Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Επίλογος)

«Ἒξελθε, μῆτερ…»

Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν, αμείλικτα κι αδυσώπητα. Ο Βασίλειος σημείωσε πολλές νίκες εναντίον των Βουλγάρων, μπαίνοντας πάντα ο ίδιος επικεφαλής του στρατού του, και επιδεικνύοντας στη μάχη στιβαρότητα και γενναιότητα ασύγκριτη και τον βίο του διάγοντας με λιτότητα και εγκράτεια θαυμαστή. «Πόσοι είναι οι εχθροί, όχι πού είναι» ρώταγαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πρόγονοι της μάνας του, κι αυτό εφάρμοζε ο αυτοκράτορας που είχε πάρει βρέφος στο κεφάλι του το χρίσμα του στρατηλάτη και αραβοφάγου Νικηφόρου Φωκά, κρατώντας από κείνον και τις συνήθειες της θρησκευτικότητας και της θεοσέβειας. Και παρότι δεν αγαπούσε τα γράμματα, όπως ο παππούς του ο Κωνσταντίνος, και θεωρούσε χάσιμο χρόνου και νωθρότητα επιβλαβή την περιπαθή ενασχόληση με τη φιλοσοφία, τη συγγραφή, τη θεολογία, ούτε ήταν ευφραδέστατος και δεινός συζητητής, εντούτοις τα στρατιωτικά του κατορθώματα αλλά και η μέριμνα για τον λαό του ήταν αυτά που τον έκαναν κοσμαγάπητο μες τη Ρωμανία και τον ανύψωσαν στη σφαίρα του μύθου για τις επόμενες γενεές. Ωστόσο και διοσημίες πολλές μελάνιασαν τη βασιλεία του, λιμοί, λοιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί, ενόσω ήγγιζε και η στροφή της πρώτης μετά Χριστόν χιλιετίας στη δεύτερη, οι οποίες έκαναν τους ανθρώπους να πιστεύουν πως κόντευε η συντέλεια του κόσμου, η Δευτέρα Παρουσία και η Αποκάλυψη.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 17 - Κάθαρσις)

Τον έκλαψε η Θεοδώρα τον Ιωάννη, κι ας μην της φέρθηκε τόσο καλά ως σύζυγος. Θρήνησε για τους τύπους, αλλά έκλαψε και για το ότι πρόωρα τον έχασε και την άφησε μ’ ένα πορφυρογέννητο ορφανό. «Μην ανησυχείς καθόλου, θεία, η μικρή σου Θεοφανώ θα είναι υπό την προστασία μου, όπως και εσύ» την καθησύχασε ο Βασίλειος, και πήρε η ψυχή της ανάσα. Για λίγο όμως, διότι μόλις πληροφορήθηκε την επάνοδο της Θεοφανούς, σκοτείνιασε, και οι άσχημες μνήμες ήρθαν να την κατακλύσουν…

Αντάμωσαν οι δυο γυναίκες και βασίλισσες στα δώματα της Θεοδώρας, με πρωτοβουλία της πάλαι ποτέ νύφης της, και εκείνη την υποδέχτηκε αγέλαστη, με ψυχρότητα, αποστρέφοντας το βλέμμα.

«Τι θες εσύ εδώ;» τη ρώτησε, βγάζοντας τις λέξεις με το ζόρι από το στόμα της. «Δε σε κάλεσα…»

«Το ξέρω, Θεοδώρα» αποκρίθηκε ήρεμη ωστόσο η Θεοφανώ. «Θέλω όμως να μιλήσουμε οι δυο μας…»

«Να μιλήσουμε; Τι να πούμε; Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να ειπωθεί αναμεταξύ μας πλέον… Ούτε είχα καμιά επιθυμία να αντικρίσω το πρόσωπό σου που τόσο πόνο μου προκάλεσε, άτιμη γυναίκα, οπότε φύγε κι άσε με ήσυχη!»

«Μη με διώχνεις, Θεοδώρα!

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα - (Κεφάλαιο 16 - Η εκπλήρωση του όρκου)

Τον Νοέμβρη του αυτού έτους 970, προετοιμαζόμενος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής για την εκστρατεία του κατά των Ρώσων, αποφάσισε να νυμφευτεί τη Θεοδώρα, την έγκλειστη στο μοναστήρι δευτερότοκη κόρη του Κωνσταντίνου και αδελφή του Ρωμανού. Του το υπαγόρευσε η Σύγκλητος και ο πρόεδρός της και παρακοιμώμενός του Βασίλειος Λεκαπηνός, για να νομιμοποιήσει τη σχέση του με τη δυναστεία, καθότι η άνοδός του στον θρόνο συνοδεύτηκε από μια τόσο στυγερή δολοφονία, και να ικανοποιήσει περαιτέρω και το αίσθημα του λαού του.

«Λάβε γυναίκα σου, δέσποτα, την εκ πατρός τους θεία των συμβασιλέων, ήτις ήτο γνωστή για την αρετή της, κι ας μην έχει βέβαια τώρα πια τη νεότητα και το κάλλος, και λίαν συντόμως μάλιστα» του είπανε. «Σε συμφέρει απολύτως, θα το διαπιστώσεις και μόνος σου, εάν το σκεφτείς ολίγον…»

Όπως και στην εκδίωξη της Θεοφανούς, έτσι κι εδώ, στο ζήτημα του γάμου του με τη Θεοδώρα που του πρότειναν οι σύμβουλοί του, δεν το συλλογίστηκε επί μακρόν ο Ιωάννης, κι ας μην έτρεφε κανένα συναίσθημα για την τριαντατετράχρονη πια πριγκίπισσα, τη γεροντοκόρη και καλόγρια, και μια και δυο έστειλε ανθρώπους του στα Πριγκιπόννησα, στο μοναστήρι όπου πληροφορήθηκε ότι μόναζε μαζί με τις αδελφές της, να της αναγγείλουνε το νέο. Δεν πίστευε στα μάτια της και στα αυτιά της εκείνη, βλέποντας τους απεσταλμένους να έρχονται και να διαβάζουν την απόφασή του·

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 15 - Ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα...)

«Ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα[1]…»

Το χιόνι έπεφτε πυκνό από νωρίς, κείνο το βράδυ της Παρασκευής 10 Δεκεμβρίου 969, σκεπάζοντας τη Βασιλεύουσα Πόλη με τη λευκή του σιγαλιά.

Ο βασιλέας Νικηφόρος Φωκάς είχε τολμήσει να κατέλθει σ’ ένα από τα παρεκκλήσια των ανακτόρων για να παρακολουθήσει τον Εσπερινό. Την ώρα που οι ψάλτες μελωδούσαν τα απόστιχα, ένας ιερέας τον πλησίασε, και του επέδωσε εμπιστευτικά ένα σημείωμα, λέγοντάς του ότι ήτανε για κείνον.
«Ποιος σου το ενεχείρισε; Σου είπε τι γράφει;» ρώτησε ο Νικηφόρος, γροικώντας μια κρυφή ταραχή.
«Ένας μοναχός, δέσποτα, δε μου ανέφερε το όνομά του… Πάντως μου ζήτησε να σ’ το δώσω γρήγορα…»
«Ο Αθανάσιος…» συλλογίστηκε και ταυτόχρονα ψέλλισε σιγανά, και μια παγωμάρα έπιασε την καρδιά του, η οποία εντάθηκε, άμα ξεδίπλωσε το τεμάχιο του χάρτου και διάβασε τις φράσεις πάνω του: «βασιλιά, μάθε ότι αυτή τη νύκτα σου μέλλεται να χαθείς με τρόπο φοβερό… ερεύνησε το δωμάτιο και θα δεις ότι είναι αλήθεια, εκεί είναι κρυμμένοι αυτοί που θα διαπράξουν τη σφαγή σου»… Έσφιξε τις χούφτες του, ρίγος τον διαπέρασε, και με το που απέλυσε η ακολουθία – αιώνας του φάνηκε – έσπευσε στον κοιτωνίσκο του, κάλεσε τον δούλο του τον ευνούχο Μιχαήλ, που τον είχε καταστήσει στην επίβλεψη των ανακτορικών θαλάμων, του αφηγήθηκε το περιεχόμενο του σημειώματος και τον πρόσταξε να κάνει αυτό που επέτασσε ο συντάκτης του, περί του οποίου ήταν πεπεισμένος ότι επρόκειτο για τον Αθανάσιο.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 14 - Οίστρος ακολασίας)

«Ορίστε, Ιωάννη, το εκζεστόν με την όρνιθα που σου αρέσει, φάε. Εγώ θα καταπιώ λίγο ζωμό της μόνο, αν μπορέσω…»
Τα λιγνά έως κοκαλιάρικα χέρια της Μαρίας Σκλήραινας απίθωσαν μπροστά στον άντρα της στο τραπέζι το βαθύ σκουτέλι με την παχιά κοτόσουπα, που είχε μαγειρέψει η δούλα της στο κακάβι, μιας και η ίδια δεν είχε πια τη δύναμη, και τυλίχτηκε πιο πολύ στο μαφόρι της, παρ’ ο τι ο πύραυνος στη μέση του δωματίου έκαιγε ικανώς, παραγεμισμένος με κάρβουνα.
Ήταν κιόλας αρχή της άνοιξης του 969, ημερολογιακά, αλλά το κρύο ακόμα δεν είχε εγκαταλείψει στο ελάχιστο τα μέρη της Καππαδοκίας.
«Πώς σου φαίνεται;» τον ρώτησε με φωνή ασθενική, ωσάν δειλά, αφού κάθισε απέναντί του, υποχρεωτικά γιατί ένιωσε να ζαλίζεται, βλέποντάς τον να βυθίζει το κοχλιάριο στο σκεύος και να το φέρνει στο στόμα του, κάτω απ’ το πυρρόξανθο μουστάκι και μεταξύ των γενιών που φούντωναν υπέρμετρα στα μάγουλα.
«Καλή είναι» αποκρίθηκε ξερά ο Ιωάννης, και συνέχισε να ρουφάει αργά, σχεδόν ανόρεχτα, με μια έκφραση σκαιή στο άσπρο μούτρο του.
«Τι έχεις, σύζυγε, τόσον καιρό; Γιατί δε στέργεις να σου κάνω μισή ομιλία;» τον ρώτησε ξανά η Μαρία, και το χλομό της αποστεωμένο πρόσωπο έδειξε ακόμα πιο πελιδνό στο φως του κεριού.
«Τι θες να έχω;» μούγκρισε υπόκωφα ο Ιωάννης. «Αυτό που μου ’κανε ο καταραμένος ο θείος μου ήταν αρκετό! Αντί να βρίσκομαι στη θέση του δομέστικου της Ανατολής, κάθομαι εδώ και σαπίζω!

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 13 - Ελ Νικφούρ)

Ελ Νικφούρ[1]
Μπορεί ο Νικηφόρος να ’ταν άγαρμπος και μπουνταλάς στα θέματα της κλίνης κι η Θεοφανώ να πέρασε έναν εφιάλτη την πρώτη νύχτα του γάμου τους, η αγάπη του όμως για κείνην και ο έρωτάς του ο γεροντικός ήταν και παρέμεναν αληθινά κι ευγενικά. Και με τη δύναμη αυτών των αισθημάτων του, αμέσως μετά τη σύζευξή τους, της δώρισε άφθονα φορέματα και κοσμήματα, και εκτός αυτού διάλεξε από τα κτήματα της οικογένειάς του στην Καππαδοκία και της χάρισε τα πιο εύφορα και εύκαρπα και εύχυμα στο λατρευτό του όνομά της. Δεν αρκούσαν, ούτε εδύναντο βέβαια, σε καμιά περίπτωση τα υλικά αγαθά για να κάνουν τη νεαρή αυγούστα να αγαπήσει ξαφνικά τον δεύτερο και αναγκαστικό της σύζυγο, ωστόσο προσπάθησε να δείχνει ευγνώμων και να μην τον κακοκαρδίζει, γιατί εκτός από τα χρόνια του και τη μορφή του, τίποτα άλλο στραβό δεν του έβρισκε. Φρόντιζε όμως να αποφεύγει επιμελώς κάθε πιθανότητα δεύτερης απεχθούς συνεύρεσης, όπως ο διάβολος το λιβάνι, αφού έτσι κι αλλιώς η λευκότητα του γάμου είχε μια φορά ακυρωθεί, και ξεφυσούσε με ανακούφιση, οσάκις, μπαίνοντας στο κουβούκλι της, έβρισκε τον Νικηφόρο βαθιά αποκοιμισμένο να ρέγχει, κι αναστέναζε μαζί πικρά, προτού σβήσει το λυχνάρι της…

Ο αυτοκράτορας πλέον στρατηγός διαχείμασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου, σαν να ’χε λησμονήσει μεμιάς όλη του την πρότερη ασκητικότητα και εγκράτεια, διοργάνωνε δείπνους και συμπόσια και παρακολουθούσε θεάματα στον Ιππόδρομο, χωρίς ωστόσο διόλου να παραμελεί να προπονείται σκληρά και συστηματικά για τα έργα του πολέμου.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 12) - "Ήφαιστος και Αφροδίτη"

Έκατσε ο Νικηφόρος στον θρόνο, και ευθύς μοίρασε στους συγγενείς του τα πιο υψηλά αξιώματα. Τον Ιωάννη, που τον είχε ήδη χρίσει μάγιστρο και δομέστικο της Ανατολής, τον έκανε τώρα και με το κύρος της αυτοκρατορικής του εξουσίας, ενώ τον πατέρα του τον Βάρδα τον ονόμασε καίσαρα και τον αδελφό του τον Λέοντα μάγιστρο κι αυτόν και κουροπαλάτη.
Όσο για τον Βασίλειο Λεκαπηνό τον νόθο, που είχε σταθεί αρωγός του στην προσπάθεια να επικρατήσει εναντίον του Βρίγγα, του έδωσε το ύπατο αξίωμα, που κρατούσε στο πλάι του Ρωμανού ο Ιωσήφ, ο οποίος εξουθενωμένος τώρα εξορίστηκε στην Παφλαγονία και αργότερα στη μονή του Ασηκρίτου στα Πύθια, όπου μετά δύο έτη εξεμέτρησε το ζην: τον κατέστησε παρακοιμώμενό του και πρόεδρο της Συγκλήτου, κι ο έτερος ευνούχος φούσκωσε από εκδικητική υπερηφάνεια.
«Ευχαριστώ, ευχαριστώ σε, δέσποτα, που μου έκανες αυτή τη μεγάλη τιμή, και με έφερες ξανά στη θέση που μου άξιζε, την οποία μου στέρησε ο μακαρίτης ο ανιψιός μου για χάρη του πονηρού Εβραίου» έλεγε και ξανάλεγε, κάνοντας τεμενάδες στον Φωκά. «Δια τούτο σου υπόσχομαι να σε υπηρετήσω πιστά, όπως έπραττα και με τον βασιλέα Κωνσταντίνο, και να σε προστατεύω πάντοτε από κάθε εχθρό που τυχόν μπορεί να αποκτήσεις…»
Όχι ότι η Θεοφανώ έτρεφε καμιά συμπάθεια για τον συνονόματο του μεγάλου γιου της θείο του άντρα της και ετεροθαλή αδελφό της πεθεράς της, αλλά τουλάχιστον δεν τον μισούσε όπως τον Βρίγγα, γιατί δεν τον είχε συναναστραφεί και ιδιαίτερα.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 11 - Νικηφόρον καλλίνικον, Νικηφόρον βασιλέα…)

Έφυγε ο δομέστικος Νικηφόρος Φωκάς κάποτε απ’ το Παλάτι, όμως η συνομιλία του η κρυφή με την αυγούστα Θεοφανώ παρέμενε γαντζωμένη στο μυαλό του, τα αυτιά του αντηχούσανε ακόμα την κάθε λέξη της, και τα μάτια του φέρνανε μπροστά τους αδιάλειπτα τη μορφή της.
Την είχε ακούσει να του μιλά, χωρίς καθόλου να τη διακόψει, για τους φόβους της, για τον Βρίγγα που τον αντιπαθούσε από την πρώτη στιγμή και που τώρα τον έτρεμε κιόλας, τι μπορούσε ύπουλο να πράξει ενάντια στην ίδια και τα αγόρια της, και κυμάτιζε η γλυκιά φωνή της με αγωνία, κι έσφιγγε μηχανικά στον κόρφο της τον μαρμαρένιο την παιδούλα της που ήτανε στα σπάργανα… Κι η ομολογία της έκανε και τον ίδιο τον στρατηγό να θορυβηθεί, χώρια που έτρεφε κι αυτός παρόμοια έχθρα για τον ευνούχο παρακοιμώμενο.

«Πρέπει κάπως να δράσω… Να εξασφαλίσω ότι οι μικροί βασιλείς και η μητέρα τους, με τους οποίους δεσμός άρρηκτος με συνδέει πνευματικός, και αυτή η αρτιγέννητη αδελφή τους ακόμα, δε θα μείνουν έρμαιο στα χέρια του αφερέγγυου αυτού υποκειμένου…» συλλογιζόταν, πασπατεύοντας νευρικά τη μαύρη πυκνή γενειάδα του που αραίωνε στο πιγούνι, και το χρέος που του υπαγόρευε η βαθιά ιπποτική αγάπη προς τη Θεοφανώ και η πατρική του σχεδόν έγνοια για τον Βασίλειο και τον Κωνσταντίνο δεν τον άφηναν να κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα, μες το οίκημα που του είχαν παραχωρήσει προσωρινά κοντά στο ανάκτορο.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 10 - Το ξόδι του αυτοκράτορα)

Είχανε συμπληρωθεί μήνες εννιά ξανά για τη Θεοφανώ, και ένας Μάρτης υποσχετικός κόντευε να μεσάσει. Ο Ρωμανός τόσον καιρό τις είχε ξεχάσει θαρρείς τις βρόμικες απολαύσεις, προς τις οποίες πήγε εκ νέου να διολισθήσει, φαίνεται όμως η φύση του ήταν κατά βάθος πιο αδύναμη απ’ ο, τι ήθελε να νομίζει κι η γυναίκα του.
Ήτανε τώρα Μεγάλη Τεσσαρακοστή, περίοδος νηστείας και πνευματικού αγώνα, υποτίθεται, και ωστόσο μερικοί από τους επιτήδειους πρώην συνωμότες, που δεν το έβαζαν κάτω στην υποχθόνια λυσσώδη προσπάθειά τους να φθείρουν τον νεαρό αυτοκράτορα, του πρότειναν να τους συνοδεύσει σε κυνήγι ελαφιών στον Όλυμπο της Μυσίας. Δίστασε στην αρχή εκείνος, αναλογίστηκε την ετοιμόγεννη συμβία του, την περίοδο που διήνυε η χριστιανοσύνη και το παράδειγμα που θα όφειλε ο ίδιος ως δεσπότης της να δίνει, μα γρήγορα οι υποσχέσεις κι οι κολακείες τους, με πρωτοστάτη τον Χαλκούτζη, τον έπεισαν ν’ αποσκιρτήσει και να ξεπορτίσει. Μια κρυάδα γροίκησε στην καρδιά η αυγούστα, όταν ο άντρας της τής ομολόγησε την απόφασή του.
«Θα πας να θηρεύσεις; Τώρα που από στιγμή σε στιγμή γεννάω, κι είναι και Σαρακοστή;» τον ρώτησε απογοητευμένη μαζί και με μια ανεξήγητη τύρβη των σωθικών της. «Γιατί, Ρωμανέ μου; Τόσο πολύ σου λείπει; Κι αν… αν μου πάθεις κάτι; Σε θέλω εδώ, όταν θα γεννιέται το παιδί μας, η κόρη μας, που τόσο λαχταράς κι εσύ κι εγώ!..»
«Θεοφανώ μου, αγάπη μου, ποτέ δεν κακοπάθησα σε θήρα, ούτε λαβώθηκα, παρά μόνο εκείνη τη μοιραία φορά στον Ταΰγετο που μου ’μελλε να σε γνωρίσω και να σ’ ερωτευτώ» την καθησύχασε,

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 9 - "Αύγουστος και Αυγούστα")

Την Πασχαλιά εκείνη του 961, ένα μήνα ακριβώς μετά την ανακατάληψη του Χάνδακα, ο Ρωμανός, όπως είχε κάνει και με τον Βασίλειο την προηγούμενη χρονιά, έστεψε συμβασιλέα του και τον Κωνσταντίνο. Και μες την ίδια άνοιξη, η Θεοφανώ αντιλήφθηκε πως ήτανε τρίτη φορά έγκυος. Για να γίνει βέβαια αυτό τόσο σύντομα, είχε παραμελήσει μετά τους έξι πρώτους μήνες της ζωής του τον δευτερότοκο γιο της, αφήνοντας όλη του τη φροντίδα σε μια τροφό, και απολάμβανε συχνά τον έρωτα του συμβίου της, με δίψα.
Μόλις λοιπόν το κατάλαβε, φούντωσε μέσα της και την κατέκλυσε η πεθυμιά να γεννήσει πια ένα κορίτσι, μια κόρη εδικιά της, πριγκιποπούλα, κάτι που είχε λαχταρήσει απ’ όταν κράτησε στα χέρια της τη μικρή Θεοφανώ τη Σκλήραινα και της έβαλε το άγιο λάδι του βαφτίσματος.

«Θεοτόκε, κάνε να είναι θηλυκό… Κάνε να αποκτήσω θυγατέρα τούτη τη φορά, να πλάγιασα με τον νοτιά όταν το συνέλαβα!» προσευχότανε θερμά, και έβαζε κάτω απ’ το προσκεφάλι της κρυφά τηγάνι και αδράχτι, μη μπορώντας να αντισταθεί στις προκαταλήψεις που ήξερε από παιδί. Και φούσκωνε η κοιλιά της, και πλήθαινε η λαχτάρα της…

Κείνη τη χαραυγή την καλοκαιριάτικη παιδευότανε, κι όχι από το γκάστρι της. Όνειρο κακό της τάραζε τις φρένες, παραμίλαγε, στριφογυρνώντας τον λαιμό της, και τέλος πετάχτηκε κι ανακάθισε στο στρώμα πιέζοντάς το με τις παλάμες της τεντωμένες, πνευστιώντας δυνατά σαν να πνιγόταν.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 8 - "Ρωμανός Κρήτην χειρούται")

Από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε ο Ρωμανός στον θρόνο, πολλοί και διάφοροι με τους οποίους είχε γλεντήσει, όχι ιδιαίτερα καθαροί στο ήθος, σπεύσανε να του προσκολληθούν ξανά, για να τους δώσει θέσεις και αξιώματα ως συμβουλάτορές του. Πίστεψαν γαρ ότι ο χαροκόπος νιος θα ήταν πολύ ευχειραγώγητος, πως θα κατάφερναν να τον πείθουν πάντα προς την κατεύθυνση που ήθελαν και τους συνέφερε.
Ο Ρωμανός, πάντως, μες την καλοσύνη του και εν μέρει τη λίγη νεανική του αμεριμνησία, τους δέχτηκε στο πλάι του, και μάλιστα αντικατέστησε με αυτούς τους αξιωματούχους και συνεργάτες του πατέρα του, στους οποίους βέβαια δε φέρθηκε με περιφρόνηση, αλλά αντίθετα τους μοίρασε πολλά χρήματα και αξιώματα και δώρα, δείχνοντας ήδη πιο εύστροφος και συνετός απ’ ό, τι ίσως κάποιοι θα περίμεναν, λόγω των νιάτων του και της πρότερης εφηβικής διαγωγής του. Ευτυχώς για τον νεαρό βασιλιά, μεταξύ των καινούριων του αυλικών εμπίστων υπήρχαν και άνθρωποι πραγματικά σώφρονες, ικανοί και δαιμόνιοι, όπως ο πατρίκιος Θεόδωρος Δαφνοπάτης, ο πρωτοσπαθάριος Σισίννιος, οι Φωκάδες φυσικά, μα πάνω απ’ όλους ο Ιωσήφ Βρίγγας, τον οποίο το παλικάρι αναβίβασε σε παρακοιμώμενό του, μετά από προτροπή και του ίδιου του ευνούχου.

«Ρωμανέ, σ’ εξορκίζω, τώρα που έγινες αυτοκράτορας, να φανείς επιτέλους νουνεχής… Να με ακούς προσεκτικά, όταν σε συμβουλεύω, και να κρατήσεις σε απόσταση άνδρες επιβλαβείς και σφαλερούς και έκφυλους, αλλά και γύναια ακόλαστα και πορνικά που συνήθιζες να συναναστρέφεσαι…»

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 7 - Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!)

Ανέρρωσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, κι αποφάσισε στα τέλη του Σεπτέμβρη να μεταβεί στον Όλυμπο της Μυσίας. Είπε πως ήθελε να λάβει τις ευχές των αγίων πατέρων που μόναζαν στο μικρασιατικό όρος, για να θωρακιστεί με τη θεϊκή βοήθεια και να ανοίξει πόλεμο στους Σαρακηνούς της Συρίας.

«Άντρα μου, μήπως είναι νωρίς; Μήπως δεν είσαι ακόμα τόσο δυνατός;» αποπειράθηκε η Ελένη να του εκφράσει αντιρρήσεις, σκοτισμένη ακόμα μετά από την τόσο ξαφνική φουρτούνα της υγείας του.
«Γυναίκα, νιώθω μια χαρά, περδίκι για την ακρίβεια… Μην ανησυχείς, θα φύγω και θα γυρίσω προτού το καταλάβεις!» της απάντησε με σιγουριά ο Κωνσταντίνος και της έσφιξε απαλά τους ώμους, καθησυχαστικά. Και την επόμενη – μεθεπόμενη ημέρα, όπως το είχε σχεδιάσει, συγκέντρωσε την απαραίτητη κουστωδία του και κίνησε για τον προορισμό του.
Ουδείς ποτέ έμαθε τι πραγματικά επεδίωκε ο αυτοκράτορας πηγαίνοντας στον Όλυμπο. Κατοπινός του χρέωσε πως δεν είχε σκοπό να ευλογηθεί από τους καλογέρους, αλλά να συναντήσει τον επίσκοπο Θεόδωρο της Κυζίκου, ο οποίος τον πίεζε από χρόνια να καθαιρέσει τον Πολύευκτο, επειδή ο άτεγκτος πατριάρχης είχε απαιτήσει από τον Κωνσταντίνο να τιμωρήσει τις ατασθαλίες των συγγενών του πεθερού του, του Ρωμανού Λεκαπηνού, όταν έγινε μονοκράτορας στον θρόνο· και πως ο ραδιούργος Βασίλειος ο νόθος τσινώντας είχε καταφέρει να προσεταιριστεί την ομοπάτρια αδελφή του αυγούστα Ελένη και να κάνει μέσω αυτής και τον γαμπρό του να αφήσει ήρεμο το σόι του μακαρίτη του πατέρα του.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 6 - Το ξύπνημα της λύκαινας)

Πάνω σε μια ξερή κοτρώνα, στο χώρο του στρατοπέδου του στην Καππαδοκία, καθόταν ο στρατηγός της Ανατολής Νικηφόρος Φωκάς, τυλιγμένος στον τρίχινο ρασομανδύα του καλογέρου από μητρός θείου του, του Μιχαήλ Μαλεϊνού, κάτω απ’ τη στρατιωτική περιβολή του, και το μελαμψό του μούτρο, το γεμάτο άγρια και πυκνή γενειάδα, έδειχνε μαζί συλλογισμένο κι αφηρημένο, και όπως κύρτωνε το βραχύ του σώμα, φαινόταν τόσο ασκητικότερος απ’ ό τι ήδη ήταν, που έλεγες πως ένας άγιος πολίτης της ερήμου είχε καταφτάσει επανενσαρκωμένος για να ευλογήσει το στράτευμα, που γυμναζόταν εμπρός του μερικά μέτρα. Αλλά οι σκέψεις του σπουδαίου άντρα μόνο ασκητικές δεν ήταν τούτη τη στιγμή· τουναντίον, το μυαλό του γύριζε και ξαναγύριζε σε όσα έζησε βδομάδες μόλις πριν στη Βασιλεύουσα, και μια από αυτές τις θύμησες τον πείραζε ανελέητα…

Μεγάλη τιμή το θεώρησε να γίνει ανάδοχος του πριγκιπόπουλου, του Βασιλείου. Από την πρώτη στιγμή που το είδε στην τελετή της κουράς του[1], ξύπνησε μέσα του το πατρικό το αίσθημα, που χρόνια τώρα το είχε στερηθεί και με τόσο βίαιο τρόπο… Ναι, είχε λάβει κι αυτός γυναίκα, σαν ήταν στην ακμή του άρρενος, την καλή του Στεφανώ, μια νέα όχι εκθαμβωτικά όμορφη, μα πλούσια σε χαρίσματα ψυχής, σε νοικοκυροσύνη, σεμνότητα και θεοσέβεια, που την αγάπησε βαθιά ο Νικηφόρος. Πλούτισε κι ο γάμος τους με τον μοναδικό υγιό τους, τον Βάρδα, που έγινε ένα μελαχρινό αγόρι γλυκό, αθλητικό και ευπροσήγορο, καμάρι των γονιών του και του συνονόματου παππού του.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 5 - Βασίλειος ο πορφυρογέννητος)


Άνοιξη γλυκιά έραινε πλέον τη Βασιλεύουσα, μ’ όλο της το φως και όλα της τα μύρα. Αύξαινε και τρανωνότανε η μέρα, κι η νύχτα υποχωρούσε, λείβοταν, καθώς «ο τα πάντα καλώς δημιουργήσας» Θεός κανόνιζε. Και το νεαρό πριγκιπικό αντρόγυνο, ο Ρωμανός κι η Θεοφανώ, ήταν πιο ερωτευμένο από ποτέ. Χωρίς καμιά μέριμνα για τη μελλοντική του θέση να σκοτίζει το νου του, ο δεκαοκτάχρονος μοναχογιός του βασιλιά Κωνσταντίνου γέμιζε δώρα τη λατρεμένη του γυναίκα, διαλέγοντας απ’ ο, τι καλύτερο έμπαινε στο Παλάτι, και περνούσε πάνω από τις μισές ώρες της ημέρας αντάμα της στο δώμα τους, να χαίρεται τα φιλιά, την αγκαλιά και τη γλυκιά λαλιά της. Μα κι η μικρή Λάκαινα ρουφούσε αχόρταγα τον έρωτα του άντρα της, μ’ όλους τους πόρους του δεκαεξάχρονου κορμιού της ανοιχτούς, κι όταν έσμιγαν και τον κρατούσε τυλιγμένο μες στα χέρια της, ένιωθε κάπου μέσα της σαν να ’τανε δική της σάρκα πια αυτό το γερό παλικαρίσιο σώμα, που τόσους πόθους κοριτσιών είχε ξεσηκώσει χωστά να το περιλαμπάνουν, νύφες δικές του και Αυγούστες εστεμμένες…

«Καλή μου, έλα να σου δείξω τη Μαγναύρα με τα θαύματά της» της είπε εκείνο το πρωί, και την πήρε από το χέρι για να πάνε στο μέγαρο της υποδοχής των ξένων πρέσβεων.

«Θα μας αφήσουνε να μπούμε;» απόρησε η Θεοφανώ.

«Μην ανησυχείς, άλλωστε εγώ είμαι ο γιος του αυτοκράτορα και συμβασιλέας.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 4 - Καλώς ήλθες, Θεοεπίλεκτε Αυγούστα - μέρος 2)

Ο γάμος του Ρωμανού και της Αναστασίας – Θεοφανούς πια θα γινότανε την Κυριακή μετά τα Φώτα, όπως όρισε ο Κωνσταντίνος. Κι ενώ ο πρίγκιπας έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, οι αδελφές του δε μπορούσες να πεις πως είχαν ίδια γνώμη, ειδικά η Θεοδώρα.

«Μα αν είναι δυνατόν!» μουρμούριζε, πηγαίνοντας πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, μες στη μεγάλη κάμαρη όπου περνούσαν τις ώρες τους συχνά οι πέντε βασιλοπούλες. Και τόσο πολύ έδειχνε τη δυσφορία της, που ακόμα κι η υπομονετική Ζωή κάποια στιγμή αγανακτούσε.

«Κάτσε πια σ’ ένα μέρος, καημένη Θεοδώρα! Με ζάλισες!» την πρόσταζε, σηκώνοντας το κεφάλι της από το κέντημά της. «Ή έστω σταμάτα να γκρινιάζεις…»

«Πώς να μην γκρινιάζω, Ζωή;» αντέτεινε η δευτερότοκη πριγκίπισσα. «Πώς να μη γκρινιάζω, που θα πρέπει να ανεχτούμε για νύφη μας αυτή την παρακατιανή τη Λάκαινα; Κι η μάνα μας – Κύριε των δυνάμεων! – πήγε και της έδωσε το όνομα της αγαπημένης μας αδελφής, της σεβαστής μας θείας και της αγίας πρώτης συζύγου του πάππου μας[1]… Θεοφανώ, λέει, γιατί ο Θεός τη φανέρωσε στον Ρωμανό! Άκουσον άκουσον!»

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 4 - Καλώς ήλθες, Θεοεπίλεκτε Αυγούστα - μέρος 1)

Ο χρόνος κυλούσε πάντα ο ίδιος στο ταπεινό πανδοχοκαπηλείο της Σπάρτης για τον Κρατερό και τη θυγατέρα του. Ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει στην ψυχή μέσα της Αναστασώς, απ’ τη στιγμή που γνώρισε κείνη τη νύχτα του Αυγούστου το όμορφο παλικάρι, τον Ρωμανό τον κυνηγό. Όποτε τύχαινε να τον θυμηθεί, αφαιρούνταν, παράλυση την έπιανε σε σώμα και καρδιά, και στέναζε κρυφά χωρίς να το ελέγχει βαθιά μέσα από τα αμάλαγα στήθη της. Τον είχε αποπάρει, ναι, όταν της ζήτησε φίλημα μιας βραδιάς (και σάμπως γιατί να ενέδιδε; Μια θεία της που τη νοιαζόταν της είχε πει να φυλάει ως κόρη οφθαλμού την παρθενιά της, μέσα σε τόσους άντρες που άθελά της την τριγύριζαν…), μα ήταν τόσο γοητευτικός ο Ρωμανός, ανάθεμά τον, φορές ξυπνούσε η αίσθηση από τ’ άγγιγμά του στο κορμί της κι ανατρίχιαζε και πάλι… Πόσο θα ’θελε, στα αλήθεια, να γινόταν να την κάνει εκείνος μόνο συνευνή του και κανένας άλλος, ούτε χωριάτης – «χτύπα ξύλο!» – μήτε όμως κι άρχοντας άλλος ξένος…

«Μα τι ανοησίες κάθομαι και σκέφτομαι» συλλογιόταν μετά πικραμένη. «Όχι γυναίκα του δεν πρόκειται να με κάνει, μα ούτε που θα με θυμάται τώρα πια… Να περάσει μαζί μου τη βραδιά ήθελε, κι αφού του είπα πως δε θα του δοθώ έτσι, λάκισε… Ας πάει όμως, δε θα κλάψω κιόλας για χάρη του! Είσαι υπεράνω ανδρών εσύ, Αναστασία, μια πραγματική Λάκαινα!» κατέληγε, με αγέρωχη εφηβική θηλυκή αξιοπρέπεια που ένιωθε ότι ανταποκρινόταν στην περηφάνια των αρχαίων γυναικών του τόπου της, χωρίς βέβαια να έχει την παραμικρή ιδέα τι κλήρο της επεφύλασσε η Λάχεσις, ότι σύντομα θα ηχούσανε για αυτή τα σήμαντρα του γάμου…

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 3 - Του Έρωτος θελήματα - μέρος 3)

Μεγάλη ζημιά του κάνανε στα αλήθεια του Ρωμανού τα κάλλη της Αναστασίας. Αυτός, που μέχρι πρότινος έκανε σαν το κοκοράκι με τις γυναίκες, τώρα καιγότανε διαρκώς για χάρη μιας μονάχα, κι όλα τ’ άλλα αργυρώνητα θελκτικά κορμιά που είχε αγκαλιάσει του φαίνονταν πια αποκρουστικά, χυδαία μπρος σ’ αυτό της Λάκαινας παρθένας, που άξιζε όλα τα χρήματα του κόσμου – ή μάλλον όχι, τέτοια ομορφιά ήτανε πάνω από κάθε χρήμα…

«Ο Νικόλαος Χαλκούτζης, ο αδελφός του τουρμάρχη[1] Νικήτα Χαλκούτζη, δίνει απόψε συμπόσιο στον οίκο του» είπε ο Μηνάς, καθώς γυμνάζονταν μια μέρα οι τρεις τους στους κήπους του Μεγάλου Παλατιού. «Θα καλέσει, έμαθα, πολλούς άρχοντες, τις πιο διαλεχτές εταίρες κι αυλητρίδες, και αρχοντόπουλα της ηλικίας μας» πρόσθεσε, χαμογελώντας πονηρά προς τον Ρωμανό, διότι είχε από καιρό αντιληφθεί ότι ο νεαρός διάδοχος είχε θαυμαστές και στο ίδιον φύλο. «Τι λέτε, πάμε;»
«Να πάτε μόνοι σας» του απάντησε αμέσως άκεφα ο Ρωμανός, νύσσοντας άσκοπα τη νευρή του τόξου του. «Εγώ δεν έχω όρεξη…»
«Πάλι δεν έχεις όρεξη;» τον κοίταξε ο Μηνάς απορημένος, σηκώνοντας το φρύδι του. «Τι έπαθες ξαφνικά; Εσύ πετούσες τη σκούφια σου για τέτοια!»
«Είπα κι ελάλησα, Μηνά! Παράτα με!» αντέκοψε σκασμένος, και μες στη φούρκα του έπιασε ένα βέλος και το έριξε πενήντα μέτρα μακριά.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 3 - Του Έρωτος θελήματα - μέρος 2)

Για δυο ολόκληρους μήνες, ο Ρωμανός με τους φίλους του περιόδευαν στα θέματα του σημερινού ελλαδικού χώρου, από τη Μακεδονία ως την Πελοπόννησο, ανακαλύπτοντας νέους κυνηγότοπους, κι όποτε βρισκόταν η ευκαιρία εντρυφούσαν και στις άλλες ηδονές του σώματος. Αύγουστο πια, η στράτα τους τούς έφερε στη Λακωνία, και βγήκαν ένα πρωινό να εξασκήσουν το αγαπημένο τους άθλημα στον κατάφυτο και πλούσιο σε πανίδα Ταΰγετο. Η μέρα ήταν αίθρια, ζεστή και ποιητική με ευχάριστο δροσερό αεράκι, μόνο λίγα σύννεφα είχαν γαντζωθεί εδώ κι εκεί στον γαλανό καμβά του ουρανού, και το άπλετο φως του ήλιου που έλουζε πέρα προς την ανατολή τον κάμπο του Ευρώτα μάγευε το βλέμμα των τριών παλικαριών και γέμιζε τα κορμιά τους ευφορία και οργασμό δυνάμεων.«Λοιπόν, αδέλφια, ας μη χασομεράμε» πρότεινε ο Μηνάς. «Καλή λεία μας περιμένει εδώ πέρα σ’ αυτά τα δάση, είμαι σίγουρος, και ζώα και πουλιά…»

Κι έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση. Συμφώνησαν μαζί του οι άλλοι δύο, και ο Θεόδωρος πρόσθεσε:
«Να είμαστε κοντά, μην απομακρυνθούμε. Οι αρκούδες κι οι λύγκες καραδοκούν, και δε θα ήταν ευχάριστο να γίνουμε εμείς το γεύμα τους…»
«Ας τολμήσει να ’ρθει η αρκούδα να με φάει, και θα την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια!» πετάχτηκε ο Ρωμανός με έπαρση, κι οι φίλοι του γέλασαν και τον χτύπησαν πειραχτικά στην πλάτη. Ύστερα φορτώθηκαν πάνω τους τα τόξα και τα δίχτυα, φόρεσαν τα χειρόχτια[1] τους, μάζωξαν κοντά τους τα λαγωνικά και ξεκίνησαν.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 3 - Του Έρωτος θελήματα - μέρος 1)

Καλοκαίρι 956 μ. Χ.

Είχανε πανηγύρι κείνες τις μέρες στη Λακεδαίμονα, και κόσμος πολύς είχε συναχθεί, οι ντόπιοι που βρίσκανε την ευκαιρία για σχόλη, έμποροι και μικροπωλητές που διαλαλούσαν τις πραμάτειες τους και κάθε λογής θαυματοποιοί απ’ όλο τον Μορέα αλλά και πιο μακρινά ίσως μέρη. Τα παιδιά τραβάγανε από το χέρι και τα ιμάτια τους γονιούς, οσάκις ήτανε μαζί τους, ζητώντας να τους αγοράσουνε παστέλι, ή λεπτά για να ρίξουνε στον αρκουδιάρη, κουρελή και μισοφαφούτη, που όμως τα έκανε να γελάνε και να φωνασκούν αφιονισμένα, σαν χτύπαγε το ντέφι του κι η καδενωμένη αρκούδα έσειε το βαρύ ταλαίπωρο τομάρι της στο ρυθμό του.
Οι κυράδες, πάλι, χάζευαν φορέματα, πλουμίδια, πομάδες και αρώματα, τα πιάνανε, τα οσφραίνονταν, και όταν είχαν μαζί τους τα ανάλογα χρήματα τα δίνανε πρόθυμα για να αποκτήσουν ό,τι λαχταρήσανε με την αφή, το θώρι ή το μύρισμα, κι ας στραβομουτσούνιαζαν πολλές φορές οι άντρες τους με την κουταμάρα της γυναικείας φιλαρέσκειας. Κατέβηκε κι η Αναστασώ λοιπόν να κάνει χάζι σ’ αυτό το πατιρντί, και βέβαια έχοντας σκοπό μήπως βρει τίποτα καλό να προσθέσει στον μικρό της θησαυρό. Και κάτι εντόπισε σύντομα: στον πάγκο απάνω ενός πραματευτή, που ’χε σταθμεύσει το κάρο και το γαϊδούρι του κοντά της, μέσα σ’ όλα τα άλλα ξεχώριζε ένα άσπρο χτένι κοκαλένιο, στολισμένο με κόκκινα μικρά μαργαριτάρια. Άστραψε τότε το βλέμμα της δεκαπεντάχρονης κοπέλας, σίγουρα αυτό το φινετσάτο αντικείμενο ταίριαζε γάντι στη μελαχρινή ομορφιά της.

Αυγούστα Θεοφανώ η Λάκαινα (Κεφάλαιο 2) - "Ο νεαρός πρίγκιπας"

Ήταν ωραίο παιδί ο πρίγκιπας Ρωμανός, ο μοναχογιός του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου και της Ελένης Λεκαπηνής, ο διάδοχος του θρόνου της Ρωμανίας.

Τη μέρα που γεννήθηκε, ένα πρωινό στην ακμή της άνοιξης το έτος 939, ο ήλιος έλαμπε δυνατά πάνω από το Ιερό Παλάτιο και χρύσωσε με το φως του τα μαλλάκια του, ενώ ο καθαρός γαλάζιος ουρανός της Βασιλεύουσας έχυσε απλόχερα το χρώμα του στα βρεφικά ματάκια. Μόλις της τον έβαλαν οι δούλες στην αγκαλιά, η Ελένη δε χόρταινε να τον κοιτάζει, να τον χαϊδεύει τρυφερά με λαχτάρα μες στα πορφυρά του σπάργανα και να του λέει χίλια δυο παινέματα, ενώ ο Κωνσταντίνος, όταν άκουσε πως έκανε η γυναίκα του αγόρι, μόνο που δεν πήδησε από τη χαρά του. Είχαν ήδη χάσει, βλέπεις, τον κανακάρη τους, τον Λέοντα, που ο Θεός τον έφερε στη ζωή κι ο Χάρος τον ξερίζωσε απ’ αυτήν μέσα σε λίγους μήνες, κι ο πόθος τους για ένα αρσενικό παιδί έμενε πάντα άσβεστος, όσο κι αν αγαπούσαν τις τρεις μεγαλύτερες θυγατέρες τους, τη Ζωή, τη Θεοδώρα και τη Θεοφανώ· οι δύο πρώτες πήραν τα ονόματα των γιαγιάδων τους, η μεν Ζωή της όμορφης ερωμένης του Λέοντος του Σοφού, της περίφημης Καρβουνοψίνας, που του χάρισε τον πολυπόθητο διάδοχο κι αυτός την παντρεύτηκε εν τέλει προκαλώντας σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας, γιατί ήδη είχε λάβει τρεις συζύγους, η δε Θεοδώρα της μάνας της Ελένης και συζύγου του τότε αυτοκράτορα παππού τους Ρωμανού Λεκαπηνού, ο οποίος κυβερνούσε το κράτος μαζί με τους γιους του έχοντας παραγκωνίσει τον γαμπρό του. Αλλά για αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω.