Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Κατάρα του Σένγκαο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Κατάρα του Σένγκαο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Κατάρα του Σένγκαο (Κεφάλαιο 3)

Κάποιος φώναζε βοήθεια. Μέσα στη βουή των ανέμων και τον παφλασμό των νερών στα βράχια, μπορούσα να διακρίνω μια απεγνωσμένη φωνή να κραυγάζει για βοήθεια. Έπειτα από ένα ελαφρύ σκούντημα επανήλθα πλήρως από τον κόσμο των ονείρων. Τα μάτια μου αντίκρισαν τον αδερφό Λου Τσιεν ο οποίος προσπαθούσε να μου πει κάτι, μα μέσα στη ζάλη του ύπνου δεν καταλάβαινα τίποτα. Η φωνή εκείνη συνέχιζε ξανά και ξανά να φωνάζει και όσο τα λεπτά έτρεχαν, μπορούσα να τη διακρίνω καλύτερα. Πετάχτηκα έντρομος τη στιγμή που έδωσα όνομα στο άτομο˙ τη στιγμή εκείνη που το μυαλό μου μπόρεσε και ένωσε τα κομμάτια του παζλ. Ο Λου με βοήθησε να σηκωθώ στα πόδια μου και τρέξαμε μαζί στην πρύμνη του καραβιού μας. Προς μεγάλη μου έκπληξη όλα τα αδέρφια βρίσκονταν συγκεντρωμένα και παρακολουθούσαν πώς ο αδερφός Πο κουνούσε τα χέρια του προς τα ουράνια, με μάτια ορθάνοιχτα και βλέμμα άδειο από κάθε λογική.

«Φαίνεται πως τα έχασε» σχολίασε ένα από τα αδέρφια και δύο άλλοι απλά γέλασαν μαζί του.
«Γιατί, πότε ήταν στα καλά του; Δεν θυμάστε στις διδασκαλίες για τα στοιχειά πως γνώριζε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια; Ακόμα και οι δάσκαλοι είχαν τρομάξει μαζί του. Σωστά δε λέω, Γου Σι;». Γύρισαν να με κοιτάξουν. «Δηλαδή, δεν θέλει και πολύ να αποτρελαθεί κάποιος αν είναι ήδη πειραγμένος». Τα σκληρά του λόγια ακολούθησε μια κυκλική κίνηση του δείκτη του και έπειτα γέλασαν όλοι μαζί. «Μπα, άδικα χάνουμε τον ύπνο μας».

Η Κατάρα του Σένγκαο (Κεφάλαιο 2)

Το ταξίδι στις βάρκες ήταν δύσκολο και η ταλαιπωρία αρκετή. Τα νερά είχαν ταραχθεί από τον άστατο καιρό του τελευταίου μήνα του χειμώνα και οι άνεμοι έπαιζαν μαζί τους, παρασέρνοντάς μας πολλές φορές μακριά από το μονοπάτι. Αρκετά αδέρφια αρρώστησαν με το στομάχι τους να τούς βασανίζει και να τούς εξασθενεί. Τα πρόσωπά τους διακατείχε χλομό χρώμα σαν να είχαν χτυπηθεί από βαριά αρρώστια, ενώ είχαν χάσει την όρεξή τους ακόμα και για φαί. Ο μεγάλος αδερφός αρχικά το απέδωσε στη ναυτία και στα ταραχώδη νερά. Η πικρή αλήθεια ήταν πως δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους ταξίδια, είτε αυτά πραγματοποιούνταν σε ποταμούς είτε σε θάλασσα. Η Σχολή μας βρίσκεται στη μεγαλύτερη περιφέρεια της Ηπείρου και περιτριγυρίζεται από κάθε λογής πόλεις και χωριά, οπότε σπάνια αναγκαζόμαστε να εξερευνούμε και την υπόλοιπη χώρα. Εκτός αυτού, οι δρόμοι που είχαν χτιστεί κατά τη διακυβέρνηση της Αυτοκρατορίας από τον ηγέτη Τζιάο Σανγκ κατέστησαν τη μετακίνηση από περιφέρεια σε περιφέρεια πολύ πιο εύκολη και γρήγορη. Όμως, αυτή ήταν μια διαφορετικού είδους αποστολή και η παρουσία όλων εμάς που επιλεχτήκαμε ήταν αναγκαία.

Ο Αδερφός Ντάε το γνώριζε πολύ καλά και ήμουν σίγουρος πως αυτή η ύψιστη αναγκαιότητα τον καθιστούσε τόσο ανήσυχο και αμίλητο καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Βοηθούσε τα άρρωστα και αποδυναμωμένα αδέρφια όπως ήταν το καθήκον του, αλλά χωρίς να μιλάει και δίχως να απαντάει στα ερωτήματα τους.

Η Κατάρα του Σένγκαο (Κεφάλαιο 1)

Τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα παγωμένα νερά της λίμνης όσο παρακολουθούσα τα ανθισμένα νούφαρα να παρασέρνονται απαλά από αυτά. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα δειλινά που είχα δει ποτέ μου, με το φως του ήλιου να παίζει σαν μικρό παιδί πίσω από τα λευκά σύννεφα και να δημιουργεί απίστευτα χρώματα που απλώνονταν στους ορίζοντες σαν μετάξι. Δεν μπόρεσα να κρύψω τη χαρά μου, ούτε να σταματήσω τον εαυτό μου από το να χαμογελάσει. Οι θεοί μονάχα ήξεραν πότε θα είχα την ελευθερία να απολαύσω ένα από τα καθημερινά θαύματα της φύσης.

«Γου Σι!» η φωνή του μεγαλύτερου αδερφού έφτασε στα αυτιά μου και κατάφερε να με αποσπάσει.
«Αδερφέ Ντάε» υποκλίθηκα όπως άρμοζε. Δεν ήταν μονάχα μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε θέση μέσα στη Σχολή. Ήταν ο Δεύτερος Μαθητευόμενος, ο καλύτερος μετά τον ίδιο τον Δάσκαλο. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό του ήταν αυτονόητος.
«Ήρθε η ώρα. Οι βάρκες θα ξεκινήσουν όπου να’ ναι, πρέπει να φύγουμε» εξήγησε γρήγορα και με μια ανάσα.
Αναστέναξα άθελά μου, ρίχνοντας το βλέμμα στον ήλιο που αργά-αργά αποχωρούσε από το βασίλειό του. «Το γνωρίζω, αδερφέ. Απλά ήθελα για μια στιγμή…».

Η Κατάρα του Σένγκαο (Πρόλογος)

Τα πόδια του τον έσυραν μέσα στο σπήλαιο. Ο αγέρας έξω λυσσομανούσε και το κρύο έγδερνε τη γυμνή σάρκα σαν μαχαίρι κοφτερό. Θα ήταν περισσότερο ασφαλής από το μένος της φύσης εκεί μέσα. Σε τέτοιο υψόμετρο, συνήθως, οι καταιγίδες του χειμώνα διαρκούσαν μέρες, ίσως κι εβδομάδες ολόκληρες. Αν ήταν τυχερός, θα κόπαζε σε λίγες ώρες, ή θα τον έβρισκε ο θάνατος από τον πάγο και την πείνα. Πόση τροφή να κουβαλήσει πάνω του ένας απλός μοναχός; Και πόσο μεγάλο ταξίδι να διανύσει; Μόνο που αυτός ο προορισμός δεν ήταν διόλου τυχαίος για τον Αν Νι. Χρόνια άκουγε από τους δασκάλους του για το πνεύμα που τάραζε την κορυφή του βουνού και που φώλιαζε μέσα στα σκοτεινά του σπήλαια. Χρόνια ολόκληρα προσευχόταν για εκείνες τις ψυχές που άσκοπα χάθηκαν από το χέρι της. Πίστευε με όλο του το είναι πως μπορούσε να απαλλάξει αυτόν τον κόσμο από την ανίερή της ύπαρξη. Η σιγουριά για την αποστολή αυτή έκαιγε την καρδιά του σαν τη φλόγα που του φώτιζε τον δρόμο˙ με άσβεστο σθένος. Κανείς δεν το είχε τολμήσει πριν από αυτόν. Κανείς ποτέ δεν είχε τολμήσει να πλησιάσει τούτον τον καταραμένο τόπο με σκοπό τον εξαγνισμό του. Αν το μάθαιναν τα αδέρφια και οι δάσκαλοί του πως είχε σκοπό να σκαρφαλώσει στην ψηλότερη κορυφή του βουνού Σένγκαο, να διαβάσει τις γραφές για την ακριβή τοποθεσία του σπηλαίου, να βρει το πνεύμα και να το εξαγνίσει, θα τον κλείδωναν σε ένα από τα ιερά δωμάτια με σκοπό οι θεοί να του επιστρέψουν τα λογικά του. Μα δεν ήταν πια παιδί. Ήξερε τις προσευχές μία προς μία. Γνώριζε τους χίλιους και δέκα στοίχους που εξορκίζουν το κακό, ενώ οι ικανότητές του στη μάχη είχαν πραγματικά βελτιωθεί. Θα τα κατάφερνε.