The Author's Promises (Διήγημα 2 - Η Κυρά Του Λαβυρίνθου)

Η Ελίζ άνοιξε τα μάτια της για να δει αν ο άντρας που είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ μαζί του βρισκόταν ακόμη δίπλα της. Βλεφάρισε. Ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στους αγκώνες. Ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει από το χθεσινό μεθύσι και μια θολούρα στα μάτια δεν την άφηνε να διακρίνει πού βρισκόταν. Όντως είχε πιει πολύ περισσότερο από όσο άντεχε. Έπρεπε όμως να γιορτάσουν τον θρίαμβό τους με χορό, τραγούδι και ποτά. Δε θα χάλαγε με την απουσία της τη διασκέδαση των συναδέλφων της· άλλωστε είχε και εκείνη μερίδιο στη χαρά τους. Η ομάδα της, που αποτελούνταν από έμπειρους αρχαιολόγους, είχε ανακαλύψει την είσοδο ενός μυστηριώδους τούνελ. Δεν ήξεραν βέβαια ακόμη πού οδηγούσε, αλλά η έξαψη που είχαν νιώσει όταν στάθηκαν απέναντι από την πύλη ήταν η αρχή για μια επιτυχημένη καριέρα στον χώρο της αρχαιολογίας. Το ένιωθε και η ίδια ότι η επιτυχία τούς ανήκε. Μετά τη διάλεξη που είχε δώσει στο πανεπιστήμιο, όπου η απήχηση ήταν τεράστια, επιβεβαιώθηκε.

Γύρισε για να βρει τα γυαλιά της στο κομοδίνο όπου τα άφηνε πάντα, ανάμεσα σε στοίβες χαρτιών, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Το κομοδίνο δεν ήταν στη θέση του. Δεν υπήρχε ούτε η ψιλή κουβερτούλα που άφηνε τη νύχτα στα πόδια της για να τη ρίχνει επάνω της τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας που πάντα κρύωνε. Το παράθυρο με τις μεγάλες γρίλιες απέναντι δεν είχε αφήσει σήμερα τον ήλιο να την ξυπνήσει. Το σώμα της είχε γεμίσει από σκόνη που είχαν τα σεντόνια στα οποία είχε κοιμηθεί. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Το φως ήταν ελάχιστο και χωρίς τα γυαλιά της ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει πού βρισκόταν. Γονάτισε και άρχισε να ψάχνει στο πάτωμα μήπως της είχαν πέσει κάτω.

Η Κατάρα του Σένγκαο (Πρόλογος)

Τα πόδια του τον έσυραν μέσα στο σπήλαιο. Ο αγέρας έξω λυσσομανούσε και το κρύο έγδερνε τη γυμνή σάρκα σαν μαχαίρι κοφτερό. Θα ήταν περισσότερο ασφαλής από το μένος της φύσης εκεί μέσα. Σε τέτοιο υψόμετρο, συνήθως, οι καταιγίδες του χειμώνα διαρκούσαν μέρες, ίσως κι εβδομάδες ολόκληρες. Αν ήταν τυχερός, θα κόπαζε σε λίγες ώρες, ή θα τον έβρισκε ο θάνατος από τον πάγο και την πείνα. Πόση τροφή να κουβαλήσει πάνω του ένας απλός μοναχός; Και πόσο μεγάλο ταξίδι να διανύσει; Μόνο που αυτός ο προορισμός δεν ήταν διόλου τυχαίος για τον Αν Νι. Χρόνια άκουγε από τους δασκάλους του για το πνεύμα που τάραζε την κορυφή του βουνού και που φώλιαζε μέσα στα σκοτεινά του σπήλαια. Χρόνια ολόκληρα προσευχόταν για εκείνες τις ψυχές που άσκοπα χάθηκαν από το χέρι της. Πίστευε με όλο του το είναι πως μπορούσε να απαλλάξει αυτόν τον κόσμο από την ανίερή της ύπαρξη. Η σιγουριά για την αποστολή αυτή έκαιγε την καρδιά του σαν τη φλόγα που του φώτιζε τον δρόμο˙ με άσβεστο σθένος. Κανείς δεν το είχε τολμήσει πριν από αυτόν. Κανείς ποτέ δεν είχε τολμήσει να πλησιάσει τούτον τον καταραμένο τόπο με σκοπό τον εξαγνισμό του. Αν το μάθαιναν τα αδέρφια και οι δάσκαλοί του πως είχε σκοπό να σκαρφαλώσει στην ψηλότερη κορυφή του βουνού Σένγκαο, να διαβάσει τις γραφές για την ακριβή τοποθεσία του σπηλαίου, να βρει το πνεύμα και να το εξαγνίσει, θα τον κλείδωναν σε ένα από τα ιερά δωμάτια με σκοπό οι θεοί να του επιστρέψουν τα λογικά του. Μα δεν ήταν πια παιδί. Ήξερε τις προσευχές μία προς μία. Γνώριζε τους χίλιους και δέκα στοίχους που εξορκίζουν το κακό, ενώ οι ικανότητές του στη μάχη είχαν πραγματικά βελτιωθεί. Θα τα κατάφερνε.

Ο Οίκος των Δράκων ΙΙ (κεφάλαιο 12)

Ορόρα

Η πόρτα του σπιτιού της Αμελί ήταν ξεκλείδωτη, οπότε η Ορόρα απλά την άνοιξε και μπήκε. Αναρωτήθηκε αν ο Ντέβαν είχε διαβάσει το γράμμα της μέχρι τώρα. Είχε προσπαθήσει να μην τον ανακατέψει σε αυτή την ιστορία, αλλά τα πράγματα είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν από τον έλεγχο Τον χρειαζόταν εδώ. Άλλωστε, αν δεν επέστρεφε σύντομα ο άρχοντας-πατέρας τους θα τον διάταζε να το κάνει.

Σκέφτηκε να φωνάξει για να κάνει γνωστή την παρουσία της -σε περίπτωση που ο Έντγκαρ και η Αμελί έκαναν κάτι στο οποίο δεν ήθελε να γίνει μάρτυρας- αλλά το εσωτερικό του σπιτιού ήταν σκοτεινό και σιωπηλό. Οι κουρτίνες των παραθύρων του σαλονιού ήταν τραβηγμένες και το αχνό φως των αστεριών έσπαγε κάπως το μαύρο, αρκετά ώστε η Ορόρα να μπορεί να ξεχωρίσει τα περιγράμματα των επίπλων και να μη σκοντάψει πάνω τους αλλά μέχρι εκεί.

Άραγε ο Έντγκαρ είχε επιτρέψει στο κάστρο ή κοιμόταν στον πάνω όροφο με την Αμελί; Δεν είχαν συνεννοηθεί τι θα έλεγαν αν γυρνούσαν χωριστά στο κάστρο. Η Ορόρα ξεφύσησε ενοχλημένη. Έτσι έμπλεκες όταν προσπαθούσες να βοηθήσεις κάποιον που δεν ήθελε τη βοήθειά σου. Τι έπρεπε να κάνει τώρα, να περιμένει λίγο ή να φύγει;

Storm II (Κεφάλαιο 18)

Ο Μάικλ, ο Άλεξ, ο Σάιμον και ο Σαμ βρισκόντουσαν στο σαλόνι του σπιτιού του Μάικλ.

«Τι είπαν στην αστυνομία;» ρώτησε ο Σάιμον.

«Είπαν ότι χωρίς αποδείξεις δεν μπορούν να κάνουν κάτι» απάντησε ο Άλεξ.

«Και δε θα κάνουμε τίποτα; Θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια;» ρώτησε ο Σαμ.

«Εννοείται πως δε θα μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα. Απλά θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί» απάντησε ο Μάικλ που εδώ και αρκετή ώρα καθόταν σιωπηλός.

Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε ξαφνιάζοντας τα τέσσερα αγόρια.

«Περιμένουμε κανέναν;» ρώτησε ο Σάιμον χαμηλόφωνα.

Ο Άλεξ κοίταξε ανήσυχα τον Μάικλ. «Μάικ;»

Όποιος βρισκόταν πίσω από την πόρτα άφησε το κουδούνι και άρχισε να χτυπάει δυνατά την πόρτα.

Ποίηση Aurora - Σύγχρονοι Δεσμώτες

Δεν το ξέρεις μα είσαι δεσμώτης.
Δεν έχεις αλυσίδες στα χέρια σου μα παρωπίδες.
Η ελευθερία σου φύλλο φθινοπώρου
που έφυγε μακριά σου
από το φύσημα ενός άντρα
με γυαλιστερό κοστούμι.

Δεν το ξέρεις μα είσαι δεσμώτης.
Το μυαλό σου θαμπωμένο
από την ψεύτικη λάμψη μιας φιγούρας
σε ένα τετράγωνο κουτί.
Ξεσκίσαμε το κοστούμι απόψε.
Σβήσαμε τη λάμψη με ένα κουμπί.
Η ελευθερία δε γύρισε,
το μυαλό δεν ξεκόλλησε.

Δεν το ξέρεις μα είσαι δεσμώτης
του ίδιου σου του εαυτού.