«Τι έπαθες;» τον ρώτησε απορημένος.
Το βλέμμα του Πολεμιστή γύρισε και κοίταξε κάπου πίσω από τον Πανδοχέα κι έμεινε εκεί. Το στόμα του είχε μείνει ελαφρώς ανοιχτό σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το λαρύγγι του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και παγωμένα, ατενίζοντας το κενό· παρόμοια με ενός ανθρώπου που
μόλις έχει πεθάνει.
«Είσαι καλά; Μίλα μου» προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή ο συνομιλητής του.
Καμία αντίδραση.
«Τι έγινε μετά; Τι είδες;»
«Ο άντρας αυτός…» ξεκίνησε να λέει δειλά κι η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Ήταν ο αδερφός μου».
«Πώς;» ρώτησε έκπληκτος ο ακροατής του. «Αφού μου είπες ότι δεν τον βρήκες».
«Δεν… ξέρω» η φωνή του είχε αρχίσει να σπάει. «Είναι αδύνατον».
«Τι έγινε μετά;» τον παρότρυνε να συνεχίσει. «Μπορεί να θυμηθείς τι απέγινε και να τον βρεις, αν θυμάσαι που πήγε».
«Θυμάμαι τι έγινε» είπε με το αχανές βλέμμα και ρομποτική φωνή. «Είχε κλειστά τα μάτια του. Το διαμάντι λαμπύριζε κι οι φλέβες του γινόντουσαν πιο διακριτές, σαν να του ρουφούσε τη ζωή».
Ο Πανδοχέας δεν είπε τίποτα, μόνο περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.
Το βλέμμα του Πολεμιστή γύρισε και κοίταξε κάπου πίσω από τον Πανδοχέα κι έμεινε εκεί. Το στόμα του είχε μείνει ελαφρώς ανοιχτό σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά χωρίς να βγαίνει κανένας ήχος από το λαρύγγι του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και παγωμένα, ατενίζοντας το κενό· παρόμοια με ενός ανθρώπου που
μόλις έχει πεθάνει.
«Είσαι καλά; Μίλα μου» προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή ο συνομιλητής του.
Καμία αντίδραση.
«Τι έγινε μετά; Τι είδες;»
«Ο άντρας αυτός…» ξεκίνησε να λέει δειλά κι η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Ήταν ο αδερφός μου».
«Πώς;» ρώτησε έκπληκτος ο ακροατής του. «Αφού μου είπες ότι δεν τον βρήκες».
«Δεν… ξέρω» η φωνή του είχε αρχίσει να σπάει. «Είναι αδύνατον».
«Τι έγινε μετά;» τον παρότρυνε να συνεχίσει. «Μπορεί να θυμηθείς τι απέγινε και να τον βρεις, αν θυμάσαι που πήγε».
«Θυμάμαι τι έγινε» είπε με το αχανές βλέμμα και ρομποτική φωνή. «Είχε κλειστά τα μάτια του. Το διαμάντι λαμπύριζε κι οι φλέβες του γινόντουσαν πιο διακριτές, σαν να του ρουφούσε τη ζωή».
Ο Πανδοχέας δεν είπε τίποτα, μόνο περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.






