Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικίνδυνες σκιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικίνδυνες σκιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 15)


ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ
ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    ΤΑ ΞΑΝΘΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ απλώνονταν σαν μετάξι γύρω της ενώ εκείνη ατένιζε σιωπηλή τα αστέρια. Πριν να το καταλάβει ο Κίλιαν είχε βρεθεί δίπλα της και παρατηρούσε το πρόσωπό της. Είχε τόσα να της πει μα τα χείλη του ήταν σφραγισμένα. Παρόλα αυτά ένιωθε ικανοποιημένος με την σιγή της νύχτας να είναι απλωμένη σαν πέπλο ανάμεσά τους. Τον έκανε να νιώθει πιο κοντά της. Θυμόταν περισσότερο την ανάσα της και τον ιδιαίτερο τρόπο που σούφρωνε τα χείλη της. Και μπορούσε απλώς να κοιτάζει τα μάτια της που έλαμπαν γαλάζια, γκρι, και πράσινα, ακόμη και στο φως των αστεριών. Και το απαλό της δέρμα, μπορούσε να το κοιτάζει για ώρα. Τα μάτια του ταξίδεψαν στον λαιμό της και από εκεί στο φόρεμα που φορούσε. Ήταν ένα μαύρο, κοντό φόρεμα. Η Άισλιν τηρούσε το έθιμο και φορούσε μόνο μαύρα από τη στιγμή που είχε χάσει τη μητέρα της. Του το είχε αποκαλύψει η Μία όσο την περίμεναν. Όμως το μαύρο ερχόταν σε όμορφη αντίθεση με το λευκό της δέρμα και τα χρυσαφένια της μαλλιά.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 14)


ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ
ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΆΙΣΛΙΝ ΕΞΕΤΑΣΕ το καταβεβλημένο πρόσωπο του Ίθαν. Την κοίταζε παρακλητικά κάθε φορά που τον επισκεπτόταν. Είχε την αίσθηση πως θα την έπειθε για την αθωώτητά του. Αλλά ο Αντρέ της είχε μιλήσει και της είχε πει όλα όσα δεν θυμόταν. Ήξερε πως ο Ίθαν είχε προσπαθήσει να την σκοτώσει και πως ο κακός της εαυτός την είχε σώσει. Της είπε κι άλλα. Πως αμέσως μετά είχε προσποιηθεί πως ήταν νεκρός. Μόλις είχε φύγει η Άισλιν είχε προσπαθήσει να την ακολουθείσει και τότε ο Κίλιαν κάρφωσε το σώμα του με πέντε σκοτεινά στιλέτα. Ύστερα ο Κίλιαν είχε τρέξει για να βοηθήσει την κοπέλα και ο Αντρέ είχε αναλάβει τον Ίθαν. Τον είχε οδηγήσει μέσα στη φυλακή προκαλώντας του ψευδαισθήσεις και τον είχε κλειδαμπαρώσει εκεί μέσα. Αυτά τα κελιά ήταν ειδικά φτιαγμένα για μάγους. Όσο ισχυροί κι αν ήταν δεν μπορούσαν να ασκήσουν τη μαγεία τους εκεί μέσα. Ετσι; ο Ίθαν ζούσε εκεί δυστυχισμένος.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 13)

ΝΑΡΜΑ
30 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
    ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΙΛΙΑΝ ΉΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟ. Ένα φύσημα του ανέμου και θα τον έριχνε κάτω. Όμως η σκιά του Κλέιν ακόμη στριφογυρνούσε γύρω του. Διαπερνούσε το σώμα του κι εκείνος μόρφαζε και παραπατούσε. Είχε δοκιμάσει τα πάντα. Μα τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα σε μια σκιά. Ο Κλέιν βούτηξε μέσα του, αυτή τη φορά όχι για να τον πληγώσει, αλλά για να του κλέψει το σώμα. Ο Κίλιαν άφησε το σώμα του να κυλήσει στο έδαφος και έκλεισε τα μάτια του. Έπρεπε να βρει τον μάγο μέσα στο μυαλό του. Βρέθηκε μέσα σε ένα παλιό σπίτι. Δεν το είχε ξαναδεί και έτσι ήταν σίγουρος πως κάπου εκεί θα έβρισκε τον μάγο.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 12)


ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ
ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Ο ΔΡΑΚΟΣ ΜΑΣΤΙΓΩΝΕ ΤΟΝ ΆΝΕΜΟ και άφηνε πίσω του τους μπερδεμένους ανθρώπους που περιφέρονταν στο Μέινλοουν. Η Μία κοίταξε επίμονα το έδαφος. Τα προηγούμενα γεγονότα είχαν εξελιχθεί τόσο ραγδαία που δεν προλάβαινε να αντιδράσει. Μέσα της άρχισε να ρέει οργή. Ο Κλέιν είχε σκοτώσει την Λύριο. Έσφυξε τα δόντια της. Δεν την ένοιαζε που η Φιέρα είχε φέρει όλο το στρατόπεδο μισό βήμα πριν τον θάνατο. Αυτό σίγουρα θα εξιγούταν με κάποιο τρόπο. Ήξερε πως δεν θα είχε κάνει κάτι τέτοιο από μόνη της.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 11)


ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    ΕΙΧΕ ΈΡΘΕΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ με τον πιο σκοτεινό μάγο που είχε γνωρίσει ποτέ της. Ήταν τόσο ισχυρός που είχε νικήσει τον Κέζελθ- ο οποίος ήταν το σύμβολο της μαύρης μαγείας. Είχε βεβηλώσει το σώμα του βιολογικού της πατέρα και την κοίταζε με αλαζονεία. Σε εκείνο το σημείο η Άισλιν έκανε ένα λάθος. Αναζήτησε για το δωμάτιο όπου ο Κέζελθ είχε αφήσει τη μητέρα της. Δεν ήταν σίγουρη πως θα έβλεπε κάτι.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 11)


    ΕΙΧΕ ΈΡΘΕΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ με τον πιο σκοτεινό μάγο που είχε γνωρίσει ποτέ της. Ήταν τόσο ισχυρός που είχε νικήσει τον Κέζελθ- ο οποίος ήταν το σύμβολο της μαύρης μαγείας. Είχε βεβηλώσει το σώμα του βιολογικού της πατέρα και την κοίταζε με αλαζονεία. Σε εκείνο το σημείο η Άισλιν έκανε ένα λάθος. Αναζήτησε για το δωμάτιο όπου ο Κέζελθ είχε αφήσει τη μητέρα της. Δεν ήταν σίγουρη πως θα έβλεπε κάτι.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 10)

    Η ΆΙΣΛΙΝ ΉΤΑΝ ΧΑΜΕΝΗ. Ο σκοτεινός εαυτός της την είχε αναγκάσει να βυθιστεί μέσα σε μια σκοτεινή άβυσσο. Κρύωνε και τρεμούλιαζε μόνη. Όσο κι αν προσπαθούσε να ξεφύγει από εκεί, αποτύγχανε. Ήταν εγκλωβισμένη μέσα σε ένα απέραντο σκοτεινό δωμάτιο. Ο μόνος ήχος που απαντούσε στις φωνές της ήταν η δική της ηχώ. Ένας ήχος αντήχησε μέσα στην έρημη άβυσσο. Το κεφάλι της τινάχτηκε έκπληκτο. Φως. Από κάπου ερχόταν φως. 

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 9)

ΜΕΙΝΛΟΟΥΝ

ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΗ μέσα στο μυαλό της. Μόνο που ήταν πολύ αδύναμη για να παλέψει μαζί του. Οι δύο κρυφοί εαυτοί της βρίσκονταν πάνω από το κεφάλι της και ωρύονταν ενώ εκείνη ήθελε απλά να σιωπήσουν. Είχε προστατεύσει τους ανθρώπους μα για να τα καταφέρει είχε χρησιμοποιήσει όλη της τη δύναμη.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 8)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΆΙΣΛΙΝ ΕΙΧΕ ΧΑΣΕΙ όλη της την ενέργεια. Τα βλέφαρά της ήταν ερμητικά κλειστά ενώ ο κόσμος γύρω της ούρλιαζε πανικόβλητος. Η Έις κοίταξε τα τρομοκρατημένα βλέμματα των υπηκόων της. Ύστερα η ματιά της έπεσε στο καταβεβλημένο της παιδί που της είχε δείξει για πρώτη φορά πόσο δυνατό ήταν. Και αμέσως μετά τα μάτια της διαστάλθηκαν στην όψη των μαύρων δράκων που πλησίαζαν το Μέινλοουν. Η κρίση της είχε αποδειχθεί λανθασμένη. Είχε επιτρέψει σε έναν προδότη να την εξαπατήσει. Βλαστήμησε από μέσα της και έσφιξε τα δόντια της. Υπήρχε τρόπος να σώσει τόσους ανθρώπους;

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 7)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΈΝΤΑΣΗ ΉΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΑΙΣΘΗΤΗ μέσα στο πλήθος. Μία μπάντα με βιολιά στο βάθρο προσπαθούσε να γαληνέψει τον κόσμο και να τον παρασύρει μέσα στον ρομαντισμό. Η ατμόσφαιρα σιγά σιγά ξεκινούσε να θυμίζει χορό και όχι εξέγερση. Μερικές μικρές λάμπες σκορπούσαν απαλό λευκό φωτισμό στο κέντρο της πόλης. Οι άνθρωποι στέκονταν ακίνητοι ή λικνίζονταν ανεπαίσθητα στη μελωδία της μουσικής.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 6)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΈΙΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΕ ΈΝΑ ΒΑΘΡΟ. Τα μάτια της είχαν εκείνες τις ρυτίδες έκφρασης στα πλάγια. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν ακριβώς όπως και της Άισλιν. Όχι, ήταν λίγο πιο έντονες οι καμπύλες που σχημάτιζαν. Το χρώμα των ματιών της ήταν το ίδιο ξεφτισμένο καστανό με των μαλλιών της. Αν κάποιος την κοίταζε θα σκεφτόταν πως δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο. Μα όταν εκείνη θα έριχνε πάνω του το βαρύ της βλέμμα θα ήξερε πως ήταν γεννημένη αρχηγός. Γιατί όταν κοιτούσε ζωγράφιζε έναν ολόκληρο κόσμο. Η Άισλιν παγιδεύτηκε στην εικόνα της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο την είχε νοσταλγήσει. Φορούσε ένα μακρύ γαλαζοπράσινο φόρεμα. Το χοντρό του ύφασμα απλωνόταν γύρω της σαν να ήταν φτιαγμένο από νερό. Σήκωσε το ποτήρι της στον αέρα. Ένα άσπρο-κίτρινο υγρό πάφλασε μέσα από το γυαλί. Ο κόσμος έκανε το ίδιο και η Άισλιν συνειδητοποίησε πως ήταν από τους λίγους που δεν κρατούσαν ποτήρι. Αναρρίγησε αισθανόμενη άβολα. Είχε αργήσει αρκετά, τελικά.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 5)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΆΙΣΛΙΝ ΈΦΕΡΕ το σεντόνι της Μία στο πρόσωπό της και το σκέπασε. Δεν ήθελε να σηκωθεί από το μαλακό στρώμα. Κυρίως τώρα που γνώριζε πως έπρεπε να δει το μόνο άτομο που την τρόμαζε. Ανακάθισε και κοίταξε τη Λύριο. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη μάγισσα. Η Άισλιν διαισθανόταν πάνω της πολλή μαύρη μαγεία, μα τα μάτια της ήταν καθαρά σαν την θάλασσα. Καταλάβαινε πως κάτι της είχε συμβεί και την είχε αλλάξει. Κάτι που της είχε δωρίσει το χάρισμά της και την ίδια στιγμή την κατάρα της μαύρης μαγείας. Η γυναίκα κοίταζε την κρυστάλλινη σφαίρα που είχε δείξει στην Άισλιν το πρόσωπο του Κίλιαν την προηγούμενη μέρα. Φαινόταν ιδιαίτερα εύθυμη και συνεχώς κινούσε το δάχτυλό της από τα αριστερά προς τα δεξιά, σαν να έσερνε κάτι. Η περιέργεια της Άισλιν νίκησε την ληθαργικότητα της. Πλησίασε την γυναίκα με τα υπερμεγέθη μωβ μάτια και κάθισε στη καρέκλα δίπλα της.
«Χμ, ξύπνησες βλέπω.» Της είπε τραγουδιστά αφού ταράχτηκε από το απρόσμενο τρίξιμο της καρέκλας.
    Η Άισλιν κοίταξε καλύτερα μέσα στο κρύσταλλο. Αμέσως μετά ξέσπασε σε γέλια. Η Λύριο έψαχνε για το τέλειο φόρεμα. Όχι για τον εαυτό της αλλά για τη κοπέλα. Είχε μάθει πόσο σημαντική μέρα ήταν, και ακόμη κι αν δεν την ήξερε καλά προσπαθούσε να βοηθήσει. Δοκίμαζε φορέματα μακριά και κοντά, σε διάφορες αποχρώσεις. Ξαφνικά με την ίδια μονότονη κίνηση του δαχτύλου της, η κοπέλα είδε τον εαυτό της μέσα στη σφαίρα πιο όμορφο από ποτέ. Κράτησε το χέρι της Λύριο κι εκείνη την κοίταξε κατεργάρικα.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 4)


ΣΟΝΤΕΡΝ

    Η ΆΙΣΛΙΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΜΑΚΡΙΑ και κράτησε τα μάτια της κλειστά. Θυμήθηκε πώς ήταν όταν τον είχε δει δεμένο στη μέση του στρατοπέδου. Είχε αισθανθεί τόσο ζαλισμένη. Την ίδια στιγμή ήθελε να τον βοηθήσει να αποδράσει και να τον αφήσει εκεί να υποφέρει. Τα χείλη του έσταζαν αίμα και είχε αρκετές γρατζουνιές στο πρόσωπό του. Μερικοί μώλωπες σε μωβ και σκούρες καφέ αποχρώσεις παραμόρφωναν τα χαρακτηριστικά του. Αλλά εκείνη βρισκόταν διχασμένη μέσα στο κεφάλι της για άλλη μια φορά. Οι δύο εαυτοί της ψιθύριζαν στο μυαλό της αντικρουόμενες απόψεις. Κι εκείνη ζαλιζόταν.

    Σε άφησε να υποφέρεις στα χέρια του κυνηγού. Της θύμιζε η υστερική φωνή. Πονάει Άισλιν. Της ψιθύριζε η άλλη. Η αλήθεια ήταν πως το μαύρο του πουκάμισο ήταν μουσκεμένο με αίματα. Πήρε μια βαθειά ανάσα για να διώξει την εικόνα του από το μυαλό της. Όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν κατάφερνε να του μιλήσει. Είχε τραπεί γρήγορα σε φυγή αφήνοντας τα μάτια του να την παρακολουθήσουν να χάνεται. Απλώς δεν μπορούσε να διώξει την οργή που πλημμύριζε την καρδιά της. Ήθελε να την είχε εμπιστευτεί. Έπρεπε να την είχε αφήσει ήσυχη. Έπρεπε. Έκλεισε τα μάτια της και η θέρμη των χειλιών του επέστρεψε σαν ζεστή ανάμνηση. Όμως δεν μπορούσε να αφήσει τα αισθήματά της να την ελέγξουν. Δεν μπορούσε να ξεχάσει πως όσα είχε περάσει τις περασμένες εβδομάδες ήταν δικό του φταίξιμο. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και άφησε το σώμα της να καταρρεύσει κουρασμένα.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 3)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
«ΦΙΕΡΑ.»
    Η Μία έσφιξε το παιδί και το τράβηξε κοντά της. Έμοιαζε άψυχο. Κειτόταν στο έδαφος και όσο κι αν του μιλούσε η κοπέλα, δεν συνερχόταν. Στην αρχή είχε σκεφτεί πως κοιμόταν βαριά. Μα όταν προσπάθησε να ακούσει την ανάσα της Φιέρας τρόμαξε. Ανάπνεε πολύ αργά, σαν να αργοπέθαινε. Ο Σάντεν ωρυόταν δίπλα της. Ούρλιαζε, βρυχούταν και αμέσως μετά κοπανούσε το σώμα του στους τοίχους του δωματίου. Ολόκληρο το δωμάτιο έμοιαζε να ξεχειλίζει με τρόμο και ανησυχία. Άφησε τη Φιέρα στο πάτωμα. Η καρδιά της έσπασε όταν το σώμα του παιδιού έπεσε χωρίς καμία αντίδραση, χωρίς καμιά αυθόρμητη κίνηση. Ο πανικός της Μία έμοιαζε με τυφώνας που απειλούσε να την ξεσκίσει. Αν το κορίτσι πάθαινε κάτι, αν δεν γινόταν καλά, θα ένιωθε για πάντα πως ήταν δικό της φταίξιμο. Ακόμη κι αν την είχε βρει έτσι. Σηκώθηκε όρθια και έτρεξε προς την πόρτα. Τράβηξε το χερούλι και η πόρτα τινάχτηκε προς το μέρος της. Δεν την είχε τραβήξει τόσο δυνατά. Όχι. Κάποιος άλλος άνοιγε την πόρτα. Απέφυγε το τερατώδες ξύλο που απειλούσε να την λιώσει και βρέθηκε μπροστά στον Κλέιν.
«Γλυκιά μου, το φαντάστηκα πως θα ήσουν εδώ.» Η Μία κούνησε το χέρι της για να τραβήξει τη προσοχή του αγχωμένα.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4 - Κεφάλαιο 2)


ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ
    Η ΜΙΑ ΚΟΙΤΑΞΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ το πρόσωπο της Άισλιν όσο εκείνη ήταν απασχολημένη. Είχε καθίσει μέσα στη σκηνή και μελετούσε τον χώρο. Τα μάτια της εστίαζαν μια στον πυρσό και τις αλυσίδες και μια στην κρυστάλλινη μπάλα της Λύριο. Ναι η γυναίκα είχε οικειοποιηθεί το δωμάτιο της Μία όπως είχε κάνει και ο Εστέφαν με τη Φιέρα. Τα μαλλιά της Άισλιν έπεφταν στην πλάτη της, μακρύτερα από όσο τα θυμόταν.

    Τα μάτια της είχαν αλλάξει επίσης. Τότε φαίνονταν πιο θλιμμένα. Αυτή τη φορά όμως ήταν φωτεινά και κοίταζαν με αποφασιστικότητα. Όσο την κοίταζε η Μία ανατρίχιαζε. Ήταν περίεργο για εκείνη να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με ένα φάντασμα. Γιατί για εκείνη, η Άισλιν ήταν ένα φάντασμα του μυαλού της. Την ίδια μέρα που την είχε γνωρίσει είχε πεθάνει και είχε επανέλθει στη ζωή.

    Η εικόνα της κοπέλας είχε αποκρυσταλλωθεί και είχε παραμείνει στο μυαλό της. Μόνο που ύστερα από εκείνη τη μέρα δεν την είχε συναντήσει ποτέ ξανά. Έτσι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως όλα όσα είχαν συμβεί ήταν στο κεφάλι της. Είχε πιστέψει πως η πεντακάθαρη εικόνα της ξανθής κοπέλας ήταν ένα φάντασμα που στοίχειωνε τις σκέψεις της. Πρόσφατα αυτό είχε αλλάξει. Η Λύριο την είχε επιβεβαιώσει πως όσα θυμόταν ήταν αληθινά. Αλλά ακόμη και τότε δεν περίμενε πως θα έβλεπε ξανά αυτό το πρόσωπο. Αναστέναξε κουρασμένα. Όχι, δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτή είναι μια διαφορετική κοπέλα μέσα στο ίδιο σώμα. Έχει άλλα μάτια, δεν μπορεί να είναι η ίδια. Κατέληξε.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 4ο - Κεφάλαιο 1)

ΕΝΕΔΡΑ
Το χάος είναι η ευκαιρία του μίσους. Του δίνει την ελευθερία και την ευλυγισία για να ελιχθεί και να κυριεύσει τους αδύναμους. Και μέσα στο χάος, όλοι είναι αδύναμοι. Γιατί ισχυρό είναι πάντοτε το «μαζί» και ποτέ το «μόνος». Το σκοτάδι φαίνεται αναπόφευκτο. Έχει τη μορφή κάποιου. Μα κι εκείνος είναι δέσμιός του. Οι σκιές δεν αφήνουν κανέναν να ξεφύγει αφότου τον έχουν τυλίξει. Κι αν καταφέρουν να κρύψουν το φως, τότε έχουν μείνει μόνες και μπορούν να καταβροχθίσουν τον κόσμο ανενόχλητες.




ΛΕΡΝΙΑΡ
ΤΡΕΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
    Η ΆΙΣΛΙΝ ΈΚΡΥΨΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ. Οι μακριές ξανθές τούφες της φρόντισαν να καλύψουν τα μάτια της. Μερικά δάκρυα οργής κύλησαν από αυτά. Έσφιξε τα δόντια της αναζητώντας για την μαγική της δύναμη. Το μαγεμένο σχοινί έσφιγγε τους καρπούς της. Μα ήταν δυνατή, το ήξερε αυτό. Όσο εκείνη προσπαθούσε να ανακτήσει τις μαγικές της ικανότητες, ο Αντρέ τρελαινόταν. Ο ασημένιος πολυέλαιος είχε καταλήξει κομματιασμένος μπροστά από το τζάκι. Η πολυθρόνα όπου ήταν πριν από μερικές βδομάδες καθισμένη η Άισλιν είχε ξεσκιστεί. Το παράθυρο που αρχικά ήταν σφραγισμένο ήταν τώρα πια σπασμένο, και μόνιμα ανοιχτό.
    Τα μάτια του Αντρέ κοίταζαν διψασμένα τις φλόγες της φωτιάς που έκαιγε στο τζάκι. Η κοπέλα βρισκόταν δίπλα του. Η πλάτη της άγγιζε τον τοίχο. Φαινόταν κουρασμένη. Μαύροι κύκλοι βάραιναν τα μάτια της. Είχε αποκτήσει τόσους μώλωπες που δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς να μορφάσει. Κάθε μέρα έδινε μάχη για να κοιμίσει το κτήνος του άντρα. Όμως δεν ήταν αυτός ο λόγος που ήταν εξοργισμένη. Τον κοίταξε. Ήταν ήρεμος τώρα σε αντίθεση με εκείνη.
    Η οσμή από μπαρούτι γαργάλησε τη μύτη της και ένα κύμα οργής διαπέρασε το σώμα της. Έκλεισε τα μάτια της και μέτρησε. Έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα. Ένας μεγάλος κρότος ταρακούνησε το δωμάτιο. Ο Αντρέ παρέμεινε ακίνητος με βλέμμα απλανές, σαν να απουσίαζε από το μυαλό του. Η Άισλιν ούρλιαξε σε μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του αμέτοχου άντρα. Αρκετά ουρλιαχτά και ποδοβολητά κάλυψαν την φωνή της. Μετά αντήχησε ένας δεύτερος κρότος, αυτή τη φορά πιο μακριά.
«Πως μπορείς;» Η φωνή της έτρεμε και τα μάτια της ξεχείλιζαν μίσος. Καμία απάντηση. «Πάνε βδομάδες. Φτάνει πια.» Ξέσπασε σε κλάματα θυμού και υστερίας. «Εκεί έξω υπάρχει πόλεμος και μόνο εγώ μπορώ να τον σταματήσω.» Κοίταξε το παγωμένο πρόσωπο του άντρα κουρασμένα. «Αντρέ γιατί με κρατάς εδώ;» Η ερώτησή της τον ανάγκασε να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Κοίταξε μια εκείνη, μια την φωτιά.
«Γιατί μου το ζήτησε ο Κίλιαν.» Η κοπέλα εκπλάγηκε από την απάντησή του. Είχε καταλάβει πως γνωρίζονταν, μα δεν είχε σκεφτεί πως ο Κίλιαν θα έκανε κάτι τέτοιο. Νόμιζε πως την είχε αφήσει να φύγει. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ο Αντρέ πρόσεξε το κενό βλέμμα της και συνέχισε. «Τι στα κομμάτια; Έχει περάσει καιρός που βρίσκεσαι εδώ.» Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και η ατμόσφαιρα έγινε πιο βαριά. «Η αλήθεια είναι πως η Φιέρα, η αδερφή του Κίλιαν είναι ζωντανή.» Η Άισλιν ένευσε.
«Το ξέρω. Την γνώρισα λίγο πριν καταλήξω εδώ. Ενημέρωσα τον Κίλιαν.» Το βλέμμα του Αντρέ έμοιαζε στοιχειωμένο.
«Τον βοήθησα να επικοινωνήσει μαζί της και του είπε πως κινδυνεύεις.» Η Άισλιν κοίταξε τον Αντρέ δύσπιστα.
«Ανοησίες. Αν κινδυνεύω από κάποιον, αυτός είσαι εσύ ή ο Κέζελθ, ή αυτή η γυναίκα. Η Σύλβια.» Ο Αντρέ την πλησίασε και άγγιξε το σημάδι που είχε στον λαιμό της.
«Είσαι σίγουρη; Εγώ δεν σε κρατάω εδώ όλον αυτό τον καιρό μόνο και μόνο επειδή μου το ζήτησε ο Κίλιαν. Πραγματικά πιστεύω πως αν πας στο Μέινλοουν θα χάσεις τη ζωή σου.» Το βλέμμα του ήταν ήρεμο, γεγονός σπάνιο. Μόνο που η Άισλιν δεν τον καταλάβαινε.
«Γιατί;» Απαίτησε να μάθει. Η αλήθεια ήταν πως τα λόγια του την τρόμαζαν λίγο.
«Αυτό το σημάδι εκπέμπει κάτι σκοτεινό. Θα έλεγα πως μου μοιάζει με την αρχή μιας θυσίας.» Η κοπέλα ένιωσε πως ο λαιμός της σχημάτισε έναν κόμπο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβαλε τις σκέψεις της σε μια τάξη.
«Ξέρεις τι μου λες;» Του είπε ενοχλημένα. «Ότι η δική μου ζωή είναι πιο σημαντική από τις ζωές των ανθρώπων που πεθαίνουν στον πόλεμο. Ακόμη κι αν έχεις δίκιο. Ακόμη κι αν βρίσκομαι στο χείλος του θανάτου. Ακόμη κι αν υπάρχει κάποιος στο Μέινλοουν που σκοπεύει να μου κάνει κακό. Θα μπορούσα να σταματήσω τον πόλεμο πρώτα.» Τα λόγια της ήταν αιχμηρά.
«Ξέρω πόσο ισχυρή είσαι. Το ξέρω καλά.» Τα μάτια του σκοτείνιασαν και τα χείλη του σχημάτισαν ένα πεινασμένο χαμόγελο. Αμέσως μετά ανέκτησε την ψυχραιμία του και τα μάτια του ξεκίνησαν να θυμίζουν γαλήνια θάλασσα. «Για αυτό δεν θέλω να καταλήξει στα λάθος χέρια η δύναμή σου.» Η Άισλιν τον παρακολουθούσε σοβαρά όσο της μιλούσε.
«Τότε προστάτευσέ με. Με εσένα στο πλευρό μου δεν θα είναι εύκολο να μου κάνουν κακό.» Ο Αντρέ απομακρύνθηκε από εκείνη και πλησίασε την κάβα με τα ποτά. Έπιασε το μπουκάλι με το ουίσκι και το έφερε στα χείλη του διψασμένα.
«Αποκλείεται, θα σου έκανα σίγουρα κακό.» Είπε αφού άδειασε το ένα τρίτο του μπουκαλιού. Η Άισλιν αναρρίγησε αλλά η αποφασιστικότητα της δεν κλονίστηκε.
«Είναι θέμα τύχης λοιπόν. Είτε με προστατεύεις από όποιον θέλει να πάρει τη δύναμή μου, είτε με σκοτώνεις πριν τα καταφέρει.» Είπε εύθυμα ενώ το σώμα της έτρεμε τρομαγμένο. Τα μάτια του Αντρέ την κοίταξαν από τη κορφή ως τα νύχια με επιθυμία.
«Θα το σκεφτώ.» Της απάντησε με σκοτεινιασμένο βλέμμα.
    Η Άισλιν έκλεισε τα βλέφαρά της ικανοποιημένη. Ήταν σίγουρη πως ο Αντρέ σύντομα θα της επέτρεπε να πάει στο Μέινλοουν. Όσο καιρό είχε περάσει μαζί του η παράφρων Άισλιν που κρυβόταν στις σκέψεις της είχε γίνει ισχυρότερη. Μαζί με αυτήν και η μαγεία της. Την αισθανόταν να ρέει στις φλέβες της αρνούμενη να υπακούσει στο μαγεμένο σχοινί. Ίσως να μην ήταν αρκετή όταν είχε ξεκινήσει το ταξίδι της με τον Ίθαν. Θα μπορούσε να είχε ηττηθεί πιο εύκολα. Αλλά από τη στιγμή που είχε ανακτήσει τις αναμνήσεις της, η μαγική της δύναμη είχε πολλαπλασιαστεί.
    Η κοπέλα έτρεμε από την μαγεία που προσπαθούσε να ξεφύγει από το σώμα της. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν ένα μαρτύριο. Όσο δεν ασκούσε μαγεία, εκείνη την εκδικούταν εξουθενώνοντας το σώμα της και μουδιάζοντας το μυαλό της. Ήξερε πως αν προσπαθούσε, υπήρχε μια πιθανότητα να κατάφερνε να δραπετεύσει. Αλλά είχε αφήσει την δύναμή της να αυξηθεί εσκεμμένα. Όσο δεν την χρησιμοποιούσε, τόσο πιο πολλή συσσωρευόταν στο σώμα της. Ήταν ένα βασανιστήριο που ήταν διατεθειμένη να αντέξει. Αλλά είχε φτάσει η ώρα να φύγει από εκείνο το μέρος. Έπρεπε να πάει στο Μέινλοουν και να βάλει ένα τέλος στον πόλεμο.
    Έφερε τα δεμένα χέρια της στο πρόσωπό της κουρασμένα. Τις τελευταίες βδομάδες είχε περάσει δύσκολα. Εκείνη η Άισλιν που την στοίχειωνε, είχε επιχειρήσει να την δελεάσει. Ήθελε να την ωθήσει προς το σκοτάδι που την είχε κατασπαράξει παλιότερα. Της μιλούσε μέρα νύχτα. Έφερνε στο μυαλό της αναμνήσεις και τις διαστρέβλωνε για να την πληγώσει. Η κοπέλα πάσχιζε να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση.
    Όταν κοιμόταν ήταν η μεγαλύτερη μάχη που έδινε. Όσο κι αν πάλευε να ξυπνήσει, τόσο πιο κοντά έβρισκε τον εαυτό της σε εκείνη. Αναρρίγησε στη θύμηση και προσπάθησε να κρατήσει την συνείδηση της ξύπνια. Μα ήταν ανώφελο. Είχε μείνει άυπνη για δύο μέρες. Δεν θα κατάφερνε να αντέξει για πολύ ακόμη. Άνοιξε τα μάτια της και πρόσεξε πως ο Αντρέ σκεφτόταν ακόμη την πρότασή της. Τα μάτια του ήταν διχασμένα και φαινόταν πως κυμαινόταν μια μάχη και στο δικό του κεφάλι. Χαμογέλασε αχνά και τα βλέφαρά της βάρυναν. Δίχως να το καταλάβει παρασύρθηκε σε έναν ακόμη εφιάλτη.
    Ήταν ξαπλωμένη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Άνοιξε τα μάτια της μα δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Η ανάσα της ήταν γρήγορη και αγχωμένη. Ολόκληρο το σώμα της είχε παραλύσει από τον φόβο. Δεν ήξερε που βρισκόταν και η διαίσθησή της την ενημέρωνε πως δεν ήταν μόνη. Ένα χέρι έπιασε το πόδι της. Ο φόβος της εκτροχιάστηκε και η ανάσα της κόπηκε. Αμέσως μετά ένα ακόμη χέρι ξεκίνησε να τραβά το χέρι της. Προσπάθησε να σηκωθεί για να τρέξει μα δύο χέρια κράτησαν πίσω το δεύτερο πόδι της. Πριν το συνειδητοποιήσει βρισκόταν ακινητοποιημένη ενώ μια ντουζίνα από χέρια τραβούσαν το σώμα της. Άνοιξε το στόμα της για να ουρλιάξει μα η φωνή της την πρόδωσε. Συνειδητοποιούσε πως ονειρευόταν, αλλά δεν έβρισκε τρόπο για να ξεφύγει από τη δίνη του ονείρου.
«Δικιά μου.» Ούρλιαξε υστερικά με τη φωνή της ο παράφρων εαυτός της. Τα χέρια ξεκίνησαν να την τραβάνε ακόμη περισσότερο. Την πονούσαν.
«Τι θέλεις από εμένα;» Ρώτησε ξέπνοα. Δύο μάτια άστραψαν στο απόλυτο σκοτάδι. Ήταν σαν τα δικά της, μόνο που ήταν γουρλωμένα και κοίταζαν δολοφονικά.
«Το σώμα σου.» Ώστε τελικά δεν είχε δημιουργήσει απλώς έναν εαυτό. Είχε δώσει ζωή σε έναν δαίμονα.
    Η Άισλιν έκλεισε τα μάτια της τρομαγμένη. Τα κράτησε ερμητικά κλειστά μέχρι που έπαψε να αισθάνεται χέρια να την κρατάνε. Όταν άνοιξε ξανά τα βλέφαρά της βρισκόταν μπροστά από τον Κίλιαν. Κατάλαβε πως το μαρτύριό της δεν είχε τελειώσει και γονάτισε εξουθενωμένη. Ο άντρας έσκυψε και τράβηξε ψηλά το πιγούνι της μέχρι που οι ματιές τους συναντήθηκαν. Η κίνησή του ήταν τόσο οικεία για εκείνη. Δεν απορούσε που το μυαλό της την είχε αποθηκεύσει τόσο ατόφια. Τα μάτια του κοίταξαν βαθιά στα δικά της.
«Γιατί δεν μου δείχνεις το σκοτάδι σου Άισλιν; Αυτό ερωτεύτηκα. Αυτό αγάπησα. Πότε θα καταλάβεις πως η πραγματική όψη της σελήνης είναι εκείνη που παραμένει πάντα στο σκοτάδι;» Δεν μιλούσε σαν εκείνον. Μα είχε την φωνή του και τα μάτια του. Της ήταν δύσκολο να μην του δώσει σημασία.
«Η σελήνη είναι ο εαυτός της όταν είναι φωτισμένη. Αλλά η πραγματική μας όψη είναι δύσκολο να μείνει στην επιφάνεια. Τρέμουμε από τον φόβο πως είμαστε ευαίσθητοι. Κι έτσι κρυβόμαστε στο σκοτάδι όπως εκείνη.» Του απάντησε ήρεμα.
«Τότε φαντάζομαι πως δεν ήσουν ποτέ αυτό που έψαχνα.» Είπε εκείνος και τα μάτια του έγιναν άψυχα και σκληρά. «Δεν μου έμοιαζες. Δεν σε γοήτευε η σκοτεινή αλήθεια του κόσμου. Δεν ξέρεις πώς ο πόνος κάνει κάποιον πιο δυνατό.» Γύρισε την πλάτη του και ξεκίνησε να φεύγει μακριά της. Εκείνη στηρίχθηκε στο πόδια της.
«Όχι δεν σου μοιάζω. Εμένα το σκοτάδι με πλήγωνε, δεν με γοήτευε. Απλώς δεν είχα τη δύναμη να το διώξω.» Ο Κίλιαν την κοίταξε αηδιασμένος και έφυγε μακριά.
    Έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές και έτσι απλά ο λαιμός της έκλεισε. Δεν της επέτρεπε να ανασάνει. Έπιασε τον λαιμό της και πάλεψε να βρει αέρα μα ήταν ανώφελο. Απέμεινε να παλεύει για να ανασάνει κοιτάζοντας την πλάτη του Κίλιαν και τις σφιγμένες του γροθιές. Επιτέλους όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν πίσω στο σπίτι του κυνηγού.
    Ο Αντρέ κοίταζε ακόμη στοχαστικά το τζάκι. Η Άισλιν πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Ρούφηξε λαίμαργα τον αέρα σαν να ήταν πραγματική η ασφυξία του ονείρου της. Ένας περίεργος ήχος σαν θηρίο που ωρύεται ταρακούνησε το δωμάτιο. Η κοπέλα κοίταξε το σπασμένο παράθυρο αναζητώντας την πηγή του ήχου. Το πρόσωπο του Αντρέ παραμορφώθηκε πεινασμένο και η στάση του σώματός του έγινε άγρια. Η κοπέλα αναρωτήθηκε αν διαισθανόταν κάποια μορφή μαγείας. Δίχως προειδοποίηση το ταβάνι ξεκίνησε να καταρρέει. Η Άισλιν στάθηκε όρθια και προσπάθησε να αποφύγει τα κομμάτια του σοβά που απειλούσαν να πλακώσουν το σώμα της. Τρομοκρατημένη είδε ένα μυθικό πλάσμα να προσγειώνεται μέσα στο δωμάτιο. Με το ζόρι χωρούσε εκεί, λόγω των τεραστίων διαστάσεών του.
«Δράκος.» Μονολόγησε σαστισμένη.
«Δεν θα σε περιμένω για πάντα.» Η Άισλιν γνώριζε αυτή τη φωνή. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν ονειρευόταν ακόμη.
    Κοίταξε πάνω από τον λευκό-κόκκινο δράκο και είδε το πρόσωπό της. Ήταν εκείνη. Οι μπούκλες της χόρευαν γύρω από το σώμα της. Το δέρμα της ήταν χαρακτηριστικά ωχρό και το βλέμμα της δυναμικό. Ήθελε πολύ να την δει ξανά, μα δεν περίμενε ποτέ πως θα ερχόταν η Μία σε εκείνη. Πάντα πίστευε πως θα την παρακολουθούσε κρυφά, στο παγωμένο Σόντερν. Ο λόγος που η Άισλιν ήθελε τόσο να την δει ήταν επειδή για μια μέρα ήταν φίλη της. Κι εκείνη δεν είχε φίλους ως τότε. Με κάποιον τρόπο ένιωθε την ανάγκη να μείνει πιστή σε μια φιλία που καταστράφηκε την ίδια μέρα που ξεκίνησε. Το κορίτσι που είχε χάσει τη ζωή του μπροστά στα μάτια της είχε γίνει δρακοκαβαλάρισσα. Ένα ειλικρινές χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Άισλιν. Για πρώτη φορά έβλεπε τους καρπούς της λευκής μαγείας για την οποία μιλούσε η μητέρα της. Το άτομο που είχε σώσει φαινόταν να έχει μια σημαντική θέση στον κόσμο τώρα πια.
    Πίσω από τη Μία υπήρχε και κάποιος ακόμη. Δεν τον είχε ξαναδεί. Είχε καστανά μαλλιά και μάτια. Μόνο που τα μαλλιά του ήταν ιδιόρρυθμα. Ενώ είχαν αρκετό μάκρος ήταν στερεωμένα πάνω από το κεφάλι του, απτόητα. Η Άισλιν σκαρφάλωσε με δυσκολία πάνω στον δράκο. Τα δεμένα χέρια της ήταν μεγάλο εμπόδιο για εκείνη. Ο άγνωστος άντρας την έπιασε και την τράβηξε πάνω στη ράχη του δράκου. Εκείνη μόρφασε όταν το μελανιασμένο δέρμα της ήρθε σε επαφή με τις φολίδες του δράκου.
«Μία.» Είπε χαμηλόφωνα σε μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσει τι είχε μόλις συμβεί. Εκείνη δεν της απάντησε, ούτε γύρισε για να την κοιτάξει.
«Πάμε Σάντεν.» Είπε αγκαλιάζοντας ένα από τα καρφιά του. Εκείνος τίναξε τα φτερά του και διέλυσε ότι είχε απομείνει από το σπίτι.
    Η Άισλιν πρόσεξε το πρόσωπο του Αντρέ καθώς απογειώνονταν. Φαινόταν έτοιμος για κυνήγι. Φόρεσε τον κόκκινο μανδύα του και έκρυψε το πρόσωπό του πίσω από μια μαύρη κουκούλα. Οι κινήσεις του ήταν απρόσμενα γρήγορες. Δίχως καμιά προειδοποίηση εξαφανίστηκε από την όρασή της. Ώστε είχε ξεκινήσει να την κυνηγά πριν ακόμη την χάσει από τα μάτια του. Η Άισλιν αναρρίγησε τρομαγμένη αλλά έδιωξε από το μυαλό της τον κυνηγό.
    Τώρα βρισκόταν αρκετά ψηλά και ξεκινούσε να τρομάζει. Η ταχύτητα του δράκου ήταν πολύ μεγαλύτερη από όσο είχε φανταστεί. Προσπαθούσε να κρατήσει ένα από τα καρφιά του αλλά οι καρποί της ήταν δεμένοι μεταξύ τους. Ο άντρας περιεργάστηκε το προβληματισμένο της πρόσωπο και έβγαλε ένα μαχαίρι από τη ζώνη του. Έκοψε το σχοινί και η Άισλιν αναστέναξε ικανοποιημένα.
«Σε ευχαριστώ.» Αναφώνησε ενώ τύλιγε τα χέρια της γύρω από ένα τεράστιο καρφί της ράχης του δράκου.
«Τίποτα κόρη της Έις.» Την κοίταζε και τα μάτια του έλαμπαν. Την ανάγκαζαν να χαμογελάσει, κάτι πολύ σπάνιο. Ζεστός, σκέφτηκε ανάλαφρα.





Ράνια Ταλαδιανού

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 3ο - Κεφάλαιο 16)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ

Η ΜΙΑ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ μέσα σε ένα πράσινο τούνελ. Όπου και αν κοιτούσε, έβλεπε πράσινα φύλλα. Προχώρησε βαθύτερα και πρόσεξε πως τα φύλα ξεκινούσαν να αλλάζουν χρώμα. Έπαιρναν κίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις. Επίσης, ο αέρας γινόταν ψυχρότερος. Είχε περάσει από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο. Περπάτησε κι άλλο και γύρω από τα φύλλα σχηματίστηκε πάγος. Ύστερα από αρκετά βήματα ήταν περιτριγυρισμένη από χιονισμένα φύλλα. Αυτήν τη φορά, το τοπίο ήταν λευκό και επικρατούσε τσουχτερό κρύο.
Η κοπέλα φορούσε μόνο ένα αμάνικο μπλουζάκι, το οποίο κάλυπτε το στήθος της και άφηνε την κοιλιά της εκτεθειμένη. Το δέρμα της έγινε ακόμη λευκότερο και ολόκληρο το κορμί της ανατρίχιασε από το κρύο. Ο αέρας ήταν τόσο παγωμένος, ώστε η υγρασία  έπαιρνε τη μορφή κρυστάλλων πάγου. Έτσι, δεν ήταν μόνο τα φύλλα λευκά, αλλά τα πάντα. Μερικά βήματα μακρύτερα, η Μία διέκρινε μια μαύρη σιλουέτα. Ο αέρας ήταν πυκνός και θαμπός, μα ήταν σχεδόν σίγουρη πως τα μάτια της δεν την εξαπατούσαν.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 3ο - Κεφάλαιο 15)

ΛΕΡΝΙΑΡ

Ο ΑΝΤΡΕ ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΆΙΣΛΙΝ το δερματόδετο βιβλίο. Είχε στραμμένο το σώμα του προς τη φωτιά και έστεκε σιωπηλός. Το βιβλίο χτύπησε πάνω στο σώμα της και ύστερα κύλησε στο πάτωμα. Τα χέρια της ήταν ακόμη δεμένα με εκείνο το σχοινί που την απέτρεπε από το να χρησιμοποιήσει μαγεία. Η κοπέλα το παρατήρησε κουρασμένη. Απόρησε πόσες μέρες είχαν περάσει. Αισθανόταν πως ήταν μια αιωνιότητα. Θα έλεγε κανείς πως είχε αποκτήσει αντοχές από τη φυλάκισή της  και μετά. Αλλά δεν ήταν έτσι. Τώρα είχε αναμνήσεις, καινούριες και παλιές. Αυτή τη φορά υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να κάνει. Δεν είχε χρόνο να σπαταλήσει σε ένα μέρος σαν κι αυτό. Ο κυνηγός γύρισε προς το μέρος της κι εκείνη στραβοκατάπιε.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 3ο - Κεφάλαιο 14)

ΜΕΪΝΛΟΟΥΝ

ΌΛΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΑΙΔΟ ΣΙΩΠΗΣΕ. Οι ματιές των αντρών έπεσαν πάνω στον στρατηγό. Στη συνέχεια, οι στρατιώτες έριξαν τις περικεφαλαίες τους στο έδαφος. Η Μία άφησε το σώμα της να πέσει άνευρα στη ράχη του Σάντεν. Δεν της είχε απομείνει αρκετή δύναμη για να τρέξει κοντά του. Άλλωστε, δεν ήταν εκεί πια. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε μερικά δάκρυα να κατρακυλήσουν στα μάγουλά της. Προσπάθησε να ανασάνει, αλλά τα αποθέματα αέρα έμοιαζαν να έχουν λιγοστέψει. Ο Εστέφαν δεν άρθρωσε ούτε λέξη. Τότε αντήχησαν τα λόγια του μέσα στο κεφάλι της.
Αν μείνεις θα σου συμβεί κάτι κακό. Και εγώ δε θα κάνω τίποτα για να το αποτρέψω.

Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 3ο - Κεφάλαιο 13)

ΛΕΡΝΙΑΡ

Ο ΑΝΤΡΕ ΕΣΦΥΞΕ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΆΙΣΛΙΝ. Την κρατούσε δεμένη σε μια καρέκλα, όμως εκείνη συνέχιζε να παλεύει. Είχε πάψει να προσπαθεί να ασκήσει μαγεία, αφότου είχε καταλάβει πως το σχοινί ήταν μαγεμένο. Όσο άγγιζε το δέρμα της, την καθιστούσε ανίκανη να ασκήσει μαγεία. Κι ο Αντρέ είχε σφίξει τόσο το σχοινί, που με τα βίας ανάσαινε. Όλο της το σώμα πονούσε και ήταν μουδιασμένο. Μα όσο κι αν υπέφερε, δε σταματούσε να προσπαθεί να αποδράσει.