Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μαύρο Φως, της Παναγιώτας Γεροντίδου

Ήταν η τρίτη φορά που κάποιος την είχε ξεχάσει και η Ευδοκία σταμάτησε να ζητά εξηγήσεις.

Η πρώτη ήταν η μητέρα της, το βλέμμα της ήταν κενό σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ένα όνομα που της είχε διαφύγει. Η δεύτερη ήταν η κολλητή της φίλη, η Μελίνα, που την κοίταξε και στο επόμενο δευτερόλεπτο ένα διάπλατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της, ενώ της συστήθηκε από την αρχή. Η τρίτη φορά ήταν όταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας που έμενε τη ρώτησε ευγενικά σε ποιον όροφο πηγαίνει, παρότι την έβλεπε κάθε μέρα εδώ και μια δεκαετία.

Δεν υπήρχε πια κανένα περιθώριο για να είναι σύμπτωση.

Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε ένα χαρτάκι που δε θυμόταν αν το είχε γράψει η ίδια κι όμως ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός της.

«Αν το διαβάζεις αυτό, τότε κάποιος σε ξέχασε. Μην πανικοβληθείς. Δεν είσαι τρελή.» Ένιωσε ένα χτύπημα στο στομάχι, κάθισε αμέσως στην καρέκλα με το χαρτάκι να είναι διπλωμένο ανάμεσα στα τρεμάμενα δάχτυλά της. Τις μέρες που ακολούθησαν είχε αποφασίσει να καταγράφει τα πάντα… Ονόματα, μικρές λεπτομέρειες που σε διαφορετικές συνθήκες θα είχαν περάσει απαρατήρητες.

Η λίστα μεγάλωνε με έναν απρόβλεπτο ρυθμό, σχεδόν αποπνικτικό, ένα όνομα την ημέρα, ποτέ παραπάνω, θαρρείς πως κάποιος σεβόταν τα όριά της. Τις νύχτες πλέον δίσταζε να κοιμηθεί, ανάσαινε ρυθμικά μέχρι να την εγκαταλείψουν

Στον καθρέφτη, του Aris Gribas

Εκείνο το βλέμμα με συγκλόνισε. Με στιγμάτισε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου κι ας διήρκησε μονάχα μια στιγμή. Κάθε πρωί το πρόσωπό μου με αντίκριζε νωχελικά απ’ την απέναντι μεριά του καθρέφτη, πάντα μονάχο του. Που να με πάρει, ανέκαθεν ήθελα -ω, ναι! Το ευχόμουν- να βρω συντροφιά για το βλέμμα μου μέσα στη νωθρή αντανάκλαση. Όχι, όμως, ετούτη. Δεν περίμενα ποτέ πως θ’ αντίκριζα τα μάτια ενός φυλακισμένου, μες τον καθρέφτη, πλάσματος.

Κι όπως ήρθε, εκείνη η πύρινη τρομερή ματιά, έτσι έφυγε. Απρόσμενα, αθόρυβα, δίχως την παραμικρή λέξη. Θυμάμαι, μονάχα τη θερμοκρασία του δωματίου να πέφτει αλλόκοτα κι ένα άγγιγμα υγρό να μετρά τους κόμπους της σπονδυλικής μου στήλης.

«Ήταν ο ιδρώτας σου, χαζέ! Πώς κάνεις έτσι;» μου είπε ξεφυσώντας ο Πέτρος, όταν του περιέγραψα όσα έζησα. Έπειτα χαμογέλασε ξέψυχα, δίχως ακόμη να ‘χει ανοίξει για τα καλά τα μάτια του, και μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο. Τι το ήθελα; Σιγά να μη με καταλάβαινε. Αυτός ο αχρείος δεν κατανοεί πολύ απλούστερα θέματα, θα μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι τέτοιο; Έχε χάρη που τον έχω ανάγκη, μιας και δε μπορώ ν’ ανταπεξέλθω μονάχος μου στο νοίκι.

Όπως και να ‘χει, στον Πέτρο δεν εμφανίστηκε το πλάσμα. Το ξέρω γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ούρλιαζε κι εκείνος, όπως έκανα νωρίτερα κι εγώ.

Αναμέτρηση με τη θεά, της Φωτεινής Τζουβελέκη

Η Παντελία ήταν η αγαπημένη προστατευόμενη της θεάς Αρτεμις, η οποία την είχε επιλέξει από την παιδική της ηλικία για να την προστατεύει και να τη διδάσκει την τέχνη του κυνηγιού, της επιβίωσης στη φύση και την τέλεια αρμονία με τη γη. Αγαπούσε πολύ την Αρτεμις σαν θεά. Ποτε δεν έμοιαζε με τους αλλους Ολυμπιους, ούτε τρελαινόταν με τις φιεστες τους και τα ξέφρενα όργια τους. Ηταν ένα παράδειγμα προς μίμηση για την Παντελιά η Αρτεμις. Για εκείνη συμβόλιζε μια γυναίκα ανεξάρτητη, αχαλίνωτη και προστάτιδα της ζωής και της φυσης. Δεν ήταν τυχαίο ότι η Παντελιά είχε γεννηθεί το μήνα που αφιερωνόταν στην Αρτεμις, το δεύτερο μήνα της άνοιξης. Θυμόταν σαν παιδί να παίζει στους αγρούς που εκείνη είχε ευλογήσει. Στο ναό που έμενε τόσο καιρό θυμόταν κάθε δεύτερο μήνα της άνοιξης να ντύνονται νύμφες και να χορεύουν προς τιμήν της Αρτεμις. Η μητέρα της Παντελιάς, μια γυναίκα σαλεμένη και αδύναμη την είχε αφήσει στο βωμό της Αρτεμις ως αντάλλαγμα ώστε να ζητήσει από τη θεά την ψυχική της ηρεμία. Η θεά αγανακτισμένη, τη μετέτρεψε σε φίδι και έσπρωξε με έναν ιερό άνεμο το βρέφος στο ναό. Οι υπόλοιπες ικέτιδες του ναού δε πίστευαν στα μάτια τους. Μάλωναν ποια θα κανακέψει πρώτη το μωράκι.
 
Μια μέρα, καθώς η Παντελί
α περπατούσε στο δάσος, η ζεστή ατμόσφαιρα τον χειμώνα που ήταν σε εξέλιξη την έκανε να νιώσει μία αδιόρατη ένταση, σαν να την παρακολουθούσε κάτι αόρατο. Ήξερε ποια ήταν χωρίς να προσευχηθεί. Ένιωθε την ανάσα σχεδόν κάθε εβδομάδα. Αλλα πια την είχε συνηθίσει και δεν την τρόμαζε όπως παλιά. Είχε πια μεγαλώσει με αυτό το θεϊκό βλέμμα να καρφώνεται στη πλάτη της και να τη προστατεύει από κάθε τι κακό. Ο μεγαλύτερος της φόβος ήταν μια μέρα να απογοητεύσει τη μεγάλη Αρτεμις.

Σφύριγμα στη Νύχτα, του Τάσου Αναστασιάδη

Από τον ποταμό Γκουανάρε αναδευόταν η συνηθισμένη αχλή του καθώς οι τελευταίες φεγγαροαχτίδες χάνονταν δειλά από τον βαθύ μπλε ουρανό. Άφησε στο περβάζι του παραθύρου τη μεταλλική κούπα με τα κατακάθια του καφέ κι έριξε το ελαφρύ παλτό στην πλάτη. Μπορεί οι θερμοκρασίες να μην έκαναν βουτιά τη νύχτα, όμως η πρωινή υγρασία στα χωράφια γύρω από τον μεγάλο ποταμό τσάκιζε κόκκαλα.


Η αλήθεια ήταν ότι τα πόδια του δεν τον βαστούσαν από το συνεχόμενο ξενύχτι, μα τα ζωντανά δεν μπορούσαν να περιμένουν. Το γάλα αυτή την εποχή λιγόστευε, τα μοσχάρια είχαν ρέψει και το μοναδικό του εισόδημα κινδύνευε να χαθεί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και ξεπέταξε μια βιαστική προσευχή τη στιγμή που η πολεμική ιαχή του πετεινού της αυλής επισήμανε το ξεκίνημα της ημέρας. Όχι ότι πίστευε με ζήλο σε προσευχές και αγίους. Ο τρόμος ήταν αυτός που τον είχε περιζώσει τις τελευταίες ημέρες και του έσφιγγε νυχθημερόν την καρδιά σαν μέγγενη αναγκάζοντάς τον να ξεθάψει από τη θύμηση των παιδικών του χρόνων όλες εκείνες τις συνήθειες, τις υποχρεώσεις και συναναστροφές με τη θρησκεία που τον παρότρυνε η μάνα του ν’ ακολουθεί. Μαζί και όλες εκείνες τις δεισιδαιμονίες και παρακρούσεις που αρεσκόταν να πιστεύει ο λαός της Βενεζουέλας.

Έριξε ένα φευγαλέο ροκάνισμα στον ομιχλώδη ορίζοντα αναζητώντας για ψιλόλιγνες σιλουέτες, παράδοξες σκιές και χαοτικές φιγούρες. Οι τεταμένες αισθήσεις του και η παντελής έλλειψη λογικής που υπερίσχυε στο μυαλό του κόντευαν να τον αποτρελάνουν, καθώς και η παραδοχή μιας σχιζοφρενούς διαταραχής είχε αρχίσει να υπερνικά τον άκρατο εγωισμό του.

Ο Όρκος του Μανσούρ, του Στυλιανού Κιλημάντζου

Ο Μανσούρ ένιωσε το ψυχρό νυχτερινό αεράκι που ερχόταν από την έρημο στο πρόσωπό του, καθώς έκλεινε τα μάτια του και προσηλωνόταν νοερά στο στόχο του. Το φρούριο ήταν απέναντί του και ήταν έτοιμο να τον υποδεχθεί, καθώς θα εφάρμοζε το τρελό του σχέδιο για να σώσει την αδερφή του από το χαρέμι του χαλίφη. Η απομονωμένη φυλακή που φυλασσόταν από αιθέρια πνεύματα υπό τις διαταγές των μάγων του χαλίφη, είχε πύλες σιδερένιες και τόσο βαριές που ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε θνητό να τις σηκώσει. Μόνο η γιγάντια καμήλα που ζούσε στην είσοδο και ήταν δεμένη με τη χοντρή αλυσίδα, μπορούσε να τραβήξει με την υπεράνθρωπη δύναμή της και να σηκώσει την κεντρική πύλη, ώστε να μπορεί να περάσει ο χαλίφης και να φτάσει στις κοπέλες που αποτελούσαν το ξακουστό του χαρέμι. Ο άρχοντας του χαλιφάτου ανακοίνωνε κάθε βράδυ την άφιξή του κρούοντας τα τεράστια χρυσά κύμβαλα που είχαν τοποθετηθεί στην είσοδο, πριν θέσει στις τέσσερις εσοχές τα τέσσερα μαγικά πετράδια με τα οποία έπεφτε η γέφυρα. Μέσω αυτής διέσχιζε με ασφάλεια την τάφρο, η οποία ήταν γεμάτη με μυτερά παλούκια και χρυσούς σαρκοφάγους σκαραβαίους, που ήταν έτοιμοι να καταβροχθίσουν όποιον απρόσεκτο έπεφτε από τη γέφυρα ή τοποθετούσε τα πετράδια με λάθος τρόπο στις σχισμές. Ο ήρωας αυτά τα γνώριζε και είχε προετοιμαστεί κατάλληλα. Αυτό που δε γνώριζε όμως ήταν ότι ένα πνεύμα είχε συγκινηθεί από τα δάκρυα της αδερφής του και προσπαθούσε όλον αυτόν τον καιρό να την παρηγορήσει. Αλλά μάταια. Πόση μπορεί να είναι η απελπισία ενός νεαρού κοριτσιού, ώστε να συγκινηθεί ένα ον που μπροστά από τα μάτια του είχαν περάσει χιλιετίες;

Κρυμμένος μέσα στο βαθύ σκοτάδι, ανάμεσα στους μιναρέδες, παρατηρούσε το απόρθητο φρούριο και αναλογιζόταν την πρόκληση. Η τάφρος λαμπύριζε από τη χρυσαφένια επιφάνεια των σκαραβαίων, μια σκοτεινή υπενθύμιση του κινδύνου

Ακροκώλιον, του Μπάμπη Δρουκόπουλου

Η λέξη βούιζε στ’ αυτιά μου ξανά και ξανά. Μου είχε κολλήσει. Την άκουγα ρυθμικά με το χτύπημα των συρμών του Μετρό στις ράγες, με τις ανακοινώσεις για τις στάσεις. Έτσι με είχε αποκαλέσει, πριν μου κλείσει την πόρτα κατάμουτρα παραμονές Χριστουγέννων.

Ακροκώλιο. Άντε ρε, ακροκώλιο! Τέτοιος ήσουν, τέτοιος είσαι και τέτοιος θα είσαι μια ζωή, ήχησαν οι λέξεις της Λουΐζας στο κεφάλι μου. Ξανά και ξανά.

Ναι, είναι αλήθεια.

Χώρισα.

Λάθος.

 Με χώρισε.

 Και με πέταξε έξω από το διαμέρισμα που της είχε αγοράσει ο μπαμπακούλης της, όταν πήρε το πτυχίο της από το ΕΚΠΑ. Φιλόλογος. Δεν της έφτανε όμως το πτυχίο. Είχε ξεκινήσει δύο μεταπτυχιακά ταυτόχρονα, ενώ της είχαν προτείνει, όχι ένας, όχι δύο, αλλά τρεις καθηγητές θέση για διδακτορικό. Δεν ήταν και λίγο για μια κοπέλα ούτε είκοσι τέσσερα καλά καλά.

Τη γνώρισα στο φαρμακείο όπου δούλευα, βοηθός. Ερχόταν συχνά πυκνά και έσκαγε καλά φράγκα σε προϊόντα ομορφιάς. Ενίοτε και σε προφυλακτικά, λιπαντικά και ερωτικά παιχνίδια που πουλούσε η φαρμοκοτρίφτρια. Το αφεντικό μου.

Κάθε φορά που δεν είχαμε κόσμο και έβγαινα στο πεζοδρόμιο για τσιγάρο, τσουπ, το βότανο. Άντε ξανά μέσα ο Παντελής. Δυο τζούρες τσιγάρο, χαμένο πήγαινε. Κουβέντα στην κουβέντα, της την έπεσα. Περνούσε φάση με τη σκληρή μουσική τότε. Χεβιμεταλλάς εγώ, κολλήσαμε.

Ο Κατσαρόλης, της Μαρίας Λυτρίβη

Στα πεντακόσια δεκατρία χρόνια του αθάνατου βίου του (και τα τριάντα πέντε χρόνια της θνητής ζωής που προηγήθηκε αυτού), ο Φερνάντο δεν είχε σκεφτεί ποτέ το πώς θα μπορούσε να κρυφτεί από το φως και τα τέρατά του, από τις σκιές που περιφέρονται στον κόσμο μέρα και νύχτα. Όταν απαρνήθηκε την αθανασία του και εγκατέλειψε τον κόσμο των ονείρων η ερώτηση άρχισε να βουίζει στο μυαλό του το πρώτο κιόλας πρωί που είχε επιστρέψει στον κόσμο των ανθρώπων. Τώρα που οι σκιές ξεπηδούσαν από τους τοίχους του και στροβιλίζονταν δύο-δύο σε ξέφρενους ρυθμούς στο σαλόνι του σπιτιού του είχε έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα· ποτέ δε θα μπορούσε.

Φυσικά, είχε πάρει τα μέτρα του, για να αποφύγει την αναπόφευκτη και μοιραία αυτή συνάντηση από εκείνο κιόλας το χριστουγεννιάτικο πρωινό που είχε ξυπνήσει δίπλα στη ρεματιά, μέσα στο χιονισμένο δάσος γύρω από το χωριό, μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι που στη συνέχεια θα αποκαλούσε «δικό του». Όποτε περπατούσε το βλέμμα του ταξίδευε από σκιά σε σκιά τριγύρω του, περιμένοντας κάποια από αυτές να του ορμήσει, φορούσε έναν μακρύ μανδύα κάτω από τον οποίο μπορούσε να χωθεί ολόκληρος και να κερδίσει πολύτιμο χρόνο σε περίπτωση επίθεσης ενώ από τη ζώνη του κρεμόταν μία μικρή τρομπέτα, για να δημιουργήσει θόρυβο και να τρομάξει τις σκιές όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι. Όταν βρισκόταν στο σπίτι φρόντιζε πάντα να είναι βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι χωρίς να ανέβει ποτέ μήτε κερί, για να δει μήτε φωτιά, για να ζεσταθεί ενώ οι πόρτες και τα παράθυρα παρέμεναν πάντοτε ερμητικά κλειστά.

Οι συγχωριανοί του γελούσαν μαζί του και τον αποκαλούσαν τρελό, αλλά εκείνος δε σπαταλούσε τον χρόνο του με τις προσβολές τους. Οι άνθρωποι δε θα καταλάβαιναν ποτέ το παρελθόν του, τη φθορά που είχαν προκαλέσει πάνω του τα τόσα χρόνια ατελείωτων πολέμων, την ανάγκη του για διαρκή επαγρύπνηση, αλλά κι εκείνος όσο κι αν το προσπαθούσε

Το χριστουγεννιάτικο θαύμα των Αγράφων, της Βασιλικής Διαμάντη


Ένας δυνατός και παγερός αέρας λυσσομανούσε εδώ και ώρες. Ο καιρός είχε αλλάξει αιφνιδίως και όλοι τους παρακολουθούσαν το φυσικό φαινόμενο από την πελώρια μπαλκονόπορτα του εξοχικού της Αρτέμης. Είχαν αποφασίσει την εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα να περάσουν τις διακοπές των ημερών όλοι μαζί μετά από 10 χρόνια. Κανείς τους, όμως, δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη.


Την πρώτη μέρα που έφτασαν, κατέβασαν από τη σοφίτα τις κούτες με τα στολίδια, το έλκηθρο με τους ταράνδους και τον Άγιο Βασίλη και τους σωλήνες για την εξωτερική φωταγώγηση, τα διακοσμητικά που θα κοσμούσαν τα παράθυρα και τις διάφορες συνθέσεις για κάθε γωνιά του σπιτιού. Τοποθέτησαν σε κάθε δωμάτιο τα μικρά δεντράκια, ενώ για το σαλόνι είχαν αγοράσει ένα έλατο, την προηγούμενη μέρα της αναχώρησής τους με προορισμό το ορεινό χωριό των Αγράφων.

Ο στολισμός έγινε με συνοδεία πολλών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών κάθε χώρας και εποχής, όπως το Last Christmas, το All I want for Christmas is you, το Χριστούγεννα, το Χρόνια πολλά, το Ρούντολφ το ελαφάκι, το Άγια Νύχτα, το Τρίγωνα κάλαντα, το We wish you a Merry Christmas κ.α. σε διάφορες διασκευές και γλώσσες. Μετά από τον στολισμό, το τραγούδι και τον χορό, έφτιαξαν φαγητό και έπειτα έκατσαν όλοι μπροστά από τη φωτιά του τζακιού με τις σκέψεις να κατακλύζουν τον νου τους. Εκεί, είπαν διάφορες ιστορίες και θρύλους, που θυμόντουσαν από τις γιαγιάδες ή τους παππούδες τους, και κάποια στιγμή, κουρασμένοι και αποκαμωμένοι πήγαν για ύπνο.

Το Ρόδο των Χριστουγέννων, της Ουρανίας Τσολάκη


Η έπαυλη του κυριου Κ. υψωνοταν επιβλητικά στην απομονωμένη περιοχή της ηπειρωτικής χώρας , ένα μέρος καλυμμένο από πυκνό χιόνι που την καθιστούν μη εύκολο προσβάσιμη και ακόμα πιο σκοτεινή και μυστηριώδη . Το παγωμένο τοπίο γύρω της έμοιαζε να σβήνει την ίδια την έννοια του χρόνου , μιας και είχε να πατηθεί πάνω από έναν αιώνα από άνθρωπο . Όταν η Μπελ έφτασε στην έπαυλη έχοντας αναλάβει την πλήρη εκτίμηση της έπαυλης αλλά και των υπαρχόντων μέσα σε αυτήν , δεν περίμενε ότι θα συναντούσε κάτι τόσο αλλόκοτο .


Από την πρώτη κιόλας στιγμή , ένιωθε ότι το σπίτι την παρακολουθούσε , ότι κάτι ή κάποιος είχε τα μάτια του πάνω της , κρυμμένο μέσα στις σκιες αυτού του επιβλητικού τοπίου , έτοιμο να αποκαλυφθεί . Όμως , οι πραγματικοί παρατηρούντες ήταν πιο κοντά από όσο φανταζόταν .Έτσι , τώρα καθόταν στην θέση του οδηγού μέσα στο εταιρικό όχημα , εισπνέοντας με λαχτάρα τον ζεστό αέρα που είχε γεμίσει το αμάξι καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού ξέροντας ότι έξω την περίμενε ο παγερός χιονιάς .

Λίγες μέρες πριν ετοιμαζόταν να γυρίσει στην γενέτειρα της για να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων μαζί με την υπέροχη οικογένεια της αν και ίσως έβλεπε ξανά τον Έντι , αν και ήξερε ότι ο πρώην σύντροφος της είχε προχωρήσει από την τελευταία τους συνάντηση πριν ένα χρόνο σχεδόν όταν μετά από χρόνια σχέση , της ανήγγειλε ότι δεν έχει πλέον τα ίδια συναισθήματα όπως στην αρχή της σχέσης τους , πως μετά από τόσα χρόνια η εφηβική τους αγάπη έγινε απλά συνήθεια και πως πλέον την έβλεπε σαν την μικρή αδερφή του .

Ένας σάκος γεμάτος με χαμόγελα, του Γιώργου Δάμτσιου

10 Δεκεμβρίου

Κόντευε μεσάνυχτα, αλλά ο Μορφέας δεν έλεγε να τραβήξει την οχτάχρονη Ελένη στη μεθυστική αγκαλιά του. Το κοριτσάκι στριφογυρνούσε συνεχώς στο κρεβάτι του, προσπαθώντας να βολευτεί. Μάταια. Δεν ήταν το κορμί της αυτό που δεν γαλήνευε, αλλά το μυαλό της. Στο τέλος δεν άντεξε, χτύπησε τον τοίχο δίπλα από το κρεβάτι με τους κόμπους των δακτύλων της. Πρώτα δύο φορές, μετά τρεις και στο τέλος δύο ακόμα. Ήταν το μυστικό συνθηματικό που είχε δημιουργήσει με τη μητέρα της από τότε που άρχισε να κοιμάται στο παιδικό δωμάτιο.

Εκείνη εμφανίστηκε σχεδόν στη στιγμή. Φορούσε το νυχτικό της και τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα. Τα μάτια της όμως ήταν ολοζώντανα. Ήταν φανερό ότι έδινε τη δική της ανεπιτυχή μάχη στο κρεβάτι.

«Τι έγινε, κορίτσι μου; Γιατί δεν κοιμάσαι ακόμα;» ρώτησε.

«Σκέφτομαι τον Άγιο Βασίλη, μαμά. Φοβάμαι ότι φέτος δεν θα έρθει».

Η γυναίκα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Το φοβόταν και η ίδια εδώ και μήνες.

«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να βρει τις κατάλληλες απαντήσεις.

Χριστούγεννα στην Έρημο, του Νίκου Θεοχαρίδη

Ο χρόνος είναι αμείλικτος.


Κι εγώ τον είδα να στέκει σαν σκηνή από παλιά καραβόπανα στο πουθενά. Έξω από τη σκηνή ένα μικρό αλογάκι σπασμένο από κάποιο καρουζέλ, σφηνωμένο στη μαλακή άμμο έστεκε όρθιο. Ήταν κάποτε ολόλευκο και η χαίτη του ξανθιά. Είχε ξασπρίσει όμως από τον καυτό ήλιο, λευκή και κίτρινη πλέον. Το ένα μάτι του μικρού αλόγου είχε σβηστεί. Η σέλα του, κόκκινη κάποτε, τώρα καφέ και βρόμικη.

Καρφώνουν τα άλογα του καρουζέλ στην άμμο, όταν γεράσουν, σκέφτηκα.

Και χάζεψα το παράταιρο κόσμημά της. Οι άνθρωποι που ζουν στην έρημο τη στολίζουν με τις πιο έντονες παραδοξότητες. Αστρόπλοια μικρά, πλαστικά άλογα, πλίθινα σπίτια, ζευγάρια καρφωμένα σε κάκτους. Είναι η λευκή σελίδα ποιητών που δεν έγραψαν τίποτε. Καθένας μας φτάνει εδώ και, επειδή δεν υπάρχει τίποτα πάνω της, ο καθένας μπορεί να βάλει ό,τι θέλει στο άδειο της σώμα. Γι’ αυτό την αγαπούν τόσο τα παιδιά της. Είναι ένας εν δυνάμει στολισμός, ελεύθερη, κενή. Κανείς δεν τη διαμόρφωσε. Βρίσκεις το κομμάτι που θέλεις να μείνεις και της βάζεις πάνω τα πράγματά σου. Ό,τι θέλεις να σε στολίζει. Η γη της ελεύθερης φαντασίας. Ανέχεται τα βρόμικα παιχνίδια σου, τα σκουριασμένα στολίδια, το νεκροταφείο των ξεχασμών και των ξεχασμένων. Η έρημος. Η γη της φτηνής ποίησης. Κανένα κτήριο δεν μπαίνει στη μέση. Όλο υπερβολή και ταπεινότητα.

Χίλιες πλην μία ευχές, της Αμαρυλλίς Σκουρλά (MaryLouSoyer)

Όταν ήμουν 8 ετών ανακάλυψα ότι είχα μία μαγική δύναμη. Αν ήθελα κάτι πάρα πολύ και ‘έκλεινα τα μάτια και το ευχόμουν με όλη μου την δύναμη, γινόταν πραγματικότητα. Έτσι απέκτησα πολλών λογής πράγματα όπως το αγαπημένο μου κάστρο playmobil με τον δράκο φύλακα, που ήταν πολύ ακριβό και η μαμά μου έλεγε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μου το αγοράσει, εκείνο το τεράστιο σπαθί που η μαμά έλεγε ότι δεν πρόκειται να το αγοράσει γιατί θα της σπάσω τα βάζα, έτσι απέκτησα και το πρώτο μου ζωάκι την Bunny αλλά και αργότερα την σκυλίτσα μου την Λίλα.

Όταν ήμουν παιδί οι μοναδικές μου επιθυμίες είχαν να κάνουν με παιχνίδια , γλυκά και βόλτες. Φτάνοντας στην εφηβεία έπειτα από ένα παράξενο όνειρο που είδα, απέκτησα έναν σχεδόν εμμονικό φόβο ότι η καλή μου τύχη κάποια στιγμή θα στέρευε. Έτσι, έγινα πιο φειδωλός και ευχόμουν μόνο για πολύ σημαντικά πράγματα. Και κυρίως στα γενέθλια μου. Κάθε χρόνο, όταν πλησίαζε ο μήνας γενεθλίων μου έβαζα τα δυνατά μου να σκεφτώ ποια θα ήταν η καλύτερη ευχή.

Στα 12 ευχήθηκα να αποκτήσω κολλητούς φίλους, στα 13 να μην διαλυθεί η οικογένεια μου, στα 14 να τα φτιάξω με το κορίτσι που μου άρεσε και στα 15 να πάρω το καλύτερο μηχανάκι.

Μεγαλώνοντας σταμάτησα να ασχολούμαι με τόσο παιδιάστικα πράγματα όπως οι ευχές. Παρόλα αυτά, κάποιες φορές έπιανα τον εαυτό μου να εύχεται άχρηστα πράγματα πάνω στην φούρια μου όπως «Μακάρι να προλάβω το λεωφορείο», «Μακάρι να μην έχει ουρά στο ταμείο του super market» , «Μακάρι να μου κάτσει η Πηνελόπη» . Απέκτησα ξανά το συνήθειο των παιδικών μου χρόνων και αφού σχεδόν όλες τις φορές η ευχή μου δούλευε, αποφάσισα να το εκμεταλλευτώ .

Συμβαίνει και στα καλύτερα σπίτια…, του Γιώργου Μπελαούρη

Μια απλή Τετάρτη

«Έτσι που λες κύριε αρκούδε, η μαμά και ο μπαμπάς μού λένε ότι είμαι μοναδική, πανέξυπνη, πανέμορφη και όχι μόνο επειδή είμαι η μοναχοκόρη τους. Το πιστεύουν αληθινά!» έλεγε η εφτάχρονη Βάγια στο αγαπημένο της λούτρινο, με το σοβαρό και περισπούδαστο ύφος κάθε παιδιού της ηλικίας της. Βρισκόταν στο πάτωμα του δωματίου της, το οποίο ήταν φωτισμένο μόνο με τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που της είχε στήσει ο μπαμπάς. Της άρεσε να κάθεται έτσι, στο πολύχρωμο ημίφως. «Αλλά εγώ δεν θέλω να γίνω ψώνιο σα τα περισσότερα κορίτσια στην τάξη μου. Θα αργήσει η μέρα που θα πηγαίνω βαμμένη στην τάξη και δε θα με κοροϊδέψουν ποτέ οι δάσκαλοι ή οι συμμαθητές ότι είμαι σαν κλόουν. Ούτε πιστεύω όσα λένε τα κορίτσια για αυτό το πράγμα, το σεξ. Εμένα μου το έχουν πει πολλές φορές και τους πιστεύω: με έφερε ο πελαργός. Τελεία και παύλα.»

Στην τελευταία της λέξη άκουσε ένα γέλιο.

Σάστισε.

Από το σαλόνι άκουγε τις ειδήσεις και την μουρμούρα των γονιών της, δεν ήταν κανένας άλλος στο σπίτι και το γέλιο είχε ακουστεί τρομαχτικά κοντά. Ξαφνιασμένη και γεμάτη δυσπιστία, έριξε μια ματιά στο αρκούδι. Το άκουσε να χαχανίζει και πάλι.

Krampusnacht, της Γεωργίας Σβορλίγκου


Τα μικρά φώτα που στολίζουν τα ψηλά κτίρια λάμπουν σαν θαμπωμένα άστρα στο σκοτάδι. Η πόλη ξαγρυπνά χαρωπή κάτω από το αφράτο πάπλωμα του χιονιού, σαν παιδί που κουράστηκε από το παιχνίδι μα ο ενθουσιασμός του κρατάει ανοιχτά τα βλέφαρα και γελαστό το πρόσωπο. Φώτα στεφανώνουν τις κολώνες στο δρόμο, το ψηλό δέντρο στο κέντρο της πλατείας λάμπει μες στη γιορτινή του φορεσιά, το ζεστό κρασί μοσχοβολάει.


Μια τέτοια νύχτα ακόμα κι ένα πλάσμα του σκότους σαν εμένα θέλει να γιορτάσει.

Το δώρο μου με ακολουθεί, όσο πιο διακριτικά μπορεί. Πιστεύει πως δεν τον έχω καταλάβει. Πιστεύει πως ακολουθεί μια μαυροφορεμένη γυναίκα με μακριά κόκκινα μαλλιά, που λίγη ώρα πριν αρνήθηκε το ποτό που την κέρασε στο μπαρ. Πιστεύει πως αυτό του δίνει το δικαίωμα να με ακολουθεί σε μια λογική απόσταση, προσπαθώντας να κρύψει το ότι το αλκοόλ κάνει τα βήματά του βαριά και λοξά, καθώς ο θυμός κάνει το σαγόνι του να σφίγγεται σε μια άγρια μάσκα.

Πιστεύει πως αυτός είναι ο κυνηγός απόψε.

Ο ανόητος.

Τον είχαν, άραγε, προειδοποιήσει για μας; Άραγε κάποια γιαγιά, όταν ήταν μικρό παιδί, μια μέρα γιορτινή σαν τούτη σήμερα, να τον πήρε από το χέρι και να τον πήγε να δουν την Παρέλαση;

Ξύλο και Μπογιά, της Έλενας Τέφα

Για την Ευρυδίκη, η 24η Δεκεμβρίου ήταν μια μέρα που πλέον ανήκε στο παρελθόν από τη στιγμή που ξημέρωνε.


Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα έσυρε το κουρασμένο σώμα της μέχρι την κουζίνα όταν δεν μπορούσε πια να αγνοήσει το φως που εισχωρούσε από τα παντζούρια. Έπειτα, νερό στο μπρίκι, μια γεμάτη κουταλιά με ελληνικό και μία ζάχαρη, πριν κάνει οτιδήποτε άλλο. Όσο και αν είχε αλλάξει η ζωή, αυτή εδώ η ρουτίνα ήταν ο μικρός της ανεκτίμητος θησαυρός στην αρχή κάθε ημέρας, εδώ και εβδομήντα χρόνια.

Η τηλεόρασή της θεωρείται πλέον παλιού τύπου, από αυτές που εκτείνονται σε βάθος, όμως κάνει ακόμα τη δουλειά της. Έβαλε τις ειδήσεις για να ακούσει τον καιρό: πέντε βαθμούς και σήμερα. Με την πλάτη στον κουστουμαρισμένο μετεωρολόγο, έκοψε μια φέτα ψωμί και άλειψε στην επιφάνειά της λίγο βούτυρο και μέλι. Όταν ο καφές της ήταν έτοιμος, μεταφέρθηκε στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, και κάθισε στην αριστερή πλευρά. Από συνήθεια.

Η δεξιά πλευρά ανήκε πάντα στον Κώστα. Της είχε εξηγήσει κάποτε πως, μια από τις τρομακτικότερες εμπειρίες του από όταν ήταν παιδί, ήταν εκείνο το απόγευμα του ‘48 που έριχνε καταρρακτώδη βροχή, και ένας εκτυφλωτικός κεραυνός έκαψε τη βελανιδιά στον κήπο του πατρικού του. Ο ίδιος, που καθόταν μπροστά από το παράθυρο, τρόμαξε αρκετά ώστε να αποφεύγει τη θέα του παραθύρου όταν ήταν καθισμένος στο τραπέζι για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι η Ευρυδίκη φρόντιζε να κάθεται πάντα αριστερά, ώστε εκείνος να γυρίζει πλάτη στο παράθυρο. Και εκείνος χαμογελούσε, και έλεγε πως έχει ήδη απέναντί του την ωραιότερη θέα.

Τότε ή τώρα; της Ρένιας Γαλιώτη


Τα Χριστούγεννα, ήταν πάντα η αγαπημένη μου γιορτή. Στολίδια, φωτάκια, λαμπάκια, δώρα, γλυκά, φαΐ, ζεστή σοκολάτα. Ο παιδικός μου εαυτός, τα περίμενε με ανυπομονησία και με μια μεγάλη ανοιχτή αγκαλιά. Και ο ενήλικος το ίδιο. Μόνο που κάπου ανάμεσα στο τότε και στο τώρα… μεγάλωσα. Ή για να ακριβολογώ, μεγαλώσαμε. Και ίσως, να μην προλάβαμε να αντιληφθούμε, πόσο σύντομη ήταν αυτή η διαδρομή, που κάποτε φάνταζε παντοτινή.


Είναι εκείνη η εποχή του χρόνου που όσο και να την αγαπάμε πολύ, και όσο και να ‘ναι, η αγαπημένη μας, όσο και να φροντίζουμε το παιδί μέσα μας, μεγαλώνουμε, τα χρόνια περνάνε, και τίποτα δεν είναι το ίδιο. Οι υποχρεώσεις, οι συνθήκες, τα γλυκά, το στόλισμα, οι άνθρωποι… από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις!

Κάποτε ξυπνήσαμε τελευταία φορά για να πάμε στη Χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου μας. Ευχηθήκαμε στους συμμαθητές μας, στους δασκάλους μας ή στους καθηγητές μας μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο: «Καλά Χριστούγεννα», «Καλή ξεκούραση», «Τα λέμε του χρόνου», και χαρήκαμε για τις διακοπές που μόλις ξεκίναγαν, για τον ύπνο που δε θα διέκοπτε το πρωινό ξύπνημα, για το ατελείωτο ξενύχτι και για την ουσιαστική ξεκούραση που τότε -ή και ποτέ- δεν εκτιμήσαμε. Τώρα, τη θέση του έχει πάρει η σχολή, το διάβασμα, οι εργασίες, η εξεταστική που έπεται, η δουλειά. Οι μέρες των διακοπών μειώθηκαν και ούτε που προλάβαμε να το συνειδητοποιήσουμε. Τελικά τις υποχρεώσεις τις προλάβαμε ή μήπως μας πρόλαβαν;

Αίμα κάτω απ’ το γκι, του Κοσμά Κωνσταντινίδη

Έκανα τον πρώτο μου φόνο παραμονή Χριστουγέννων. Σκότωσα τη γυναίκα μου με ένα κουζινομάχαιρο και μετά έφαγα μια πιατέλα αγοραστά μελομακάρονα στο σαλόνι, αραχτός στον τριθέσιο καναπέ που είχαμε αγοράσει μεταχειρισμένο στις προσφορές και δέσποζε κάτω από το διακοσμητικό γκι. Κάτω από το ίδιο γκι που πριν έξι χρόνια είχαμε ανταλλάξει το πρώτο μας φιλί ως παντρεμένοι, ξεστομίζοντας όρκους που υπόσχονταν αιώνια αγάπη. Τα παπούτσια μου κολλούσαν από το αίμα που είχε κατακαθίσει στις σόλες τους. Είχα μεταφέρει κόκκινες πατημασιές από την κρεβατοκάμαρα απλώνοντάς τες σε όλο το μωσαϊκό του διαδρόμου. Στα αφτιά μου εξακολουθούσε να αντηχεί το υδαρές πλατσούρισμα των βημάτων μου. Σκέφτηκα ότι θα μου έπαιρνε όλο το βράδυ να τις καθαρίσω αλλά μετά θυμήθηκα ότι μου είχε τελειώσει η χλωρίνη.

Το πτώμα της βρισκόταν ακόμη στο κρεβάτι. Άκαμπτο σαν ψεύτικη κούκλα. Δεν το είχα μετακινήσει, απλώς το παράτησα εκεί. Παρακολούθησα στην τηλεόραση μία από τις χριστουγεννιάτικες ταινίες που έπαιζαν κάθε χρόνο σε επανάληψη κι όταν νύσταξα κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου. Η Μαρία εκεί. Μαρία. Είχα καιρό να την αποκαλέσω έτσι. Πάντα την προσφωνούσα ματάκια μου, αργότερα που γέννησε τον γιο μας μανούλα κι αφότου αρχίσαν οι καβγάδες μας στρίγγλα και καριόλα. Έβλεπα την σύζυγό μου διπλωμένη σε μια στάση αφύσικη, με τα πόδια λυγισμένα και τη μέση τεντωμένη. Οι παλάμες της παρέμεναν κολλημένες στο τραύμα που της είχε προκαλέσει το μαχαίρι μου στο ύψος της κοιλιάς. Το αίμα εξακολουθούσε να γλιστρά από τα δάχτυλά της πεταρίζοντας αδύναμα, όμοιο με το φτεροκόπημα ενός πουλιού. Ίσως στις στερνές της ανάσες πίστεψε πως σφίγγοντας την πληγή θα διέκοπτε την αιμορραγία και θα επιβίωνε. Τελικά έκανε λάθος.

Τα μισάνοιχτα χείλη της έχασκαν μπλαβιασμένα. Στις κόκκινες φυσαλίδες που άφριζαν στο σαρκώδες περίγραμμά τους

Χριστούγεννα 1940, της Μαρίας Παπαθεοδώρου

Ήταν 25 Δεκέμβρη ξανά κι εκείνη τη χρονιά, μέρα της γέννησης του Χριστού, που έβρισκε τους περισσότερους Έλληνες άντρες να πολεμούν στα μέτωπα της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, η προέλαση του στρατού μας είχε φτάσει την παραμονή των Χριστουγέννων ως τη Χιμάρα, μετά από μια σειρά αλλεπάλληλων νικών. Εκεί έμελλε να περάσουν το φετινό Δωδεκαήμερο φαντάροι, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, από κάθε γωνιά της Ελλάδας, μακριά από τους δικούς τους, έχοντας ήδη χάσει πολλούς στις μάχες και στα κρεβάτια των νοσοκομείων από κρυοπαγήματα και γάγγραινα, μα με την ελπίδα ότι ο πόλεμος αυτός θα λήξει νικηφόρα να τους ζεσταίνει κάπου στο βάθος την καρδιά και να αναπτερώνει το ηθικό τους…

"Καλά Χριστούγεννα, παιδιά! Να τσ' αμπώξομε να πέσουνε στη θάλασσα τσι μακαρονάδες, κι απέ να γιαείρουμε στον τόπο μας, και να ζιορτάσουμε στα σπίθια μας λεύτεροι του χρόνου!" ευχήθηκε ένας νεαρός στρατιώτης, Κρητικός, με έντονη την προφορά της Μεγαλονήσου. "Ε, μρε, και τέθοιες μέρες, θε να 'χε σφάξει ο μπάρμπας μου τον χοίρο εκειά στο χωριό στ' Αμάρι, τσαι να 'σαζε τα απάκια..."

"Από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί!" του απάντησε ένας νέος ανθυπολοχαγός, Μανιάτης αυτός. "Κι εμείς σφάζαμε χιούρους στο χωριό μου στην Κοίτα, σαν ήμουνα παιδί, για να κάνουμε τα σύγλινα και τα λουκάνικα, κι η μάνα κι η γιαγιά και η καφή μου η μεγάλη θα 'φτιαχνανε μαζί τηγανίδες και λαλάγγια..."

"Αμ, εμένα, κυρ - ανθυπολοχαγέ, που είμι απ' τα Γιάννινα, κι έκανι η βάβω μου του Χριστού τα σπάργανα,

Ρούντολφ, ο σκοτεινός τάρανδος, της Ερωδίτης Παπαποστόλου

Σκοτάδι. Πολύχρωμα φώτα αναβοσβήνουν παράταιρα στις βιτρίνες των κλειστών μαγαζιών σε ένα υγρό σοκάκι.

Λαχάνιασμα. Βήματα που τρέχουν. Μια φιγούρα σωριάζεται με έναν ανατριχιαστικό γδούπο. Ένα στρόγγυλο κόκκινο φως αιωρείται. Σιωπή.

***

Λίγες ώρες νωρίτερα...

Ο μικρός Θίοντορ έσερνε τα βήματά του, τυλιγμένος στο λεπτό του πανωφόρι. Το χιονόνερο που έπεφτε από το πρωί, είχε ποτίσει με υγρασία την ατμόσφαιρα, κάνοντας ακόμη πιο τσουχτερό το κρύο του Δεκέμβρη.

Το χλωμό προσωπάκι του και τα κατάξανθα μαλλιά του, τον έκαναν να μοιάζει με ένα άγαλμα, που είχε ζωντανέψει ξαφνικά και σύντομα θα επέστρεφε στη λήθη του. Το μικρό χέρι του είχε παγώσει, καθώς κρατούσε διαρκώς τέσσερα πακέτα χαρτομάντηλα και πάσχιζε να κάνει τους περαστικούς να τα αγοράσουν.

«Πάρτε ένα πακέτο» παρακαλούσε με τρεμάμενη φωνή, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Το αγόρι έριξε μια κλεφτή ματιά στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ξόρκια, σεξ και ζάχαρη άχνη, της Βιβής Κανάρη

Έβγαλα το ταψί με τα μελομακάρονα από τον φούρνο και για ένα δευτερόλεπτο φαντάστηκα το κόκκινο γάντι κουζίνας με τους αγιοβασίληδες και τις χιονονιφάδες να χαϊδεύει το γυμνό του κορμί, να, εκεί στο ύψος της κοιλιάς, και ίσως λίγο πιο χαμηλά. Ένα δευτερόλεπτο μόνο. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο η μικρή μου κόρη τσίριξε. Έριξα μια ματιά πάνω από τον πάγκο της κουζίνας. Η μεγάλη μου κόρη τής είχε αρπάξει ένα στολίδι από τα χέρια. Ο αγαπημένος μου σύζυγος, ο άντρας του σπιτιού, καθόταν ακριβώς δίπλα κι έπαιζε βιντεοπαιχνίδια. Φυσικά, δεν έκανε απολύτως καμία κίνηση για να τις χωρίσει.

«Κλαίρη, τα παιδιά. Δεν ακούς; Τσακώνονται». Άφησα στην άκρη τα μελομακάρονα. Έπρεπε να τα σιροπιάσω ζεστά ή κρύα; Να ξανακοιτάξω τη συνταγή.

Προσπάθησα να χωρίσω τις μικρές που είχαν ξεκινήσει τις κλοτσιές και τις μπουνιές. Έφαγα κι εγώ μια αδέσποτη, ως άμαχος πληθυσμός. Επέστρεψα στην κουζίνα και προσπάθησα να ξαναβρώ τη συνταγή στο κινητό.

«Πάλι στα κοινωνικά δίκτυα είσαι;» ο αγαπημένος σύζυγος. «Δες λίγο και τα παιδιά». Είναι ο πατέρας των παιδιών μου, δε θα ρίξω κατάρα. Δε θα ρίξω.

Αυτό που χρειαζόμουν στην πραγματικότητα δεν ήταν κατάρα, ήταν ένα ξόρκι να μαζευτεί το σπίτι μόνο του και να ψηθούν μόνα τους τα γλυκά, αλλά αυτά τα πράγματα ήταν για ισχυρές μάγισσες και οι δικές μου δυνατότητες ήταν πολύ, πολύ περιορισμένες. Μπορούσα να στοχεύσω μόνο σ’ένα με δύο πράγματα τη φορά.