Ήταν η τρίτη φορά που κάποιος την είχε ξεχάσει και η Ευδοκία σταμάτησε να ζητά εξηγήσεις.
Η πρώτη ήταν η μητέρα της, το βλέμμα της ήταν κενό σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνομα που της είχε διαφύγει. Η δεύτερη ήταν η κολλητή της φίλη, η Μελίνα, που την κοίταξε και στο επόμενο δευτερόλεπτο ένα διάπλατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της, ενώ της συστήθηκε από την αρχή. Η τρίτη φορά ήταν όταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας που έμενε τη ρώτησε ευγενικά σε ποιον όροφο πηγαίνει, παρότι την έβλεπε κάθε μέρα εδώ και μια δεκαετία.
Δεν υπήρχε πια κανένα περιθώριο για να είναι σύμπτωση.
Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε ένα χαρτάκι που δε θυμόταν αν το είχε γράψει η ίδια κι όμως ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός της.
«Αν το διαβάζεις αυτό, τότε κάποιος σε ξέχασε. Μην πανικοβληθείς. Δεν είσαι τρελή.» Ένιωσε ένα χτύπημα στο στομάχι, κάθισε αμέσως στην καρέκλα με το χαρτάκι να είναι διπλωμένο ανάμεσα στα τρεμάμενα δάχτυλά της. Τις μέρες που ακολούθησαν είχε αποφασίσει να καταγράφει τα πάντα… Ονόματα, μικρές λεπτομέρειες που σε διαφορετικές συνθήκες θα είχαν περάσει απαρατήρητες.
Η λίστα μεγάλωνε με έναν απρόβλεπτο ρυθμό, σχεδόν αποπνικτικό, ένα όνομα την ημέρα, ποτέ παραπάνω, θαρρείς πως κάποιος σεβόταν τα όριά της. Τις νύχτες πλέον δίσταζε να κοιμηθεί, ανάσαινε ρυθμικά μέχρι να την εγκαταλείψουν





