Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 2 - μέρος 2)

«Αφού κατάφερα να συνέλθω, συνέχισα να εξερευνώ» συνέχισε να αφηγείται. «Πέρασα τη δίφυλλη πόρτα του δωματίου που βρισκόμουν και μπήκα στο επόμενο. Ήταν τετράγωνο κι είχε ένα χτιστό τζάκι πάνω στον απέναντι τοίχο. Συνοδευόταν από ένα καθιστικό, το οποίο αποτελούνταν από δύο πολυθρόνες, ένα τραπέζι κι ένα τραπεζάκι δίπλα στο μπράτσο της μίας πολυθρόνας. Στ’ αριστερά του δωματίου είχε μία ακόμα δίφυλλη πόρτα, η οποία οδηγούσε στο μπαλκόνι. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας…»
«Τι εννοείς;» τον διέκοψε ο έκπληκτος Πανδοχέας. «Ζωντανός;»
«Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ολοζώντανος, αλλά δεν με παρατήρησε καν όταν μπήκα και δεν ήμουν και τόσο ήσυχος» σταμάτησε την αφήγησή του, για να πιει μια σταλιά μπίρα ακόμα. «Όπως τον παρατηρούσα, άκουσα μία γυναικεία φωνή πίσω μου και βήματα προς το μέρος μου. Γύρισα να δω και μια γυναίκα ήρθε καταπάνω μου και…» κόμπιασε λίγο και συνέχισε. «Πλησίασε τόσο πολύ που τα χείλη μας κόντεψαν να ενωθούν, αλλά δεν συνέβη ποτέ αυτό. Τη στιγμή που ήρθαμε σε επαφή, δεν ήρθαμε σε επαφή…»
«Πώς έγινε αυτό;» απόρησε ο Πανδοχέας.
«Τη στιγμή της επαφής, το πρόσωπό της πέρασε μέσα από το δικό μου σαν ένα ρεύμα αέρα»

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 2 - μέρος 1)

«Οπότε βρισκόμουν παγωμένος, από τον φόβο, μπροστά από ένα σπίτι, βράδυ, του οποίου η πόρτα είχε ανοίξει μόνη της, αφού είχα δει ένα ζευγάρι μάτια να με κοιτάνε» συνόψισε ο Πολεμιστής.
«Και πάραυτα βρήκες το θάρρος να μπεις;»
«Έπρεπε…» δήλωσε ο Πολεμιστής, αφήνοντας να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. «Αυτή την έπαυλη είχε αναλάβει να εξερευνήσει ο αδερφός μου και δεν τον είχα βρει ακόμα».
«Σωστά» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Επίσης πάντα αντιμετωπίζω τους φόβους μου, για να τους ξεπερνάω».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Μπήκα λοιπόν μέσα και βρέθηκα σε ένα φαρδύ χολ, το οποίο πέντε κρεμάστρες, καρφωμένες, σε κάθε πλευρά. Στο πάτωμα είχε τον αντίστοιχο αριθμό κουτιών, τα οποία φαίνεται να χρησίμευαν για τις μπότες των ταξιδιωτών. Υπήρχαν τέσσερα ζευγάρια μπότες κι άλλες τόσες κάπες, κρεμασμένες» έκανε μια παύση, για να πιει λίγο μπίρα και συνέχισε.
«Προχώρησα πιο μέσα, ανέβηκα τρία με τέσσερα σκαλιά κι έφτασα στο κεντρικό χολ, όπως το αντιλήφθηκα από τη διαμόρφωση του χώρου. Απέναντί μου είχε ένα άνοιγμα σε σχήμα πόρτας, αλλά χωρίς να υπάρχει μία, το οποίο οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι. Στα δεξιά είχε μια στριφογυριστή, ξύλινη σκάλα, η οποία οδηγούσε στον επάνω όροφο» κόμπιασε στιγμιαία.

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 2)

«Όπως προανέφερα έχω έναν μικρότερο αδερφό» ξεκίνησε να διηγείται και έκανε μια μικρή παύση, για να πιει μία γουλιά από το ποτήρι του. «Από μικροί ήμασταν αχώριστοι. Εκπαιδευτήκαμε μαζί, αν και σε διαφορετικά όπλα. Κάναμε σκανταλιές μαζί και φυσικά τρώγαμε και την αντίστοιχη τιμωρία, μαζί. Όλα μαζί. Για να καταλάβεις, κάποια στιγμή είχαμε και την ίδια κοπέλα» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και του ξέφυγε ένα γέλιο. «Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να αναλαμβάνουμε και δουλειές μαζί».
«Κυριολεκτικά σε όλα μαζί, δηλαδή» παρατήρησε ο Πανδοχέας.
«Ναι κι όχι».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε απορημένος.
«Αναπόφευκτα υπήρξαν και κάποιες στις οποίες δεν ήμασταν μαζί» εξήγησε ο αφηγητής. «Αλλά πάντα στέλναμε γράμματα, ο ένας στον άλλον».
«Τι γράμματα;»
«Αναφορά της αποστολής. Ο προορισμός κι η διαδρομή, την οποία θα ακολουθούσαμε, ώστε να γνωρίζει ο άλλος που να ψάξει σε περίπτωση ανάγκης» εξήγησε.
«Κατάλαβα» είπε ο ακροατής του. «Πώς όμως γνωρίζατε αν ο άλλος βρίσκεται σε ανάγκη;» θέλησε να μάθει.
«Δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε, φυσικά. Δεν έχουμε τηλεπάθεια» απάντησε ο αφηγητής. «Εκτιμούσε ο καθένας τον χρόνο που θα του πάρει η αποστολή και το ανέφερε στο γράμμα. Αν περνούσε αυτό το περιθώριο, πράγμα το οποίο έχει γίνει ουκ ολίγες φορές, σήμαινε ότι η αποστολή είναι πιο δύσκολη, οπότε χρήζει βοηθείας» εξήγησε.

Lost Hope_Κεφάλαιο 1


Λάρκχαλ, Λονδίνο 12 Ιουνίου 2025


Μια ασυνήθιστα ζεστή, ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην παιδική χαρά κατέκλυζαν το Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν η Χόουπ, η τετράχρονη κόρη της DS Πέιτζ Ρόουζεουν, που έπαιζε με την κούκλα της, μια μικρή κούκλα με ροζ μαλλιά και ένα φόρεμα με πολύχρωμα λουλούδια, στη τσουλήθρα.

Η Μάρτα Χάουσμαν, η νταντά της, καθόταν σε ένα παγκάκι, απορροφημένη στο κινητό της. Για λίγα δευτερόλεπτα, το βλέμμα της χάθηκε στην οθόνη, και όταν το επέστρεψε, η Χόουπ είχε εξαφανιστεί. Ούτε μια φωνή. Ούτε ένα κλάμα. Τίποτα. Η καρδιά της Μάρτα χτύπησε δυνατά. «Χόουπ;!» φώναξε με πανικό. Έψαχνε σαν τρελή γύρω.

Κανένα ίχνος. Η καρδιά της Μάρτα άρχισε να χτυπάει σαν να ήταν μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Μέσα σε απίστευτο πανικό πληκτρολόγησε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης «911 Χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε μια ευγενική άγνωστη κυρία. «Ναι γρήγορα στο Όασις Νέιτσουρ Γκάρντεν χάθηκε ένα τετράχρονο κοριτσάκι είμαι η νταντά της. Γρήγορα!!» ούρλιαξε.

Αφού έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες στο τηλέφωνο έκλεισε και κάλεσε την Πέιτζ. Έπρεπε να την ειδοποιήσει πρώτη σκέφτηκε προς στιγμήν. Έτσι ίσως ο μηχανισμός των αστυνομικών αρχών θα κινούταν γρηγορότερα. Άλλωστε κόρη αστυνομικού του Στόκγουελ χάθηκε.

Lost Hope

 

Lost Hope

Δέσποινα Τ.

Αστυνομικό 




Η κόρη της εξαφανίστηκε. Και ο χρόνος τελειώνει.  Στο σκοτεινό Λονδίνο, μια αστυνομικός βλέπει τον κόσμο της να καταρρέει όταν το παιδί της χάνεται χωρίς ίχνος. Η βασική ύποπτη; Η νταντά που εμπιστευόταν περισσότερο από όλους.  Όμως τίποτα δεν είναι τόσο απλό.  Όταν ένα παράξενο βιβλίο γεμάτο γρίφους εμφανίζεται μυστηριωδώς, η έρευνα μετατρέπεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Κάθε στοιχείο οδηγεί σε μια νέα αποκάλυψη. Κάθε βήμα φέρνει στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά που κάποιοι θα έκαναν τα πάντα για να μείνουν θαμμένα.  Και δεν είναι το μόνο παιδί.  Καθώς τα κομμάτια ενώνονται, η αλήθεια γίνεται πιο τρομακτική απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Γιατί πίσω από τους γρίφους κρύβεται κάτι πολύ πιο προσωπικό… και πολύ πιο επικίνδυνο.  Σε έναν αγώνα ενάντια στον χρόνο, την ενοχή και τον ίδιο της τον εαυτό, θα πρέπει να απαντήσει σε ένα ερώτημα:  Μπορείς να σώσεις αυτό που αγαπάς… όταν το κακό σε γνωρίζει ήδη;
 

Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 1)

Is all that we see or seem

But a dream within a dream?

“A Dream within a Dream”

by EdgarAlan Poe

Οι φλόγες των δαυλών έκαιγαν ρυθμικά, λες κι ένας μουσικός συνέθετε ένα μονότονο συμφωνικό έργο. Ήταν ο μοναδικός ήχος, ο οποίος έσπαγε τη μονοτονία της σιωπής, που επικρατούσε στο πανδοχείο. Οι λιγοστοί πελάτες κάθονταν στα τραπέζια, ήσυχοι, είτε τρώγοντας είτε πίνοντας ζύθο. «Ωραίο το γεύμα;» ρώτησε ο Πανδοχέας.
Είχε πλησιάσει σε ένα από τα τραπέζια, όπου καθόταν ένας μελαχρινός, γεροδεμένος άντρας. Φορούσε μεταλλική πανοπλία κι είχε στηρίξει το επιβλητικό σπαθί του στον τοίχο.
«Εξαιρετικό» αποκρίθηκε, καθώς έβαζε στο στόμα του την τελευταία μπουκιά από το πιάτο του. «Ψητό χοιρινό με πατάτες είναι ο καλύτερος επίλογος μιας δύσκολης περιπέτειας» κατέληξε.
«Όντως φαίνεσαι εξαντλημένος» παρατήρησε ο Πανδοχέας. «Να κεράσω μια μπίρα;»
Δεν θα ήταν κακό να έχω έναν άνθρωπο να πω μία κουβέντα, σκέφτηκε ο πολεμιστής.
«Αν πιεις κι εσύ μία» απάντησε πρόσχαρα.
«Αμέσως» αποκρίθηκε κεφάτα ο Πανδοχέας κι απομακρύνθηκε από το τραπέζι.
Πήγε πίσω από την μπάρα, έπιασε δύο μεγάλα ποτήρια και τα γέμισε, από ένα βαρέλι. Γύρισε στο τραπέζι, κρατώντας ένα στο κάθε χέρι. Κάθισε στην καρέκλα, απέναντι από τον νεοφερμένο πελάτη του κι έσπρωξε το ένα προς το μέρος του.
«Εις υγείαν».
Είπαν κι οι δύο κι ύψωσαν τα ποτήρια τους και τα τσούγκρισαν. Ήπιαν μια μεγάλη γουλιά, ταυτόχρονα, αρκετή να τους ξεδιψάσει.
«Ώστε είσαι άνθρωπος της περιπέτειας;»
«Ναι και μόλις ολοκλήρωσα μία, εδώ κοντά κι έψαχνα ένα μέρος να ξαποστάσω».