«Το 'χα διαβάσει αυτό, παππού» είπε η Αρετή, σπάζοντας πρώτη τη βαριά, θλιμμένη σιωπή που είχε απλωθεί στο σαλονάκι μετά την εξιστόρηση του πνιγμού της ξαδέλφης του προπροπάππου της. «Στην Ιστορία κατεύθυνσης της Γ΄ λυκείου, στα παραθέματα, που έλεγε ότι 26 γυναίκες και νεάνιδες, περνώντας από τη γέφυρα του ποταμού Πρύτανη κοντά στην Κουνάκα, φοβούμενες την ατίμωση ρίχτηκαν στο ποτάμι και πνίγηκαν*... Πού να το φανταζόμουν τότε ότι ανάμεσά τους ήταν και μια πρόγονός μας!»
«Εγουρταρεύτεν τ' άκλερον το κορτσόπον, Αρετούλα» της αποκρίθηκε ο παπά – Σάββας, με ραγισμένη τη φωνή. «Δεν πρόλαβε να σύρει τα πουγαλίας ντ' έσυραν οι δικοί μας στην Αργυρούπολη... Ε κιτί, πούλι μ'! Πρώτη τη γιαγιά σου την Αρετή, ασαράντιστη λεχώνα ακόμα, την ατίμασαν, μα αυτή με την κουνιάδα της τη Σόνια και τα μωρά τους ήταν τυχερές, κατάφεραν να ζήσουν και να γυρίσουν πίσω, οι άλλοι όμως όλοι εκεί εφέκαν τα στούδεα τουν, πρώτες οι μικρές η Νάστα κι η Νοπίτσα, που τις βίασαν και τις έσφαξαν μπρος στα μάτια της Δόμνας! «Νυφάδεα μ'» εβάρκιζ' η άμοιρη, κρατώντας τα κορμάκια τους που στάζαν αίματα, και μετά τρελάθηκε και πέθανε, έτσι μου τα 'πε η καλομάνα η Αρετή, έτσι σ' τα λέω κι εγώ... Κι ο Μανουήλ με τη Λισάφη, ύστερα, λύγισαν κι αυτοί από την πείνα και τις κακουχίες, μόλις που πρόλαβαν να δουν το τρίτο εγγόνι τους, στα χέρια της πεθεράς της ξεψύχησε πρώτος ο πεθερός της γιαγιάς της Αρετής, δίνοντας στερνή παραγγελιά στη νύφη του να το βαφτίσει με τ' όνομά του, αν γλύτωνε απ' την κόλαση, κι έφυγε με το όνομα του Σαββούλη του και του Γιωρίκα του στα χείλη, τα παλικάρια του που τα 'χε αφήσει ζωντανά απάν' σα ραχιά, αντάρτες...»








