Η ξύλινη πόρτα του Πανδοχείου άνοιξε διάπλατα. Το κατώφλι της πέρασε, με αργό και σταθερό βήμα, ένας ψηλός, επιβλητικός άντρας. Φορούσε κοστούμι, το οποίο είχε συνδυάσει με γραβάτα και γιλέκο. Τα μαλλιά του ήταν περιποιημένα και στρωμένα προς τα πίσω. Το ύφος του ήταν σοβαρό, αλλά το πρόσωπό του σου έδινε μία συμπαθητική κι οικεία αίσθηση.
Προχώρησε προς το μπαρ. Ο Πανδοχέας μόλις τον είδε, παράτησε ότι έκανε και στράφηκε προς το μέρος του. Ο ευθυτενής άντρας πλησίασε και κάθισε σε ένα από τα παραταγμένα σκαμπό μπροστά από την μπάρα.
Προχώρησε προς το μπαρ. Ο Πανδοχέας μόλις τον είδε, παράτησε ότι έκανε και στράφηκε προς το μέρος του. Ο ευθυτενής άντρας πλησίασε και κάθισε σε ένα από τα παραταγμένα σκαμπό μπροστά από την μπάρα.
«Τα πήγες πολύ καλά στην πρώτη σου δουλειά» δήλωσε ευχάριστα ο μυστηριώδης πελάτης.
«Είχα καλό δάσκαλο» απάντησε ο Πανδοχέας.
Ο λυγερόκορμος άντρας άφησε τον εαυτό του να κολακευθεί δείχνοντας το με ένα διακριτικό χαμόγελο.
«Ή απλά έχεις πάρει το ταλέντο του πατέρα σου» επισήμανε ο Δάσκαλός του και του έκλεισε το μάτι.
«Πάντα μετριόφρων» παρατήρησε ο Πανδοχέας.





