Η Έπαυλη (Επίλογος)

Η ξύλινη πόρτα του Πανδοχείου άνοιξε διάπλατα. Το κατώφλι της πέρασε, με αργό και σταθερό βήμα, ένας ψηλός, επιβλητικός άντρας. Φορούσε κοστούμι, το οποίο είχε συνδυάσει με γραβάτα και γιλέκο. Τα μαλλιά του ήταν περιποιημένα και στρωμένα προς τα πίσω. Το ύφος του ήταν σοβαρό, αλλά το πρόσωπό του σου έδινε μία συμπαθητική κι οικεία αίσθηση.
Προχώρησε προς το μπαρ. Ο Πανδοχέας μόλις τον είδε, παράτησε ότι έκανε και στράφηκε προς το μέρος του. Ο ευθυτενής άντρας πλησίασε και κάθισε σε ένα από τα παραταγμένα σκαμπό μπροστά από την μπάρα.

«Τα πήγες πολύ καλά στην πρώτη σου δουλειά» δήλωσε ευχάριστα ο μυστηριώδης πελάτης.
«Είχα καλό δάσκαλο» απάντησε ο Πανδοχέας.

Ο λυγερόκορμος άντρας άφησε τον εαυτό του να κολακευθεί δείχνοντας το με ένα διακριτικό χαμόγελο.

«Ή απλά έχεις πάρει το ταλέντο του πατέρα σου» επισήμανε ο Δάσκαλός του και του έκλεισε το μάτι.
«Πάντα μετριόφρων» παρατήρησε ο Πανδοχέας.

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 3 - μέρος 2)


«Τι έπαθες; Γιατί σταμάτησες;» ρώτησε με περιέργεια ο Πανδοχέας.
Δεν πήρε απάντηση.
«Τι έγινε μετά; Ήταν πάλι η κούκλα; Πάλεψες μαζί της;» ξαναρώτησε αλλά πάλι καμία απάντηση.
Ο Πολεμιστής γύρισε και τον κοίταξε.
«Δεν...δεν θυμάμαι» ψέλλισε δειλά μετά από μερικές στιγμές. «Το επόμενο που θυμάμαι είναι να περιφέρομαι στο δάσος κοντά στην Έπαυλη και λίγο μετά να βρίσκω το πανδοχείο» το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως αν πάω πάλι πίσω να θυμηθώ τι συνέβη» σηκώθηκε όρθιος πριν τελειώσει τη φράση του. «Κοντά είναι έτσι κι αλλιώς, νομίζω».
Πήρε το ξίφος του, το έδεσε στη ζώνη του και πήγε στην πόρτα. Την άνοιξε κι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε κι είδε τον Πανδοχέα. Είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και στεκόταν πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό, πολύ πιο ήρεμο. Δεν έδινε πια την εντύπωση του ανυπόμονου ακροατή.
«Περίμενε» τον συμβούλευσε. «Για να βγεις έξω θα πρέπει να βγούμε μαζί, αλλιώς οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές».
«Τι εννοείς;»
«Θα σου πω όλη την αλήθεια, αλλά πρέπει πρώτα να σε ρωτήσω κάτι».

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 3 - μέρος 1)

«Τι έπαθες;» τον ρώτησε απορημένος.
Το βλέμμα του Πολεμιστή γύρισε και κοίταξε κάπου πίσω από τον Πανδοχέα κι έμεινε εκεί. Το στόμα του είχε μείνει ελαφρώς ανοιχτό σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το λαρύγγι του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και παγωμένα, ατενίζοντας το κενό· παρόμοια με ενός ανθρώπου που
μόλις έχει πεθάνει.
«Είσαι καλά; Μίλα μου» προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή ο συνομιλητής του.
Καμία αντίδραση.
«Τι έγινε μετά; Τι είδες;»
«Ο άντρας αυτός…» ξεκίνησε να λέει δειλά κι η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Ήταν ο αδερφός μου».
«Πώς;» ρώτησε έκπληκτος ο ακροατής του. «Αφού μου είπες ότι δεν τον βρήκες».
«Δεν… ξέρω» η φωνή του είχε αρχίσει να σπάει. «Είναι αδύνατον».
«Τι έγινε μετά;» τον παρότρυνε να συνεχίσει. «Μπορεί να θυμηθείς τι απέγινε και να τον βρεις, αν θυμάσαι που πήγε».
«Θυμάμαι τι έγινε» είπε με το αχανές βλέμμα και ρομποτική φωνή. «Είχε κλειστά τα μάτια του. Το διαμάντι λαμπύριζε κι οι φλέβες του γινόντουσαν πιο διακριτές, σαν να του ρουφούσε τη ζωή».
Ο Πανδοχέας δεν είπε τίποτα, μόνο περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 2 - μέρος 2)

«Αφού κατάφερα να συνέλθω, συνέχισα να εξερευνώ» συνέχισε να αφηγείται. «Πέρασα τη δίφυλλη πόρτα του δωματίου που βρισκόμουν και μπήκα στο επόμενο. Ήταν τετράγωνο κι είχε ένα χτιστό τζάκι πάνω στον απέναντι τοίχο. Συνοδευόταν από ένα καθιστικό, το οποίο αποτελούνταν από δύο πολυθρόνες, ένα τραπέζι κι ένα τραπεζάκι δίπλα στο μπράτσο της μίας πολυθρόνας. Στ’ αριστερά του δωματίου είχε μία ακόμα δίφυλλη πόρτα, η οποία οδηγούσε στο μπαλκόνι. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας…»
«Τι εννοείς;» τον διέκοψε ο έκπληκτος Πανδοχέας. «Ζωντανός;»
«Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ολοζώντανος, αλλά δεν με παρατήρησε καν όταν μπήκα και δεν ήμουν και τόσο ήσυχος» σταμάτησε την αφήγησή του, για να πιει μια σταλιά μπίρα ακόμα. «Όπως τον παρατηρούσα, άκουσα μία γυναικεία φωνή πίσω μου και βήματα προς το μέρος μου. Γύρισα να δω και μια γυναίκα ήρθε καταπάνω μου και…» κόμπιασε λίγο και συνέχισε. «Πλησίασε τόσο πολύ που τα χείλη μας κόντεψαν να ενωθούν, αλλά δεν συνέβη ποτέ αυτό. Τη στιγμή που ήρθαμε σε επαφή, δεν ήρθαμε σε επαφή…»
«Πώς έγινε αυτό;» απόρησε ο Πανδοχέας.
«Τη στιγμή της επαφής, το πρόσωπό της πέρασε μέσα από το δικό μου σαν ένα ρεύμα αέρα»

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 2 - μέρος 1)

«Οπότε βρισκόμουν παγωμένος, από τον φόβο, μπροστά από ένα σπίτι, βράδυ, του οποίου η πόρτα είχε ανοίξει μόνη της, αφού είχα δει ένα ζευγάρι μάτια να με κοιτάνε» συνόψισε ο Πολεμιστής.
«Και πάραυτα βρήκες το θάρρος να μπεις;»
«Έπρεπε…» δήλωσε ο Πολεμιστής, αφήνοντας να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. «Αυτή την έπαυλη είχε αναλάβει να εξερευνήσει ο αδερφός μου και δεν τον είχα βρει ακόμα».
«Σωστά» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Επίσης πάντα αντιμετωπίζω τους φόβους μου, για να τους ξεπερνάω».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Μπήκα λοιπόν μέσα και βρέθηκα σε ένα φαρδύ χολ, το οποίο πέντε κρεμάστρες, καρφωμένες, σε κάθε πλευρά. Στο πάτωμα είχε τον αντίστοιχο αριθμό κουτιών, τα οποία φαίνεται να χρησίμευαν για τις μπότες των ταξιδιωτών. Υπήρχαν τέσσερα ζευγάρια μπότες κι άλλες τόσες κάπες, κρεμασμένες» έκανε μια παύση, για να πιει λίγο μπίρα και συνέχισε.
«Προχώρησα πιο μέσα, ανέβηκα τρία με τέσσερα σκαλιά κι έφτασα στο κεντρικό χολ, όπως το αντιλήφθηκα από τη διαμόρφωση του χώρου. Απέναντί μου είχε ένα άνοιγμα σε σχήμα πόρτας, αλλά χωρίς να υπάρχει μία, το οποίο οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι. Στα δεξιά είχε μια στριφογυριστή, ξύλινη σκάλα, η οποία οδηγούσε στον επάνω όροφο» κόμπιασε στιγμιαία.

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 2)

«Όπως προανέφερα έχω έναν μικρότερο αδερφό» ξεκίνησε να διηγείται και έκανε μια μικρή παύση, για να πιει μία γουλιά από το ποτήρι του. «Από μικροί ήμασταν αχώριστοι. Εκπαιδευτήκαμε μαζί, αν και σε διαφορετικά όπλα. Κάναμε σκανταλιές μαζί και φυσικά τρώγαμε και την αντίστοιχη τιμωρία, μαζί. Όλα μαζί. Για να καταλάβεις, κάποια στιγμή είχαμε και την ίδια κοπέλα» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και του ξέφυγε ένα γέλιο. «Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να αναλαμβάνουμε και δουλειές μαζί».
«Κυριολεκτικά σε όλα μαζί, δηλαδή» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι κι όχι».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε απορημένος.
«Αναπόφευκτα υπήρξαν και κάποιες στις οποίες δεν ήμασταν μαζί» εξήγησε ο αφηγητής. «Αλλά πάντα στέλναμε γράμματα, ο ένας στον άλλον».
«Τι γράμματα;»
«Αναφορά της αποστολής. Ο προορισμός κι η διαδρομή, την οποία θα ακολουθούσαμε, ώστε να γνωρίζει ο άλλος που να ψάξει σε περίπτωση ανάγκης» εξήγησε.
«Κατάλαβα» είπε ο ακροατής του. «Πώς όμως γνωρίζατε αν ο άλλος βρίσκεται σε ανάγκη;» θέλησε να μάθει.
«Δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε, φυσικά. Δεν έχουμε τηλεπάθεια» απάντησε ο αφηγητής. «Εκτιμούσε ο καθένας τον χρόνο που θα του πάρει η αποστολή και το ανέφερε στο γράμμα. Αν περνούσε αυτό το περιθώριο, πράγμα το οποίο έχει γίνει ουκ ολίγες φορές, σήμαινε ότι η αποστολή είναι πιο δύσκολη, οπότε χρήζει βοηθείας» εξήγησε.