Η κουρασμένη Άσα Πιλάρσκι στέκεται για εκατοστή φορά στο άνοιγμα του παραβάν μου και με κοιτάζει με το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου που στέκεται για εκατοστή φορά στο άνοιγμα του ίδιου παραβάν. «Τι;», γρυλίζει άκεφα και σταυρώνει τα χέρια της στο στέρνο της.
Περιμένει να ακούσει την νέα, εξωφρενική ιστορία μου που δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
«Εντάξει», λέω με ένα νευρικό γελάκι που με κάνει να ακούγομαι παρανοϊκή. «Ξ-ξέρω πως θα ακουστεί, αλλά...», με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού μου δείχνω την κούπα που βρίσκεται ακόμη επάνω στο μόνιτορ. «Αυτή η βλακεία άλλαξε θέση. Δεν την έβαλα εγώ εκεί πάνω. Εγώ την άφησα στο κομοδίνο».
«Χμμμ», η Πιλάρσκι πλαταγίζει ασυγκίνητη τα χείλη της. Δείχνει βαριεστημένη σαν να πλήττει, σαν να με επικρίνει που δεν έπλασα ένα πιο φρέσκο σενάριο.
Αυτό εδώ μπαγιάτεψε.
Καθώς στέκεται στο κάτω μέρος του κρεβατιού μου σαν αλύγιστος κριτής, βλέπει το βιβλίο που έχω απιθώσει επάνω στο κομοδίνο. «Την Βίβλο διάβαζες;», ρωτάει, λες κι το ανάγνωσμά μου έχει ζωτική σημασία για την λύση του μυστηρίου.
«Πράγματι την διάβαζα», λέω αμυντικά. «Και λοιπόν;»
«Χρυσή μου», λέει πιο μαλακά, με φωνή που στάζει σαν παχύρευστο, γλυκερό σιρόπι. «Τώρα κατάλαβα πώς έκανε φτερά το αφέψημα σου, πώς έβγαλε πόδια η κούπα σου. Μα ναι, ναι, είναι προφανές... πρόκειται για θαύμα».
«Ω», αναφωνώ προσβεβλημένη, ενώ εκείνη μου γυρνά την πλάτη και αρχίζει να απομακρύνεται. «Πόσο ώριμο εκ μέρους σου, Πιλάρσκι! Πρώτα αδιαφορείς παντελώς για τα προβλήματά μου και τώρα κοροϊδεύεις τη θρησκεία μου!
Περιμένει να ακούσει την νέα, εξωφρενική ιστορία μου που δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
«Εντάξει», λέω με ένα νευρικό γελάκι που με κάνει να ακούγομαι παρανοϊκή. «Ξ-ξέρω πως θα ακουστεί, αλλά...», με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού μου δείχνω την κούπα που βρίσκεται ακόμη επάνω στο μόνιτορ. «Αυτή η βλακεία άλλαξε θέση. Δεν την έβαλα εγώ εκεί πάνω. Εγώ την άφησα στο κομοδίνο».
«Χμμμ», η Πιλάρσκι πλαταγίζει ασυγκίνητη τα χείλη της. Δείχνει βαριεστημένη σαν να πλήττει, σαν να με επικρίνει που δεν έπλασα ένα πιο φρέσκο σενάριο.
Αυτό εδώ μπαγιάτεψε.
Καθώς στέκεται στο κάτω μέρος του κρεβατιού μου σαν αλύγιστος κριτής, βλέπει το βιβλίο που έχω απιθώσει επάνω στο κομοδίνο. «Την Βίβλο διάβαζες;», ρωτάει, λες κι το ανάγνωσμά μου έχει ζωτική σημασία για την λύση του μυστηρίου.
«Πράγματι την διάβαζα», λέω αμυντικά. «Και λοιπόν;»
«Χρυσή μου», λέει πιο μαλακά, με φωνή που στάζει σαν παχύρευστο, γλυκερό σιρόπι. «Τώρα κατάλαβα πώς έκανε φτερά το αφέψημα σου, πώς έβγαλε πόδια η κούπα σου. Μα ναι, ναι, είναι προφανές... πρόκειται για θαύμα».
«Ω», αναφωνώ προσβεβλημένη, ενώ εκείνη μου γυρνά την πλάτη και αρχίζει να απομακρύνεται. «Πόσο ώριμο εκ μέρους σου, Πιλάρσκι! Πρώτα αδιαφορείς παντελώς για τα προβλήματά μου και τώρα κοροϊδεύεις τη θρησκεία μου!



