Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το άστρο που έδυσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το άστρο που έδυσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 8 - Μέρος 3ο) - Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε

ΚΟΛΑΣΗ
Η απόκοσμη αίθουσα, ήταν ολοφώτιστη, με δάδες να κοσμούν τους πέτρινους και άχρωμους τοίχους. Ο Αζαζήλ, βαστούσε στα χέρια του, για την ακρίβεια έσερνε στο πάτωμα, το ματωμένο και λιπόθυμο σώμα της Κάιλα. Βαριά βήματα ακούστηκαν από την άλλη άκρη της αίθουσας και ο Ασμοδαίος εμφανίστηκε, βαστώντας γερά την Αμέλια που χτυπιόταν.
«Η ώρα έφθασε» είπε στον Αζαζήλ, ενώ παράλληλα χάϊδευε το κλειδί της ένατης Πύλης που κρεμόταν στον λαιμό του.
Σε ολόκληρη την αίθουσα, πλήθος δαιμόνων είχαν συνωστίζονταν, προκειμένου να παρακολουθήσουν τον απεγκλωβισμό των δύο Πριγκίπων της Κολάσεως και τον διαχωρισμό τους από τους θρόνους.
«Χρειαζόμαστε μονάχα το αίμα τους, δεν είναι ανάγκη να τις σκοτώσουμε» προσπάθησε να μεταπείσει τον Ασμοδαίο, ο Αζαζήλ, αλλά εκείνος τον κοίταξε παγερά.
«Τα πράγματα θα γίνουν όπως τα συμφωνήσαμε. Για την ώρα πραγματοποίησε την τελετή, καθώς εγώ έχω μία μικρή δουλειά. Στης Κόλασης τα μονοπάτια, μύρισε ξαφνικά μύρο του Παραδείσου» του είπε και ο Αζαζήλ τον κοίταξε παραξενεμένος. «Είναι εδώ ο Μιχαήλ» τελείωσε και ο δαίμονας ούρλιαξε από θυμό.
«Θα επαναφέρω τα αδέρφια μας» τελείωσε και ο Ασμοδαίος, σύρθηκε σαν οχιά έξω από την αίθουσα, με κατεύθυνση τα Τάρταρα.

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 8 - Μέρος 2ο) - Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε

ΚΟΛΑΣΗ
Προτού ανοίξουν τις πόρτες του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού, ο Μιχαήλ στράφηκε προς την Αντέιρα λέγοντας :
«Ένα πράγμα να έχεις στο μυαλό σου, πως η Κόλαση είναι για τον καθένα διαφορετική. Ενσαρκώνει διαφορετικές εικόνες και ρόλους, ψευδαισθήσεις, που μπορούν να μετατραπούν σε βιώματα βασανιστικά. Έχε το νου σου σε ετοιμότητα και να θυμάσαι, πως όσο πιο φωτεινή είναι η ψυχή σου και οι σκέψεις σου, τόσο πιο μακριά διώχνεις το σκοτάδι» τελείωσε και η Αντέιρα, σχεδόν κράτησε την αναπνοή της. Οι πόρτες άνοιξαν και το χάος τους συστήθηκε.
Αφόρητη ζέστη και η μυρωδιά του θειαφιού, έκαναν επίθεση στα ρουθούνια τους. Η διαδρομή προς τα Τάρταρα, ξεκινούσε με έναν πέτρινο λαβύρινθο. Η Αντέιρα, η οποία γνώριζε πως φοβόταν το σκοτάδι, αδυνατούσε να δει σε ακτίνα μεγαλύτερη του ενός μέτρου. Γύρω της ξεπετάγονταν πέτρινα τείχη με ανάγλυφες επιγραφές στα λατινικά. Κοντοστάθηκε για λίγο να τις ψηλαφίσει, μα ο Αλάστορας την τράβηξε για να προχωρήσουν. Όσο πιο βαθιά έμπαιναν στον κολασμένο τόπο, τόσο περισσότερο τους τύλιγε το σκοτάδι, σαν να είχε υλική υπόσταση και να μπορούσε να τους βλάψει. Το οξυγόνο έμοιαζε να λιγοστεύει, ενώ από το βάθος ακούγονταν κραυγές.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Αντέιρα.
«Τα βασανιστήρια των ψυχών» απάντησε ο Μιχαήλ.

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 8 - Μέρος 1ο) - Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε

«Ο Παράδεισος είναι πιο ένδοξος και η Κόλαση πιο τρομερή από ό,τι η ανθρώπινη γλώσσα μπορεί να εκφράσει».
Τη στιγμή που το τρένο σταμάτησε τη σιωπηλή διαδρομή του, τόσο ο Μιχαήλ, όσο και η Αντέιρα, ένιωσαν ένα βάρος στην καρδιά. Η πόρτα άνοιξε και το μέρος ολόγυρα φαινόταν ολόιδιο, με εκείνο το σημείο από όπου περίμεναν λίγο πριν το απόκοσμο βαγόνι, με την διαφορά πως ήταν παντελώς εγκαταλελειμμένο και σκοτεινό, σαν να είχαν περάσει εκατομμύρια χρόνια απουσίας του ανθρώπινου είδους. Ακολούθησαν την ίδια ακριβώς διαδρομή, μέχρι το κεντρικό σημείο του σταθμού, όπου αναγράφονταν τα δρομολόγια και βρίσκονταν τα μαγαζιά και τα εστιατόρια. Ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει, ενώ οι σκιές των ανθρώπων που βάδιζαν άσκοπα τριγύρω τους, φαίνονταν να τους προσπερνούν αδιαφορώντας εντελώς για την ύπαρξή τους και μάλιστα μερικοί έπεφταν με βία πάνω τους, δίχως να τους ρίχνουν ούτε ένα βλέμμα. Σαν να μην τους ένοιαζε. Έμοιαζαν περισσότερο με φαντάσματα, παγιδευμένα στη γη εξαιτίας των ανειλημμένων υποχρεώσεων που δεν εκπλήρωσαν ποτέ εν ζωή.
Η Αντέιρα, εκνευρισμένη από τη στάση και την πλήρη αδιαφορία των περαστικών, προσπάθησε να σταματήσει κάποιον, αλλά αυτός τραβήχτηκε οργισμένος, δυσανασχετώντας και αφήνοντας παράλληλα να βγουν από το στόμα του άναρθρες κραυγές. Στο βάθος, φάνηκε το εστιατόριο που βρισκόταν στην κορυφή της σκάλας του σταθμού, μονάχα που τώρα έμοιαζε σαν να έχει βγει από κάποια ταινία τρόμου. Τα τραπέζια ήταν βρώμικα και τα τραπεζομάντηλα σκισμένα και λεκιασμένα, ενώ μερικές καρέκλες βρίσκονταν σκορπισμένες στο πάτωμα.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 5ο) - Το σπαθί του Αρχάγγελου

Καθόταν μονάχη της, έχοντας το μυαλό της προσηλωμένο στη θάλασσα και στα κρωξίματα των γλάρων που πετούσαν ελεύθεροι ψηλά στον ουρανό. Η καθημερινότητά της στη δουλειά είχε αλλάξει, καθώς τον αλλοτινό «Λύαμ» είχε αντικαταστήσει ένας μεσήλικας λογιστής. Πάραυτα, ο κύριος Μίλερ ακόμη ήλπιζε στην επιστροφή του λαμπρού του άστρου, του κυρίου Χελ. «Εδώ που τα λέμε, με το θέμα του χαρακτηρισμού ως άστρου, δεν είχε πέσει και πολύ έξω» σκέφτηκε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Κάποιες φορές, άπλωνε το χέρι της μπροστά, σαν να προσπαθούσε να αγγίξει έναν αόρατο τοίχο. Σαν να ήλπιζε πως από κάπου αλλού, ίσως από κάποια άλλη διάσταση, ένα άλλο χέρι θα απλωνόταν για να κρατήσει το δικό της σφιχτά. Στο μυαλό της έτρεχαν όλες οι στιγμές που είχε ζήσει με αυτό το τόσο αλλόκοτο πλάσμα. Τον υπέρτατο Αρχάγγελο, παγιδευμένο στο σώμα ενός τερατόμορφου δαίμονα. Ο ορισμός του κακού για τον κόσμο και ο δυνατός έρωτας για εκείνη. Για εκείνη, που είχε την τύχη να δει αυτήν την απόλυτη δύναμη, να λυγίζει κάτω από το άγγιγμά της, που τον είχε δει να φοβάται, τη στιγμή που κοιτούσε το πρόσωπό του εξαιτίας της ασχήμιας του και τον είχε δει να συγκινείται τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν την αποχωριστεί για πάντα. «Το για πάντα» σκέφτηκε, είχε πολλές σημασίες ανάλογα με τον τρόπο και την πρόταση την οποία συνόδευε. Στην περίπτωσή της, ακουγόταν σκληρό και αμείλικτο, μα πάνω από όλα αμετάβλητο. Τέλος, στο μυαλό της εμφανίστηκε η εικόνα τους τη στιγμή που έκαναν έρωτα. Τη στιγμή που μπροστά της δεν είχε κανέναν Εωσφόρο, αλλά έναν άνδρα σαγηνευτικά άπειρο. Έναν άνδρα που την είχε αγγίξει τόσο απαλά και τρυφερά, σαν να ήταν το σώμα της μία εύθραυστη και πολύτιμη πορσελάνη.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 4ο) - Το σπαθί του Αρχάγγελου

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Οι τέσσερις Αρχάγγελοι, ανάμεσα σε αυτούς και ο Μιχαήλ, είχαν παραταχθεί καθώς μεταφερόταν βαριά τραυματισμένος ο Κασσιήλ, ο άγγελος των δακρύων και της εγκράτειας, κυβερνήτης του Τάγματος των Κρατούντων, κοινώς των Δυνάμεων που φρόντιζαν να φυλούν με κάθε κόστος τα σύνορα μεταξύ Κολάσεως και Παραδείσου.
«Ραφαήλ, ως άγγελος της θεραπείας, φρόντισε σε παρακαλώ τον αδερφό σου» ακούστηκε η αυστηρή φωνή του Γαβριήλ.
Ο Ραφαήλ, ο γλυκός Αρχάγγελος με τα λευκά μαλλιά και τα ζαφειρένια αλλόκοσμα μάτια, υπάκουσε με μία υπόκλιση.
«Μιχαήλ, τα περιθώρια ολοένα και στενεύουν. Πρέπει να λάβουμε άμεσα μέτρα. Έχω ενημερώσει όλα τα Τάγματα και είναι έτοιμοι» του είπε ο Γαβριήλ.
«Αδερφέ, πολύ φοβάμαι πως τα σχέδια του Ασμοδαίου παρά είναι σκοτεινά, για να περιορίζονται μονάχα στα σύνορα του Παραδείσου. Σκοπεύει να εξαπλωθεί στη γη, σφάζοντας και καταλαμβάνοντας ψυχές ανθρώπων. Είναι διεστραμμένος και πλέον, έχει αναλάβει τον θρόνο της Κολάσεως» απάντησε ο Μιχαήλ, δίνοντας κατά λάθος περισσότερες πληροφορίες από όσες θα ήθελε.
«Και εσύ από που τα γνωρίζεις όλα αυτά;» ρώτησε καχύποπτα ο Αρχάγγελος.
«Η αλήθεια, τα κουτσομπολιά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες σοβαρές ειδήσεις, διαδίδονται πιο εύκολα» απάντησε ο Μιχαήλ πρόσχαρα και ο Γαβριήλ κοκκίνισε.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 3ο) - Το σπαθί του Αρχάγγελου

ΚΟΛΑΣΗ
«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη λύπη, από την αναπόληση της ευτυχίας στις δυστυχισμένες ημέρες» λέει ένα γνωστό, θνητό απόφθεγμα καθρεπτίζοντας απόλυτα την ψυχολογική μου κατάσταση τις τελευταίες ώρες. Η αποσυναρμολόγηση και η επανασυναρμολόγησή μου με τελικό προορισμό το κλουβί με τις τρελές εδώ κάτω, μου είχε προκαλέσει απίστευτη ναυτία. Η Κόλαση, αυτός ο παιχνιδιάρικος και τρελούτσικος τόπος μάζωξης κάθε πικραμένου εγκληματία, κάθε κατακαθιού και αποβράσματος της ανθρώπινης και αγγελικής κοινωνίας μαζί, με καλωσόριζε για χιλιοστή φορά στην αγκαλιά της. Πόσες φορές να χρειαστεί να πέσω ο ανεπρόκοπος; Ωστόσο, γνώριζα πως αυτή η φορά, ήταν εντελώς διαφορετική από τις υπόλοιπες. Ήταν άτεγκτη και αιώνια, δίχως επιστροφή. Το σώμα μου πονούσε ολόκληρο και το κλουβί αποδείχτηκε ανεπαρκές για το μέγεθός μου, ωστόσο δεν είχα κανένα περιθώριο διαμαρτυρίας και φυσικά κανέναν που θα την άκουγε. Είχα ακουμπήσει την πλάτη μου πίσω, ενώ τα χέρια μου κρέμονταν άψυχα στο πλάι.
Για λίγο, συλλογίστηκα σαν να παρακολουθούσα κάποια μικρού μήκους ταινία, τι τελικά είχα βιώσει στον κόσμο των θνητών και τι τελικά είχα διαπράξει το τόσο απεχθές, ώστε να μου αξίζει ένα τέτοιο τέλος. Για αρχή παραδέχομαι ανοιχτά, πως είχα προσπαθήσει να κοροϊδέψω τον Πατέρα και κάθε θνητό που θα βρισκόταν στο διάβα μου. Μέγα λάθος το ομολογώ, μα όχι θανάσιμο. Έπειτα, χάρη σε εκείνη τη θνητή, έμαθα πώς να συμπεριφέρομαι στους ανθρώπους, ξεσκουριάζοντας κάποια συναισθήματα που είχαν πέσει για τα καλά σε χειμερία νάρκη.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 2ο) - Το σπαθί του Αρχάγγελου

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
Η Αντέιρα βρισκόταν καθισμένη στον καναπέ του σαλονιού, έχοντας τοποθετήσει τα δύο της χέρια μπροστά από το πρόσωπό της. Στη σκέψη και μόνο πως δεν θα ξανάβλεπε ποτέ αυτά τα δύο υπέροχα, κυανά μάτια και τον πανέμορφο άντρα, τον δυνατό Αρχάγγελο που κρυβόταν πίσω από την τερατώδη μάσκα του δαίμονα, οδηγούταν στην κατάθλιψη. Η τελευταία της ελπίδα, αποτελούσε ο Φύλακάς της, ο οποίος δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του, σκύβοντας μπροστά της και μαζεύοντας τρυφερά, τα τελευταία της δάκρυα.
«Λυπάμαι πάρα πολύ, Αντέιρα» της είπε και εκείνη τον κοίταξε ξέπνοα.
«Μιχαήλ, ξέρω πως ακούγεται τρελό όλο αυτό που μου συμβαίνει, όμως νιώθω πολύ δυνατά συναισθήματα για εκείνον. Δεν είναι το τέρας που ο κόσμος πιστεύει πως είναι, εσύ εξάλλου τον γνωρίζεις καλύτερα, αφού έμαθα πως είσαι ο πιο κοντινός από όλα τα αδέρφια του» του είπε η κοπέλα και ο Μιχαήλ, παίρνοντας μία βαθιά ανάσα της απάντησε :
«Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά Αντέιρα και η αλήθεια δεν θα έπρεπε να γνωρίζεις τίποτε από όλα αυτά. Είσαι άνθρωπος και έχεις ήδη περάσει αρκετά συναναστρεφόμενη τον αδερφό μου. Άφησέ με να σε βοηθήσω»
«Πώς;» τον ρώτησε εκείνη.
«Μπορώ να σου διαγράψω τις αναμνήσεις, ωστόσο αυτό θα ήταν ενάντια στην ελεύθερη βούλησή σου. Επομένως, σου ζητώ την άδεια».

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 1ο) - Το σπαθί του Αρχάγγελου

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Ένιωσε το σώμα του να τραντάζεται και την ανάσα του να κόβεται. Ο Μιχαήλ σηκώθηκε απότομα επάνω, τη στιγμή που όλα τα τάγματα των Αγγέλων συνεδρίαζαν, έχοντας ως βασικό τους θέμα, την κλοπή του κλειδιού της Ένατης Πύλης. Ιδρωμένος και ταραγμένος, άνοιξε την διάφανη πόρτα της τεράστιας αίθουσας και βγήκε έξω ασθμαίνοντας. Εισέπνευσε με λαιμαργία τον αέρα γύρω του, σαν να φοβόταν πως θα του κοβόταν η αναπνοή από στιγμή σε στιγμή. Μπροστά του ο ήλιος έδυε, αλλά το μαγικό θέαμα, τον άφηνε παγερά αδιάφορο αυτή τη στιγμή.
«Αδερφέ, τι έκανες; Τι αμαρτία έκανες; Ποιος θα σε γλυτώσει τώρα από τα Τάρταρα, δίδυμέ μου; Η δύναμη του Πατέρα θα σε αποτελειώσει και η Κόλαση που κοχλάζει, θα βρει τον τρόπο να βγει προς τα έξω. Γιατί το έκανες; Τόσα πολλά λοιπόν σημαίνει ο έρωτας; Τόσα, που να αξίζει κάποιος να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη του;» σκέφτηκε ο Μιχαήλ και σκούπισε αργά ένα δάκρυ που κύλησε αβίαστα στο πρόσωπό του.
«Μιχαήλ» άκουσε άξαφνα μία βαριά και αυστηρή, αντρική φωνή να τον καλεί και γυρνώντας αργά το πρόσωπό του, αντίκρυσε τον Γαβριήλ να στέκει αγέρωχος, με τις λευκές φτερούγες του να τυλίγουν το σώμα του. «Τι συνέβη εκεί μέσα Μιχαήλ; Γιατί έφυγες τόσο ταραγμένος;» τον ρώτησε.
«Αδερφέ, σου είχα κάποτε υποσχεθεί, πως για να διαφυλαχθεί η καλή σχέση μεταξύ των εναπομεινάντων Αρχαγγέλων, θα πρέπει να βασιλεύει η ειλικρίνεια» ξεκίνησε ο Μιχαήλ.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 6 - Μέρος 3ο) - Λύτρωση ή τιμωρία;

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΥΡ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
Στον Παράδεισο, η αγαπημένη συζήτηση όλων, ήταν η δύναμη που είχε η προσευχή, καθώς και η προσφορά της στις ζωές των θνητών. Φυσικά εγώ έμενα αμέτοχος, καθώς τέτοιου είδους συζητήσεις, τις θεωρούσα χάσιμο πολύτιμου χρόνου. Εξάλλου, οι προσευχές και οι παρακλήσεις απασχολούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή κατ’ αποκλειστικότητα τον Πατέρα, ο οποίος όμως άλλαξε γνώμη εξαιτίας του υπερβολικού φόρτου εργασίας. Πόσες μουρμούρες να ακούς καθημερινά και ταυτοχρόνως μέσα στο κεφάλι σου και να μην τρελαίνεσαι; Διόλου τον αδικούσα. Αποφάσισε λοιπόν μία μέρα, να μοιράσει τις προσευχές στον αντίστοιχο φύλακα Άγγελο του κάθε θνητού, ώστε να αναλαμβάνει να τις πραγματοποιεί ο ίδιος. Τώρα θα αναρωτιέστε, γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Φυσικά, όχι για να εμπλουτίσω τις εγκυκλοπαιδικές σας γνώσεις περί θρησκείας και βίου στον Παράδεισο, αλλά για να τολμήσω να ομολογήσω δημοσίως, πως αγιοποιούμουν. Ναι, μονάχα έτσι μπορούσα να εξηγήσω το γεγονός, πως τα τελευταία λεπτά άκουγα μέσα στο μυαλό μου μία προσευχή. Μία έντονη παράκληση από μία φωνή ιδιαιτέρως οικεία.

Σηκώθηκα μουδιασμένος από τον τόπο αυτοεξορίας μου, κλείνοντας όσο πιο σφιχτά μπορούσα τα αυτιά μου. Μα, τι μου συνέβαινε; Εγώ δεν ήμουν Άγγελος, αλλά Έκπτωτος και μάλιστα ο Αρχηγός της Κόλασης, επομένως η περίπτωση να φθάνουν σε εμένα προσευχές, ήταν απλά αδύνατη.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 6 - Μέρος 2ο) - Λύτρωση ή τιμωρία;

Πίσω στο Μπρούκλιν, ο Μιχαήλ βρισκόταν σε δυσμενέστατη θέση. Το διαμέρισμά του για πρώτη φορά τον έπνιγε. Κοίταξε τις εικόνες που απεικόνιζαν τα αδέρφια του και προσευχήθηκε σιωπηλά να έπαιρναν όλα το σωστό δρόμο. Μολαταύτα, ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα, τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Άνοιξε και στο κατώφλι είδε που στεκόταν μία Αντέϊρα διαλυμένη. Τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα και σχεδόν έπεσε στην αγκαλιά του, για να μην σωριαστεί στο πάτωμα. Φυσικά εκείνος διατηρούσε τη μορφή της ηλικιωμένης γειτόνισσας.
«Είχα την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον και ειλικρινά δεν υπάρχει πιο κατάλληλο άτομο από εσένα» μουρμούρισε μέσα από αναφιλητά και βήχα.
«Έκανες πολύ καλά που ήρθες. Την στεναχώρια δεν πρέπει να την κρατάμε μέσα μας γιατί μας τρώει την ψυχή. Κάθισε Αντέϊρα και πες μου αν χρειάζεσαι κάτι ζεστό και μυρωδάτο για να σου φτιάξει την διάθεση» της είπε και η κοπέλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Αρκεί η συντροφιά σου» απάντησε και εκείνος χαμογέλασε.
«Σε ακούω λοιπόν. Τι είναι εκείνο που βασανίζει την όμορφη ψυχή σου;»
«Πιστεύεις στην ύπαρξη Αγγέλων και Δαιμόνων;» τον ρώτησε και ο Μιχαήλ ξαφνιάστηκε.
«Νομίζω πως η διακόσμηση του σπιτιού μου, σου έχει ήδη δώσει την απάντηση» της είπε.
«Έχεις δει ποτέ σου; Θέλω να πω, σου έχει τύχει ένα θαύμα ή μία κατάρα;» τελείωσε και η λέξη κατάρα τον έβαλε σε σκέψεις.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 6 - Μέρος 1ο) - Λύτρωση ή τιμωρία;

Με το ένα μου χέρι, κράτησα το πόμολο της πόρτας. Οι κινήσεις μου, ήταν απελπιστικά αργές, αφήνοντας περιθώριο στην Αντέϊρα να ηρεμήσει.
«Αν με συμπαθείς έστω και λίγο, φύγε και μην επιστρέψεις ποτέ ξανά» άκουσα για ακόμη μία φορά τη φωνή της. Πιο ήρεμη, πιο σταθερή και συνάμα πιο αποφασισμένη.
Βγήκα από το διαμέρισμα ζαλισμένος, όταν άκουσα την διπλανή πόρτα να ανοίγει και τον Μιχαήλ με τη μορφή της ηλικιωμένης, να στέκεται στο κατώφλι.
«Πέρασε» άκουσα τη φωνή του και τον ακολούθησα σαν υπνωτισμένος, καθώς το μυαλό μου είχε μείνει σταματημένο σε όσα είχαν διαδραματιστεί λίγα λεπτά πιο πριν. «Τι συνέβη εκεί μέσα;» με ρώτησε έχοντας ανακτήσει την υπέροχη, αγγελική του μορφή.
«Της είπα την αλήθεια» απάντησα κοφτά.
«Πίστευα πως εσύ και η αλήθεια, έχετε πάρει διαζύγιο αιώνες τώρα, ωστόσο με εξέπληξες» συνέχισε ο Μιχαήλ και με πλησίασε με ένα βλέμμα που εν μέρει καθρέπτιζε τον οίκτο. «Έκανες το σωστό αδερφέ» μου είπε και τον κοίταξα με μίσος.
«Άλλαξε ευθύς αμέσως αυτό το βλέμμα. Δεν επιθυμώ την λύπηση κανενός, πόσο μάλλον τη δική σου. Σε ακολούθησα γιατί χρειάζομαι μερικές απαντήσεις» του είπα και χαμογέλασε πονηρά.
«Γνωρίζω ήδη τις απορίες σου και ομολογώ πως ανυπομονούσα για την στιγμή που θα με ρωτούσες. Αρχικά, ας μιλήσουμε για το φως που βγήκε από μέσα σου» μου είπε και ξαφνιάστηκα.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 6ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

Στην διαδρομή, το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στο παράθυρο, παρατηρώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια της φύσης. Προορισμός μας, ήταν το Mohonk Mountain house, ένα θέρετρο που έμοιαζε με μεσαιωνικό κάστρο και που οι δραστηριότητες, ήταν ποικίλες. Η Αντέιρα, μου είχε πει πως γνώριζε εκείνον που το είχε, καθώς είχαν περάσει πολλά καλοκαίρια με τους δικούς της σε εκείνο το μέρος, επομένως, θα μας επέτρεπε την είσοδο δίχως να έχουμε κάνει κάποια κράτηση. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και το κρύο ελεγχόμενο.
Το ξενοδοχείο με την μεσαιωνική όψη, ήταν χτισμένο γύρω από μία λίμνη στη μέση του πουθενά. Γύρω μας, η φύση αγκάλιαζε τα τσιμέντα που πάλευαν να επικρατήσουν, ενώ οι επισκέπτες απολάμβαναν τη βόλτα τους, μία τόσο γιορτινή ημέρα. Έχοντας χαιρετίσει εγκάρδια τον ιδιοκτήτη, όχι εγώ, εκείνη φυσικά, βγήκαμε στους απέραντους κήπους, όπου είχαν μόλις κάνει την εμφάνισή τους, μερικές μαργαρίτες. Οι μόνες που μπορούσαν να αντέξουν το κρύο που επικρατούσε.
«Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ αυτό το μέρος. Όταν ακόμη ήμασταν παιδιά, έφερνε εμένα και την αδερφή μου σε αυτό το σημείο και καθώς περπατούσαμε κατά μήκος των ακτών της λίμνης, μας αφηγούταν παραμύθια για νεράιδες, ξωτικά και γλυκούς, μικρούς αγγέλους που σιγοτραγουδούν, ωστόσο μας τόνιζε πως για να ακούσουμε το τραγούδι τους, θα έπρεπε πρώτα να ήμασταν καλά παιδιά» τελείωσε.
«Τότε, είμαι βέβαιος πως εσύ θα το είχες ακούσει πολλές φορές» της είπα και γέλασε.

Το Άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 5ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

Η διαδρομή ήταν μακρινή και από το μυαλό μου περνούσαν χιλιάδες σκέψεις. Ασυναίσθητα, την έσφιξα περισσότερο κοντά στο στήθος μου, για να την κρατήσω ζεστή και προστατευμένη. Προστατευμένη από το είδος μου, προστατευμένη από αυτό που υπήρξα και από αυτό που είμαι. Σκοτάδι, μία μαύρη τρύπα που ανέκαθεν ρουφούσε κάθε τι καλό κα αγαθό στο διάβα της και που τώρα ετοιμαζόταν να ρουφήξει και την ίδια.
Τη στιγμή που φθάναμε στο διαμέρισμά μου, η Κάιλα μου είπε έχοντας υιοθετήσει ένα σοβαρό ύφος, «Σε παρακαλώ, σκέψου πολύ καλά τα όσα είπαμε πριν. Αν την αγαπάς, απλά σκέψου τα και δώσε της μία ευκαιρία να ζήσει μία φυσιολογική, ανθρώπινη ζωή. Εσύ εξάλλου, δεν ανήκεις καν στο ανθρώπινο είδος» είπε και έφυγε.
«Θα συμφωνήσω με την δεσποινίδα Μουρ, Αφέντη. Δεν ανήκεις στο ανθρώπινο είδος και καλά θα κάνεις να μείνεις μακριά της, διαφορετικά η τιμωρία θα είναι πολύ μεγάλη».
«Φύγε» ήταν η μόνη λέξη που βγήκε από το στόμα μου.
Χρησιμοποιώντας τη δύναμη της τηλεπάθειας, μάζεψα όπως όπως το διαμέρισμα, ενώ ήξερα πως κάτι έπρεπε να κάνω και με το ημίγυμνο σώμα της Αντέιρα. Στη σκέψη και μόνο, πως αυτός ο άξεστος την είχε αγγίξει, μου ερχόταν να σπάσω ό,τι υπήρχε γύρω μου σε γυαλί, εντούτοις κράτησα την ψυχραιμία μου, καθώς με περίμενε δύσκολο έργο. Έπρεπε να πλησιάσω προς το μέρος της και να βγάλω από πάνω της το βρώμικο κουρέλι που την τύλιγε, τουτέστιν να δω απόκρυφα σημεία του κορμιού της και κατόπιν να της δανείσω κάποια μπλούζα του αφιλότιμου, πρώην ιδιοκτήτη.

Το Άστρο που Έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 4ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

«Θα σας περιμένω στο αυτοκίνητο» ακούστηκε ύστερα από αρκετή ώρα η φωνή της Κάιλα.
«Σοφή απόφαση εκ μέρους σου. Δεν θα ήθελες να χορτάσουν τα ματάκια σου με περισσότερες αποτρόπαιες εικόνες» της απάντησα και με το που σταμάτησε τινάχτηκα έξω. «Αλάστορα, κρύψου από τα ανθρώπινα μάτια και ακολούθησέ με. Δεν θα πήγαν πολύ μακριά» του είπα μυρίζοντας έντονα το θειάφι γύρω μου.
Περπατήσαμε στα φιδογυριστά μονοπάτια του κήπου και ειλικρινά αν είχα χρόνο, θα σταματούσα να μυρίσω μερικά από τα άνθη, αλλά χρόνος δεν υπήρχε. Άκουγα φωνές και ψιθύρους, ή καλύτερα μουρμουρητά. Η μυρωδιά του πυρός του εξώτερου, γινόταν εντονότερη και εγώ είδα μία ομάδα μαυροφορεμένων ανθρώπων, με τον Ασμοδαίο και τον Αζαζήλ να στέκονται στη μέση, με ανθρώπινη μορφή. Πρώτη παραπληροφόρηση. Σιχαίνομαι το μαύρο χρώμα και βλέποντάς τους όλους ντυμένους έτσι, σαν να πήγαιναν σε κηδεία, εκνευριζόμουν εξαιτίας της κακογουστιάς. Άξαφνα, το βλέμμα μου καρφώθηκε στο ημίγυμνο κορμί της Αντέιρα, που κρεμόταν σαν σακί από τα χέρια του Ασμοδαίου. Προδότη! Θα το μετάνιωνες πολύ πολύ πικρά. Για χάρη σου θα εφεύρισκα καινούργια βασανιστήρια! Αρχικολασμένε! Τη στιγμή που ήταν έτοιμος, να της κόψει την καρωτίδα με το στιλέτο που κρατούσε, έκανα αισθητή την εμφάνισή μου αποσπώντας του την προσοχή.
«Συγχαρητήρια αδερφέ για τους θαυμαστές σου. Είναι ο ένας πιο ηλίθιος από τον άλλο» του φώναξα χτυπώντας ειρωνικά παλαμάκια.

Το Άστρο που Έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 3ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

Μείναμε οι δυο μας, να αλληλοκοιταζόμαστε. Εγώ με την κανονική μου μορφή και εκείνη, ένα νεκροζώντανο σώμα που είχε σχεδόν υποστεί σοκ.
«Ξέρεις κάτι;» την άκουσα να λέει ύστερα από λίγα λεπτά «Σε παραδέχομαι» τελείωσε και ειλικρινά τα μάτια μου, αν είχαν αυτή τη δυνατότητα, θα πετάγονταν έξω από την έκπληξη. «Είσαι αρχηγός, όχι σκουλήκι που σέρνεται όπως ο υποτιθέμενος αδερφός σου. Έχω αρχίσει να μην καταλαβαίνω γιατί έφυγες από τον Παράδεισο» σχεδόν μουρμούρισε. Άουτς, πόνεσε. Ορίστε που έφθασες ανεπρόκοπε. Να σε θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι του Παραδείσου. Φτου σου!
«Δεσποινίς, δεν θα χάσω επιπλέον χρόνο για να σου εξηγήσω τους λόγους της αποχώρησής μου από την ουράνια πολιτεία. Θέλω να μου πεις πού είναι αυτό το τηλεφωνικό κέντρο του σκότους, από όπου με καλείτε για να σας απαντήσω» της μούγκρισα.
«Και πού θέλεις να γνωρίζω εγώ; Είμαι θεοσεβούμενη γυναίκα» μου φώναξε.
«Το πρόβλημα με εσάς τους ανθρώπους τελικά, είναι πως είστε μονάχα θεοσεβούμενοι και καθόλου θεοφοβούμενοι και γι’ αυτό φθάσατε εδώ, στην αγκαλιά μου. Αλλάζω και φεύγουμε. Μέχρι τότε, τσακίσου και μάθε που βρίσκεται» της είπα και προτού αποσυρθώ συμπλήρωσα «Και ούτε καν να σου περάσει από το μυαλό να με ακολουθήσεις. Έχεις πολύ δουλειά και κυρίως σφουγγάρισμα. Δεν πιστεύω να τα περιμένετε και όλα από εμένα πια;» τελείωσα και την είδα να σκύβει πάνω από το κινητό της, αναζητώντας φαντάζομαι αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο, τηλεφωνικό μου θάλαμο από όπου οι άνθρωποι πάλευαν να με καλέσουν από την Κόλαση.

Το Άστρο που Έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 2ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

Βγήκα τρέχοντας από την πολυκατοικία. Γύρω μου ο κόσμος γιόρταζε, αλλά αυτή η μικρή συνοικία ήταν πάντοτε σκοτεινή και σιωπηλή. Μονάχα μερικά παράθυρα φωτίζονταν και εγώ κοιτούσα τις οικογένειες που σφιχταγκαλιάζονταν και μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι για να ακολουθήσουν τα έθιμα της ημέρας. Από κάποια σπίτια, ακούγονταν χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα τραγούδια και από κάπου αλλού γέλια. Μέσα σε όλο αυτό το συναισθηματικό χάος, εγώ βρισκόμουν μονάχος μου, ακουμπισμένος σε ένα τοίχο με μερική θέα στη θάλασσα και τους ολοφώτιστους ουρανοξύστες.
«Συγγνώμη, είσαι εντάξει;» άκουσα την κουρασμένη φωνή της Κάιλα.
«Εσύ;» τη ρώτησα και παραξενεύτηκε
«Έτσι νομίζω. Μην ανησυχείς, δεν θα πω τίποτα σε κανέναν. Όχι δηλαδή πως θα με πίστευαν κιόλας. Λες να έχω το χάρισμα και να μπορώ να σας δω;» συνέχισε τον εσωτερικό μονόλογο και εμένα μου ξέφυγε ένα ελαφρύ γέλιο.
«Νομίζω πως ένα χάρισμα το έχεις. Άλλοι στην θέση σου, δεν θα άντεχαν τη θέα μου» της είπα.
«Ω, έλα τώρα δεν είναι και τόσο τρομερό. Συνηθίζεται αν το δεις πολλές φορές» συνέχισε εκείνη και εγώ σηκώθηκα επάνω.
«Λοιπόν, καλή χρονιά δεσποινίς Μουρ, πρέπει να πηγαίνω» της είπα.
«Και η Αντέιρα; Λείπει τόσες ώρες!» μου φώναξε.
«Ίσως να είναι μαζί με τον Ντάνιελ και να περνούν καλά. Ίσως ήμουν υπερβολικός, όπως πάντα άλλωστε» τελείωσα.

Το Άστρο που Έδυσε (Κεφάλαιο 5-Μέρος 1ο) - Μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως

Περπατούσα γρήγορα στους δρόμους της μεγαλούπολης, όταν άκουσα μία φωνή πίσω μου.
«Κύριε Χελ, περιμένετε!» Άψογα, θνητοί και αθάνατοι εν δράση, σκέφτηκα.
«Τι γυρεύεις εδώ Κάιλα;» τη ρώτησα.
«Άλλαξα γνώμη και αποφάσισα να σε βοηθήσω. Η αλήθεια είναι πως έψαξα και εγώ την Αντέιρα και κάποιος μου είπε πως την είδε να εξαφανίζεται με τον Ντάνιελ. Μετά συνδύασα όλα αυτά που μου είπατε περί επικινδυνότητας. Ε, δεν θέλει και πολύ, με ταράξατε» μου απάντησε.
«Η σύντομη αντίδρασή σας με εκπλήσσει. Λοιπόν, ας μην χάνουμε χρόνο, θα περάσουμε από το σπίτι της πρώτα» της είπα και έτρεξα προς το μέρος των υπόγειων συρμών, απλά για να διαπιστώσω, πως η Κάιλα είχε μείνει χιλιόμετρα πίσω, αγκομαχώντας να με φθάσει και ισορροπώντας σε αυτές τις απαίσιες γόβες. Σιχαινόμουν την σωματική επαφή, με μοναδική εξαίρεση την θνητή-εισιτήριο στον Παράδεισο, ωστόσο δεν έβλεπα άλλη λύση. Έτρεξα προς το μέρος της και την σήκωσα στην αγκαλιά μου, μπας και φθάσουμε αυτόν τον χρόνο στον προορισμό μας.
«Τελικά σας διακατέχει μία γοητεία. Μπορώ να την καταλάβω τη φίλη μου» ακούστηκε η φωνή της και εγώ σχημάτισα ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Στο μετρό μέχρι το Μπρούκλιν, παραμείναμε και οι δύο σιωπηλοί, ενώ εμένα το μυαλό μου σχημάτιζε εκατοντάδες πιθανές υποθέσεις. Όλες άσχημες. Φθάνοντας μπροστά στην πόρτα, χτύπησα μερικές φορές, αλλά κανένας δεν απάντησε. Λες να σκότωσαν και τη γριά; σκέφτηκα, αλλά μετά από πέντε λεπτά, η πόρτα άνοιξε και στο κατώφλι φάνηκε η γειτόνισσα αναμαλλιασμένη.

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 4ο) - Εν μέρει καλός ή εν μέρει κακός;

Προσπαθούσα ξανά και ξανά να συγκεντρωθώ, ώστε να βρω κάτι κατάλληλο να φορέσω. Η επίσκεψη του Αλάστορα με είχε αναστατώσει, καθώς με θράσος με κατηγορούσε έμμεσα, πως ήμουν έτοιμος να διαπράξω το αμάρτημα της λαγνείας με την Αντέιρα. Φυσικά και γνώριζα τους ουράνιους νόμους και φυσικά και ήξερα ποιά θα ήταν η κατάληξή μου, σε περίπτωση που ενέδιδα στον πειρασμό. Ωστόσο, τέτοια περίπτωση ούτε που αχνοφαινόταν. Εξάλλου, ποιος να σε ερωτευτεί εσένα με αυτήν την εμφάνιση; Εδώ δεν σε αγάπησε ο ξεχωριστός αδερφός σου, όταν τη στιγμή της επανάστασής σου, τάχθηκε εναντίον σου. Παραδέξου το. Είχε εμφανέστατα επιλέξει τον Πατέρα και εσένα γραμμένο σε είχε, σκεφτηκα.
Έπειτα, στάθηκα μπροστά σε έναν καθρέπτη, ο οποίος αντανακλούσε την κατάρα και την ασχήμια μου. Ποιόν κοροϊδεύεις; Τα έχασες όλα και τώρα είσαι έτοιμος να χάσεις και το αναγκαστικό σου καταφύγιο που είναι η Κόλαση. Το άνδρο της μιζέριας και της δυστυχίας. Εσύ που κάποτε διηύθυνες την ουράνια χορωδία, που έδινες την πρώτη νότα, κοίτα πως κατάντησες. Ωστόσο, ούτε την Κόλαση νιώθεις σπίτι σου. Σπίτι σου νιώθεις αυτό εδώ το διαμέρισμα και τη μικρή σου ζωή στη γη, καθώς εδώ αγαπήθηκες γι’ αυτό που είσαι και όχι γι’ αυτό που ήθελαν οι άλλοι να είσαι, σκέφτηκα και οι σκέψεις αυτές με τρομοκρατούσαν, καθώς ένιωθα να χάνω τον έλεγχο. Τότε, μου ήρθε μία τρελή ιδέα. Να επισκεφτώ τη γειτόνισσα της Αντέιρα. Τη γενναία γυναίκα που είχε αντικρύσει το αληθινό μου πρόσωπο και δεν είχε αηδιάσει ή δεν είχε νιώσει λύπηση για εμένα όπως ένιωθαν οι φωτεινοί αδερφοί μου. Πρώτα όμως, έπρεπε να ετοιμαστώ. Το μπλε κοστούμι μου πήγαινε, καθώς φώτιζε τα κυανά μου μάτια.

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 3ο) - Εν μέρει καλός ή εν μέρει κακός;

Την ημέρα εκείνη σχολάσαμε νωρίτερα, προκειμένου να ετοιμαστεί κατάλληλα ο χώρος για τη μεγάλη στιγμή της αλλαγής του χρόνου. Το ίδιο φυσικά συνέβαινε σε ολόκληρο το Μανχάταν, που ζούσε στο ρυθμό των γιορτών, με επίκεντρο την Time Square, όπου το πλήθος συγκεντρωνόταν κάθε χρόνο για να γιορτάσει την αλλαγή. Εγώ καθόμουν στον καναπέ του διαμερίσματός μου, έχοντας άναψε στο φουλ την ενδοδαπέδια θέρμανση και φυσικά έχοντας απλώσει τριγύρω κάθε πιθανό χρώμα κοστουμιού και πουκαμίσου. Αν είχα προσλάβει ενδυματολόγο, θα γλίτωνα τον πονοκέφαλο, σκέφτηκα και τότε ένιωσα μία παρουσία.
«Αλάστωρ;» του φώναξα, μα τον είδα να στέκεται μπροστά μου εμφανέστατα εκνευρισμένος.
«Αφέντη τι είναι όλα αυτά;» με ρώτησε κοφτά.
«Άλλαξε τον τόνο της φωνής σου, αλλιώς ο διάλογός μας, θα μετατραπεί σε μονόλογο ικεσίας» του είπα.
«Πολύ καλά, θέτω ξανά την ερώτηση, τι είναι όλα αυτά τα ρούχα;»
«Φυσικά για το πάρτι της Παραμονής. Πρέπει να είμαι άψογος» του απάντησα και τον είδα να φουντώνει περισσότερο.
«Γιατί να είσαι άψογος; Για εκείνη; Άκουσέ με Αφέντη, η αγάπη και ο έρωτας είναι δύο διαφορετικά πράγματα, των οποίων τα όρια πολλές φορές είναι δυσδιάκριτα και μπορεί να μπερδευτούν» συνέχισε.
«Που το πας Αλάστορα;» μούγκρισα ενώ άρχισα να μεταμορφώνομαι.
«Μόνο του πάει Αφέντη. Η αρχική συμφωνία, ήταν να αλλάξεις φαινομενικά και να κάνεις κάποιον ή και κάποιους θνητούς να σε αγαπήσουν, όπως φαντάζομαι αγαπούν και πιστεύουν στα φωτεινά μας αδέρφια.

Το άστρο που έδυσε (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 2ο) - Εν μέρει καλός ή εν μέρει κακός;

~ΚΟΛΑΣΗ

Ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά σε αυτή τη διάσταση. Ο Ασμοδαίος στεκόταν στο μέρος όπου κάποτε βρισκόταν παγιδευμένος ο Αφέντης. Στο τελευταίο επίπεδο, μέσα σε ένα κλουβί φτιαγμένο με την αγγελική δύναμη του Μιχαήλ. Ωστόσο, είχαν πάρει την απόφαση για την τελική του απελευθέρωση, αφήνοντάς τον να κυβερνά την Κόλαση, τον τόπο βασανιστηρίων, όχι μονάχα των ανθρώπινων ψυχών, αλλά και της δικής του. Ο ανώτερος δαίμονας, πέρασε μπροστά από τον τόπο βασανισμού των βιαστικών και αγενών ψυχών, που δεν ήταν άλλος από ατελείωτες ουρές, στις οποίες οι ψυχές έστεκαν μερόνυχτα, αιώνες τώρα. Αφού τις προσπέρασε χλευάζοντάς τες, φώναξε τον Αζαζήλ, το δικό του αντίστοιχο δεξί χέρι και δεύτερο κατά σειρά πρίγκιπα της Κόλασης, όπως ήταν και ο Αλάστορας για τον Εωσφόρο. Οι δυό τους μπήκαν στον προσωπικό χώρο του Ασμοδαίου και εκείνος με μία κίνηση του χεριού του, έκλεισε απότομα την τεράστια, πέτρινη πόρτα.
«Σε ακούω» του είπε κοφτά ο Αζαζήλ που μισούσε να τον διακόπτουν την ώρα της εκτέλεσης των καθηκόντων του.
«Θα σου κάνω μία πρόταση γιατί σε εμπιστεύομαι» του απάντησε ο Ασμοδαίος και ο δαίμονας έδειξε τα κοφτερά του δόντια. «Όταν γίνω εγώ ο Άρχοντας της Κόλασης, γιατί θα γίνω, θα ήθελες να αναλάβεις στο πλευρό μου;»
Ο Αζαζήλ χλόμιασε.