Ο Κάτα έτρεχε όσο
πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν ήθελε να αργήσει ούτε λεπτό παραπάνω. Από το βάθος
ερχόταν ο ήχος των πυροβολισμών και των εκρήξεων. Ο πόλεμος είχε αρχίσει. Ο
Σεϊχης είχε κάνει την αρχή στη Μέση Ανατολή έχοντας για πλάτες του την Αμερική.
Αυτή αποτελούσε ίσως την πιο παράδοξη συμμαχία που είχε φτιαχτεί ποτέ. Απέναντί
τους η Ευρώπη έστεκε παγωμένη λες κι όλοι οι Πρωθυπουργοί και Πρόεδροι
καρτερούσαν στωικά τη μοίρα να τους χτυπήσει την πόρτα. Κανείς τους δεν
αντέδρασε στη στρατοκρατία που επικρατούσε τους τελευταίους μήνες στις χώρες
τους. Όλοι τους έμοιαζαν να αποδέχονται με κάποια μορφή εξαναγκασμού ετούτη την
κατάσταση.
Ωστόσο το κυριότερο και ταυτόχρονα πιο παράξενο από όλα ήταν παγκοσμίως ο Τύπος. Τους τελευταίους μήνες δεν έγραφε τίποτε σχετικά με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί σαν να επιθυμούσε να κρατήσει τον κόσμο στο σκοτάδι. Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο παρατηρούταν και με τις ειδήσεις της τηλεόρασης. Καθώς οι σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό του, διέκρινε στον ορίζοντα μια ψηλόλιγνη φιγούρα που στεκόταν ακίνητη και τον περίμενε. Ήταν ο Τζόνα. Ο νεαρός στρατιωτικός που είχε σώσει και που τώρα του χρωστούσε τη ζωή του.
Ωστόσο το κυριότερο και ταυτόχρονα πιο παράξενο από όλα ήταν παγκοσμίως ο Τύπος. Τους τελευταίους μήνες δεν έγραφε τίποτε σχετικά με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί σαν να επιθυμούσε να κρατήσει τον κόσμο στο σκοτάδι. Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο παρατηρούταν και με τις ειδήσεις της τηλεόρασης. Καθώς οι σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό του, διέκρινε στον ορίζοντα μια ψηλόλιγνη φιγούρα που στεκόταν ακίνητη και τον περίμενε. Ήταν ο Τζόνα. Ο νεαρός στρατιωτικός που είχε σώσει και που τώρα του χρωστούσε τη ζωή του.
«Φίλε μου» τον
άκουσε να φωνάζει καθώς τον πλησίαζε με βήμα ταχύ. Ένα πλατύ χαμόγελο
σχηματίστηκε στο πρόσωπό του κάνοντας τα έντονα χαρακτηριστικά του να
φωτιστούν.
Ο Τζόνα ήταν ψηλός
και σχετικά αδύνατος με κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά.

















