«Οπότε βρισκόμουν παγωμένος, από τον φόβο, μπροστά από ένα σπίτι, βράδυ, του οποίου η πόρτα είχε ανοίξει μόνη της, αφού είχα δει ένα ζευγάρι μάτια να με κοιτάνε» συνόψισε ο Πολεμιστής.
«Και πάραυτα βρήκες το θάρρος να μπεις;»
«Έπρεπε…» δήλωσε ο Πολεμιστής, αφήνοντας να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. «Αυτή την έπαυλη είχε αναλάβει να εξερευνήσει ο αδερφός μου και δεν τον είχα βρει ακόμα».
«Σωστά» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Επίσης πάντα αντιμετωπίζω τους φόβους μου, για να τους ξεπερνάω».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Μπήκα λοιπόν μέσα και βρέθηκα σε ένα φαρδύ χολ, το οποίο πέντε κρεμάστρες, καρφωμένες, σε κάθε πλευρά. Στο πάτωμα είχε τον αντίστοιχο αριθμό κουτιών, τα οποία φαίνεται να χρησίμευαν για τις μπότες των ταξιδιωτών. Υπήρχαν τέσσερα ζευγάρια μπότες κι άλλες τόσες κάπες, κρεμασμένες» έκανε μια παύση, για να πιει λίγο μπίρα και συνέχισε.
«Προχώρησα πιο μέσα, ανέβηκα τρία με τέσσερα σκαλιά κι έφτασα στο κεντρικό χολ, όπως το αντιλήφθηκα από τη διαμόρφωση του χώρου. Απέναντί μου είχε ένα άνοιγμα σε σχήμα πόρτας, αλλά χωρίς να υπάρχει μία, το οποίο οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι. Στα δεξιά είχε μια στριφογυριστή, ξύλινη σκάλα, η οποία οδηγούσε στον επάνω όροφο» κόμπιασε στιγμιαία.
«Και πάραυτα βρήκες το θάρρος να μπεις;»
«Έπρεπε…» δήλωσε ο Πολεμιστής, αφήνοντας να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. «Αυτή την έπαυλη είχε αναλάβει να εξερευνήσει ο αδερφός μου και δεν τον είχα βρει ακόμα».
«Σωστά» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Επίσης πάντα αντιμετωπίζω τους φόβους μου, για να τους ξεπερνάω».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Μπήκα λοιπόν μέσα και βρέθηκα σε ένα φαρδύ χολ, το οποίο πέντε κρεμάστρες, καρφωμένες, σε κάθε πλευρά. Στο πάτωμα είχε τον αντίστοιχο αριθμό κουτιών, τα οποία φαίνεται να χρησίμευαν για τις μπότες των ταξιδιωτών. Υπήρχαν τέσσερα ζευγάρια μπότες κι άλλες τόσες κάπες, κρεμασμένες» έκανε μια παύση, για να πιει λίγο μπίρα και συνέχισε.
«Προχώρησα πιο μέσα, ανέβηκα τρία με τέσσερα σκαλιά κι έφτασα στο κεντρικό χολ, όπως το αντιλήφθηκα από τη διαμόρφωση του χώρου. Απέναντί μου είχε ένα άνοιγμα σε σχήμα πόρτας, αλλά χωρίς να υπάρχει μία, το οποίο οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι. Στα δεξιά είχε μια στριφογυριστή, ξύλινη σκάλα, η οποία οδηγούσε στον επάνω όροφο» κόμπιασε στιγμιαία.






