Η Καίηλεν ξύπνησε μόλις σταμάτησε η άμαξα του Ελσί στο κέντρο του Κόντρου. Ήταν αργά και οι λύκοι στα διπλανά δάση είχαν σωπάσει εκείνη τη βροχερή νύχτα. Ο Έλντι την βοήθησε να κατεβεί από την άμαξα χωρίς να της δώσει πολύ χώρο, με αποτέλεσμα τα σώματά τους να έρθουν πολύ κοντά, προκαλώντας μια εμφανή αμηχανία, που έσπασε με ένα γλυκό χαμόγελο της Καίηλεν όταν πάτησε στη γη. Η άμαξα έφυγε αμέσως προς το Νότο και τον αρχικό προορισμό της, αφού ο Ελσί τους χαιρέτησε βιαστικά, σα να ήθελε να αποφύγει κάτι.
“Λοιπόν, καληνύχτα”, είπε διστακτικά ο νεαρός τοξοβόλος.
“Ναι...” απάντησε η κοπέλα, “...αν θέλεις μπορείς να έρθεις να κοιμηθείς στο δικό μου σπίτι”, του είπε χαμηλόφωνα. Ο Έλντι είχε καταλάβει πως εκείνο το βράδυ θα καθόριζε τη σχέση του με την όμορφη κόρη των Μούλτιμε, ωστόσο η πρόταση της δεν του φάνηκε και τόσο καλή ιδέα.
“Μάλλον θα μείνω στον ξενώνα...”, απάντησε “…και το πρωί θα συναντηθούμε ξανά στου Ούλτορ”. Η Καίηλεν με ένα διακριτικό νεύμα συμφώνησε και παρέμεινε να κοιτάζει στα μάτια τον Έλντι. Εκείνη τη στιγμή, ένιωθαν και οι δύο την ατμόσφαιρα μεταξύ τους πολύ έντονη, σχεδόν ηλεκτρισμένη. Τον πλησίασε ξανά, τόσο κοντά όσο είχαν έρθει όταν την κατέβασε από την άμαξα, μα αυτή τη φορά δεν ένιωθαν πια αμηχανία.



















