Το Μαύρο Διαμάντι (Κεφάλαιο 22: Οι Ικανότητες του Μυαλού)

Το επόμενο πρωί βρισκόταν νωρίς έξω και κάθισε λίγο στη λίμνη προτού πάει στην καλύβα του Ζεραήλ, όπως του είχε πει εκείνος. Έκανε μία τελευταία προσπάθεια για αυτοσυγκέντρωση, με την προσοχή σου στους ήχους των πουλιών που χτυπούσαν τα φτερά τους στην επιφάνεια της λίμνης. Είχε βελτιωθεί εντυπωσιακά από την πρώτη φορά, αν και μέσα σε μόλις δύο μέρες και ήταν έτοιμος πια για να αντιμετωπίσει την κρίση του Ζεραήλ.

Μόλις έφτασε στην καλύβα του δασκάλου του, πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ετοιμαστεί για πολλή υπομονή, αφού ήταν σίγουρος πως ο άνδρας και αυτή τη φορά θα τον προσέβαλε, όπως το συνήθιζε πια.

«Για να δω πως τα πας με την αυτοσυγκέντρωση» του είπε μόλις μπήκε μέσα.

Έβγαλε κάθε σκέψη από το μυαλό του, εντείνοντας όλη που την προσοχή στη φλόγα που αισθανόταν στο στήθος του, η οποία πρέπει να ήταν η μαγεία μέσα του, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να ξεχάσει που βρισκόταν. Του δημιουργήθηκε επίσης η επιθυμία να Τη βγάλει από μέσα του, κάνοντας οτιδήποτε απαιτούσε υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Storm III (Κεφάλαιο 10)

Η Έμιλι κατέβηκε τη σκάλα και πήγε στην κουζίνα τρέχοντας.

«Είναι έτοιμο;» ρώτησε τη μητέρα της.

«Έμς, είναι κρέας. Θέλει τον χρόνο του για να ψηθεί» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.

«Ίσως μπορώ να βοηθήσω» είπε η Έμιλι.

«Δεν ήξερα ότι οι Χαρισματικοί μπορούν να ψήσουν και κοτόπουλο με το στοιχείο τους» είπε ειρωνικά ο πατέρας της μπαίνοντας στην κουζίνα.

«Μπαμπά!» διαμαρτυρήθηκε η Έμιλι. «Εννοούσα να βοηθήσω τη μαμά με τη σαλάτα. Ή ό,τι κάνει, τέλος πάντων».

«Τη σαλάτα θα την κόψουμε λίγο πριν το δείπνο. Προς το παρόν θέλω να καθίσεις στο σαλόνι και να περιμένεις τον Μάικλ» είπε η μητέρα της.

Το ίδιο πρωί, η μητέρα της της είχε προτείνει να καλέσει τον Μάικλ για δείπνο. Όπως της είχε υποσχεθεί: «το δείπνο θα είναι χαλαρό· δε θα κάνουμε καμία περίεργη ερώτηση».

Το Δάσος των Μαγισσών (Κεφάλαιο 18 - μέρος 3)

«Πως είναι να έχεις τόσα αδέλφια;» ρώτησε τον Έρικ την επόμενη μέρα καθώς περπατούσαν μέσα στο δάσος. Είχε αρνηθεί την προσφορά του να κουβαλήσει τον σάκο της αλλά τον είχε αφήσει να κρατήσει το χέρι της.

«Όταν εγώ και ο Τομ ήμασταν μικροί τσακωνόμασταν συνέχεια για το ποιος ήταν ο αγαπημένος της μητέρας μας. Και μετά ήρθαν τα δίδυμα που ήταν τα μικρά και απασχολούσαν πολύ από τον χρόνο και την προσοχή της οπότε εγώ και ο Τομ κάναμε ομάδα εναντίον τους»

«Οπότε το να έχεις αδέλφια είναι σαν να βρίσκεσαι σε πόλεμο;»

«Περίπου, αλλά αγαπώ τους αδελφούς μου κι ας θέλω να τους στραγγαλίσω μερικές φορές. Εσύ πως ήσουν μικρή;»

Έκανε στην άκρη για να αποφύγει ένα μαυρισμένο κομμάτι γης. Δεν ήταν το πρώτο που συναντούσαν. Είχαν προσπεράσει κι άλλα. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου ήταν βαριά στην ατμόσφαιρα. Γκρίζα στάχτη σηκωνόταν κάτω από τα πόδια τους με κάθε βήμα που έκαναν. Αναρωτήθηκε αν είχαν πέσει κεραυνοί σε αυτό το κομμάτι του δάσους.

«Κακομαθημένη» του απάντησε. «Ο Ρόραν με φρόντιζε από τότε που ήμουν μικρή και έκανε ό,τι του ζητούσα. Νομίζω πως προσπαθούσε να επανορθώσει με αυτόν τον τρόπο για την ψυχρότητα του Άιζακ και να μη με αφήσει να την νιώσω» Μια σουβλιά θλίψης διαπέρασε το στήθος της καθώς σκεφτόταν την «παλιά» της οικογένεια.

Τα Βουνά πριν την Ανατολή (Έλντι Μπόου - Κεφάλαιο 7)

Το επόμενο πρωί, εκατοντάδες μίλια ανατολικά από το ζεστό πύργο του Μαυροφορεμένου Πρίγκιπα, σε ένα μικρό κεφαλοχώρι, ένας νεαρός άνδρας, ο Έλντι Μπόου, ξεκολλούσε μια ανακοίνωση από ένα πίνακα στο παντοπωλείο του χωριού.

Ο παντοπώλης αντιλήφθηκε την κίνηση του Έλντι και τον πλησίασε.

«Ενδιαφέρεσαι να συμμετέχεις;» τον ρώτησε κοφτά, καθαρίζοντας το τάσι της ζυγαριάς.

Ο παντοπώλης τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί τη φάτσα του ποτέ στο μαγαζί του, ούτε όμως και στο χωριό.

«...Νομίζω πως ναι..» του απάντησε διστακτικά, ο Έλντι.

«Δεν αρκεί να νομίζεις, φίλε ξένε! Στη δοκιμασία αυτή μπορεί να τραυματιστείς άσχημα…»”, γέλασε ο μπακάλης, κάνοντας τον να νιώσει αμήχανα.

Η ανακοίνωση έγραφε για έναν αγώνα τοξοβολίας που γινόταν κάθε χρόνο εκείνες της μέρες. Φυσικά, ο Έλντι κατάλαβε πως ο μπακάλης τον ειρωνευόταν. Έπρεπε να ήσουν τρομακτικά αδέξιος για να τραυματιστείς σε ένα τέτοιο διαγωνισμό.

Παρουσίαση Βιβλίου - Αντέχεις να μάθεις την αλήθεια;

Μέσα στο πυκνό σκοτάδι αντήχησε ένα κλάμα μωρού κι έκανε τη Μελανία να πεταχτεί από το κρεβάτι. «Το παιδί μου!» αναφώνησε με σιγουριά και σηκώθηκε να το αναζητήσει. Τα χέρια της, τεντωμένα τώρα, έσκιζαν το σκοτάδι που την εμπόδιζε, ακολουθώντας το κλάμα του μωρού που ακουγόταν σαν αντίλαλος σ’ ένα άδειο σπίτι. «Τώρα, μωρό μου… Η μανούλα έρχεται…» τα λόγια της ειπώθηκαν πιο πολύ σαν παρηγοριά προς τον εαυτό της, παρά προς το μωρό που αναζητούσε. «Έρχομαι, Σωτήρη μου… Εδώ είμαι…» τα βήματά της ασταμάτητα και στάσιμα συνάμα. Κανονικά θα έπρεπε να είχε διανύσει ήδη τον όροφο από τη μια άκρη στην άλλη, όμως ακόμα δεν είχε συναντήσει καμιά πόρτα ή τοίχο στον δρόμο της. Ακόμα και ο ήχος από το κλάμα του μωρού παρέμενε στην ίδια ένταση, καθώς το πλησίαζε, δίχως να μειώσει έστω και λίγο τη μεταξύ τους απόσταση. Άρχισε να νιώθει μετέωρη στο πηχτό σκοτάδι όπου βρισκόταν, καθώς δάκρυα απελπισίας συνόδευαν τη σπασμένη φωνή της. «Σωτήρη, αγόρι μου… Εδώ είναι η μανούλα… Εδώ είμαι, πασάκα μου…» Όταν όλα μοιάζουν σαν κακόγουστη φάρσα, η Αγάπη βάζει στόχο ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Είναι όντως η Αγάπη ή μήπως τελικά είναι η Μελανία; Έχει όντως χάσει τον γιο της ή μήπως τελικά δεν τον είχε ποτέ; Ένας άγνωστος άνδρας καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή της και να τη βοηθήσει στις απαντήσεις που αναζητά. Θ’ αντέξει όμως να μάθει την αλήθεια;