«Τι έπαθες; Γιατί σταμάτησες;» ρώτησε με περιέργεια ο Πανδοχέας.
Δεν πήρε απάντηση.
«Τι έγινε μετά; Ήταν πάλι η κούκλα; Πάλεψες μαζί της;» ξαναρώτησε αλλά πάλι καμία απάντηση.
Ο Πολεμιστής γύρισε και τον κοίταξε.
«Δεν...δεν θυμάμαι» ψέλλισε δειλά μετά από μερικές στιγμές. «Το επόμενο που θυμάμαι είναι να περιφέρομαι στο δάσος κοντά στην Έπαυλη και λίγο μετά να βρίσκω το πανδοχείο» το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως αν πάω πάλι πίσω να θυμηθώ τι συνέβη» σηκώθηκε όρθιος πριν τελειώσει τη φράση του. «Κοντά είναι έτσι κι αλλιώς, νομίζω».
Πήρε το ξίφος του, το έδεσε στη ζώνη του και πήγε στην πόρτα. Την άνοιξε κι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε κι είδε τον Πανδοχέα. Είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και στεκόταν πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό, πολύ πιο ήρεμο. Δεν έδινε πια την εντύπωση του ανυπόμονου ακροατή.
«Περίμενε» τον συμβούλευσε. «Για να βγεις έξω θα πρέπει να βγούμε μαζί, αλλιώς οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές».
«Τι εννοείς;»
«Θα σου πω όλη την αλήθεια, αλλά πρέπει πρώτα να σε ρωτήσω κάτι».
Δεν πήρε απάντηση.
«Τι έγινε μετά; Ήταν πάλι η κούκλα; Πάλεψες μαζί της;» ξαναρώτησε αλλά πάλι καμία απάντηση.
Ο Πολεμιστής γύρισε και τον κοίταξε.
«Δεν...δεν θυμάμαι» ψέλλισε δειλά μετά από μερικές στιγμές. «Το επόμενο που θυμάμαι είναι να περιφέρομαι στο δάσος κοντά στην Έπαυλη και λίγο μετά να βρίσκω το πανδοχείο» το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως αν πάω πάλι πίσω να θυμηθώ τι συνέβη» σηκώθηκε όρθιος πριν τελειώσει τη φράση του. «Κοντά είναι έτσι κι αλλιώς, νομίζω».
Πήρε το ξίφος του, το έδεσε στη ζώνη του και πήγε στην πόρτα. Την άνοιξε κι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε κι είδε τον Πανδοχέα. Είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και στεκόταν πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό, πολύ πιο ήρεμο. Δεν έδινε πια την εντύπωση του ανυπόμονου ακροατή.
«Περίμενε» τον συμβούλευσε. «Για να βγεις έξω θα πρέπει να βγούμε μαζί, αλλιώς οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές».
«Τι εννοείς;»
«Θα σου πω όλη την αλήθεια, αλλά πρέπει πρώτα να σε ρωτήσω κάτι».





