Κάποιος φώναζε βοήθεια. Μέσα στη βουή των ανέμων και τον παφλασμό των νερών στα βράχια, μπορούσα να διακρίνω μια απεγνωσμένη φωνή να κραυγάζει για βοήθεια. Έπειτα από ένα ελαφρύ σκούντημα επανήλθα πλήρως από τον κόσμο των ονείρων. Τα μάτια μου αντίκρισαν τον αδερφό Λου Τσιεν ο οποίος προσπαθούσε να μου πει κάτι, μα μέσα στη ζάλη του ύπνου δεν καταλάβαινα τίποτα. Η φωνή εκείνη συνέχιζε ξανά και ξανά να φωνάζει και όσο τα λεπτά έτρεχαν, μπορούσα να τη διακρίνω καλύτερα. Πετάχτηκα έντρομος τη στιγμή που έδωσα όνομα στο άτομο˙ τη στιγμή εκείνη που το μυαλό μου μπόρεσε και ένωσε τα κομμάτια του παζλ. Ο Λου με βοήθησε να σηκωθώ στα πόδια μου και τρέξαμε μαζί στην πρύμνη του καραβιού μας. Προς μεγάλη μου έκπληξη όλα τα αδέρφια βρίσκονταν συγκεντρωμένα και παρακολουθούσαν πώς ο αδερφός Πο κουνούσε τα χέρια του προς τα ουράνια, με μάτια ορθάνοιχτα και βλέμμα άδειο από κάθε λογική.
«Φαίνεται πως τα έχασε» σχολίασε ένα από τα αδέρφια και δύο άλλοι απλά γέλασαν μαζί του.
«Γιατί, πότε ήταν στα καλά του; Δεν θυμάστε στις διδασκαλίες για τα στοιχειά πως γνώριζε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια; Ακόμα και οι δάσκαλοι είχαν τρομάξει μαζί του. Σωστά δε λέω, Γου Σι;». Γύρισαν να με κοιτάξουν. «Δηλαδή, δεν θέλει και πολύ να αποτρελαθεί κάποιος αν είναι ήδη πειραγμένος». Τα σκληρά του λόγια ακολούθησε μια κυκλική κίνηση του δείκτη του και έπειτα γέλασαν όλοι μαζί. «Μπα, άδικα χάνουμε τον ύπνο μας».