Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα M Ø NS Ŧ ER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα M Ø NS Ŧ ER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 6ο)

Η κουρασμένη Άσα Πιλάρσκι στέκεται για εκατοστή φορά στο άνοιγμα του παραβάν μου και με κοιτάζει με το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου που στέκεται για εκατοστή φορά στο άνοιγμα του ίδιου παραβάν. «Τι;», γρυλίζει άκεφα και σταυρώνει τα χέρια της στο στέρνο της.
Περιμένει να ακούσει την νέα, εξωφρενική ιστορία μου που δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
«Εντάξει», λέω με ένα νευρικό γελάκι που με κάνει να ακούγομαι παρανοϊκή. «Ξ-ξέρω πως θα ακουστεί, αλλά...», με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού μου δείχνω την κούπα που βρίσκεται ακόμη επάνω στο μόνιτορ. «Αυτή η βλακεία άλλαξε θέση. Δεν την έβαλα εγώ εκεί πάνω. Εγώ την άφησα στο κομοδίνο».
«Χμμμ», η Πιλάρσκι πλαταγίζει ασυγκίνητη τα χείλη της. Δείχνει βαριεστημένη σαν να πλήττει, σαν να με επικρίνει που δεν έπλασα ένα πιο φρέσκο σενάριο.
Αυτό εδώ μπαγιάτεψε.
Καθώς στέκεται στο κάτω μέρος του κρεβατιού μου σαν αλύγιστος κριτής, βλέπει το βιβλίο που έχω απιθώσει επάνω στο κομοδίνο. «Την Βίβλο διάβαζες;», ρωτάει, λες κι το ανάγνωσμά μου έχει ζωτική σημασία για την λύση του μυστηρίου.
«Πράγματι την διάβαζα», λέω αμυντικά. «Και λοιπόν;»
«Χρυσή μου», λέει πιο μαλακά, με φωνή που στάζει σαν παχύρευστο, γλυκερό σιρόπι. «Τώρα κατάλαβα πώς έκανε φτερά το αφέψημα σου, πώς έβγαλε πόδια η κούπα σου. Μα ναι, ναι, είναι προφανές... πρόκειται για θαύμα».
«Ω», αναφωνώ προσβεβλημένη, ενώ εκείνη μου γυρνά την πλάτη και αρχίζει να απομακρύνεται. «Πόσο ώριμο εκ μέρους σου, Πιλάρσκι! Πρώτα αδιαφορείς παντελώς για τα προβλήματά μου και τώρα κοροϊδεύεις τη θρησκεία μου!

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 5ο)

«Αποκλείεται», λέει κάθετα η νοσοκόμα.
«Μα... μα... όμως...», ψάχνω να βρω κάποιο επιχείρημα για να την μεταπείσω, αλλά αδυνατώ να σκεφτώ κάτι.
Το μόνο που κατορθώνω για την ώρα είναι να τραυλίζω, να μετατοπίζω το μπερδεμένο μου βλέμμα από το άδειο μπολ στη δύσπιστη γυναίκα και πάλι πίσω και να και να χάνω τα λόγια μου. «Το αφέ... το αφέψημα... εξαφανίστηκε».
«Αποκλείεται», επαναλαμβάνει. Ακούγεται ανυποχώρητη.
Και δεν την αδικώ.
Είναι έξι το χάραμα, δουλεύει υπερωρίες και καλείται να φέρει βόλτα ολόκληρη την πτέρυγα ανάρρωσης. Είναι εξουθενωμένη. Και σαν να μην της φτάνουν αυτές οι σκοτούρες, έχει κι εμένα, να μονοπωλώ την προσοχή της, να την φωνάζω μες στην μαύρη νύχτα και να ισχυρίζομαι ότι το τσάι μου εξατμίστηκε διά μαγείας.
«Όχι, αλήθεια», επιμένω. «Την μια στιγμή το... άφησα κάτω για να χαζέψω... τα παράθυρα... απέναντι και... και... όταν το ξαναέπιασα στα χέρια μου... το μπολ ήταν... άδειο».
Τα καστανά της φρύδια σουφρώνουν και ενώνονται σε μια ευθεία γραμμή εκνευρισμού. Δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στα λεγόμενά μου. «Δίχως να το έχεις αδειάσει εσύ;»
«Ακριβώς», λέω με στόμφο.
«Και είσαι σίγουρη για αυ-»
«Ναι», την κόβω.
Μου δίνει μια ευκαιρία να αλλάξω γνώμη. «Αντριάννα, κοίταξέ με. Είσαι απολύτως σίγουρ-»
«Ναι», την διακόπτω ξανά. «Ναι, ναι, ναι. Είμαι απόλυτα σίγουρη ότι δεν το ήπια. Θα... θα το θυμόμουν εάν το είχα πιεί. Αλλά δεν το άγγιξα». Τι πρέπει να πω για να την τουμπάρω;

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 4ο)

Όταν ο Άσερ με ξάπλωσε σε εκείνο το παλιό, φθαρμένο στρώμα με την ξεκοιλιασμένη γέμιση, ήξερα καλά τι θα ακολουθούσε. Και αυτή η σκληρή, αβάσταχτη επίγνωση με έκανε να θέλω να ουρλιάξω, να φωνάξω, να θρηνήσω για την αθωότητά μου που θα μου την έκλεβε για πάντα. Μα η κραυγή μου ξεκίνησε από τη μέση μου για να σκαρφαλώσει στο σώμα μου, και να κολλήσει στο λαιμό μου.
Δεν μπορούσα να παράγω τον παραμικρό ήχο. Είχα παραλύσει ολοκληρωτικά.
Ακόμα και αν μπορούσα να χαλαρώσω τους μύες του λαιμού μου, και να αφήσω τον ήχο να ξεχυθεί στο χώρο... τι νόημα θα είχε; Θα το πρόσεχε κανείς;
Όχι.
Ωστόσο, ετούτη την φορά, έτσι όπως τινάζομαι έξω από την ανάμνηση, ξυπνώντας κάθιδρη επάνω στο παλιό, νοσοκομιακό ράντζο, η κραυγή απελευθερώνεται από τον κόρφο μου και σκίζει την καθολική σιγή του αναρρωτηρίου.
Ακούω μερικά παραπονεμένα βογκητά από τους ασθενείς των γειτονικών ράντζων και ξαφνικά θυμάμαι που βρίσκομαι, τι συμβαίνει καθώς και ότι υπάρχουν τραυματισμένοι τρόφιμοι παντού τριγύρω που αναζητούν λίγη ηρεμία και γαλήνη.
«Συ-συγγνώμη», αρχίζω να απολογούμαι μουρμουριστά για το ξέσπασμά μου, αλλά τους έχω ήδη ταράξει σε βαθμό που δεν πάει άλλο.
Οι «συγγνώμες» μου δεν σημαίνουν τίποτα για εκείνους. Παύω.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 3ο)

«Λοιπόν», είπε αποπεμπτικά ο Γκρίφιν στους υπόλοιπους. «Ακούω γνώμες, πώς σας φαίνεται η αποψινή λεία;»
Με μια δυνατή σπρωξιά στην πλάτη με πέταξε ενώπιον τους λες και ήμουν έκθεμα προς μελέτη. Παραπατώντας βρέθηκα μες στο κέντρο του κλοιού τους.
Πώς με κοιτάζουν έτσι, πρόσεξα αλαφιασμένη, πεινασμένα, αρπακτικά, με τον άπληστο τρόπο που ένας άντρας κοιτάζει μια γυναίκα, όταν θέλει να... να...
Ξεροκατάπια. Όλοι είχαν υιοθετήσει το ίδιο ακριβώς ύφος, καθώς με ατένιζαν από την κορυφή ως τα νύχια.
«Δεν μπορώ να αποφανθώ», μίλησε ο Μαρκ με περισπούδαστο ύφος. «Φοράει πολλά ρούχα. Με μπερδεύει έτσι όπως καλύπτεται».
«Κανένα πρόβλημα», τον διαβεβαίωσε ο Γκρίφιν απ' την μεριά του, κάνοντας παράλληλα νόημα στον τρίτο Αθληταρά, τον Πιτ, να επιληφθεί του θέματος.
Εκείνος άφησε πρόθυμα την θέση του και κίνησε προς το μέρος μου.
«Όχι!», τσίριξα βλέποντάς τον να έρχεται γοργά κατά πάνω μου. «Μη... μην με πλησιάζεις».
Ο Πιτ πάγωσε ξαφνικά, σταμάτησε επί τόπου και μου χαμογέλασε φιλήδονα. «Όπως προστάζεις, μεγαλειοτάτη», σάρκασε υποκλινόμενος. Έπειτα, ίσιωσε την πλάτη και τους ώμους του και χωρίς κανέναν δισταγμό μηδένισε την απόσταση που μας χώριζε. Παρά τις διαμαρτυρίες μου, τα χέρια του βρέθηκαν παντού επάνω μου, στα μπράτσα, την πλάτη, την κοιλιά, τα πόδια μου καθώς άρχισε να αφαιρεί ένα ένα τα ρούχα από πάνω μου.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 2ο)

Αναδύομαι απότομα από την ανάμνηση, αλλά η θύμησή των αγοριών είναι ακόμη νωπή στο νου μου, κι η αναπνοή μου εξίσου κομμένη με τότε.
«Α-αυτό ήταν, Άντρι... Τε-τε-τελείωσε... Πέρασε ανε-ανεπιστρεπτί», κάνω μια απέλπιδα προσπάθεια να καθησυχάσω τον εαυτό μου. «Σαν ένα κακό όνειρο. Ναι, αυτό ήταν μονάχα... ένα φρικτό όνειρο».
Ωστόσο, τόσο το μυαλό όσο και το κορμί μου, ξέρουν ότι εκείνο το βράδυ με τον Γκρίφιν και την παρέα του υπήρξε. Υπήρξε πέρα από τα όρια του φαντασιακού μου.
Φρόντισαν να μην με αφήσουν να το ξεχάσω αυτό, ούτε για μια στιγμή. Άφησαν τα ίχνη τους επάνω μου, κέντησαν την επιδερμίδα μου με μωβ, μπλε και καφετιά μπαλώματα, κιτρινισμένες μελανιές, βαθιές νυχιές, δαγκωματιές κι ένα απερίγραπτο τσούξιμο ανάμεσα στα σκέλια μου, τα οποία τα νιώθω σαν διαλυμένα.
Δεν ήταν όνειρο όλο αυτό.
Εφιάλτης όμως σίγουρα ήταν.
Σαν να μην ξέρω τι είναι ο αέρας, και πρώτη φορά τον ανακαλύπτω, αρχίζω να παίρνω βαθιές ανάσες, μα ο αέρας μοιάζει να μην φτάνει ποτέ επαρκής στα πνευμόνια μου.
Προσπαθώ να θυμηθώ πώς αναπνέουμε.
Μπιπ, μπιπ, μπιπ, μπιπ, μπιπ...
«Τι στην ευχή είναι αυτό;»
Προσέχω ξαφνικά τον κοφτό, ηλεκτρονικό ήχο που επαναλαμβάνεται φτάνοντας από κάπου κοντά μου, κι ψάχνω να δω τι τον προκαλεί. Στο πλάι του κρεβατιού μου υπάρχει ένα κατασκονισμένο, παλαιολιθικό μηχάνημα ηλεκτρονικής υποστήριξης, ένα μόνιτορ, τέλος πάντων, που καταγράφει την καρδιακή μου λειτουργία.
Όσο αφηνιάζω εγώ, τόσο αφηνιάζει κι εκείνο.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 1ο)

Ξυπνώ από τον πόνο. Μ' έναν πικρό μορφασμό ανακάθομαι, κρατώντας τα πλευρά μου που μοιάζουν πιο εύθραυστα από ποτέ, τα κόκκαλα μου τρίζουν λες και έχουν βγει από την θέση τους και το κεφάλι μου βουίζει σαν κυψέλη με μέλισσες.
Ο πόνος είναι ολοκληρωτικός. Τρομερά δυνατός, φρικιαστικά απαίσιος.
Ο πόνος είναι καλός, ένα ενθαρρυντικό σημάδι.
Πονάω.
Άρα είμαι ζωντανή.
Εντάξει, το λύσαμε αυτό. Ας κατατοπιστώ λίγο περισσότερο τώρα. Ας δω πού στην ευχή βρίσκομαι.
Ο χώρος που με περιβάλλει είναι ένα μακρόστενο, ψηλοτάβανο δωμάτιο με μια περίτεχνη τρουλωτή οροφή και κάμποσα επιβλητικά παράθυρα στους τοίχους του που εκτείνονται από το πάτωμα έως το ταβάνι, σαν παράθυρα εκκλησίας.
Κατά μήκος της σκοτεινής αίθουσας παρατάσσονται νοσοκομειακά ράντζα με λευκά παραβάν, κάποια εκ των οποίων είναι κατειλημμένα ενώ άλλα όχι. Προφανώς, πρόκειται για το αναρρωτήριο του Ντέιβις Πλέις, ένα μέρος που για καλή μου τύχη δεν είχα επισκεφτεί ποτέ πριν.
Τώρα όμως, βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα από τα ράντζα του αναρρωτηρίου, δίχως να μπορώ να θυμηθώ το πώς ή το γιατί οδηγήθηκα εδώ.
Τι συνέβη;
Τι μου συνέβη;
Πώς στο καλό κατέληξα έτσι;

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 12ο)

Ο Γκρίφιν Σέιγουορθ πιάνει να διασχίσει την αχανή πίστα, ξεγλιστρώντας μέσα από τους μεθυσμένους θαμώνες, κι εγώ, η πέρα για πέρα μεθυσμένη Αντριάννα, τον ακολουθώ χοροπηδώντας χαρωπά, όπως ο Λαγός του Πάσχα.
Ο θόρυβος της μουσικής διαπερνά το κορμί μου, κάνοντας τα κόκαλά μου να τρίζουν, σφυροκοπώντας ανελέητα το κρανίο μου, με ζαλίζει. Ωστόσο, το χέρι του Γκρίφιν κρατάει γερά το δικό μου και δεν με αφήνει, μου δείχνει τον δρόμο. Κι έτσι, δεν αργούμε να αφήσουμε όλα αυτά τα κόκκινα, μπλε και μωβ φώτα, την μουσική, τον καπνό και τα άγνωστα κορμιά που γλιστράνε το ένα στο άλλο πίσω μας. 

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 11ο)

Στηρίζομαι σε μια ξέμπαρκη κολώνα, νιώθοντας τη μαστούρα μου να ταλαντεύεται, να χάνει και τελικά να ξαναβρίσκει την ανοδική τροχιά της. Ζεσταίνομαι, ιδρώνω ρίχνω τα μαλλιά μου προς τα πίσω και μετά προσπαθώ να τα σηκώσω απ' το σβέρκο μου.
Κρυώνω.
Θέλω να βάλω τα κλάματα.
Φουντώνω.
Θέλω να ξεσπάσω σε υστερικά γέλια.
Νομίζω πως τρελαίνομαι.
«Για όνομα, ρε Άντρι», τα χώνω στον εαυτό μου. «Απλώς τράβα σπίτι σου. Αα, μόλις το θυμήθηκα. Δεν έχεις σπίτι πια. Ε, τότε γύρνα στον κοιτώνα σου και πάψε να γελοιοποιείσαι για απόψε. Αρκετά για σήμερα. Και αύριο εδώ θα είσαι για να πας το ρεζίλι σε νέο επίπεδο. Ναι, εδώ θα είσαι. Ή μήπως όχι; Σωστά», θυμάμαι. «Σωστά. Μπορεί και να τα 'χεις τινάξει τα πέταλα μέχρι αύριο, εξ αιτίας του δαιμονοπράγματος. Μα ναι... για αυτό ήρθες στο πάρτι εξαρχής, για να νιώθεις μια ψεύτικη ασφάλεια μες στο πλήθος. Τι κλασομπανιέρα, Θεέ μου! Αχαχαχαχαχα». Το γέλιο που αντηχεί σαν τρανή επιβεβαίωση της τρέλας μου, γίνεται ακόμη δυνατότερο, μόλις θυμάμαι τον εμετό.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 10ο)


«Άντε, Βάλενταϊν!», μου φωνάζει υπερενθουσιωδώς η Τιντάλ. «Φίλα τον! Φίλαφίλαφίλα τον!»
«Ναι, κουνήσου, κορίτσι μου. Δεν θέλουμε να λιώσει το Έκστασι στο στοματάκι σου», συμφωνεί ο Ροσμάιζελ όλο παράπονο. Είναι από αυτούς που δεν έχουν προλάβει να γευτούν το ναρκωτικό ακόμη.
«Μην κοντοστέκεσαι», μου ζητά η Νιβ. «Πάνω του! Εμπρός».

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 9ο)

Ακολουθώ τον Κάι Γκρίνγουντ, καθώς μπαίνει στον δεύτερο κοιτώνα, έναν μικρό, χαώδη χώρο που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να θυμίζει παράνομο κλαμπάκι. Η μουσική παραμένει απαράλλακτη εδώ, εκκωφαντικά δυνατή και διαπεραστική, ενώ η ατμόσφαιρα είναι εξίσου πνιγηρή με την ατμόσφαιρα στο πρώτο δωμάτιο. Είναι όμως σκοτεινή και αισθησιακή, κάτι που ενισχύουν τα σώματα που τρίβονται μεταξύ τους, γλιστρούν, λικνίζονται, πάλλονται στον σαγηνευτικό ρυθμό της μουσικής μετατρέποντας το μέρος σε πίστα χορού.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 8ο)


«Σιγά!», μου βάζει τις φωνές ο Κάι. «Σιγά!», μου αρπάζει την κούπα και την επιστρέφει στο μπουφέ. «Αυτό βαράει, δεν είναι το γάλα σου!»
«Μην εξάπτεσαι, αγαπητό μου πανκιό», τον καλοπιάνω, με την κυκλοθυμία μου να κάνει την εμφάνισή της. Πριν λίγο του αντιμιλούσα, τώρα του γλυκομιλάω. «Με έχουν ήδη βαρέσει κατακούτελα άλλα δέκα ποτηράκια πριν από αυτό. Αν ήσουν εδώ, βέβαια, θα το 'ξερες. Θα τα 'χες μετρήσει μοναχός σου. Δεν σου φταίει κανείς, όμως, που πήγες να φουμάρεις με την Νοσηλεύτρια».

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 7ο)

«Αα!», κατσούφιασα ξανά. «Και είχα αρχίσει ν' αναρωτιέμαι γιατί έχει αργήσει τόσο να μου χτυπήσει την πόρτα η κατάθλιψη».
Εντούτοις, η κατάθλιψη δεν πρόλαβε ούτε αυτή την φορά να διαβεί το κατώφλι μου, επειδή την προσπέρασε μια ομάδα παιδιών που έπεσε καταπάνω μου.
«Γεια, εσύ δεν είσαι η Βάλενταϊν;», με ρώτησε με απρόσκοπτη φιλικότητα κάποιος από το τσούρμο. «Εγώ είμαι ο Αμπρόουζ και...»
«Η Βάλενταϊν από το Μονρόε, που έριξε την αδερφή της από τις σκάλες και την ξέκανε;», πήρε τον λόγο ένα ημίγυμνο κορίτσι. «Σε νιώθω. Εγώ είμαι η Τιντάλ, μεγάλη θαυμάστρια σου. Καλά της έκανες, όχι καλά της έκανες της αδερφής σου! Εγώ την δική μου την πάτησα με τ' αμάξι, την παλιοπροδότρα!»

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 6ο)

Ο Κάι Γκρίνγουντ βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ένατη και στην δέκατη πέμπτη τζούρα του.
Τι έκπληξη!
Εξ' αρχής το ήξερα ότι το να δοκιμάσω να κρατήσω τον Κάι μακριά από τα ναρκωτικά του, ισοδυναμούσε με το να αποπειραθώ να κρατήσω το κύμα μακριά από την ακτή.
Δεν υπήρχαν πιθανότητες επιτυχίας, όφειλα όμως να προσπαθήσω.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 5ο)

Η Μία είναι νεκρή.
Η Εστέλλα είναι νεκρή.
Ο Τζέηκ είναι νεκρός.
Ένας δαίμονας της Κόλασης έχει απελευθερωθεί και τώρα σεργιανίζει ελεύθερος στο Ίδρυμα, έχοντάς μας στο στόχαστρο.
Παράλληλα, οι Μαρς είναι ανίκανοι να βοηθήσουν.
Και τέλος, οι γονείς μου με έχουν αποκηρύξει. Καθαρά και ξάστερα.
Αναρωτιέστε ποια είναι η φυσική συνέπεια όλων αυτών;

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 4ο)

Ο Μπιλ με ξαφνιάζει. Ακούει πως ο Τζέηκ Λι και η Εστέλλα Ρότζερς, οι συνεργάτες μας στην σεάνς, είναι νεκροί και αντιδρά με τον πιο απρόσμενο, τον πιο παράλογο και ακατανόητο τρόπο. Ξέσπα απότομα σε έναν σπασμό δυνατού γέλιου, ρίχνοντας το κεφάλι του με τα μακριά, ανάκατα μαλλιά προς τα πίσω και αφήνοντας τον ήχο ταρακουνήσει τον πυρήνα του.
Γιατί στην ευχή γελάει; αναρωτιέμαι ενοχλημένη. Πάει; Αυτό ήταν; Σαλτάρισε κι αυτός; Πού είναι το αστείο; Έχει τρελαθεί τελείως; Ω, να πάρει, ναι, αυτό είναι! Του 'στριψε!
«Τι... τι παίχτηκε, ρε μάγκα;», ο Κάι αναδεύεται νευρικά, αδυνατώντας να ερμηνεύσει την στροφή 180 μοιρών στην συμπεριφορά του Μαρς. Κατόπιν, όταν δεν παίρνει απόκριση, στρέφεται σε εμένα. «Γιατί ξεκαρδίστηκε αυτός;», με ρωτάει.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 3ο)

Α, δεν θα βγάλω άκρη σήμερα. «Δε... δεν καταλαβαίνω», μουρμουρίζω ζαλισμένη. «Είσαι ένας άγγλο-αμερικανό-πορτογαλό-κινέζος ηθοποιός από την Χαβάη;»
Πφφ, δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι ότι ο Keanu Reeves έχει μυστήρια καταγωγή.
«Τι;», ξαφνιάζεται ο Μαρς. «Όχι, όχι. Εννοώ ότι είμαι σαν τον χαρακτήρα που, πώς το είπες, πολεμάει δαίμονες και τρομακτικά πράγματα. Υπερφυσικός ντετέκτιβ. Κυνηγός τεράτων. Εξορκιστής».
«Στάσου», τον διακόπτω, ενώ νιώθω τον εγκέφαλό μου έτοιμο να εκραγεί από την συνεχή εισροή πληροφοριών. «Υ... υ... υπάρχουν εξορκιστές;»

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 2ο)

Το δωμάτιο του Μπιλ Μαρς δεν θυμίζει σε τίποτα δωμάτιο κανονικού εφήβου. Όπως όλα τα δωμάτια του Ντέιβις Πλέις, είναι μικρό, κλειστοφοβικό και περιβάλλεται από γυμνούς, λευκούς τοίχους στους οποίους δεν έχει κρεμάσει τίποτα από αυτά που κρεμάνε συνήθως οι συνομήλικοι του, καρτ ποστάλ, αφίσες της Μέγκαν Φοξ ή της Τζέσικα Άλμπα και φωτογραφίες με φίλους. Το μοναδικό πράγμα που στολίζει τους τοίχους σε αυτήν εδώ την κενή τρύπα είναι μια κατακόκκινη πεντάλφα σε κύκλο πρόχειρα ζωγραφισμένη με κιμωλία, η οποία κρέμεται ακριβώς επάνω απ' το κρεβάτι του.
Γιατί μουτζουρώνει τους τοίχους με αυτές τις βλακείες, λες να 'ναι σατανιστής;

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 1ο)

Η ώρα είναι οκτώ παρά δέκα το πρωί κι είμαι καθ' οδόν για τις τάξεις. Το κρύο του πρωινού είναι διαπεραστικό και το παγωμένο χορτάρι κριτσανίζει κάτω απ' τα πέλματά μου, όπως κατεβαίνω την πλαγιά. Ουσιαστικά, δεν περπατάω, αλλά αφήνομαι παθητικά στην κατηφόρα να με παρασύρει προς την κατεύθυνση που θέλω. Και αυτό πολύ είναι... αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το περασμένο βράδυ ήταν για μένα μια κόλαση που απομύζησε όλη μου την ενέργεια. Γιατί; Επειδή όταν σταμάτησα, εν τέλει, να απαγγέλω την ωραιοποιημένη ιστορία μου, λούφαξα στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκα.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 3) - "Wιcked Gaɱes" (μέρος 10ο)

Οι φωνές, τα άγρια γαβγίσματα και τα αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα στην πόρτα της αίθουσας μας αιφνιδιάζουν και πεταγόμαστε όλοι πάνω ουρλιάζοντας.
«Ανοίξτε, αναθεματισμένοι χούλιγκανς! Το ξέρω ότι είστε εκεί μέσα», ωρύεται ο επιστάτης. «Σας μύρισε ο Συνταγματάρχης Μπάτερφιλντ! Είναι καθαρόαιμο ροτβάιλερ, σωστό λαγωνικό! Τίποτα δεν εξαπατά την όσφρηση του, άθλια αποβράσματα!»
Θαρρείς, για να υπογραμμίσει τα λόγια του αφεντικού του, ο Συνταγματάρχης Μπάτερφιλντ, το ψωριάρικο ροτβάιλερ, πέφτει με φόρα επάνω στην πόρτα και πιάνει να την ξύνει λυσσασμένα με τα νύχια του.

M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 3) - "Wιcked Gaɱes" (μέρος 9ο)

«Αυτή είναι! Είναι εδώ». Ο Κάι ξεσπά σε ζητωκραυγές. «Ναι, ναι και πάλι ναι, που να πάρει!»
«Χιιιι, σουτ! Σουτ, ανάθεμα σε!», τον μαλώνει η Εστέλλα που δαγκώνει μανιωδώς τα χείλη της. «Τρελάθηκες; Θες να μας ακούσει ο Ίστμαν και οι άλλοι; Θες να μας πάνε στην Κονστάνς σε συσκευασία δώρου; Πιο σιγά!»
«Δίκιο έχεις τώρα εσύ», ο Κάι Γκρίνγουντ προσπαθεί να πάει με τα νερά της Εστέλλα Ρότζερς, μα αποτυγχάνει οικτρά, όταν προσθέτει: «Αλλά ποιος την χέζει τώρα την Κονστάνς; Η Μία είναι εδώ!»
«Αλλά...», λέω διστάζοντας. «Είναι στ' αλήθεια αυτή;» Μια αχτίδα ελπίδας επανεμφανίζεται στην καρδιά μου. Είναι η αδερφή μου εδώ; Τολμώ να το πιστέψω;