ΚΟΛΑΣΗ
Η απόκοσμη αίθουσα, ήταν ολοφώτιστη, με δάδες να κοσμούν τους πέτρινους και άχρωμους τοίχους. Ο Αζαζήλ, βαστούσε στα χέρια του, για την ακρίβεια έσερνε στο πάτωμα, το ματωμένο και λιπόθυμο σώμα της Κάιλα. Βαριά βήματα ακούστηκαν από την άλλη άκρη της αίθουσας και ο Ασμοδαίος εμφανίστηκε, βαστώντας γερά την Αμέλια που χτυπιόταν.
«Η ώρα έφθασε» είπε στον Αζαζήλ, ενώ παράλληλα χάϊδευε το κλειδί της ένατης Πύλης που κρεμόταν στον λαιμό του.
Σε ολόκληρη την αίθουσα, πλήθος δαιμόνων είχαν συνωστίζονταν, προκειμένου να παρακολουθήσουν τον απεγκλωβισμό των δύο Πριγκίπων της Κολάσεως και τον διαχωρισμό τους από τους θρόνους.
«Χρειαζόμαστε μονάχα το αίμα τους, δεν είναι ανάγκη να τις σκοτώσουμε» προσπάθησε να μεταπείσει τον Ασμοδαίο, ο Αζαζήλ, αλλά εκείνος τον κοίταξε παγερά.
«Τα πράγματα θα γίνουν όπως τα συμφωνήσαμε. Για την ώρα πραγματοποίησε την τελετή, καθώς εγώ έχω μία μικρή δουλειά. Στης Κόλασης τα μονοπάτια, μύρισε ξαφνικά μύρο του Παραδείσου» του είπε και ο Αζαζήλ τον κοίταξε παραξενεμένος. «Είναι εδώ ο Μιχαήλ» τελείωσε και ο δαίμονας ούρλιαξε από θυμό.
«Θα επαναφέρω τα αδέρφια μας» τελείωσε και ο Ασμοδαίος, σύρθηκε σαν οχιά έξω από την αίθουσα, με κατεύθυνση τα Τάρταρα.
Η απόκοσμη αίθουσα, ήταν ολοφώτιστη, με δάδες να κοσμούν τους πέτρινους και άχρωμους τοίχους. Ο Αζαζήλ, βαστούσε στα χέρια του, για την ακρίβεια έσερνε στο πάτωμα, το ματωμένο και λιπόθυμο σώμα της Κάιλα. Βαριά βήματα ακούστηκαν από την άλλη άκρη της αίθουσας και ο Ασμοδαίος εμφανίστηκε, βαστώντας γερά την Αμέλια που χτυπιόταν.
«Η ώρα έφθασε» είπε στον Αζαζήλ, ενώ παράλληλα χάϊδευε το κλειδί της ένατης Πύλης που κρεμόταν στον λαιμό του.
Σε ολόκληρη την αίθουσα, πλήθος δαιμόνων είχαν συνωστίζονταν, προκειμένου να παρακολουθήσουν τον απεγκλωβισμό των δύο Πριγκίπων της Κολάσεως και τον διαχωρισμό τους από τους θρόνους.
«Χρειαζόμαστε μονάχα το αίμα τους, δεν είναι ανάγκη να τις σκοτώσουμε» προσπάθησε να μεταπείσει τον Ασμοδαίο, ο Αζαζήλ, αλλά εκείνος τον κοίταξε παγερά.
«Τα πράγματα θα γίνουν όπως τα συμφωνήσαμε. Για την ώρα πραγματοποίησε την τελετή, καθώς εγώ έχω μία μικρή δουλειά. Στης Κόλασης τα μονοπάτια, μύρισε ξαφνικά μύρο του Παραδείσου» του είπε και ο Αζαζήλ τον κοίταξε παραξενεμένος. «Είναι εδώ ο Μιχαήλ» τελείωσε και ο δαίμονας ούρλιαξε από θυμό.
«Θα επαναφέρω τα αδέρφια μας» τελείωσε και ο Ασμοδαίος, σύρθηκε σαν οχιά έξω από την αίθουσα, με κατεύθυνση τα Τάρταρα.










