Lost Hope_Κεφάλαιο 1


Λάρκχαλ, Λονδίνο 12 Ιουνίου 2025


Μια ασυνήθιστα ζεστή, ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην παιδική χαρά κατέκλυζαν το Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν η Χόουπ, η τετράχρονη κόρη της DS Πέιτζ Ρόουζεουν, που έπαιζε με την κούκλα της, μια μικρή κούκλα με ροζ μαλλιά και ένα φόρεμα με πολύχρωμα λουλούδια, στη τσουλήθρα.

Η Μάρτα Χάουσμαν, η νταντά της, καθόταν σε ένα παγκάκι, απορροφημένη στο κινητό της. Για λίγα δευτερόλεπτα, το βλέμμα της χάθηκε στην οθόνη, και όταν το επέστρεψε, η Χόουπ είχε εξαφανιστεί. Ούτε μια φωνή. Ούτε ένα κλάμα. Τίποτα. Η καρδιά της Μάρτα χτύπησε δυνατά. «Χόουπ;!» φώναξε με πανικό. Έψαχνε σαν τρελή γύρω.

Κανένα ίχνος. Η καρδιά της Μάρτα άρχισε να χτυπάει σαν να ήταν μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Μέσα σε απίστευτο πανικό πληκτρολόγησε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης «911 Χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε μια ευγενική άγνωστη κυρία. «Ναι γρήγορα στο Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν χάθηκε ένα τετράχρονο κοριτσάκι είμαι η νταντά της. Γρήγορα!!» ούρλιαξε.

Αφού έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες στο τηλέφωνο έκλεισε και κάλεσε την Πέιτζ. Έπρεπε να την ειδοποιήσει πρώτη σκέφτηκε προς στιγμήν. Έτσι ίσως ο μηχανισμός των αστυνομικών αρχών θα κινούταν γρηγορότερα. Άλλωστε κόρη αστυνομικού του Στόκγουελ χάθηκε.

Lost Hope

 

Lost Hope

Δέσποινα Τ.

Αστυνομικό 




Η κόρη της εξαφανίστηκε. Και ο χρόνος τελειώνει.  Στο σκοτεινό Λονδίνο, μια αστυνομικός βλέπει τον κόσμο της να καταρρέει όταν το παιδί της χάνεται χωρίς ίχνος. Η βασική ύποπτη; Η νταντά που εμπιστευόταν περισσότερο από όλους.  Όμως τίποτα δεν είναι τόσο απλό.  Όταν ένα παράξενο βιβλίο γεμάτο γρίφους εμφανίζεται μυστηριωδώς, η έρευνα μετατρέπεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Κάθε στοιχείο οδηγεί σε μια νέα αποκάλυψη. Κάθε βήμα φέρνει στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά που κάποιοι θα έκαναν τα πάντα για να μείνουν θαμμένα.  Και δεν είναι το μόνο παιδί.  Καθώς τα κομμάτια ενώνονται, η αλήθεια γίνεται πιο τρομακτική απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Γιατί πίσω από τους γρίφους κρύβεται κάτι πολύ πιο προσωπικό… και πολύ πιο επικίνδυνο.  Σε έναν αγώνα ενάντια στον χρόνο, την ενοχή και τον ίδιο της τον εαυτό, θα πρέπει να απαντήσει σε ένα ερώτημα:  Μπορείς να σώσεις αυτό που αγαπάς… όταν το κακό σε γνωρίζει ήδη;
 

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 1)

Οι φλόγες των δαυλών έκαιγαν ρυθμικά, λες κι ένας μουσικός συνέθετε ένα μονότονο συμφωνικό έργο. Ήταν ο μοναδικός ήχος, ο οποίος έσπαγε τη μονοτονία της σιωπής, που επικρατούσε στο πανδοχείο. Οι λιγοστοί πελάτες κάθονταν στα τραπέζια, ήσυχοι, είτε τρώγοντας είτε πίνοντας ζύθο. «Ωραίο το γεύμα;» ρώτησε ο Πανδοχέας.
Είχε πλησιάσει σε ένα από τα τραπέζια, όπου καθόταν ένας μελαχρινός, γεροδεμένος άντρας. Φορούσε μεταλλική πανοπλία κι είχε στηρίξει το επιβλητικό σπαθί του στον τοίχο.
«Εξαιρετικό» αποκρίθηκε, καθώς έβαζε στο στόμα του την τελευταία μπουκιά από το πιάτο του. «Ψητό χοιρινό με πατάτες είναι ο καλύτερος επίλογος μιας δύσκολης περιπέτειας» κατέληξε.
«Όντως φαίνεσαι εξαντλημένος» παρατήρησε ο Πανδοχέας. «Να κεράσω μια μπίρα;»
Δεν θα ήταν κακό να έχω έναν άνθρωπο να πω μία κουβέντα, σκέφτηκε ο πολεμιστής.
«Αν πιεις κι εσύ μία» απάντησε πρόσχαρα.
«Αμέσως» αποκρίθηκε κεφάτα ο Πανδοχέας κι απομακρύνθηκε από το τραπέζι.
Πήγε πίσω από την μπάρα, έπιασε δύο μεγάλα ποτήρια και τα γέμισε, από ένα βαρέλι. Γύρισε στο τραπέζι, κρατώντας ένα στο κάθε χέρι. Κάθισε στην καρέκλα, απέναντι από τον νεοφερμένο πελάτη του κι έσπρωξε το ένα προς το μέρος του.
«Εις υγείαν».
Είπαν κι οι δύο κι ύψωσαν τα ποτήρια τους και τα τσούγκρισαν. Ήπιαν μια μεγάλη γουλιά, ταυτόχρονα, αρκετή να τους ξεδιψάσει.
«Ώστε είσαι άνθρωπος της περιπέτειας;»
«Ναι και μόλις ολοκλήρωσα μία, εδώ κοντά κι έψαχνα ένα μέρος να ξαποστάσω».

Η Έπαυλη

Η Έπαυλη

Πολύδωρος Παναγιώτης

Τρόμου 


Ο Πολεμιστής μόλις είχε τελειώσει το νόστιμο γεύμα του. Ήταν καθισμένος στην ξύλινη καρέκλα του ημισκότεινου πανδοχείου. Ο άνδρας, ο οποίος βρισκόταν πίσω από την μπάρα, τον πλησίασε, για να τον ρωτήσει μήπως χρειάζεται κάτι ακόμα. Αυτό που χρειαζόταν ο υποφαινόμενος ήταν να αφηγηθεί την περιπέτειά του και ο Πανδοχέας ήταν διατεθειμένος να ακούσει. Έτσι ξεκίνησε ο διάλογός τους.
Ένας διάλογος που θα άλλαζε δραστικά την οπτική γωνία του για την ζωή του, μια για πάντα· αν κατάφερνε να τον τελειώσει...
 

Συνέντευξη με την Δέσποινα Τσεµπελή

Στο σκοτεινό Λονδίνο του 21ου αιώνα, µια σειρά ανεξήγητων εγκληµάτων ταράζει την πόλη. Τα θύµατα είναι άγνωστα µεταξύ τους, αλλά φαίνεται πως συνδέονται µε ένα κοινό µυστικό, βαθιά κρυµµένο στις σκιές του αστικού τοπίου. Η αστυνοµία αγωνίζεται να βρει άκρη, ο καιρός πιέζει και µαζί του αυξάνεται και η πίεση της κοινής γνώµης.

Η ντετέκτιβ Πέιτζ Ρόουζεουν, µια νέα αξιωµατικός του Στόκγουελ, βρίσκεται µπροστά σε µια φαινοµενικά ακατανόητη υπόθεση που την οδηγεί σε σκοτεινές γωνιές της πόλης και της ψυχής της. Καθώς η γραµµή µεταξύ φίλου και εχθρού θολώνει, η Πέιτζ και οι συνεργάτες της αναρωτιούνται: Ποιος είναι ο πραγµατικός εχθρός και ποια η αλήθεια πίσω από τα εγκλήµατα;

Με την πόλη να στροβιλίζεται σε έναν ανελέητο χορό φηµών, ποιον µπορεί να εµπιστευτεί η Πέιτζ και τι κόστος θα έχει η ανακάλυψη της αλήθειας; Θα καταφέρει να αποκαλύψει την ταυτότητα του θύτη πριν η πόλη βυθιστεί ακόµα πιο βαθιά στο χάος;

Μαύρο Φως, της Παναγιώτας Γεροντίδου

Ήταν η τρίτη φορά που κάποιος την είχε ξεχάσει και η Ευδοκία σταμάτησε να ζητά εξηγήσεις.

Η πρώτη ήταν η μητέρα της, το βλέμμα της ήταν κενό σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνομα που της είχε διαφύγει. Η δεύτερη ήταν η κολλητή της φίλη, η Μελίνα, που την κοίταξε και στο επόμενο δευτερόλεπτο ένα διάπλατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της, ενώ της συστήθηκε από την αρχή. Η τρίτη φορά ήταν όταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας που έμενε τη ρώτησε ευγενικά σε ποιον όροφο πηγαίνει, παρότι την έβλεπε κάθε μέρα εδώ και μια δεκαετία.

Δεν υπήρχε πια κανένα περιθώριο για να είναι σύμπτωση.

Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε ένα χαρτάκι που δε θυμόταν αν το είχε γράψει η ίδια κι όμως ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός της.

«Αν το διαβάζεις αυτό, τότε κάποιος σε ξέχασε. Μην πανικοβληθείς. Δεν είσαι τρελή.» Ένιωσε ένα χτύπημα στο στομάχι, κάθισε αμέσως στην καρέκλα με το χαρτάκι να είναι διπλωμένο ανάμεσα στα τρεμάμενα δάχτυλά της. Τις μέρες που ακολούθησαν είχε αποφασίσει να καταγράφει τα πάντα… Ονόματα, μικρές λεπτομέρειες που σε διαφορετικές συνθήκες θα είχαν περάσει απαρατήρητες.

Η λίστα μεγάλωνε με έναν απρόβλεπτο ρυθμό, σχεδόν αποπνικτικό, ένα όνομα την ημέρα, ποτέ παραπάνω, θαρρείς πως κάποιος σεβόταν τα όριά της. Τις νύχτες πλέον δίσταζε να κοιμηθεί, ανάσαινε ρυθμικά μέχρι να την εγκαταλείψουν