Αόρατο Πρόσωπο (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 1) - Η γιορτή της κολοκύθας

Κάπου εκεί πίστεψε, πως το τέλος του είχε έρθει και απείχε μονάχα μία ανάσα. Ο πόνος του βγαλμένου του ώμου τον τρέλαινε και τα βαριά βήματα του Φιλίπ, ολοένα και πλησίαζαν. Τότε, ένα χέρι τον άρπαξε με βία και τον έσυρε σε όλο το διάδρομο πηγαίνοντας ολοένα και πιο βαθιά σε αυτόν τον ομολογουμένως, αθέατο μέχρι στιγμής κόσμο. Η όρασή του είχε θολώσει εξαιτίας του πόνου. Η διαδρομή τους φαινόταν να φτάνει σε κάποιο τέλος, μιας που το πλάσμα τον παράτησε και κατόπιν κατευθύνθηκε σε ένα στρογγυλό, ξύλινο τραπέζι. Μα αργές κινήσεις, έκατσε στην καρέκλα μπροστά του σταυρώνοντας τα χέρια του.

«Εσύ, θα πρέπει να είσαι ο καινούργιος παλιάτσος του χωριού, καθώς ο παλιός μας τελείωσε. Δεν άντεξε την φρικτή ιστορία που σκεπάζει αυτόν τον τόπο και μην μπορώντας να βρει κάποια λύση, την κοπάνησε. Βλέπεις όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, το μόνο εύκολο είναι να καταθέτεις τα όπλα και να υποχωρείς, ρίχνοντας σε άλλους την ευθύνη. Στην προκείμενη περίπτωση, άφησε εσένα να βγάλεις το φίδι από την τρύπα και όταν μιλώ για φίδι, δεν εννοώ φυσικά τον βιαστή που κυκλοφορεί ανενόχλητος στο χωριό, εννοώ εμένα, καθώς εγώ είμαι το πρόβλημα όλων. Δεν γεννήθηκα όμορφος και τέλειος για να έχω εξασφαλίσει μία θέση μέσα στον κόσμο. Η σιχαμερή η μάνα μου με έβγαλε ελαττωματικό και με πέταξε στη γιαγιά μου, η οποία αν δεν ήταν θρήσκα και δεν φοβόταν μήπως μετά τον θάνατό της, το τομάρι της καβουρδιστεί στην Κόλαση, θα με είχε στα σίγουρα πετάξει σε κάποιο πηγάδι. Αρκετά όμως μιλήσαμε για εμένα, είναι αγένεια. Για πες μου δήμαρχε, τι στο καλό γύρευες στο σπίτι μου;» τον ρώτησε ενώ ταυτόχρονα με το δεξί του πόδι, πατούσε το σημείο του σπασίματος του ώμου του Ντεάν.

Έκπτωτοι Δαίμονες (Κεφάλαιο 25)

«Είσαι ηλίθιος!» .

Ο Γιάννης προσπάθησε να χαμογελάσει, όμως οι κράμπες που είχαν ήδη ξεκινήσει χαμηλά στο στομάχι του δεν τον άφηναν.

«Καλή σου μέρα και σε σένα».

Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά, καθώς έβαζε όλα τα απαραίτητα σύνεργα μέσα σε ένα σακίδιο πλάτης. Προσπάθησε να αγνοήσει το γεγονός πως ήταν εξαγριωμένη, αυτό ήταν το λιγότερο βέβαια που τον ένοιαζε αυτή την στιγμή. Ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τον κατήφορο. Σε λίγο θα νύχτωνε και έπρεπε να βιαστεί. Δεν είχε ούτε τον χρόνο ούτε την διάθεση να της εξηγήσει το οτιδήποτε. Ειδικά αυτή την ημέρα.

Σήκωσε το κεφάλι και την είδε να στέκεται απέναντί του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είχε σμίξει τα χείλη της σε μια λεπτή κόκκινη γραμμή, τα μαλλιά της ατημέλητα έπεφταν άτακτα μπροστά από τα φουρτουνιασμένα της μάτια. Φόρτωσε το σακίδιο στον ώμο του και την προσπέρασε αφήνοντάς την έκπληκτη για τον επιδεικτικό τρόπο που την περιφρόνησε.

Ο Άστεγος, του Κωνσταντίνου Μπαλαμπανίδη

I

Και επειδή είμαι άστεγος, τι σημαίνει αυτό; Δεν έχω θέση στην κοινωνία, τη βούληση και τη ζωή; Δε θέλω να πω την άποψή μου για κάτι… τουλάχιστον όχι ακόμη. Για μετά δεν ξέρω, διότι το μετά είναι κάτι άγνωστο και με τρομάζει. Δεν έχω συνοχή στις σκέψεις μου και εκείνες δε λένε να καταλαγιάσουν σε καμιάν άκρη του κεφαλιού μου.

Πάντα κάτι σαλεύει στο μυαλό μου, από ένα ας πούμε σημαντικό γεγονός ( όπως το τι θα φάω το μεσημέρι ) μέχρι και το πιο ελάχιστης σημασίας, όπως το πώς πρέπει να δέσω τα κορδόνια του παπουτσιού μου ώστε να μη λυθούν. Το ξέρατε πως, αν με το ένα κορδόνι δέσεις το άλλο που το έχεις σπάσει στα δύο ( διότι είναι μακρύ ), τότε να είστε σίγουροι ότι είναι θέμα χρόνου να λυθούν, με αποτέλεσμα να τα πατήσετε; Είδατε, λοιπόν, αυτός ο γελοίος συλλογισμός για εμένα είναι μία ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια.

Μπορεί να είμαι αυτός που είμαι, αλλά έχω τα ίδια ακριβώς συναισθήματα με εσένα, πονάω, θυμώνω, χαίρομαι (σπάνια) και ερωτεύομαι. Έχω την τάση να χαζεύω ωραία πράγματα στο δρόμο και να νιώθω στιγμιαία ευτυχισμένος. Αυτή η σύντομη χαρά μού δίνει ελπίδες για το μέλλον και εγώ χαίρομαι που ακόμα θαυμάζω τον κόσμο. Από την άλλη, όμως, όλα αυτά κρατάνε λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα φεύγουν σαν άνεμος, ποιοι θα συμμεριστούν άλλωστε έναν άστεγο σαν εμένα;

Τραντέλλενες (Κεφάλαιο 2 - Μέρος 3)

«Πωπω! Φαντάζει απίστευτο, μέσα σε τόσο λίγο καιρό να ήταν σίγουρος ο πάππος ότι ήθελε γυναίκα του την καλομάνα και να της λέει ότι θα την πάρει οπωσδήποτε!» έκανε η τρισέγγονη, μόλις ο παππούς διέκοψε ξανά λιγάκι τη διήγησή του. «Τι έρωτας, πραγματικά!»

«Εμ, έτσι ήταν τότε παλιά τα πράγματα, κορτσόπο μ’! Μπορεί πολλές φορές να μη διαλέγανε το εσ’ ατούν, μα όταν το διάλεγαν και το ’θελαν, ήταν έτοιμοι να κάνουνε τα πάντα για να το ’χουνε...»

«Κι ο Σάββας; Τι έκανε για να πάρει την Αρετή του;» μπήκε στη μέση ο αδελφός της, πριν καλά - καλά προλάβει να τελειώσει ο γέροντας την κουβέντα του. «Άσε, μη μου πεις... Την έκλεψε;!»

«Πώς φαίνεσαι ότι είσαι Ποιμενίδης, ρίζα μ’!» του απάντησε με νόημα ο παπά - Σάββας. «Ατό εποίκεν, την έκλεψε την κάλη του το παλικάρ’, και μάλιστα από τα σουμαδέματά τς, ίσα που πρόλαβε να μην του τη στερήσουνε για πάντα...»

***

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Καίηλεν - Κεφάλαιο 30)

Ένα μεγάλο μαύρο έλκηθρο μετέφερε πάνω στο χιόνι, το παγωμένο κορμί του πολεμιστή Κόστα. Προορισμός ήταν το νεκροταφείο του παλαιού καιρού των βουνών πριν την Ανατολή. Κόσμος πολύς, συμπολεμιστές και φίλοι του ελεύθερου βουνίσιου έσερναν τα βήματα τους πίσω του. Κοντά τους ερχόταν ο Έλντι, με την Καίηλεν Αντμάιντ πλάι του. Όσο θλιμμένη και να ήταν, η Καίηλεν βαστούσε με μεγάλη προσπάθεια τα δάκρυά της. Όταν τελείωσε η τελετή της ταφής, βρήκε κάποιο μέρος και θρήνησε κρυφά τον καλό της φίλο.

Το σκοτάδι και η θερμοκρασία άρχισαν σιγά-σιγά να πέφτουν και σχεδόν όλοι είχαν φύγει από το νεκροταφείο του παλαιού καιρού. Ο Έλντι αποφάσισε να περιμένει την Καίηλεν πριν φύγει κι αυτός. Κι όταν είδε πως αυτή δε φαινόταν, αποφάσισε να ψάξει να τη βρει. Έψαξε για ώρα, ώσπου το σκοτάδι έγινε βαθύ και το χιόνι πιο πυκνό, φωνάζοντας το όνομά της και τρομάζοντας τα μαύρα πουλιά των δέντρων. Μα δεν το έβαλε κάτω. Και τελικά την βρήκε, καθισμένη στην άκρη ενός γκρεμού, θλιμμένη, ανέκφραστη και παγωμένη.

«Καίηλεν…» την πλησίασε. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει αν είναι καλά, μα ήδη γνώριζε την απάντηση. «…Θέλεις να φύγουμε;» της πρότεινε με ήρεμη φωνή, όπως ήρεμος ήταν πάντα. Δεν του απάντησε. Ο Έλντι κάθισε δίπλα της, κοντά της, μήπως και καταφέρει να τη ζεστάνει. Για πολλή ώρα δε μιλούσε κανείς τους. Και το χιόνι ακόμη, κόπασε.

Συνέντευξη με την Αγγελική Δαφτσίδου

Σε μια περίοδο ανάμεσα σε δύο πολέμους, μια επαρχιακή πόλη μεταμορφώνεται και από λασποχώρι αναπλάθει τον αστικό της ιστό. Η παλιννόστηση και η προσφυγιά οδηγούν τα βήματα των ηρώων της ιστορίας στο πεπρωμένο τους. Σ’ αυτή την εποχή που όλα αλλάζουν, ένας νεαρός ίλαρχος, μια καλοκαιρινή ημέρα, συναντά αναπάντεχα τη γυναίκα της ζωής του. Από την πρώτη στιγμή νιώθει την ανάγκη να την προστατεύσει, να τη σώσει από τη φυλακή του κορμιού της, δίχως να υπολογίζει τι πραγματικά θέλει εκείνη. Οι Μοίρες όμως έχουν τα δικά τους σχέδια, που είναι υφασμένα με πόνο, προδοσία και έναν χαμένο Παράδεισο. Ποιο είναι το γραμμένο της Ισμήνης; Θα καταφέρει να ξεφύγει από τη μοίρα της ή ό,τι γράφτηκε δεν μπορεί να ξεγραφτεί;