Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπά με πολλή δύναμη, τρυπώντας μου τα αυτιά με τον ενοχλητικό του ήχο. Άνοιξα πολύ λίγο τα μάτια μου, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Είχα κοιμηθεί κάπως περίεργα και είχα δει ένα όνειρο, που ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ τι ήταν. Ήθελα να κλείσω το ξυπνητήρι, αλλά τα χέρια μου αδυνατούσαν να κουνηθούν. Μετά από λίγο σταμάτησε να χτυπάει και ο θόρυβος των παιδιών του δωματίου μου, καθώς σηκώνονταν, ήταν εξίσου ενοχλητικός με αυτόν από το ξυπνητήρι. Τότε δεν είχα άλλη επιλογή από να σηκωθώ.
Τα κόκαλά μου πονούσαν τόσο που ένιωθα ότι θα πεθάνω και ότι ο χρόνος μου πάνω σε αυτόν τον κόσμο που τώρα είχα αρχίσει να μαθαίνω, να εξερευνώ και προς έκπληξη μου άρχισε να μου αρέσει, είχε αρχίσει να τελειώνει ή να με στέλνει κοντά στους πεθαμένους γονείς μου.
"Πιρς;". Άρχισα να φωνάζω μιας και η Νινεμ δεν θα μου έδινε σημασία αν της μιλούσα. Βέβαια είχα σκοπό, μόλις μάθω για τον Αλέξιους, να την προσεγγίσω πάλι ώστε να της εξηγήσω ότι δεν είναι του χαρακτήρα μου να πληγώνω και να στεναχωρώ ανθρώπους.
"Έλα, Λίλεν;", μου απάντησε μετα από λίγο ο Πιρς καθώς περπατούσε προς το μέρος μου.
"Με την κυρία Πέτρισον δεν έχουμε τις τρεις πρώτες ώρες;", τον ρώτησα.
"Όχι, Λίλεν. Άλλαξε το πρόγραμμα χθες. Έχουμε με τον Άλγους, διότι μετά τα τελευταία γεγονότα πρέπει να μας μάθει ξόρκια προστασίας, γιατί μάλλον η σχολή θα δεχτεί επίθεση από την κόλαση μετά από τόσα χρόνια. Είναι πολύ σημαντικά τα σημερινά μαθήματα", μου απάντησε και άρχισα να αγχώνομαι γιατί ήθελα να πάω στον διευθυντή για να πάρω το Λίξμπορντ.











