Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.4.19

Παρεκκλίνων φύλακας (Κεφάλαιο 3) - "Απάρνηση"

Τι σημαίνει να αγαπάς;

Να χτίζεις τοίχους μέσα στην καρδιά σου.
Να σφραγίζεις δωμάτια γεμάτα με συναισθήματα.
Επειδή στο ζητά εκείνος που αγαπάς.
Να τσακίζεις εσένα, για να σώσεις εκείνον.
Και ύστερα να κλαις σιωπηρά,
Για να μην καταλάβει πως πονάς.


Ρίχνω επάνω της το λευκό σεντόνι. Είναι νεκρή. Το μεταλλικό ρολόι χεριού με τις χρυσές λεπτομέρειες στο καντράν με πληροφορεί πως είναι επτά και μισή. Η Ίντιθ έχει πανιάσει. Πίνει λίγο ουίσκι από το φλασκί που κουβαλώ συνήθως μαζί μου. Παράξενο, να χρειάζεται εκείνη το αλκοόλ και όχι εγώ. Σφίγγω το χέρι της. Τα δάχτυλά της είναι παγωμένα.
«Σταμάτα να αναλώνεσαι» διατάζω σιγανά. «Σύντομα θα είναι εδώ οι καθαριστές».
«Δεν έπρεπε να πεθάνει κανείς» παραπονιέται, πνίγοντας τη στεναχώρια της με μια ακόμα γουλιά.
«Αν δεν έχεις αντοχές για αυτή τη ζωή, γίνε μητέρα. Σας επιτρέπουν να ασχοληθείτε με την ανατροφή του παιδιού μέχρι να φτάσει στα δεκαπέντε».
Κρύβει το πρόσωπό της πίσω από ξανθές τούφες. Τα κέρατα που εξέχουν κάτω από τις φύτρες του μετώπου της, από λευκά ξεκινούν να παίρνουν μια ασημένια απόχρωση. Αυτό της συμβαίνει όταν δεν μπορεί να ελέγξει τις δυνάμεις της. Γνωρίζω πως αυτή τη στιγμή όλες της οι αισθήσεις είναι αφόρητες. Γεύεται ακόμη και τον αέρα. Οσμίζεται ανθρώπους που απέχουν μέχρι και ένα χιλιόμετρο. Ακούει φωνές, ψίθυρους, τσακωμούς, λυγμούς. Σκεπάζει τα αυτιά με τις παλάμες. Σηκώνω το πρόσωπό της και σκουπίζω τα κρυστάλλινα ρυάκια. Αυθόρμητα, τυλίγω τους ώμους της και την κολλώ στο στέρνο μου. Τα χείλη μου αγγίζουν το μέτωπό της.
«Ησύχασε».
«Δε θέλω να φέρω ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο» κλαψουρίζει, γραπώνοντας τον γιακά μου και χώνοντας τη μύτη της στη βάση του λαιμού μου.
Αναρριγώ και δοκιμάζω να την αποδιώξω. Δε μου επιτρέπει να χωρίσω τα σώματά μας. Έχει ανάγκη από αυτήν την απαγορευμένη δόση, μα εμένα δε μου κάνει καλό. Οι ανάσες μου βγαίνουν βαριές. Η επαφή μας είναι αρκετή για να κλονίσει τα τείχη μου. Και τα λόγια της… Τι πατέρας θα γινόμουν, άραγε; Σαν τον Ααρών; Ένα τερατούργημα που μετατρέπεται στον φόβο και τον τρόμο του παιδιού του; Μήπως ένας απών πατέρας; Κάποιος που δεν κατάφερε να νιώσει και να γνωρίσει ποτέ;
Η πόρτα χτυπά και τα κορμιά μας αποχωρίζονται σαν να είναι μαγνήτες με κοινούς πόλους. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού, στο οποίο προσκαλέστηκα πριν από μισή ώρα. Η κάτοικος κείτεται τώρα νεκρή.
Νεύω ευγενικά στον Στού. Είναι μεγαλύτερος από σαρανταπέντε ετών. Παλιός φίλος του πατέρα μου. Έχει μακριά μαλλιά, πιασμένα σε μια αλογοουρά. Τα χρώματά του είναι ιδιαίτερα σκούρα και μουντά. Η λεπτή και άχαρη κορμοστασιά του κινείται προς το μέρος μου κουτσαίνοντας. Ανήκει στην κατηγορία τον Αναλώσιμων και εργάζεται ως Καθαριστής. Η δουλειά του είναι να τακτοποιεί ό,τι αφήνουν πίσω οι Φύλακες. Μόλις παρατηρεί πως δεν είμαι μόνος στο σπίτι της νεκρής, μαρμαρώνει.
«Νόμιζα πως δε χρειάζεσαι βοήθεια στη δουλειά σου. Τι έγινε Νόρμαν; Σκούριασες;» ρωτά, βγάζοντας ένα καφετί τσιγάρο και εγκλωβίζοντάς το ανάμεσα στα χείλη του.
«Μένουμε ιδιαίτερα κοντά και συχνά οι μετρητές μας δυσλειτουργούν».
Παίρνει τη γλοιώδη έκφραση που μισώ. Εκείνη με τα υπερυψωμένα φρύδια και το γλείψιμο των χειλών και με ρωτά: «Πόσο κοντά;» Ένας προειδοποιητικός ήχος σκαρφαλώνει τον λαιμό μου. Ξεκινώ να φλυαρώ όσον αφορά την αποθανούσα, πριν να απαντήσω κάτι που θα μετανιώσω.
«Ώρα θανάτου, επτά και δεκαεπτά προ μεσημβρίας. Αίτιο θανάτου, αυτοκτονία με αμπούλα. Επιτεύχθηκε ισορροπία ανάμεσα σε Αναλώσιμους και Ευαίσθητους. Η δουλειά είχε ολοκληρωθεί όταν εμφανίστηκε η Ίντιθ Ντεμόνιουμ. Η ίδια δεν ενεπλάκη».
Αποσπά το σεντόνι και ψεκάζει το σώμα με το υλικό συντήρησης. Συμπληρώνει το έγγραφο με τις βασικές πληροφορίες. Αμέσως μετά, καλεί τους συνεργάτες του, για να απομακρύνουν το πτώμα. Μόλις κλείνει την πόρτα πίσω του, η Ίντιθ αρπάζει τα χειρόγραφα που έχουν τοποθετηθεί επιμελώς στο τραπέζι.
«Δε τα χρειάζομαι αυτά».
«Θέλω να τα κρατήσω» ψιθυρίζει.
Τεντώνει τις μύτες των ποδιών της, για να φτάσει το ψηλότερο ράφι τοίχου στο υπνοδωμάτιο. Τραβά την μπιζουτιέρα και την ανοίγει. Μια μπαλαρίνα χορεύει επίμονα στη βάση της και ένα νανούρισμα ταξιδεύει στον χώρο. Κάτω από τις πουέντ της λαμποκοπούν χρυσά κοσμήματα. Την κλείνει και τη σπρώχνει μέσα στην ευρύχωρη κόκκινη τσάντα της. Αναστενάζω. Διαφωνώ με τις ενέργειές της. Δεν κρατώ κειμήλια από τους νεκρούς. Ολοκληρώνει τη συλλογή άχρηστων αντικειμένων και βγαίνουμε από το διαμέρισμα. Μόλις κλείνουμε την πόρτα πίσω μας, αναστενάζω και οσμίζομαι λαίμαργα τον φρέσκο αέρα. Δεν έχω μεγάλη αντοχή στη μυρωδιά του θανάτου, και ας είναι συνηθισμένη στην καθημερινή μου ενασχόληση.
Περπατώ μαζί της μέχρι το σπίτι της. Μου προτείνει να περάσω, μα αρνούμαι ευγενικά. Κοιτάζει γύρω της, σαν να φοβάται πως την καταδιώκουν και με παρακαλεί να μείνω στο διαμέρισμά της σήμερα.
«Μη φοβάσαι. Κανείς δε θα μάθει τι έχει συμβεί» την επιβεβαιώνω. «Και αν χρειαστεί, θα αναλάβω πλήρη ευθύνη».
«Δε θα το επέτρεπα αυτό και το ξέρεις» απαντά με απόλυτη σοβαρότητα. «Σε παρακαλώ, μείνε μόνο για ένα βράδυ».
«Ξεχνάς ότι δεν είμαι μόνος, τώρα πια».
«Ω, θεέ μου. Θα έπρεπε να είναι μαζί μου. Είμαι πολύ πιο ικανή να φροντίσω…»
«Ίντιθ» τη σταματώ, έντρομος από τα λεγόμενά της. «Ήθελες να σεβαστώ την ανθρώπινη πλευρά μου. Το έκανα. Δε με νοιάζει αν πεθάνω. Αλλά μη μου ζητάς να σε αφήσω να εμπλακείς περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Σήμερα ήταν η τελευταία φορά. Όσο πιο συχνά συναντιόμαστε, τόσο πιο πολλές υποψίες κινούμε. Άλλωστε, δεν έχουμε κάποια σύνδεση».
«Μην το λες αυτό».
Βουρκώνει. Τα χέρια μου κλείνουν γύρω από τα μάγουλά της. Την τραβώ κοντά μου και τα χείλη μου χωρίζουν τα δικά της βίαια. Γεύομαι κάθε λεπτομέρεια, τη δαγκώνω, σαν να θέλω να κρατήσω ένα κομμάτι της. Τα χέρια μου σκιαγραφούν το κορμί της πάνω από το κολλητό της φόρεμα. Τα δικά της ξεκινούν να ξεκουμπώνουν το πουκάμισό μου. Μια ανατριχίλα διατρέχει το κορμί μου από άκρη σ’ άκρη και ξυπνώ από αυτή την παραζάλη. Φεύγω μακριά της και γυρνώ την πλάτη μου, χωρίς δισταγμό.
«Εις το επανιδείν» προφέρω, αρνούμενος να γυρίσω ξανά.
Ξέρω πως αν την κοιτάξω θα λυγίσω. Τα μεγάλα ασημένια της μάτια θα λαμπυρίζουν από τα δάκρια και τα μικρά της κέρατα θα φεγγοβολούν. Γιατί την πληγώνω. Το γνωρίζω καλά.
Απλά ζήσε.



Ράνια Ταλαδιανού