα, μπαρούτι κι άλλα χρειαζούμενα, και μαζί μ' αυτά και πρόσφυγες γερόντους αγωνιστές που γύριζαν από τον ξορισμό τους για να δουν τον νέο σηκωμό, νέα παλικάρια Κρητικόπουλα απ' τη σπορά της προσφυγιάς και εθελοντές, ενώ οι αγωνιστάδες που βρίσκονταν ήδη πάνω στο νησί σκορπίσανε προσώρας στα χωριά τους να δουν τις φαμελιές τους και να μαζέψουν τροφές και ζαϊρέδες. «Πάρε με κι εμέ, αφεντάκη μου, στον πόλεμο, κι α δε θες να παίζω τ' άρματα, σκιάς να σας τα γιομίζω» παρακαλούσε η Πηγιώ τον καπετάν – Λεβεντοδημητρό, μόλις γύρισε κι αυτός να χαζιρευτεί στο Καράνου, μα κείνος δεν το έστεργε. «Δεν είν' γυναίκειο πράμα ο πόλεμος, Πηγιούσα μου, επαέ να μείνεις, να βλέπεσαι και να βλέπεις και τη μάνα σου» της το ξέκοψε ντρέτα, ύστερα την αποχαιρέτησε κι αυτήν και την κυρά Αρετή και κίνησαν με τον Στελιανό για το μετόχι της Αγίας Κυριακής να συναχτούνε με τους άλλους, δίχως να βάζει ο νους του του καπετάνιου τι έκλωθε για την κοπελιά του τη νεραϊδοκάμωτη η μοίρα της...

Είδε ο Μουσταφά πασάς ότι οι άπιστοι σκορπίστηκαν και αδράχνοντας τον καιρό εξόρμησε κατά των χωριών της Κυδωνίας, τα Ριζίτικα****, θέλοντας να τα κάνει να προσκυνήσουν, και πάτησε πρώτα τον πόδα του στους Λάκκους, ίσα που πρόλαβαν να φύγουνε τα γυναικόπαιδα από τα σπίτια τους, μαζί και η θειά Μαργή, η αδελφή του καπετάν – Λεβεντοδημητρού, με τ' αγγόνια της, μπιστεμένα της τα 'χε η Αντρινιώ κι εκείνη στο πλάι του Σήφη τάχτηκε, να του κλουθά στους τράκους... Δυο μέρες καρτέρεσε ο Μουσταφάς να μη διαγουμίσει το χωριό, μηνώντας στους Λακκιώτες να παραδοθούν, «Να στρέξουμε του πασά το θέλημα, να γελάσουμε τον καιρό» αποκότησε να πει τη γνώμη του ένας Γαλαναντώνης κι ήταν ετούτος ο λόγος ο στερνός του, γιατί ο συγχωριανός του ο Μιχάλης ο Μάντακας τού άναψε αμέσως την κουμπούρα του... «Απού κιοτέψει και μουτίσει, του Γαλαναντώνη τα ξέτελα θε να 'χει!» βρυχήθηκε κι ο καπετάν – Μανούσος ο Χαιρέτης, της θειάς Μαργής ο άντρας, που είχε πολεμήσει σαν λιόντας στα πρότερα αναλλώματα που 'κανε η δικολογιά του με τον Βασιλογεώργη και κόντεψε να σκοτωθεί... «Εδά 'ν' η απιλογιά μας, Μουσταφά πασά!» είπε και το ασλάνι του, ο γιος του ο Κυριάκος, κι έπαιξε τον πρώτο σμπάρο με τη λαζαρίνα του, που έγινε ευθύς ομοβροντία κι αντιλαλήσαν οι βουνοκορφές∙ άλλο πια δε στάθηκε ο γερόλυκος μετά από τούτη την απόκριση, αμόλησε το σκυλομάνι που έσερνε, μπουρμάδες, χαλικούτηδες, Αρβανίτες, να μαγαρίσουν και να κάψουν το περήφανο ριζιτοχώρι, κι έζωσε μαζί και το Καράνου, μήτε τέσσερα μίλια αλάργο από τους Λάκκους*****... Να τηνε ξεμιστεύσει γύρεψε τότε του Θεού η λάλη η Μουσουρολενιά, να μην πέσει ζωντανή στις χέρες τους, κι ο Θεός την άκουσε και νεκρή τη βρήκαν μόλις ρίξανε χάμω την πόρτα και μουντάρανε στο φτωχικό της, σταματημένη η καρδιά της γρας στα στήθια της, μα η Ζαμπία η παπαδιά κι η Κατερινιώ με την Εργινούσα δε στάθηκαν το ίδιο τυχερές: φρενιασμένες κίναγαν να φύγουν, όταν τα θεριά χυμήξανε μες στου παπά το σπίτι, εσφάξανε μια κοπανιά της κυρά – Αρετής τη συντέκνισσα και τη φιλιότσα της με τη μικραδελφή της τις ξαπλώσανε χάμαι με το ζόρε, ενώ ουρλιάζαν και σπαράζανε, πέσανε πάνω τους και τους εκόψαν πρώτα τον ανθό κι ύστερα τα βυζιά τους, αφήνοντάς τες να αιμορραγούν ώσπου στέσανε τ' αμάτι τους, κι ο παπά – Λάμπρος βρήκε κι αυτός τον θάνατο μέσα στην εκκλησιά, όπου τελούσε το στερνό του το Σπερνό, γεμάτος ιερή παραφροσύνη...

«Πηγιώ μου, γλήγορα, παρ' το ντουφέκι κι άμε στη μηλέ να χωστείς» όρισε η καπετάνισσα της θυγατέρας της, με το που το 'νιωσε πως μπήκαν τα φουσάτα του Μουσταφά πασά και στο Καράνου, πως τους ζύγωναν και δεν επρολάβαιναν να φύγουν. «Γλήγορα, κοπελιά μου...»

«Κι εσύ, μάνα; Συ ντα θε να κάμεις;»

«Άφεις με μένα, ξα μου, την απατή σου σέβου να μη σ' αντροπατήσουνε!»

«Μανούλα...»

«Λάλιε, Πηγιούσα μου... Γλάκα, να μη σε βρουν οι σκύλοι...»

Μερτζουβί εμύριζε της κυρά - Αρετής το φιλί ανάμεσα στα φρύδια της, σαμιά θανατερή, και βαστώντας το ζεστό πάνω στο πετσί της έτρεξε η Πηγιώ και σκαρφάλωσε στη γλυκομηλίτσα τους, κρύφτηκε μες στη φυλλωσιά βαστώντας το ντουφέκι κι η καρδιά της βαρούσε νταχαρές∙ κι από κει, αγροίκησε μια χούφτα Τούρκους να ορμούν με αλαλαγμούς μες στην αυλή τους, τον Ψαρή το χτήμα τους να γκανίζει φρενιασμένος, τις όρθες και τον πετεινό στον κούμο να κακαρίζουν σπαρακτικά καθώς το λεπίδι τούς έκοβε τον γκάρδα τους, τη γεννητόρισσά της να μουγκρίζει σαν τη λέαινα: «Σα σας ακούει, κοπιάστε οθεμπαέ, ζαγάρια!», κι ύστερα τις κραυγές της... «Μάνα μου...» ψέλλισε, τον αφορούταν πια τον χαλασμό της, τη θυσία της, κουρμπάνι πως έγινε στα χέρια των μεμέτηδων για να σωθεί εκείνη, κι αλλολίγο να κυλήσουν τα δάκρυα που λιμνιάσανε στα μάθια της και να γράνουνε τα μάγουλά της, μα αμέσως ξάνοιξε τους φονιάδες της στον βγαρμό του σπιτικού τους, σύχριστους απ' το γαίμα της, κι οι φλέγες της φουσκώσανε, η μάνητα του γδικιωμού τής κέντησε τ' απάρθενα τα στήθη και σφίγγοντας τα ντόδια και την κάννη του ντουφεκιού στα χέρια της τούς έβανε στον τίρο του, ξάμωσε και τους έπαιξε∙ ξεστάθηκαν οι ντουχιουμάνηδές της, αλαφιάστηκαν, κι όσο να σύρουν τις πιστόλες να της αντιβγούν η ντελίνα άδειαζε πάνω τους βροχή τα βόλια της, τηνε μπαλοτάρανε κι αυτοί δυο τρεις φορές, μα το μόνο που κατάφεραν ήταν να τηνε πάρουν ξώφαλτσα στο μπράτσο, πριν τους ξαπλώσει όλους τους νεκρούς, κι έπειτα πήδησε από τους κλώνους του δεντρού στο χώμα, τους ξαρμάτωσε όπως – όπως και φόρεσε φτερά στα πόδια της...

...Έτρεχε, έτρεχε και δεν έκοβε καλά – καλά τ' αγλάκιο της μουδέ για να πάρει ανάσα, το λαβωμένο χέρι της σχεδόν το 'χε αλησμονήσει∙ είχε αποκολώσει πια πολύ απ' το Καράνου, τα κατωμέρια έπιανε, όταν είδε να προβέρνει μπρος στα μάτια της το μετόχι της Αγίας Κυριακής, σκοτεινός όγκος μες στα μαβιά πέπλα της νύχτας. «Δόξα να 'χεις, Θε μου!» συλλογίστηκε κι όπως στάθηκε, ένιωσε ξάφνου τον πόνο να την τρυπάει και να τη λιγώνει... «Όι ν - εδά, όι... Να φτάξω πρέπει, μη λιγοψυχήσω» πρόσταξε τον εαυτό της, βογκώντας, αναμάζωξε όση δύναμη τής έμενε και με μια στερνή τρεχάλα ζύγωσε το μοναστήρι. Λίγες οργιές πριν την εξώθυρά του σκόνταψε, λύγισαν τα γόνατά της και κόντεψε να μουρώσει απά στο χώμα, τα χέρια της τη γλύτωσαν να μην ασβολωθεί που τα 'μπηξε μέσα του, ανάκαρα όμως να σταθεί όρθια μπλιό δεν είχε, σαν τη γουστέρα σύρθηκε λοιπόν ως την πόρτα του μοναστηριού, ανασηκώθηκε κι εντάκαρε να την κρούγει δυνατά με τις γροθιές της, κράζοντας τους καλογέρους:

«Βοήθεια, γεροντάδες! Το Πηγιώ είμαι, του καπετάν – Λεβεντοδημητρού η θυγατέρα... Αϊδάρετέ με, μωρέ, ανοίχτε μου! Ανοίχτε μου...»

«Μέγας είσαι, Κύριε!» σταυροκοπήθηκε ο πορτάρης, μόλις ξεμαντάλωσε κι αντίκρισε την καπετανοπούλα ένα κουβαράκι μπρος στα πόδια του να λουχτουκιά ασθμαίνοντας. «Ποια είσαι συ, κόρη μου; Ίντα κάμεις επαέ;» τη ρώτησε έπειτα και πήγε να σκύψει απάνω της, γεμάτος απορία και οίκτο, μα τον επρόλαβαν ο καπετάν – Λεβεντοδημητρός κι ο Στελιανός, που τη γνώρισαν από τη μιλιά και της σιμώσανε ανάστατοι.

«Κοπελιά μου! Κοπελιά μου, ίντα 'παθες;» της μίλησε πρώτος ο κύρης της, ανασηκώνοντάς την μες στην αγκάλη του, κι ο αδελφός της χλόμιασε σαν είδε το κάψιμο και την πληγή στο μπράτσο της.

«Λαβωμαθιά... Αμπλά μου, ποιος σε βάρεσε; Μίλα μας!»

«Οι Τ-Τούρκοι... πατήσαν το Καράνου μας... Τη σπιθιά μας, ανεχουμίσα τήνε, και τη μάνα...»

«Τη μάνα; Ίντα τη μάνα; Ντα τσ' έκαμαν;»

«Τηνε σφάξανε... Τσ' έκουσα, γροίκησα τσι μουγκριές τση, τσ' είδα, τσ' είδα και πήρα γδικιωμό, έπαιξά τωνε με το ντουφέκι κι εκειά με βάρεσαν κι αυτοί...»

Αυτά είπε, κι έγειρε μισολιπόθυμη στα χέρια τους. Κυττάχτηκαν συναλλήλως τους μια στιγμή κύρης και γιος, με οδύνη, κι ύστερα ο καπετάνιος σήκωσε μες στα δικά του μπράτσα τη θυγατέρα του, την πήγε έτσι σηκωτή ως το αρχονταρίκι και την πλάγιασε στο σανιδένιο ντιβάνι, κι ο αρχοντάρης κάλεσε έναν αδελφό του που κάτεχε από γιατρικά να περιποιηθεί της κορασιάς το λάβωμα. «Στο τζούνι τζούνι την πήρε το βόλι, μα θε να γιάνει γλήγορα» αποφάνθηκε εκείνος, αφού τη μπλάστρωσε με σπίρτο και την έδεσε, μερώνοντας την αγωνία του καπετάν – Λεβεντοδημητρού και του Στελιανού, μα και του Μάρκου αντάμα, που να δει έτσι τη δαχτυλιδωτή του, τού δάγκασε φίδι την καρδιά...

«Ούλα θα σιάξουνε, Πηγιούσα μου... Γροικάς; Να γιάνεις θέλει, κοπελιά μου, γερά – γερά» την παρηγόρησε ο γονιός της, καθώς τον ξάνοιγε με της ταλαιπώριας το βλέμμα μέσα από τα μισογερμένα της ματόκλαδα, προτού τα κλείσει βαριά, αποκαμωμένη, με κείνονε στο πλάι της να ξαγρυπνά, έχοντας διώξει όλους τους άλλους, ακόμη και το κοπέλι του και τον γαμπρό του∙ ταραχισμένος ήταν ο ύπνος της της Πηγιώς, βραχνάδες τη βαστούσανε κι όλο παραμίλαγε, τινάζοντας πέρα δώθε την κεφαλή της, ώσπου πετάχτηκε δρωμαχισμένη, με την αναπνιά της κοντή σαν να κρουβόταν...

«Κύρη μου... Κύρη μου, καίγομαι, φωθιά, φωθιά παντού, μανούλα μου!... Μανούλα μου...»

«Σώπα, Πηγιώ μου, σώπα, βραχνάς ήταν και πάει... Επά 'μαι εγώ, κοπελιά μου, γείρε πάλι και θέσε» ψιθύρισε ο καπετάνιος, και με τις τραχιές του απαλάμες πολεμούσε να την κανακίσει, να της στεγνώσει τα δάκρυα που κυλούσανε κόμποι χοντροί από τα μάτια της...

«Ε θέλω... Ε μου βολεί, σκιάζομαι...»

«Έλα ν - επά τότες... Έλα στην αγκαλέ μου, κι άρνεψε...»

Βαριαναστέναξε ο μέχρι πριν λίγο σκληροτράχηλος χαΐνης, που τώρα αφέντης ήτανε μονάχα και άντρας χήρος, κι ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του, ίδια φτερούγες αετίσιες, τα έκλεισε γύρω της με σπλάχνος, κι η κόρη του κούρνιασε πουλάκι αδύναμο στον μπέτη του τον ατσαλένιο, με τους λυγμούς να δέρνουν ακόμη ανάρια - ανάρια τα δικά της τρυφερά μπετούρια. «Σώπα, ρόδο μου, μην κλαις... Γλυκομηλέ μου εσύ, βρύση μου κρουσταλλένια, χαρώ σε... Χαρώ σε, ρούσα βιόλα μου κι άσπρο μου γιασεμί μου / κι αροδαμέ τση ροδαράς και μοσκαρισμαρί μου» θυμήθηκε η γλώσσα του μόνη της τη μαντινάδα - κάποτε, στη νιότη του, όταν ήταν σκέτος Δημητρός ακόμα, τα χείλη του στην Αρετούσα του την τραγουδούσανε μ' αγάπη κι έρωτα, κι εδά μυρολόι της την έκανε, μαζί και νανούρισμα για το Πηγιώ τους, που σαν κοπελουδάκι την έσφιγγε απάνω του και τη φιλούσε στα μαλλιά της, για να σπογγίσει μες στο κουργιάλι τους το μαύρο του το δάκρυ...



διαγέρνω = γιαγέρνω = επιστρέφω

σημάδι = το δαχτυλίδι του αρραβώνα

γερά - γερά = γρήγορα γρήγορα

βλόγα = γάμος

άστρι (αστέρι) του κούτελου = το κέντρο του μετώπου

σερασκέρης = αρχιστράτηγος

*Ο Μουσταφά πασάς "Γκιριτλής" είχε πολεμήσει ήδη ενάντια των Κρητικών στην Επανάσταση του 1821, νέος τότε ακόμα, ως μπίμπασης (χιλίαρχος), έλαβε δε την ονομασία Γκιριτλής (Κρητικός) λόγω της μακρόχρονης παραμονής του στην Κρήτη ως βαλής, από το 1830 έως το 1850 περίπου. Πρώτη και επίσημη σύζυγός του υπήρξε η σκλάβα Ελένη Μπολανοπούλα από τα Σκουλούφια Μυλοποτάμου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους και την άφησε μάλιστα ελεύθερη να θρησκεύεται ως χριστιανή. Η περιουσία του στην Κρήτη ήταν τεράστια κι ο χαρακτήρας του ιδιόρρυθμος, τόσο απέναντι στους χριστιανούς όσο και στους μουσουλμάνους (χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι φέρεται να έκανε κουμπαριές με τους πρώτους)

μήνας του Σταυρού = Σεπτέμβριος (λόγω της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

ρουμπιγιές = ινδικό νόμισμα (ρουπία)

**Πόρτα = η Υψηλή Πύλη (Τοπ Καπί). Η ηγεμονία της Σάμου ήταν ιδιότυπο καθεστώς αυτόνομου κράτους υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης που εγκαθιδρύθηκε στη Σάμο μετεπαναστατικά το 1834, με πρωτοστάτη τον Λυκούργο Λογοθέτη, και παρέμεινε ως τους Βαλκανικούς πολέμους και την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα.

Μεγάλο Κάστρο = Ηράκλειο

ξενομπάτης = ξενομερίτης

σεφέρι = εκστρατεία

***Σούγια = παραλία στα νότια του νομού Χανίων, επίνειο της Κανδάνου ή Σελίνου

ζαϊρέδες = εφόδια

σκιάς = τουλάχιστον, έστω

****Ριζίτες ονομάζονταν οι κάτοικοι της επαρχίας Κυδωνίας, αυτοί που ζούσαν στις "ρίζες", δηλαδή στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, εξ ου και τα ριζίτικα τραγούδια

τράκος = συμπλοκή, μάχη

στρέγω = στέργω = αποδέχομαι

μουτίζω = παραδίνομαι

απιλογιά = απόκριση

λαζαρίνα = τύπος όπλου ιδιαίτερα διαδεδομένος στην Κρήτη

χαλικούτηδες = Αφρικανοί σκλάβοι και οικονομικοί μετανάστες στην Κρήτη. Οι Αφρικανοί "Χαλικούτες" ήταν φτωχοί μεροκαματιάρηδες, εργάτες κυρίως στο λιμάνι, αχθοφόροι, ιχθυοπώλες, βοηθοί στα σφαγεία και αλλού. Μιλούσαν αραβικά και ήταν Μουσουλμάνοι. Κυκλοφορούσαν ατημέλητοι, ντυμένοι φτωχικά, συχνά ξυπόλητοι και ζούσαν σε ταπεινά δωμάτια και παράγκες, γι' αυτό κι η λέξη "χαλικούτης" κατάντησε συνώνυμη του απεριποίητου, "του λέτσου", σε συνδυασμό με την ακαταλαβίστικη γλώσσα που μιλούσαν αδιάκοπα.

***** Το κάψιμο των Λάκκων συνέβη κατά τις 17 Σεπτεμβρίου 1866. Την τύχη τους μαρτυρείται ότι μοιράστηκε και το Καράνου, που απέχει μόλις 4 χιλιόμετρα.

κόβω τον ανθό (της παρθενίας) = ξεπαρθενεύω, διακορεύω

στένω τ' αμάτι = ξεψυχώ

Σπερνό = ο Εσπερινός

ξα μου (εξά μου > εξουσία μου) = δικός μου λογαριασμός, κάνω ο τι νομίζω

σέβου = πρόσεχε

αντροπατώ = βιάζω γυναίκα

μερτζουβί = νεκρολίβανο που έμπαινε στις σορούς για να εμποδίζει τις άσχημες οσμές ώσπου να ταφούν (έκφραση ειρωνική: το μερτζουβί σου λείπει = είσαι χάλια)

σαμιά = σημάδι, συνήθως αυτό που κάνανε οι βοσκοί στα ζώα τους για να τα γνωρίζουν

νταχαρές = μεγάλο ντέφι

όρθες > όρνιθες = κότες

κούμος = κοτέτσι (εδώ)

(γ)κάρδας = λαιμός, λάρυγγας

γενική προσωπική + ακούει (μου/σου/του/μας/σας/τους ακούει) = έχω τα κότσια, τη δύναμη

οθεμπαέ (όθε-ν + επαέ) = προς τα δω

αφορούμαι = μαντεύω, υποθέτω

αλλολίγο = παραλίγο (συνώνυμα: στο χίντι χίντι, ασκαλντί, από την τρίχα...)

γραίνω > υγραίνω = μουσκεύω

βγαρμός = έξοδος

σύχριστος = λερωμένος ολόκληρος από κάτι (συν + αρχ. χρίω)

φλέγες = φλέβες

τίρος του τουφεκιού = το βεληνεκές του όπλου

αντιβγαίνω = αντεπιτίθεμαι

ντελίνα = γενναία κοπέλα

αγλάκιο = τρέξιμο

αποκολώνω = απομακρύνομαι

προβέρνω = προβάλλω

οργιά = μονάδα μετρησης μηκους σωματομετρικη, ιση με το υψος ενος ενηλικου ανδρα

μουρώνω = α. πέφτω με τα μούτρα (Αν. Κρήτη, εδώ) β. καλύπτω με κάτι το πρόσωπο (Δυτ. Κρήτη)

ασβολώνομαι = χτυπάω

ανάκαρα = αντοχή, δύναμη

γουστέρα = σαύρα

α(γ)ϊδάρω, α(γ)ίδα = βοηθώ, βοήθεια (ιταλ.)

αναχουμίζω = ανακατώνω

μουγκριά = κραυγή

συναλλήλως τους = μεταξυ τους

στο τζούνι τζούνι = ξώφαλτσα, άκρη καρη

βραχνάς = εφιάλτης

δρωμαχισμένος = κάθιδρος, μούσκεμα στον ιδρώτα

μπετούρια = στήθη, στηθακια (χαϊδευτικα)

ροδαρά = τριανταφυλλιά (αροδαμος της ροδαρας = τριανταφυλλακι...)

αρισμαρί = δεντρολίβανο > rosemarinus

κουργιαλός = μαύρος


Μαρία Παπαθεοδώρου