Μαύρο Φως, της Παναγιώτας Γεροντίδου

Ήταν η τρίτη φορά που κάποιος την είχε ξεχάσει και η Ευδοκία σταμάτησε να ζητά εξηγήσεις.

Η πρώτη ήταν η μητέρα της, το βλέμμα της ήταν κενό σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνομα που της είχε διαφύγει. Η δεύτερη ήταν η κολλητή της φίλη, η Μελίνα, που την κοίταξε και στο επόμενο δευτερόλεπτο ένα διάπλατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της, ενώ της συστήθηκε από την αρχή. Η τρίτη φορά ήταν όταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας που έμενε τη ρώτησε ευγενικά σε ποιον όροφο πηγαίνει, παρότι την έβλεπε κάθε μέρα εδώ και μια δεκαετία.

Δεν υπήρχε πια κανένα περιθώριο για να είναι σύμπτωση.

Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε ένα χαρτάκι που δε θυμόταν αν το είχε γράψει η ίδια κι όμως ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός της.

«Αν το διαβάζεις αυτό, τότε κάποιος σε ξέχασε. Μην πανικοβληθείς. Δεν είσαι τρελή.» Ένιωσε ένα χτύπημα στο στομάχι, κάθισε αμέσως στην καρέκλα με το χαρτάκι να είναι διπλωμένο ανάμεσα στα τρεμάμενα δάχτυλά της. Τις μέρες που ακολούθησαν είχε αποφασίσει να καταγράφει τα πάντα… Ονόματα, μικρές λεπτομέρειες που σε διαφορετικές συνθήκες θα είχαν περάσει απαρατήρητες.

Η λίστα μεγάλωνε με έναν απρόβλεπτο ρυθμό, σχεδόν αποπνικτικό, ένα όνομα την ημέρα, ποτέ παραπάνω, θαρρείς πως κάποιος σεβόταν τα όριά της. Τις νύχτες πλέον δίσταζε να κοιμηθεί, ανάσαινε ρυθμικά μέχρι να την εγκαταλείψουν

Συνέντευξη με την Δέσποινα Τσεµπελή

Στο σκοτεινό Λονδίνο του 21ου αιώνα, µια σειρά ανεξήγητων εγκληµάτων ταράζει την πόλη. Τα θύµατα είναι άγνωστα µεταξύ τους, αλλά φαίνεται πως συνδέονται µε ένα κοινό µυστικό, βαθιά κρυµµένο στις σκιές του αστικού τοπίου. Η αστυνοµία αγωνίζεται να βρει άκρη, ο καιρός πιέζει και µαζί του αυξάνεται και η πίεση της κοινής γνώµης.

Η ντετέκτιβ Πέιτζ Ρόουζεουν, µια νέα αξιωµατικός του Στόκγουελ, βρίσκεται µπροστά σε µια φαινοµενικά ακατανόητη υπόθεση που την οδηγεί σε σκοτεινές γωνιές της πόλης και της ψυχής της. Καθώς η γραµµή µεταξύ φίλου και εχθρού θολώνει, η Πέιτζ και οι συνεργάτες της αναρωτιούνται: Ποιος είναι ο πραγµατικός εχθρός και ποια η αλήθεια πίσω από τα εγκλήµατα;

Με την πόλη να στροβιλίζεται σε έναν ανελέητο χορό φηµών, ποιον µπορεί να εµπιστευτεί η Πέιτζ και τι κόστος θα έχει η ανακάλυψη της αλήθειας; Θα καταφέρει να αποκαλύψει την ταυτότητα του θύτη πριν η πόλη βυθιστεί ακόµα πιο βαθιά στο χάος;

Το Moonlight Tales πάει θέατρο_«Toxic»

Τι είναι πιο τρομακτικό; Ο κόσμος που πεθαίνει έξω, ή ο άνθρωπος που κοιμάται δίπλα σου;

 

 

Ένας άντρας, μια γυναίκα κι ένα αποστειρωμένο δωμάτιο. Έξω, ο κόσμος καταρρέει. Ένας θανατηφόρος ιός, ο COVID-38, σαρώνει τα πάντα. Οι ειδήσεις στην τηλεόραση αναγγέλλουν το τέλος.

Μέσα, είναι ασφαλείς. Κλειδωμένοι. Όμως, όταν η πόρτα σφραγίζει, ο πραγματικός κίνδυνος ξεκινά.

Ο Γιώργος Αγγελίδης, μετά την επιτυχία της παράστασης «Αυτόματη Εστίαση», επιστρέφει με το «Toxic» — ένα ψυχολογικό θρίλερ που επιδιώκει να υπενθυμίσει πόσο αδιόρατα μπορεί να μεταμορφωθεί το οικείο σε απειλή.

Ένα αργό παιχνίδι εξουσίας, σχεδόν ανεπαίσθητο, όπου οι ρόλοι εναλλάσσονται, η ισορροπία μετακινείται, και αυτό που κάποτε ήταν αγάπη γίνεται ένα περιβάλλον που παράγει τους δικούς του κανόνες και παγιδεύει τους ανθρώπους μέσα του.

Το «Toxic» είναι μια παρτίδα σκάκι κεκλεισμένων των θυρών με μοναδικό στόχο την επιβίωση. Μια κλειστοφοβική εμπειρία που ανατρέπει τα πάντα, μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Στον καθρέφτη, του Aris Gribas

Εκείνο το βλέμμα με συγκλόνισε. Με στιγμάτισε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου κι ας διήρκησε μονάχα μια στιγμή. Κάθε πρωί το πρόσωπό μου με αντίκριζε νωχελικά απ’ την απέναντι μεριά του καθρέφτη, πάντα μονάχο του. Που να με πάρει, ανέκαθεν ήθελα -ω, ναι! Το ευχόμουν- να βρω συντροφιά για το βλέμμα μου μέσα στη νωθρή αντανάκλαση. Όχι, όμως, ετούτη. Δεν περίμενα ποτέ πως θ’ αντίκριζα τα μάτια ενός φυλακισμένου, μες τον καθρέφτη, πλάσματος.

Κι όπως ήρθε, εκείνη η πύρινη τρομερή ματιά, έτσι έφυγε. Απρόσμενα, αθόρυβα, δίχως την παραμικρή λέξη. Θυμάμαι, μονάχα τη θερμοκρασία του δωματίου να πέφτει αλλόκοτα κι ένα άγγιγμα υγρό να μετρά τους κόμπους της σπονδυλικής μου στήλης.

«Ήταν ο ιδρώτας σου, χαζέ! Πώς κάνεις έτσι;» μου είπε ξεφυσώντας ο Πέτρος, όταν του περιέγραψα όσα έζησα. Έπειτα χαμογέλασε ξέψυχα, δίχως ακόμη να ‘χει ανοίξει για τα καλά τα μάτια του, και μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο. Τι το ήθελα; Σιγά να μη με καταλάβαινε. Αυτός ο αχρείος δεν κατανοεί πολύ απλούστερα θέματα, θα μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι τέτοιο; Έχε χάρη που τον έχω ανάγκη, μιας και δε μπορώ ν’ ανταπεξέλθω μονάχος μου στο νοίκι.

Όπως και να ‘χει, στον Πέτρο δεν εμφανίστηκε το πλάσμα. Το ξέρω γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ούρλιαζε κι εκείνος, όπως έκανα νωρίτερα κι εγώ.

Ποίηση Xanthippi Giotopoulou - Εκείνη η στιγμή

Δύο μήνες μετά ή ίσως τρεις, δεν γνωρίζω

πια κοιτώ τον κόσμο με μια άλλη ματιά μια 

απόκοσμη ησυχία έχει απλωθεί σε μια πόλη 

που γνωρίζω από μικρό παιδί 



Σαν να βρήκα κάτι και να είναι λες και δεν μου 

φανερώθηκε ποτέ σαν ένα άνθος ανάμεσα στα πολλά 

από ένα μπουκέτο με την ομορφιά του την ξεχωριστή 

σαν ένα φωτάκι ανάμεσα στα υπόλοιπα της 

γιρλάντας να προσφέρει τη φωτεινή του νότα 

Ποίηση Άγγελος Κοργιόζος - Κλόουν

Κάθε μέρα γελούσε.
Πούδρα και κόκκινη μύτη φορούσε.
Κάθε μέρα γελούσε.
Στον δρόμο όλους τους προσπερνούσε.
Κάθε μέρα γελούσε.
Όταν ήταν μόνος του παραμιλούσε.
Κάθε μέρα γελούσε.
Τα βράδια στον τοίχο του ξεσπούσε.
Κάθε μέρα γελούσε.
Ώστε το κλάμα του ο κόσμος να αγνοούσε...