Εξόριστοι (Κεφάλαιο 38)

Φάνης

Ο Φάνης περπατούσε αργά, χωρίς προορισμό, μέσα στα υγρά στενά της πόλης. Στο χέρι του κρατούσε ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι μπύρας, το τρίτο σε αυτή του την περιπλάνηση. Είχε πονοκέφαλο, το στομάχι του ήταν δεμένο κόμπος.

Ένιωθε άρρωστος, εγκαταλελειμμένος. Βίωνε την απόρριψη ξανά και ξανά, ένα έργο που έμοιαζε να επαναλαμβάνεται. Βυθιζόταν στην απελπισία, στη μοναξιά. Πονούσε, γέμιζε από αισθήματα θυμού, αναξιότητας και ενοχής. Ήταν μούσκεμα, κρύωνε μα αδιαφορούσε. Δεν τον ένοιαζε τίποτα, όλα έμοιαζαν πια άνευ σημασίας.

 Μια απότομη κούραση τον κατέβαλλε, κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε. Γιατί συνέχιζε να αναπνέει; Ποιος ο λόγος που υπήρχε ακόμα; Η ιδέα της αυτοκτονίας ξάφνου του φάνηκε πολύ δελεαστική, μα μόνο για λίγο. Χαμογέλασε, ένιωθε ανάξιος ακόμα και για αυτό.

Αντιλήφθηκε πως κάποιος στεκόταν μπροστά του και σήκωσε απότομα το κεφάλι του. Αντίκρισε με έκπληξη τον Άγγελο να στέκεται από πάνω του και να τον κοιτά. Σηκώθηκε οργισμένος και στάθηκε απέναντί του. Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, λαχανιασμένη, ξεχείλιζε από θυμό.

Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 9, σκηνες 11-19)

11. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΣΤΑΜΑΤΙΝΑΣ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη στέκεται έξω από την πόρτα του διαμερίσματος της θείας της στο Αιγάλεω, φορτωμένη μια βαλίτσα, και χτυπάει το κουδούνι. Η Μάρθα από μέσα το ακούει, της ανοίγει και την υποδέχεται θερμά, αγκαλιάζοντάς την με συγκίνηση.

μαρθα

Κέιτ μου! Επιτέλους, ξαδερφούλα... Μου είπαν τα κορίτσια ότι πήγες στο νοσοκομείο στη Σπάρτη, ότι χειρουργήθηκες... Γιατί;

καιτη

Μάρθα μου, θα σ' τα πω... Θα σ' τα εξηγήσω όλα, γλυκιά μου, εντάξει; Συγγνώμη που δε σου απάντησα απ' το messenger, δε λέγονται έτσι

αυτά...

μαρθα

Και με τον Πιέρρο; Τι γίνεται με τον Πιέρρο, τι θα κάνετε;...

Συνέντευξη με την Αθηνά Μαλαπάνη

Αυτό το βιβλίο είναι μια συλλογή μικρο-διηγημάτων. Οι ήρωές του και οι ηρωίδες του παρουσιάζονται στον αναγνώστη με τα ονόματά τους –αληθινά ή ψεύτικα;– και προβάλλουν τις δικές τους ιστορίες για τα σεξιστικά και φυλετικά στερεότυπα που παραβίασαν τα δικαιώματά τους. Ιστορίες που μπορεί να φανούν γνωστές, κοινότυπες, συνηθισμένες ή άγνωστες, πρωτόγνωρες, θλιβερές, ίσως και τρομακτικές...
Ωστόσο, μπορεί να βρείτε κι εσείς κάποια δικά σας κομμάτια μέσα σε αυτές, να σκεφτείτε, να προβληματιστείτε, να αναθεωρήσετε...
Εύχομαι αυτή η ανάγνωση να σας οδηγήσει σε μια προσωπική, εσωτερική αναζήτηση...

Ο Οίκος των Δράκων ΙΙ (Κεφάλαιο 5)

Ορόρα

Πάντα ήξερε ότι ο ξάδελφός της ήταν ένας ηλίθιος αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο, ακόμα και για τα δεδομένα του Έντγκαρ.Θα πρέπει να κοίταζε επίμονα για αρκετή ώρα, γιατί η ξανθιά κοπέλα ανασάλεψε άβολα και κόλλησε στο πλευρό του Έντγκαρ σαν να αναζητούσε ασφάλεια, αν και η Ορόρα δεν μπορούσε να διανοηθεί πως οποιοσδήποτε θα μπορούσε να νιώσει ασφάλεια δίπλα του. Ήταν ένας ύπουλος βάρβαρος που νοιαζόταν μονάχα για το δικό του συμφέρον, ακριβώς όπως και οι αδελφοί του.

«Έντ, ποια είναι αυτή η γυναίκα;» ρώτησε σιγανά εκείνη, ρίχνοντας μια μικρή πλάγια ματιά στην Ορόρα. Έντ; Σοβαρά; Αυτή η νύχτα γινόταν όλο και πιο περίεργη. Η νεαρή Ντρόγκομιρ περίμενε να δει αν την είχε αναγνωρίσει, αλλά απ’ ό, τι φαίνεται ο καιρός που είχε περάσει από τη σύντομη συνάντησή τους είχε σβήσει την ανάμνησή της από το μυαλό του κοριτσιού. Ευτυχώς, διότι κάτι της έλεγε ότι ο ξάδελφός της δε θα χαιρόταν ιδιαίτερα αν το μάθαινε.

«Καμία» απάντησε κοφτά ο Έντγκαρ.

«Καμία;» ακούμπησε θεατρικά το χέρι της η Ορόρα πάνω στην καρδιά της,

Ματωμένες Ελπίδες (Κεφάλαιο 25)

Νιώθω το σώμα μου να πέφτει. Σαν να με έλκει η βαρύτητα. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέλος στο κενό. Δεν υπάρχει καν αρχή. Μόνο αυτό το ασταμάτητο και απαίσιο συναίσθημα της πτώσης. Και τώρα τι κάνω; Απλώς περιμένω; Και τι περιμένω ακριβώς; Να φτάσω στον πάτο; Και εάν ο στόχος μου είναι η κορυφή; Μήπως θα έπρεπε εγώ ο ίδιος να δημιουργήσω τον στόχο μου;

Η κραυγή της Spero ηχεί βαθιά μέσα στο κεφάλι μου και ξαφνικά νιώθω όλο μου το σώμα να τραντάζεται από την αναστάτωση. Κάτι δεν πάει καλά... Κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Και δεν μπορώ να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο. Τι συμβαίνει; Τα μάτια μου ανοίγουν. Αλλά δε νιώθω να το κάνω εγώ. Βλέπω το ταβάνι στην αίθουσα που βρισκόμασταν πριν από λίγο και απελπισμένα κοιτάζω γύρω μου. Το επόμενο πράγμα που βλέπω είναι... Εγώ... Για μισό λεπτό... Δε βλέπω μέσα από τα δικά μου μάτια. Βλέπω μέσα από τα μάτια της Εχεκράτειας. Αλλά μόνο βλέπω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μπορώ να νιώσω την ταραχή και τον θυμό που έχει μέσα της. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο εκτός από το να παρακολουθώ.

Κοιτάζει προς την κορυφή του κεφαλιού της όπου βρισκόταν η Spero. Όλοι γύρω φαίνονται ταραγμένοι και η Spero φαίνεται να υποφέρει από πόνο. Δεν είναι από τα προηγούμενά της τραύματα. Κάτι άλλο συμβαίνει. Από πίσω της ξεπροβάλει το μικροκαμωμένο σώμα της Χρυσηίδας. Προσπερνάει τη Spero και ένα στιλέτο που κρατάει στα χέρια της πέφτει στο πάτωμα.