Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα Βουνά πριν την Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα Βουνά πριν την Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Τέλος 1ου μέρους - Έλντι και Καίηλεν)

Η Καίηλεν ξύπνησε μόλις σταμάτησε η άμαξα του Ελσί στο κέντρο του Κόντρου. Ήταν αργά και οι λύκοι στα διπλανά δάση είχαν σωπάσει εκείνη τη βροχερή νύχτα. Ο Έλντι την βοήθησε να κατεβεί από την άμαξα χωρίς να της δώσει πολύ χώρο, με αποτέλεσμα τα σώματά τους να έρθουν πολύ κοντά, προκαλώντας μια εμφανή αμηχανία, που έσπασε με ένα γλυκό χαμόγελο της Καίηλεν όταν πάτησε στη γη. Η άμαξα έφυγε αμέσως προς το Νότο και τον αρχικό προορισμό της, αφού ο Ελσί τους χαιρέτησε βιαστικά, σα να ήθελε να αποφύγει κάτι.

“Λοιπόν, καληνύχτα”, είπε διστακτικά ο νεαρός τοξοβόλος.

“Ναι...” απάντησε η κοπέλα, “...αν θέλεις μπορείς να έρθεις να κοιμηθείς στο δικό μου σπίτι”, του είπε χαμηλόφωνα. Ο Έλντι είχε καταλάβει πως εκείνο το βράδυ θα καθόριζε τη σχέση του με την όμορφη κόρη των Μούλτιμε, ωστόσο η πρόταση της δεν του φάνηκε και τόσο καλή ιδέα.

“Μάλλον θα μείνω στον ξενώνα...”, απάντησε “…και το πρωί θα συναντηθούμε ξανά στου Ούλτορ”. Η Καίηλεν με ένα διακριτικό νεύμα συμφώνησε και παρέμεινε να κοιτάζει στα μάτια τον Έλντι. Εκείνη τη στιγμή, ένιωθαν και οι δύο την ατμόσφαιρα μεταξύ τους πολύ έντονη, σχεδόν ηλεκτρισμένη. Τον πλησίασε ξανά, τόσο κοντά όσο είχαν έρθει όταν την κατέβασε από την άμαξα, μα αυτή τη φορά δεν ένιωθαν πια αμηχανία.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 36 - Έλντι Μπόου)

 “Η βροχή λιώνει το χιόνι”, διαπίστωσε η Καίηλεν δείχνοντας στον Έλντι το λασπωμένο πλέον μονοπάτι, καθώς επέστρεφαν από το Νεκροταφείο του Παλαιού Καιρού. Δεν άργησαν να βγουν στον κεντρικό καρόδρομο, φορώντας πάντα τα βρεγμένα και παγωμένα παπούτσια και ρούχα τους. Έκαναν νόημα στο πρώτο κάρο που είδαν να κινείται ανατολικά, το οποίο πέρασε αγκομαχώντας μες στις λάσπες, σχεδόν αγνοώντας τους. Στο δεύτερο κάρο στάθηκαν πιο τυχεροί. Ο καροτσέρης κατέβηκε βαστώντας κάτι ατσάλινο στα χέρια του, σταματώντας λίγο πιο κάτω από το σημείο που στέκονταν ο Έλντι με την Καίηλεν. Έμοιαζε μεγαλύτερός τους στην ηλικία και ήταν αρκετά γεροδεμένος. Έσκυψε στους τροχούς του κάρου του και άρχισε να τους σφίγγει με ορμή, ξεφυσώντας κάθε φορά που πήγαινε από τον έναν στον άλλον. Η Καίηλεν τον αναγνώρισε από μακριά.

“Καλέ μου Ελσί”, είπε με γλυκιά φωνή πλησιάζοντας το σταματημένο κάρο.

Ο άντρας είχε σηκωθεί και σκούπιζε με ένα κομμάτι από σκληρό ύφασμα τα χέρια του. Ακούγοντας τη φωνή της Καίηλεν ήταν σχεδόν σίγουρος πως ήταν αυτή, ωστόσο προσπάθησε να διακρίνει τις φιγούρες που τον πλησίαζαν στο σκοτάδι.

“Καίηλεν;”, ρώτησε έκπληκτος ο καροτσέρης. Η απάντηση της ήταν ένα καταφατικό νεύμα, το οποίο μπορούσε να διακρίνει από την απόσταση που τώρα βρίσκονταν.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 35 - Τζάρβις)

Πέρασαν πολλά φεγγάρια από το βράδυ που χωρίστηκαν οι νυχτερινοί στη Λούμπισα. Είχαν δώσει την υπόσχεσή τους στη Λαίδη Μπέθιελ πως θα βρίσκονταν την επόμενη πανσέληνο και πάλι στο Γκόγκλεντολ, για να πάρουν το νυχτερινό καράβι για την Κατάα, ώστε να μεταφέρουν το σώμα του Κάανν και τα άσχημα νέα στη Βασίλισσα Ντιλέχγουιν. Έτσι, ο Τζάρβις βρήκε επιτέλους το χρόνο να επισκεφτεί τη Σινές, ακόμα κι αν ήταν αργά.

Η πόλη της Πράσινης Θάλασσας ήταν υγρή και γεμάτη λάσπες εκείνο το βράδυ. Το φως του φεγγαριού είχε καλυφθεί από τα σύννεφα βροχής και ο νεαρός Μποέμιαν, για αρκετή ώρα, δεν άκουγε τίποτα στο πέρασμά του. Προχωρώντας προς την ακρόπολη και τον Πύργο της Σινές, άκουσε κάτι που του τράβηξε την προσοχή: Φωνές και δυνατή μουσική, έφταναν στα αυτιά του από την ταβέρνα του παζαριού, τον “Σκίουρο” όπως ήταν το όνομά της.

“Μουσική”, μονολόγησε με μια έκφραση νοσταλγίας στο πρόσωπό του. Έκλεισε τα μάτια του και πήγε προς την ταβέρνα, σχεδόν χορεύοντας. Όσο πλησίαζε, τόσο κατάφερνε να ξεχωρίσει τη μουσική από την οχλαγωγία. Του ακούγονταν τόσο γνώριμα όλα. Οι φωνές, τα γέλια, οι ήχοι των κανατιών και των ξύλινων κουπών, αλλά κυρίως τα τραγούδια τους. Έριξε μια ματιά στην ξύλινη επιγραφή που είχε πάνω της έναν σκίουρο να πίνει λαίμαργα μια κούπα κρασί. Χαμογέλασε και μπήκε μέσα.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 34 - Έλστα)

Η νεαρή Έλστα από την Αραζέμ έμεινε έκπληκτη μόλις είδε τη Σινές, τη μεγαλειώδη πόλη της Πράσινης Θάλασσας από το εσωτερικό των θεόρατων τειχών της. Συνειδητοποίησε πως δεν είχε ξαναδεί τόσο ψηλά κτίρια -κάποια με τρία πατώματα-, όπως οι πύργοι των ευγενών της Μεγάλης Νήσου. Ένιωσε όμως ακόμα μεγαλύτερο δέος όταν αντίκρυσε τον πανέμορφο Πύργο της Σινές στην ακρόπολη της ομορφότερης πόλης της Γηραιάς Ηπείρου. Είχε ξανακούσει για το μεγαλείο της πόλης της Πράσινης Θάλασσας, όπως την έλεγαν στο Νυχτερινό Βασίλειο, καθώς και για την επιβλητικότητα του Πύργου της, αλλά κάπου στο χρόνο τα είχε ξεχάσει. Όλα ξαναήρθαν στο μυαλό της σαν μια παιδική ανάμνηση.

Χάνοντας χρόνο στο φασαριόζικο παζάρι, κατάλαβε πως βάδιζε διστακτικά προς τον Πύργο. Πλησίαζε η νύχτα που θα έπρεπε να συναντήσει το νεαρό Μποέμιαν και τα νέα που του έφερνε δεν ήταν χαρούμενα. Στην περιπλάνησή της στη Σινές, κοιτούσε διακριτικά όπου έβλεπε ανδρική νεαρή φιγούρα, μήπως ήταν εκείνος. Όταν ήρθε το βράδυ σκέφτηκε πως θα έπρεπε να βρει ένα ασφαλές μέρος για να διανυκτερεύσει. Με την άκρη του ματιού της είδε κάτι να κινείται. Κάποιον. Ήταν και πάλι η Λίλια, που προσπαθούσε να την παρακολουθήσει κρυφά, χωρίς όμως επιτυχία. Ήταν λίγα μίλια μακριά από την ακρόπολη και τον Πύργο, όταν βρήκε έναν κρύο στάβλο για να περάσει τη νύχτα της. Έτσι κι αλλιώς δε σκόπευε να κοιμηθεί πολύ.

Μόλις κάθισε στο έδαφος, η μικρή Λίλια της φανερώθηκε βιαστικά στην είσοδο του στάβλου και της έκανε νόημα να την ακολουθήσει, πριν εξαφανιστεί ξανά.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 33 - Λαίδη Μπέθιελ)

Οι νυχτοβάτες αφού βρήκαν κάποιο χάλασμα για να προστατευτούν από τον πρωινό ήλιο, αποφάσισαν να ξαποστάσουν εκεί τουλάχιστον μέχρι να σουρουπώσει. Είχαν κουβαλήσει τόσο το νεκρό πρίγκηπα, όσο και τον ζαλισμένο νεαρό αφέντη Ιουστίν, ο οποίος γρήγορα συνήλθε μόλις σταμάτησε να είναι εκτεθειμένος στις επιβαρυντικές για το καμένο του πρόσωπο ακτίνες του ήλιου. Μπορεί ο ένας εχθρός να τους είχε αφήσει να το βάλουν στα πόδια, ο άλλος όμως παρέμενε απειλητικός πάνω από τα κεφάλια τους.

“Τι θα κάνουμε τώρα;”, ρώτησε ο Χαράμ. Η Σιν-Σι δεν του έδωσε σημασία, καθώς προσπαθούσε να περιποιηθεί και να μετριάσει το αποκρουστικό θέαμα του λαιμού του Κάανν, μετά από την απομάκρυνση του βουνίσιου βέλους. Ο Τζάρβις και ο Νόμακ δεν είχαν ιδέα τι να απαντήσουν. Αυτός που του απάντησε ήταν ο Ιουστίν:

“Θα ξαποστάσουμε για λίγο μέχρι το βράδυ και ύστερα θα ξεκινήσουμε για τη Λούμπισα.”

Όλοι, εκτός από τη Σιν-Σι -που περιποιούταν τώρα τα ρούχα του πρίγκιπα- τον κοίταξαν ανήσυχα. Δεν είχαν ξεχάσει την εμπειρία τους, λίγα φεγγάρια πριν, εκείνο το τρομερό βράδυ που έχασαν σχεδόν τη μισή συνοδεία τους.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 32 - Νυάννα)

«Μην το κάνετε αυτό!», παρακάλεσε ο μαυροφορεμένος πρίγκιπας, απελπισμένος μιας και οι ακτίνες του ήλιου γίνονταν ολοένα και αφόρητες πάνω τους.

Η Καίηλεν κοίταξε με την άκρη του ματιού της τη Λαίδη Νυάννα, που παρέμενε ανέκφραστη και αποφασισμένη, έχοντας το τόξο τεντωμένο.

«Αυτή είναι η κόρη μου» συνέχισε ο Κάανν. «Είναι ο λόγος που η Αυτής Μεγαλειότητα Ντιλέγχουιν χάρισε τη ζωή στην κυρά σας, την κόρη του Ούλβιρ»

«Κάνε τον να σωπάσει…» είπε ανυπόμονα και βιαστικά η Νυάννα στη νεαρή τοξοβόλο στο πλάι της.

Η Καίηλεν υπάκουσε πρόθυμα και το ξύλινο μυτερό της βέλος εξαπολύθηκε και καρφώθηκε στο λαιμό του πρίγκιπα, μεταφέροντας μαζί του έναν απόκοσμο τσιριχτό ήχο. Βλέποντας τη βολή, οι λύκοι γρύλλισαν και πάλι, πριν τους ηρεμήσει η Νυάννα.

Ο Κάανν έπεσε νεκρός στο έδαφος, πνιγμένος από το ίδιο του το αίμα. Η Σίν-Σι έγειρε γρήγορα από πάνω του, προσπαθώντας να τον βοηθήσει, αλλά μάταια.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κεφάλαιο 31 - Λάκς Λόχε)

«…Μια κόρη…» σιγομουρμούρισε έκπληκτος ο Λάκς Λόχε. Το γεγονός πως ο πρώτος και ίσως μοναδικός απόγονος του, ήταν γένος θηλυκού, περιέπλεκε τα πράγματα μες το μυαλό του. Δεν είχαν περάσει πολλά βράδια από όταν είδε εκείνο το όνειρο. Και μέσα του ήταν σίγουρος, πως τα λόγια του προπάππου του θα έμελλαν να είναι η αλήθεια. «Το παιδί που θα κάνεις…» του είπε εκείνο το βράδυ, «…θα οδηγήσει την οικογένειά μας και το γένος μας σε βασιλικές οδούς…». Η εξέλιξη όμως αυτή τον μπέρδευε.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκε. Δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του, που εμπιστεύθηκε έναν γέρο σε ένα όνειρο. Μα όχι αφελώς. Γιατί αν πίστευε σε κάτι, αυτό ήταν στις ψυχές των προγόνων του. Όπως και οι περισσότεροι στην Αραζέμ.

Όταν πια ξημέρωσε, τον επισκέφτηκαν οι δυο αδερφοί του, Ίντιο και Λαρ. Ο μεγάλος τους αδελφός, τούς είχε μιλήσει για το όνειρο και θέλησαν να επισκεφτούν το νέο τους ανιψιό.

«Μου μοιάζει χλωμό για νεογέννητο μωρό…» παρατήρησε ο μικρότερος αδερφός, ο Λαρ.

«Είναι λιγάκι χλωμός, ναι…» συμπλήρωσε ο Ίντιο.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Καίηλεν - Κεφάλαιο 30)

Ένα μεγάλο μαύρο έλκηθρο μετέφερε πάνω στο χιόνι, το παγωμένο κορμί του πολεμιστή Κόστα. Προορισμός ήταν το νεκροταφείο του παλαιού καιρού των βουνών πριν την Ανατολή. Κόσμος πολύς, συμπολεμιστές και φίλοι του ελεύθερου βουνίσιου έσερναν τα βήματα τους πίσω του. Κοντά τους ερχόταν ο Έλντι, με την Καίηλεν Αντμάιντ πλάι του. Όσο θλιμμένη και να ήταν, η Καίηλεν βαστούσε με μεγάλη προσπάθεια τα δάκρυά της. Όταν τελείωσε η τελετή της ταφής, βρήκε κάποιο μέρος και θρήνησε κρυφά τον καλό της φίλο.

Το σκοτάδι και η θερμοκρασία άρχισαν σιγά-σιγά να πέφτουν και σχεδόν όλοι είχαν φύγει από το νεκροταφείο του παλαιού καιρού. Ο Έλντι αποφάσισε να περιμένει την Καίηλεν πριν φύγει κι αυτός. Κι όταν είδε πως αυτή δε φαινόταν, αποφάσισε να ψάξει να τη βρει. Έψαξε για ώρα, ώσπου το σκοτάδι έγινε βαθύ και το χιόνι πιο πυκνό, φωνάζοντας το όνομά της και τρομάζοντας τα μαύρα πουλιά των δέντρων. Μα δεν το έβαλε κάτω. Και τελικά την βρήκε, καθισμένη στην άκρη ενός γκρεμού, θλιμμένη, ανέκφραστη και παγωμένη.

«Καίηλεν…» την πλησίασε. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει αν είναι καλά, μα ήδη γνώριζε την απάντηση. «…Θέλεις να φύγουμε;» της πρότεινε με ήρεμη φωνή, όπως ήρεμος ήταν πάντα. Δεν του απάντησε. Ο Έλντι κάθισε δίπλα της, κοντά της, μήπως και καταφέρει να τη ζεστάνει. Για πολλή ώρα δε μιλούσε κανείς τους. Και το χιόνι ακόμη, κόπασε.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Έλστα - Κεφάλαιο 29)

...Το φεγγάρι έδυσε πίσω από τα σπίτια του Αρβαράν, του ανατολικού λιμανιού της Σινές. Σιγά-σιγά, ο ουρανός πάνω από τα κατάρτια άλλαζε χρώμα.

«Ξημερώνει..» σκέφτηκε η Έλστα. «...Μια καινούρια μέρα σε μια καινούρια ήπειρο..». Στο μυαλό της στριφογύριζε το πρόσωπο του Τζάρβις. Και το σίγουρο βλέμμα του, όταν της εμπιστευόταν το μποέμικο σταυρό. Είχε ξεχάσει το άγχος της πρώτης φοράς σε καράβι και την είχε κυριεύσει ο πανικός, που θα συναντούσε το νεαρό Μποέμιαν, χωρίς να έχει στα χέρια της το μενταγιόν.

Το καράβι έδεσε στο λιμάνι. Η Έλστα πάτησε το πόδι της στη στεριά, αβέβαιη και ανακουφισμένη. Είχε δυο μέρες περιθώριο να φτάσει στον Πύργο της Σινές και καμιά καλή δικαιολογία δεν ήταν αρκετή για να μην του πει την αλήθεια. Για το καραβάνι τσιγγάνων, που συνάντησε και αποφάσισε να τους ακολουθήσει και το πόσο το είχε μετανιώσει.

«Κυρία;..» μια νεαρή φωνή πίσω της, διέκοψε τις σκέψεις της. Γύρισε το κεφάλι της και είδε ένα μικρό βρόμικο ανθρωπάκι, όχι μεγαλύτερο από εφτά χρονών. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά και ανακατεμένα και έπεφταν πάνω από τα μάτια του, σκεπάζοντας μεγάλο κομμάτι από το πρόσωπό του. Η Έλστα αποφάσισε να μη δώσει σημασία και να ξεκινήσει το δρόμο της προς τη Σινές.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Νυχτερίδες και Λύκοι - Κεφάλαιο 28)

Οι κραυγές των βουνίσιων ξύπνησαν την Σιν-Σι. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω της. Όλοι κοιμόντουσαν εκτός από τον Τζάρβις και το νεαρό οδηγό τους.

«Ο ήλιος πρέπει να έχει βγει…» ψιθύρισε ο Τζάρβις «…οι βουνίσιοι όπου να ‘ναι θα φύγουν. Καλό είναι να ξεκουραστείτε Λαίδη Σιν-Σι»

«Δεν μπορώ να βρω ηρεμία εδώ μέσα… Νιώθω φυλακισμένη» του απάντησε η Σιν-Σι χαμηλόφωνα. Έπειτα γύρισε προς τον οδηγό τους.

«Πώς είναι το όνομά σου, νυχτερινέ;»

«Ιουστίν, Λαίδη μου» αποκρίθηκε το αγόρι και τους έκανε να κοιταχτούν αμήχανα. «Πήρα το όνομά μου από τον αφέντη του μοναστηριού και μέντορά μου…» τους εξήγησε.

Ο Τζάρβις τοποθέτησε το σακίδιο του πίσω από το κεφάλι του και ακούμπησε σε ένα τοίχο για να κοιμηθεί. Ετοιμαζόταν να τον πάρει ο ύπνος, όταν ένα πετάρισμα τον ξάφνιασε. Κάτι πέρασε μπροστά του και χάθηκε μες στους σκοτεινούς διαδρόμους.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Ξημερώνει στα Μούλτιμε - Κεφάλαιο 27)

Οι βουνίσιοι είχαν πλέον στριμώξει τους λιγοστούς νυχτερινούς μέσα στο κεντρικό κτίριο του μοναστηριού. Ο Κάανν κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο, την ίδια ώρα, που ο Έλντι έστελνε τους μισούς του άντρες να ψάξουν για το Γκάλντουρ Μάλβερκ στις καταπακτές του ανατολικού τείχους. Καθώς η μισή προσοχή των βουνίσιων είχε στραφεί για λίγο αλλού, ο νεαρός νυχτερινός -που είχε κουβαλήσει νωρίτερα τον τραυματισμένο αφέντη Ιουστίν- κατάφερε να φυγαδεύσει τη Σιν-Σι με τον πατέρα και τους συνοδοιπόρους της. Τους οδήγησε σε ένα από τα δεκάδες μυστικά περάσματα, το οποίο κατέληγε νότια, έξω από τα τείχη.

Ο ήλιος κόντευε πια να δύσει. Ο Έλντι και οι λοιποί βουνίσιοι, αφού σκότωσαν όσους νυχτερινούς είχαν απομείνει, έκαναν φύλλο και φτερό το μοναστήρι για να βρουν αυτό που τους είχε ζητήσει η Λαίδη Νυάννα. Τελευταίο έψαξαν το δωμάτιο της προσευχής αλλά το Μάλβερκ δεν ήταν ούτε εκεί. Συνέχισαν την αναζήτηση όλη τη νύχτα.

Παράλληλα, οι νυχτερινοί γυρνοβολούσαν όλο το βράδυ μες στις υπόγειες στοές και τα μυστικά περάσματα, ψάχνοντας να βρουν μια άκρη μες στο σκοτάδι. Είχαν χαθεί. Κι όταν ήρθε το πρωί, έπειτα από πολλές γκρίνιες και διαφωνίες, συμφώνησαν να ξεκουραστούν και να περάσουν εκεί μέσα τη μέρα τους, κρυμμένοι από όλους τους πιθανούς εχθρούς τους. Θα ξεκινούσαν πάλι κατά το σούρουπο, αν κατάφερναν να υπολογίσουν σωστά τον χρόνο…

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Λύκοι στο μοναστήρι - Κεφάλαιο 26)

Πρώτοι όρμησαν οι βουνίσιοι και πίσω τους οι λυσσασμένοι λύκοι. Κάτω από τη σκιά του πανύψηλου δυτικού τείχους όμως, οι νυχτερινοί, λιγότεροι από πενήντα, ήταν ήδη ετοιμοπόλεμοι. Μια φοβερή μάχη σώμα με σώμα ξεκίνησε. Όποιος προλάβαινε χρησιμοποιούσε όπλα, είτε πέτρες και τσεκούρια οι βουνίσιοι, ή μαχαίρια και παλούκια οι νυχτερινοί.

Πολλοί νυχτοβάτες έπεσαν, κυρίως από τους λύκους, εκείνο το ματωμένο απόγευμα στα Μούλτιμε. Κατάφεραν, όμως, να στέκονται περισσότεροι όρθιοι από τους αντιπάλους τους. Ο ένας μετά τον άλλο, οι λύκοι νικήθηκαν. Ο θρίαμβός τους ολοκληρωνόταν, όταν ένας από τους νυχτερινούς, είχε βουτήξει από το λαιμό τον Κόστα, έτοιμος να τον αποκεφαλίσει.

Ένα τσεκούρι όμως, καρφώθηκε πάνω από το αριστερό μάτι του νυχτερινού, χαλώντας του τα σχέδια. Το τσεκούρι του Ούλτορ. Αμέσως, ο Κόστα έκλεψε το μαχαίρι από το νυχτερινό και συνέχισε τη μανιασμένη σφαγή.

Οι βουνίσιοι αντιστέκονταν. Τότε ακούστηκε κάτι σαν δυνατό φύσημα, ένα απότομο αλλόκοτο σφύριγμα και ένα βέλος καρφώθηκε στην πλάτη του Κόστα. Οι λιγοστοί βουνίσιοι γύρισαν προς τα πίσω και αντίκρισαν έναν νυχτερινό σε ένα παράθυρο του μοναστηριού, με μια ατσάλινη βαλλίστρα στο χέρι. Ήταν ο Χαράμ και δεν έδειχνε καθόλου χαρούμενος που του είχαν διακόψει τον ύπνο του.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Η Θολωτή Πύλη - Κεφάλαιο 25)

Νωρίς το απόγευμα, έφτασαν έξω από το Πρώτο Δέντρο, το φυλάκιο των βουνίσιων και αντίκρισαν το θεόρατο μοναστήρι του παλαιού καιρού. Εκεί συνάντησαν τους τέσσερεις σκοπούς, που τους ενημέρωσαν για περίεργες κινήσεις των νυχτοβίων τις τελευταίες νύχτες. Τους είπαν επίσης, πως οι νυχτερινοί στο μοναστήρι ήταν πάνω από εκατό άτομα.

Στην απέναντι πλευρά, τόσο η πολυκοσμία, όσο και η παρουσία των λύκων στο φυλάκιο, κίνησαν την περιέργεια του απογευματινού παρατηρητή από το μοναστήρι, που ειδοποίησε εσπευσμένα τον αφέντη Ιουστίν. Μέχρι να φτάσει στον πυργίσκο ο αγουροξυπνημένος αφέντης του μοναστηριού, ήδη τρεις βουνίσιοι και ένας λύκος πλησίαζαν τη θολωτή πύλη.

«Τι είναι αυτές οι δουλειές τώρα;» ψέλλισε ο Ιουστίν κοιτάζοντας μια προς το φυλάκιο και μια τους βουνίσιους που πλησίαζαν. «Για ρώτα τους, τι θέλουν;» είπε στον απογευματινό παρατηρητή.

«Τι χρειάζεστε, άρχοντες των δασών;» τους φώναξε ευγενικά από τον πυργίσκο ο παρατηρητής.

«Θέλουμε να μιλήσουμε με τον αφέντη του μοναστηριού!» απάντησε με βροντερή φωνή ο Κόστα, που ήταν ο ένας από τους τρεις. Οι άλλοι δύο ήταν ο δασοφύλακας του Βακάρου, ο Ρένζερ και ο μεγαλόσωμος ξυλοκόπος Ούλτορ, που είχε δεμένο στις πλάτες του ένα μεγάλο τσεκούρι.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κόστα - Κεφάλαιο 24)

«…Το μοναστήρι είναι χτισμένο πάνω σε ένα τεράστιο βράχο, στην κορυφή του λόφου. Πρόσβαση έχει μόνο από το βορινό μέρος, καθώς γύρω-γύρω υπάρχει γκρεμός..» εξηγούσε ο Ρένζερ στους άντρες του Βακάρου και τον Κόστα, σχεδιάζοντας νευρικά πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. «…Περιβάλλεται από πέτρινο τοίχος, που αγγίζει τα δέκα πόδια ύψος. Στο βορειοδυτικό του τμήμα υπάρχει ένας πυργίσκος, που οι νυχτοβάτες το χρησιμοποιούν σαν παρατηρητήριο. Απέναντι ακριβώς από την καμαρωτή, θολωτή τους πόρτα, σε ασφαλή απόσταση, βρίσκονται δυο μικρά κτίρια. Το φυλάκιό μας»

«Το Πρώτο Δέντρο…» το διέκοψε ο Κόστα. «…Δηλαδή Ρένζερ, αν τους επιτεθούμε θα τους στριμώξουμε. Δεν θα μπορούν να φύγουν από πουθενά οι βρομο-αρουραίοι!» του είπε ξεσπώντας σε δυνατά γέλια. Ο δασοφύλακας όμως παρέμεινε σκεπτικός και του απάντησε

«Το μοναστήρι είναι γεμάτο από καταπακτές και περάσματα που οδηγούν έξω από το τείχος, νότια. Είναι όμως τόσα, μα τόσα πολλά που θυμίζουν περισσότερο αρχαίο λαβύρινθο, παρά δρόμο διαφυγής! Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να παγιδευτεί εκεί μέσα πολύ εύκολα!»

«Η μέρα σήμερα είναι ζεστή…» παρατήρησε ο Κόστα. «Εγώ προτείνω να ξεκινήσουμε σιγά-σιγά φίλοι μου».

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Τζάρβις - Κεφάλαιο 23)

Οι πρώτες κρύες ακτίνες από το φώς της ημέρας, έκαναν την εμφάνιση τους πίσω από τα Μούλτιμε. Ο Κάανν κοίταξε για λίγο έξω από το παράθυρο της κάμαρας του, πριν το σφραγίσει.

«Ξημερώνει όμορφη μέρα…» σκέφτηκε από μέσα του «…Ίσως τελικά το χιόνι λιώσει γρηγορότερα και μπορέσουμε να φύγουμε πιο νωρίς από ότι νόμιζα».

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και θυμήθηκε τα φαγητά του κυρίου Τσάμπερλεϊν, πίσω στη Μεγάλη Νήσο. Δεν πεινούσε, αλλά το φαγητό που έτρωγαν στο μοναστήρι ήταν άθλιο. «Λογικό όμως, από μια πλευρά…» σκέφτηκε «…αν αναλογιστείς πως πρέπει να μαγειρεύουν καθημερινά για εκατό άτομα…».

Αναπολώντας λοιπόν, τις δεξιώσεις στον πύργο του, αποκοιμήθηκε.

Στη διπλανή κάμαρα, βρισκόταν ξαπλωμένη η κόρη του, η Σιν-Σι. Παρόλο που η επίδραση από τα ελιξίρια έδειχνε να παρέρχεται, η γυναίκα με τα ανατολίτικα χαρακτηριστικά παρέμενε πιο όμορφη από ποτέ.

Σε μια στιγμή, κατάλαβε πως κάποιος βρισκόταν έξω από την πόρτα της και την παρακολουθούσε. Δε φάνηκε όμως να ανησυχεί, καθώς γνώριζε ποιος ήταν. Άλλωστε, αυτό συνέβαινε κάθε βράδυ από τότε που είχαν καταλύσει στο μοναστήρι. Χαμογέλασε κρυφά και λίγο αργότερα την πήρε κι αυτήν ο ύπνος.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κόστα - Κεφάλαιο 22)

Το επόμενο πρωινό, ο Ρένζερ επέστρεψε στο Βακάρου και κατευθείαν επισκέφτηκε το πανδοχείο που έμενε ο Κόστα. Είχε επισκεφθεί τα γύρω χωριά και είχε καταφέρει να πείσει αρκετούς βουνίσιους να πάρουν μέρος στην επιδρομή προς το μοναστήρι.

«Ο Μπόου γιατί δεν γύρισε μαζί σου;» τον ρώτησε ξενισμένος ο Κόστα.

«Εγώ γύρισα μόνος για να σε ειδοποιήσω» εξήγησε ο δασοφύλακας «Ο Μπόου έχει μαζέψει πάνω από διακόσιους βουνίσιους, άντρες και γυναίκες και θέλει να επισκεφτεί δυο χωριά ακόμα»

«…Και πότε δηλαδή, σκοπεύει να γυρίσει;» ξαναρώτησε ο Κόστα, φανερά ενοχλημένος από την πρωτοβουλία του νεαρού Έλντι.

«Κινούνται με τα πόδια, άρα δεν θα είναι εδώ πριν το σούρουπο, εφόσον δεν τους κλείσει το χιόνι…» απάντησε ο Ρένζερ.

«Εδώ πόσους άντρες έχουμε;»

«…Υπολογίζω γύρω στους σαράντα, όχι μόνο άντρες όμως κύριε Κόστα…»

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Γκάλντουρ Μάλβερκ - Κεφάλαιο 21)

Τη μέρα εκείνη, ο Τζάρβις ονειρεύτηκε το κορίτσι από την Αραζέμ. Ξαναέζησε για λίγο, εκείνη την βραδιά στην άκρη του γκρεμού και όταν τον ξύπνησε ο Χαράμ, για ένα μόνο πράγμα μπορούσε να είναι σίγουρος. Ήθελε να την ξαναδεί.

Είχε πια νυχτώσει, όταν ο αφέντης Ιουστίν, ξανθός και κοντοκουρεμένος, άνοιξε την πόρτα και υποδέχθηκε τους νυχτερινούς στο αρχαίο δωμάτιο προσευχής του μοναστηριού. Ήταν πολύ σκοτεινό, παρά τις φλόγες από τα εκατοντάδες κεριά που σιγοκαίγονταν πάνω σε ένα τραπέζι στο κέντρο του δωματίου. Απέναντι τους, υπήρχαν τέσσερα σφραγισμένα, ψηλά και μακρόστενα παράθυρα, που το καθένα είχε μπροστά του ένα μεγάλο στρογγυλό κηροπήγιο.

Και ανάμεσα τους υπήρχε ένα πανέμορφο, μεγαλειώδες και κατάμαυρο διαμάντι, που έλαμπε καθώς το τρεμουλιαστό φως από τα κεριά έπεφτε πάνω του. Στο κέντρο ακριβώς του πανέμορφου πετραδιού, υπήρχε ένα μικρό κόσμημα. Ήταν λεπτοκεντημένο με κρύσταλλα της Κίσσε και είχε το ίδιο, ομόκεντρο σχήμα με το διαμάντι.

«Αυτό είναι Πρίγκιπα μου…» είπε αργά ο αφέντης του μοναστηριού απευθυνόμενος στο Μαυροφορεμένο Πρίγκιπα. «…το μαύρο διαμάντι των Μούλτιμε»

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Κόστα - Κεφάλαιο 20)

Οι τρεις βουνίσιοι κατέφθασαν στο δυτικότερο χωριό των Μούλτιμε, το Βακάρου, όπου είχε ειδωθεί για τελευταίο φορά το Μάλβερκ. Η Λαίδη Νυάννα, που τους είχε υποδείξει το μέρος, τους είχε συστήσει να μιλήσουν με το δασοφύλακα του χωριού. Ύστερα από κάποιες αναπόφευκτες αναγνωριστικές περιπλανήσεις, κατάφεραν τελικά να τον εντοπίσουν έξω από ένα νεκροταφείο του παλαιού καιρού, λίγο έξω από το Βακάρου.

«Δε γνωρίζω για ποιο πράγμα μου μιλάτε…» τους απάντησε ο Ρένζερ, ο δασοφύλακας.

«Θα μας πεις είτε με το καλό ή με το άγριο!» τον απείλησε ο Κόστα, σηκώνοντας τον τόνο της φωνής του.

«Μα δεν έχουμε να πούμε κάτι…» είπε λιγότερο ευγενικά ο δασοφύλακας.

Ο Κόστα τράβηξε από το θηκάρι της ζώνης του ένα μεγάλο μαχαίρι και το έστρεψε στον Ρένζερ. Η Καίηλεν προσπάθησε να καθησυχάσει άλλη μια φορά τα πνεύματα.

«Κύριε Ρένζερ…» τον πλησίασε ήρεμα και ευγενικά «…η Κυρά των Λύκων και αρχόντισσα των Βουνών πριν την Ανατολή, Λαίδη Νυάννα, μας διαβεβαίωσε πως θα μας βοηθήσεις…»

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Σιν-Σι- Κεφάλαιο 19)

Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να ξαναεμφανιστεί φως σε εκείνο το σημείο που είχαν συναντήσει τους λύκους. Και δεν ήταν το φως της ημέρας. Οι λύκοι είχαν μεν εξαφανιστεί από εκεί, βάφοντας όμως πρώτα το χιόνι με χρώμα σκούρο κόκκινο.

Η Σιν-Σι ήταν βαριά χτυπημένη. Αναίσθητη. Μέχρι εκείνη την ώρα, όταν ένοιωσε κάποιον να τη σηκώνει. Προς στιγμήν νόμισε πως πέθανε και ότι την μετέφεραν στον άλλο κόσμο, αλλά ήταν πολύ αδύναμη ακόμη και για να ανοίξει τα ανατολίτικα μάτια της.

Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πόσος καιρός είχε παρέλθει, όταν ξύπνησε σε ένα ζεστό κρεβάτι ενός παντελώς άγνωστου δωματίου. Οι πληγές της έδειχναν να έχουν ήδη θεραπευτεί και έμοιαζε πιο όμορφη από ποτέ. Κοντά στο κρεβάτι της, αντίκρισε δυο πολύ γνωστά της πρόσωπα και τους χαμογέλασε γλυκά. Ο ένας ήταν ο πατέρας της, που σηκώθηκε και την αγκάλιασε ευτυχισμένος και ο δεύτερος, ο καλοσυνάτος συνοδοιπόρος της, ο Χαράμ, που ούτε αυτός μπόρεσε να κρύψει τη χαρά του.

Η Σιν-Σι άρχισε να συνέρχεται για τα καλά και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει αρχικά πού ήταν και πώς είχε φτάσει εκεί.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Έλστα - Κεφάλαιο 18)

Το καραβάνι με τους τσιγγάνους και την Έλστα, έφτασε νύχτα στο παλιό λιμάνι της Μαν’ νακά. Η θάλασσα ήταν κιόλας φουσκωμένη και ορμούσε με μανία πάνω στους άλλοτε ξύλινους κι άλλοτε πέτρινους αυτοσχέδιους κυματοθραύστες.

«Σε ποιο καράβι μπαίνουμε για το Σίλιντ Άκλαταν;» ρώτησε ανυπόμονα έναν από τους λιμανίσιους σκλάβους, ο Γιοέλ, που οδηγούσε την πρώτη άμαξα.

«Μισό λεπτό να ρωτήσω…» απάντησε εκείνος. Λίγο αργότερα, επέστρεψε, αλλά όχι μόνος του.

«Καλησπέρα!» τους χαιρέτισε ο άντρας που έμοιαζε να είναι ένας από τους τελωνιακούς. «Επιθυμείτε να φτάσετε στο Σίλιντ Άκλαταν;»

«Ναι, ναι! Κι είμαστε τρεις άμαξες και τέσσερα άτομα» απάντησε βιαστικά ο Γιοέλ.

«Λυπάμαι, μα δεν θα φύγει κανένα καράβι για τη Μικρή Ήπειρο απόψε…» ανακοίνωσε ο τελωνιακός, σχεδόν ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να ακουστεί μέσα στο βουητό, που δημιουργούσαν τα άγρια κύματα.

«Για τη Σινές;» ρώτησε πάλι ο τσιγγάνος.