Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΑΤΟ - Ο Έκπτωτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΑΤΟ - Ο Έκπτωτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 7/Μέρος Γ) - "Αποφάσεις"

Ο Κάτα έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν ήθελε να αργήσει ούτε λεπτό παραπάνω. Από το βάθος ερχόταν ο ήχος των πυροβολισμών και των εκρήξεων. Ο πόλεμος είχε αρχίσει. Ο Σεϊχης είχε κάνει την αρχή στη Μέση Ανατολή έχοντας για πλάτες του την Αμερική. Αυτή αποτελούσε ίσως την πιο παράδοξη συμμαχία που είχε φτιαχτεί ποτέ. Απέναντί τους η Ευρώπη έστεκε παγωμένη λες κι όλοι οι Πρωθυπουργοί και Πρόεδροι καρτερούσαν στωικά τη μοίρα να τους χτυπήσει την πόρτα. Κανείς τους δεν αντέδρασε στη στρατοκρατία που επικρατούσε τους τελευταίους μήνες στις χώρες τους. Όλοι τους έμοιαζαν να αποδέχονται με κάποια μορφή εξαναγκασμού ετούτη την κατάσταση.
            Ωστόσο το κυριότερο και ταυτόχρονα πιο παράξενο από όλα ήταν παγκοσμίως ο Τύπος. Τους τελευταίους μήνες δεν έγραφε τίποτε σχετικά με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί σαν να επιθυμούσε να κρατήσει τον κόσμο στο σκοτάδι. Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο παρατηρούταν και με τις ειδήσεις της τηλεόρασης. Καθώς οι σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό του, διέκρινε στον ορίζοντα μια ψηλόλιγνη φιγούρα που στεκόταν ακίνητη και τον περίμενε. Ήταν ο Τζόνα. Ο νεαρός στρατιωτικός που είχε σώσει και που τώρα του χρωστούσε τη ζωή του.
«Φίλε μου» τον άκουσε να φωνάζει καθώς τον πλησίαζε με βήμα ταχύ. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του κάνοντας τα έντονα χαρακτηριστικά του να φωτιστούν.
Ο Τζόνα ήταν ψηλός και σχετικά αδύνατος με κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά.

Άβατο:Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 7/Μέρος Β) - "Αποφάσεις"

Είχα χάσει το μέτρημα των ημερών και ήμουν πολύ κοντά στο να ξεχάσω την όψη του ήλιου, την αίσθηση του δροσερού αέρα και όλες τις ανέμελες στιγμές με τους φίλους και τα μέλη της οικογένειάς μου.  
Πολλές φορές αισθανόμουν την ανάγκη να λυγίσω και να παραδοθώ στη μοίρα μου παρακαλώντας τον φθονερό Θεό να τελειώνει μια και καλή μαζί μου. Μολαταύτα η σκέψη πως υπήρχαν ακόμη κάποιοι από μας ελεύθεροι εκεί έξω, έκανε τη φλόγα την ελπίδας να σιγοκαίει στην καρδιά μου. Δίχως να κρατώ ημερολόγιο, είχα υπολογίσει πως είχαν περάσει περίπου δέκα μέρες από τότε που βρεθήκαμε κλεισμένοι εδώ κάτω. Συντηρούμασταν από το λιγοστό νερό που μας προσέφεραν, από μερικά ξερά κομμάτια ψωμιού και μουχλιασμένου πολλές φορές κράκερ. Οι αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι για την επίβλεψή μας, καθώς ο ίδιος ο Σούλφους δεν κατέβαινε σχεδόν ποτέ, μας υπέβαλαν σε πολλά ψυχολογικά κυρίως βασανιστήρια προκειμένου να κάμψουν το ηθικό μας. Πόσο πουλημένη είναι η ανθρώπινη φυλή, σκεφτόμουν από μέσα μου με πικρία.
Ωστόσο τις μαύρες μου σκέψεις διέκοψε ένα αιφνίδιο περιστατικό. Οι φύλακες άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο, σημάδι πως είχε συμβεί κάτι που είχε ταράξει την ησυχία του Αφέντη τους. Ο Εμίλ που τόσες μέρες παρέμενε πεσμένος σαν σε κώμα, ξαφνικά άρχισε να χτυπιέται, ενώ το καφέ χρώμα των ματιών του είχε δώσει τη θέση του στο απόλυτο λευκό. Έτρεξα προς το μέρος του παρακαλώντας τον να μου πει τι είχε συμβεί.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 7/Μέρος Α) - "Αποφάσεις"

Το σκοτάδι είχε τυλίξει τον χώρο, του οποίου μόνη πηγή φωτός ήταν κάποιες μικρές ηλεκτρικές λάμπες που αχνόφεγγαν. Ο Κάτα καθόταν αμίλητος σε μία γωνία μασουλώντας ένα είδος τυριού που ονομάζεται κουρούτ. Οι υπόλοιποι κοιτούσαν αδιάκριτα τους δύο «δυτικούς», κατά την άποψή τους, επισκέπτες ανακατεύοντας με τα χέρια τους το λιγοστό ρύζι που είχε απομείνει κολλημένο σε μία τεράστια πιατέλα. Ο Μιχάλης βρισκόταν μονίμως στο πλάι του Ορλάντο, ενώ το ξωτικό χάιδευε για ώρα απαλά ένα μικρό μαχαιράκι που βρισκόταν μπηγμένο στην τσέπη του παντελονιού που του είχε δανείσει ο Θοδωρής, για να του προσδώσει μία πιο ανθρώπινη εμφάνιση.  
Παρά το γεγονός ότι ο Κιουσέ θεωρούσε πως τον είχε αφοπλίσει πλήρως, το ξωτικό χαμογελούσε σαρδόνια σε κάθε υπενθύμιση πως η μαγεία του λαού του ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη τεχνολογία. Το μαχαίρι που βρισκόταν κρυμμένο στην τσέπη του είχε το μέγεθος μίας οδοντογλυφίδας. Σε περίπτωση κινδύνου και με το μαγικό άγγιγμα του ιδιοκτήτη του έπαιρνε το μέγεθος ενός σουγιά κι αν κρινόταν απαραίτητο ενός κανονικού σπαθιού. Ήταν ένα όπλο φτιαγμένο έξυπνα από τα ξωτικά και χρειαζόταν τη δική τους μαγεία για να λειτουργήσει. Σε ανθρώπινο χέρι θα ήταν παντελώς άχρηστο. Ο Ορλάντο χαμογέλασε καθώς είχε διαβάσει το μυαλό τού αγχωμένου Κάτα. Θα ήταν έτοιμος και θα τον καρτερούσε. Αυτή τη φορά δε θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο.
«Από τη στιγμή που ο Κιουσέ αρνήθηκε να με δει σαν σύμμαχο, θα δοκιμάσει τη γεύση του να με έχει σαν εχθρό» σκέφτηκε ο Ορλάντο σφίγγοντας στο χέρι του τη μικρή, χρυσή «οδοντογλυφίδα».

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Ε) - "Οι τέσσερις δυνάμεις"

Τα βήματά του ήταν αργά και βαριά. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το βιβλίο της Γένεσης. Για την ακρίβεια το κακέκτυπό του, καθώς μία δυνατή κατάρα το είχε τυλίξει. Εκείνος είχε προσπαθήσει να αποκρυπτογραφήσει όλα του τα μυστικά και όφειλε να ομολογήσει πως είχε κάνει μεγάλες προόδους. Τα πράγματα φάνταζαν ευκολότερα απ’ όσο πίστευε, καθώς το να συμμαχήσεις με τους ανθρώπους ήταν παιχνιδάκι, αρκεί να εφάρμοζες από την αρχή μία καλή στρατηγική. Ονομαζόταν δωροδοκία και ήταν κάτι που του είχαν διδάξει οι Νόρμες, οι οποίες είχαν μελετήσει ενδελεχώς την ανθρώπινη συμπεριφορά σε ετούτη την πλευρά της διάστασης.  
Ακόμη κι ο Αντιπρόεδρος, που άθελά του είχε γίνει μάρτυρας της φρικτής δολοφονίας της Οφέλιας, είχε συμφωνήσει να ξεχάσει τα πάντα έπειτα από ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Ο ίδιος είχε στο πλευρό του τουλάχιστον δύο χιλιάδες στρατιώτες να φυλούν τον χώρο γύρω από τον Λευκό Οίκο, ενώ είχε απολύσει όλο το προσωπικό που δούλευε για τον Εμίλ. Όσο για το εσωτερικό του είχε δημιουργήσει μερικές μικρές αλλαγές. Μία από αυτές ήταν οι αμέτρητοι καθρέπτες στους τοίχους, που του επέτρεπαν την επικοινωνία με τη δική του διάσταση ανά πάσα στιγμή. Ωστόσο πέρα από αυτό, οι καθρέπτες εκείνοι έκρυβαν πολλά ένοχα μυστικά. Αρκεί μονάχα να βρισκόταν εκείνος που θα τους χρησιμοποιούσε κατάλληλα.
Ένα χτύπημα στην πόρτα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Δ) - "Οι τέσσερις δυνάμεις"

Βαθιά μέσα στα σκοτάδια του κόσμου οι τρεις απόκοσμες μορφές είχαν συγκεντρωθεί γύρω από ένα στρογγυλό πέτρινο τραπέζι. Στη μέση του βρισκόταν ένας τεράστιος μεταλλικός δίσκος, γεμάτος με ένα μαύρο υγρό. Το κοκαλιασμένο χέρι στάθηκε από πάνω του και με το γαμψό της νύχι ξεκίνησε να αναδεύει το υγρό του δίσκου. Τη στιγμή εκείνη ένας μικρός μεταλλικός σβόλος αναδύθηκε μέσα από το σκοτεινό περιεχόμενο του δίσκου διαγράφοντας και εκείνος κύκλους, μιμούμενος την κίνηση του χεριού της Νόρμας. Το Παρελθόν συνέχισε να ανακατεύει για πολύ ώρα το μαύρο υγρό, ενώ το Παρόν και το Μέλλον στέκονταν δίπλα του σκεπτικά. Λίγη ώρα αργότερα, μέσα στον δίσκο άρχισαν να καθρεπτίζονται τα πρόσωπά μας.
            Του Θοδωρή, του Παναγιώτη αλλά και το δικό μου. Ήταν η κατάρα της λήθης. Σε λίγες μέρες όλα τα αγαπημένα μας πρόσωπα θα διέγραφαν από το μυαλό τους την ύπαρξή μας για πάντα καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο τη δολοφονία και εξαφάνισή μας μία εύκολη υπόθεση. Η σιωπή βάραινε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ωστόσο η φωνή του Παρελθόντος την έσπασε.
«Τέλος» είπε. «Τώρα κανείς δεν θα τους θυμάται πια».
Το Μέλλον την πλησίασε διστακτικά. 
«Δεν είναι σωστό να επεμβαίνεις στον χρόνο. Μην ξεχνάς πως ο τίτλος που μας δόθηκε ήταν εκτός από διαχειρίστριες του χρόνου, δικαστές του κόσμου. Αυτό που διέπραξες μόλις τώρα ήταν άδικο» είπε το Μέλλον.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Γ) - "Οι τέσσερεις δυνάμεις"

           Ανεβαίνοντας επάνω παρατήρησε πως το πρόσωπο τού φίλου του στις φωτογραφίες είχε γίνει έναν τόνο πιο θολό από πριν. Οι δύο ηλικιωμένοι έκαναν ένα ζεστό τσάι, ενώ η κοπέλα στεκόταν ακουμπισμένη στον τοίχο, αμίλητη και αγέλαστη. Όταν όλοι κάθισαν στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, τον λόγο πήρε ο δαίμονας. 
«Το όνομά μου είναι Βελφεγκόρ. Είμαι δαίμονας στη φύση και φύλακας ενός βασιλείου που ονομάζεται Άβατο. Το Άβατο δεν αποτελεί άλλον πλανήτη όπως πιθανολογώ πως φαντάζεστε. Είναι μονάχα μία άλλη διάσταση του πλανήτη Γη όπου κατοικούμε όλοι μας. Μονάχα που εκείνη η διάσταση περιλαμβάνει και άλλα πλάσματα εκτός του ανθρώπινου είδους και των ζώων. Ο Μέγας Δημιουργός, ο δικός μας υπέρτατος Θεός, που έδωσε πνοή στη φύση και στα πλάσματα που κατοικούν στη διάσταση εκείνη, γνώριζε πολύ καλά πως υπάρχετε και εσείς. Έτσι θέλοντας να προστατέψει και εσάς αλλά και εμάς, σφράγισε με ένα ξόρκι τη συμπαντική Πύλη που μας ενώνει. Όμως σε κάθε παραμύθι υπάρχει και ο κακός σωστά;» είπε κοιτάζοντάς τους περιπαικτικά και συνέχισε. «Σε μας ονομάζεται Σούλφους και ο λόγος που βρίσκεται εδώ είναι για να κλέψει κάτι που ανήκει στον κόσμο σας και μόνο. Έσπασε το ξόρκι προστασίας, άνοιξε την Πύλη και πέρασε μέσα. Σε αυτό το σημείο όμως θα κάνω μία παύση καθώς χρειάζομαι βοήθεια. Τι συνέβη; Πώς βρεθήκατε δεμένοι;» ρώτησε περίεργος.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Β) - "Οι τέσσερις δυνάμεις"

Αισθανόταν ανάλαφρος κοντά της και για πρώτη φορά η ζωή του αποκτούσε νόημα. Άραγε αυτά τελικά προσέφερε ο έρωτας; διερωτήθηκε σιωπηλά. Η Σύλια του κρατούσε το χέρι σφιχτά οδηγώντας τον όλο και πιο βαθιά στο δάσος, υποσχόμενη να του δείξει ένα θέαμα που θα του έκοβε την ανάσα.  
Έναν υπέροχο μικρό καταρράκτη που ξεπηδούσε ανάλαφρα μέσα από το βουνό. Δίχως καμία δεύτερη σκέψη την ακολούθησε. Περπατούσαν κάμποση ώρα, ωστόσο το θέαμα που αντίκρισαν τους αποζημίωσε και με το παραπάνω. Ένας πανέμορφος, κρυστάλλινος καταρράκτης έκανε την εμφάνισή του μέσα από το βουνό και χυνόταν περήφανα σε έναν γκρεμό,  ο οποίος κατέληγε σε ποτάμι. Στάθηκαν για λίγο να τον θαυμάσουν και έπειτα η κοπέλα κρατώντας του απαλά το χέρι τού είπε:
«Έχεις μία ιδιαίτερη ομορφιά, Βελφεγκόρ» ψιθύρισε στο αυτί του.
 Εκείνος ένιωθε το κορμί του να ανατριχιάζει και κοιτάζοντάς τη στο πρόσωπο τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Η στιγμή που χρόνια περίμενε ─ να νιώσει την αίσθηση ενός ζεστού φιλιού ─ είχε φθάσει. Εντούτοις ένας δυνατός πόνος στο κεφάλι τον αποσυντόνισε και μία γνώριμη φωνή μίλησε στο μυαλό του.           
 «Φύγε! Είναι παγίδα. Ο Ορλάντο βρίσκεται σε κίνδυνο. Σκότωσέ τη και τρέξε γρήγορα!» ψιθύρισε η φωνή. Ήταν ο Έλυον. Ένιωσε την οργή να τον πλημμυρίζει. Δεν είμαι σκλάβος κανενός για να υπακούω σε παρανοϊκές εντολές, σκέφτηκε. Ωστόσο, η κοπέλα απέναντί του έμοιαζε να έχει διαβάσει τη σκέψη του αυτή καθώς τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σκλήρυναν.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Α) - "Οι τέσσερις δυνάμεις"

«Στης εποχής τα χρόνια τα παλιά, μοιράστηκαν τα θεϊκά δώρα δίκαια και σοφά. Οι Φυλώνοι Άρχοντες τα παρέλαβαν με ευγνωμοσύνη στους δύσκολους, χαλεπούς καιρούς να τα χρησιμοποιήσουν και ταυτόχρονα να τα προστατέψουν. Όλοι τους σοφοί κι άξιοι να φέρουν τον τίτλο του κληρονόμου τους. Τρεις τα παρέλαβαν, μα οι κάτοχοί τους στο σύνολο ήταν τέσσερις, καθώς ο τέταρτος εκ γενετής κομμάτι της θεϊκής δύναμης με περισσή αγάπη δημιουργήθηκε για να φέρει ετούτον τον Ιερό τίτλο. Ωστόσο τον θρόνο του άφησε, για να παραδώσει την καρδιά του στο σκοτάδι λούζοντας τον Μέγα Πατέρα με θλίψη. Κατάρα μεγάλη καθρέπτισε της ψυχής του την ασχήμια, μα στο χέρι του κρατά την τέταρτη ομορφιά της. Της τιμιότητας τον τίτλο φέρει, μα εκείνος τον προδίδει κάθε μέρα».
Βαστώντας στο χέρι του το βιβλίο της Γένεσης, ο Έλυον ο Φωτεινός σταμάτησε απότομα την ανάγνωση θυμούμενος τα γεγονότα. Ο Μέγας Δημιουργός όπως και κάθε πλάσμα αυτού του κόσμου θα ολοκλήρωνε κάποια στιγμή τον κύκλο του, μα τον Μέγα Θρόνο έπρεπε άλλος να τον πάρει. Κάποιος στου οποίου τον λαιμό το φυλαχτό του Γέροντα θα έλαμπε γεμάτο ζωντάνια. Οι Δυνάμεις που το αποτελούσαν ήταν τέσσερις. Η Δύναμη, η Τιμιότητα, η Ταπεινοφροσύνη και η Αθανασία. Όλα έδειχναν πως ο θρόνος προοριζόταν για τον Σούλφους, καθώς ο Γέροντας του είχε χαρίσει απλόχερα την Κληρονομιά της Τιμιότητας. Ωστόσο, με την πτώση του ο Μέγας Δημιουργός αποφάσισε να σκορπίσει τις Κληρονομιές για να τις προστατέψει από τη μανία του Σούλφους.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 5/Μέρος Β) - "Η διπλή φύση του ανθρώπου"

Ένιωσε έναν οξύ πόνο και μια φωνή να του ψιθυρίζει. Τον προειδοποιούσε για κάτι. Για κάποιον κίνδυνο. Τον ένιωθε και ο ίδιος, ήταν η αλήθεια, αλλά δεν ήξερε πού θα χτυπούσε και με ποιο μέσο.  
Ξύπνησε απότομα. Στο σπίτι επικρατούσε μία απόκοσμη ησυχία. Δίπλα του κοιμόταν ο Παναγιώτης κι ο Θοδωρής, εντούτοις το κρεβάτι του Μιχάλη ήταν ξέστρωτο και ο ίδιος δε φαινόταν πουθενά. Κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος της κουζίνας, όπου βρήκε τη γιαγιά του Θοδωρή να μαγειρεύει ήσυχη. 
«Καλημέρα, αγόρι μου» του είπε χαμογελαστή.
            Ο Βελφεγκόρ για πρώτη φορά ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά, ενώ παρατήρησε πως οι κινήσεις της γυναίκας ήταν κάπως νευρικές κι αμήχανες. Η ίδια δε φαινόταν να έχει παρατηρήσει την απουσία του Μιχάλη και των άλλων δύο, πράγμα που τον παρακινούσε να σκεφτεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ωστόσο η γλυκιά φωνή τής επικίνδυνης σειρήνας που ονομαζόταν Σύλια ήχησε στα αυτιά του σαν μελωδία. Τι του συνέβαινε; Μήπως είχε αρχίσει να έχει αισθήματα για εκείνη; Αυτό είναι πρακτικά αδύνατον! μάλωσε τον εαυτό του. Εκείνη ήταν άνθρωπος, ενώ ο ίδιος ένας απεχθής δαίμονας που η όψη του θα τρόμαζε και τον πιο γενναίο ήρωα. Κοίταξε φευγαλέα το είδωλό του σε έναν μικρό καθρέπτη που κρεμόταν στο σαλόνι. Ας ζήσεις το όνειρο για όσο αυτό κρατήσει. Για όσο ακόμη τα μάγια των ξωτικών σού επιτρέπουν να νιώθεις όμορφος, του ψιθύρισε η συνείδησή του.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 5/Μέρος Α) - "Η διπλή φύση του ανθρώπου"

Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι το εξής: Τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Κατά την άποψή μου είναι ένα μεγάλο αίνιγμα. Είναι σαν τον κορμό ενός δέντρου μέσα από τον οποίο αναδύονται κλαδιά και παρακλάδια. Κάθε ένα από αυτά αντιπροσωπεύει και ένα στοιχείο του χαρακτήρα του, το οποίο δημιουργήθηκε και σμιλεύτηκε με τα χρόνια, τις εμπειρίες και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο καθένας έχει μεγαλώσει. Ένα δεύτερο ερώτημα που επίσης τίθεται είναι το αν ο άνθρωπος είναι ικανός να αλλάξει. Κατά την άποψή μου, αυτό το έλλογο ον έχει διπλή φύση. Έχει μέσα του το φως και το σκοτάδι. Το καλό και το κακό. Αναλόγως με την περίσταση παρουσιάζει προς τα έξω πότε το ένα και πότε το άλλο ή μονάχα το ένα από τα δύο. Στην πορεία της περιπέτειάς μου συνειδητοποίησα ότι συντελέστηκαν πολλές και ραγδαίες αλλαγές στις ψυχές όλων μας. Είδαμε πράγματα, βιώσαμε άλλα τόσα που λύγισαν ακόμη και την πιο ατσάλινη καρδιά. Θα μου πείτε, μα ποια δύναμη είναι εκείνη που λυγίζει το ατσάλι; Θα σας απαντήσω με μία μονάχα λέξη: η αγάπη.

Ένα κύμα ζέστης πλημμύρισε το μουδιασμένο σώμα του Μιχάλη. Ο πονοκέφαλος είχε για τα καλά εγκατασταθεί στο κεφάλι του και οι παραισθήσεις από το υπνωτικό δεν έλεγαν να σταματήσουν. Το έντονο φως του ήλιου ήταν αρκετό για να τον συνεφέρει και να τον κάνει να αναρωτηθεί τι του είχε συμβεί. Προσπάθησε να κουνηθεί, μα αυτό στάθηκε αδύνατον. Τα χέρια του ήταν δεμένα σφιχτά με ένα απίστευτα χοντρό σχοινί, το οποίο είχε ερεθίσει για τα καλά το δέρμα του.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 4/Μέρος Ζ) - "Αόρατη απειλή"

Ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του κάνοντας τον ύπνο του ανήσυχο. Μέσα στο βάθος του μυαλού του άκουγε την απεγνωσμένη φωνή του πατέρα του. Του φώναζε κάτι για ένα βιβλίο, εντούτοις μόλις η εικόνα πήγαινε να γίνει καθαρή, εμφανίζονταν γράμματα ανακατεμένα που του αποσπούσαν την προσοχή και τον γυρνούσαν πίσω στο όραμα που είχε δει, όταν προσπαθούσε να διεισδύσει στο μυαλό της κοπέλας. Τι σήμαιναν άραγε όλα αυτά; Το σώμα του τρανταζόταν ολόκληρο κάνοντας τον Μιχάλη, που κοιμόταν δίπλα του, να ψιθυρίζει προσευχές πιστεύοντας πως ήταν δαιμονισμένος. Καθώς έβλεπε πως ο Ορλάντο συνέχιζε να χτυπιέται, πήρε ένα ποτήρι νερό που είχε πάντοτε δίπλα του και το πέταξε πάνω στο ξωτικό επαναφέροντάς το στην πραγματικότητα
. 
«Είχα λίγες ώρες στη διάθεσή μου να ξεκουραστώ και να χωνέψω τα όσα μας συμβαίνουν και μου έλαχε δίπλα μου άτομο που πάσχει από βαριάς μορφής διαταραχή ύπνου! Για πόσο ακόμα θα συνεχιστεί το μαρτύριό μου; Ίσως είναι ένα μήνυμα από το σύμπαν πως δεν έχω υπάρξει καλός άνθρωπος τελευταία…» τελείωσε τον μονόλογο ο Μιχάλης.To ξωτικό σηκώθηκε σαστισμένο.
«Ο πατέρας προσπαθεί κάτι να μου πει με τη δύναμη του μυαλού.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 4/Μέρος Ε) - "Αόρατη Απειλή"


        Η θαλπωρή του σπιτιού τους καλούσε να μπουν μέσα κι έτσι βρεγμένοι και ψυχικά αποκαμωμένοι προχώρησαν προς το εσωτερικό. Η γιαγιά του Θοδωρή τρομοκρατήθηκε με το θέαμα, ωστόσο ο εγγονός της την καθησύχασε. Η Σύλια στεκόταν σιωπηλή και απόμακρη κοιτάζοντας στα μάτια τον Ορλάντο, ο οποίος φαινόταν να δείχνει ένα ενδιαφέρον για την προσωπικότητά της. Το βλέμμα μου πλανήθηκε για λίγο στον χώρο και σταμάτησε στον Βελφεγκόρ, ο οποίος στεκόταν αρκετή ώρα μπροστά από έναν καθρέπτη. 
            «Στον κόσμο σου δεν υπάρχουν καθρέπτες;» τον ρώτησα ευγενικά.
«Φυσικά και υπάρχουν. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που βρίσκω το κουράγιο να κοιτάξω το είδωλό μου» τελείωσε. Το βλέμμα μου σκοτείνιασε.
«Είσαι όμορφος. Γιατί όχι;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
«Είμαι δαίμονας, μικρή. Δεν υπάρχει ομορφιά στη δυσμορφία της αληθινής μου φύσης. Εντούτοις η μαγεία των ξωτικών μού έδωσε την ευκαιρία να απολαύσω για λίγο τον εαυτό μου όπως τον ονειρευόμουν πάντα. Και τώρα με συγχωρείς. Το ένστικτό μου με προειδοποιεί για κάποιον κρυφό κίνδυνο» είπε και κοίταξε επίμονα το ξωτικό που απομακρυνόταν προς τη μεριά των δωματίων.
Ο Ορλάντο ακολουθούσε την ενέργεια που του ξυπνούσε όλες του τις αισθήσεις. Το βλέμμα του καρφώθηκε στη μισάνοιχτη πόρτα ενός δωματίου. Ήταν εκείνο της Σύλιας. Δίχως να κάνει θόρυβο κοίταξε από τη χαραμάδα.

Άβατο: Ο Έκπτωτος - (Κεφάλαιο 4/Μέρος Δ) - "Αόρατη απειλή"

            Ελλάδα

Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα και στο σπίτι του Θοδωρή επικρατούσε πανικός. Αναζητούσε απεγνωσμένα την ταυτότητά του για να μπορέσει να ταξιδέψει. Εγώ από την άλλη άνοιξα την τηλεόραση για να απασχολήσω το μυαλό μου, όταν έπεσα πάνω σε ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων.
«Προς έκπληξη όλων, η τελευταία ανακοίνωση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η δημιουργία ενός στρατού μισθοφόρων. Πλήθος πολιτών τρέχουν να καταταγούν, καθώς το υπέρογκο ποσό της αμοιβής φαντάζει ιδιαιτέρως ελκυστικό. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συγκαλούν Σύνοδο, καθώς το νέο αυτό τους βρήκε απροετοίμαστους»  έλεγε ο εκφωνητής.
Για μία στιγμή είχα μείνει να κοιτάζω την οθόνη άναυδη. Ο Ορλάντο, που διαισθάνθηκε τον πανικό μου, ήρθε κι έκατσε δίπλα μου.
«Είσαι καλά;» μου είπε κι ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του που τον έκανε  να λάμπει.
«Τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά, Ορλάντο... Αυτό με την Αμερική με τρομάζει. Πληρώνει ανθρώπους για να δημιουργήσουν στρατό... Αλλά γιατί; Δεν ήξερα πως είμαστε τόσο κοντά στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο» του είπα.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 4/Μέρος Γ) - "Αόρατη απειλή"

Το χώμα μύριζε φρεσκάδα, καθώς είχε γευτεί τις πρώτες σταγόνες του Φθινοπώρου. Αυτή ήταν η εποχή των αλλαγών καθώς τα ξωτικά, που όλη την Άνοιξη και το Καλοκαίρι μετακινούνταν στους κάμπους για να οργώσουν και να θερίσουν τη γη, επέστρεφαν στο Λευκό Βασίλειο για να περάσουν τη δύσκολη εποχή του Χειμώνα, απολαμβάνοντας τους καρπούς των κόπων τους.
            Ο Έλυον, ο Φωτεινός, φορώντας τον λευκό μανδύα του, που κάλυπτε μέρος του κεφαλιού του, προχώρησε συνοδευόμενος από τη φρουρά του στην καρδιά του δάσους, προκειμένου να προσφέρει ποσότητα των πιο γερών καρπών του στον Θεό του Φθινωπόρου, τον Ρόουεν, για να τους ευλογήσει. Τη στιγμή εκείνη ένας από τους φρουρούς του πήρε το θάρρος και τον πλησίασε.
            «Βασιλιά μου, με όλο τον σεβασμό, δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι απέγιναν οι αδελφοί μας;»
Ο Έλυον τον κοίταξε με τη θλίψη να καθρεφτίζεται στο βλέμμα του.
«Έχουν περάσει αιώνες από τον εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στην αρχαία φυλή των ξωτικών. Οι πιο πολλοί μετατράπηκαν σε πιστούς ακόλουθους του Σούλφους, καθώς η φυλή αυτή δημιουργήθηκε από εκείνον» του απάντησε.
            Ο φρουρός τον κοίταξε περίλυπος
«Άρχοντά μου… Μονάχα αν βάλουμε στην άκρη τις διαφορές μας, θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε και να κάνουμε τον κόσμο μας λίγο πιο λαμπερό.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 4/Μέρος Β) - "Αόρατη απειλή"

            Λευκός Οίκος
Σηκώθηκε κουρασμένος για πρώτη φορά στην ιστορία της καριέρας του. Τα κόκκαλα της πλάτης του έτριζαν, προκαλώντας μία σύσπαση στους μύες του σώματός του. Ο Εμίλ ήταν ο νεότερος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών που είχε υπάρξει ποτέ. Παρά το νεαρό της ηλικίας του είχε κερδίσει όχι μόνο τις εκλογές, από όλους τους εκλέκτορες αφήνοντας τον πολιτικό του αντίπαλο χιλιόμετρα μακριά, αλλά και τις καρδιές του Αμερικάνικου λαού που αποτελούσαν το εκλογικό σώμα. Είχε την τυπική αμερικάνικη όψη με καστανόξανθα μαλλιά, πάντοτε περιποιημένα και μελί μάτια.
            Παρά το γεγονός πως η εμφάνισή του δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή, ο εξωστρεφής του χαρακτήρας και το σχεδόν μόνιμο χαμόγελό του, κέρδιζε και τον πιο δύσκολο άνθρωπο ή… καλύτερα ηγέτη. Δεν ήταν τυχαίο εξάλλου πως από την ημέρα της ανάληψης της εξουσίας του Προέδρου από εκείνον, η Αμερική είχε βελτιωθεί δραματικά σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Ο ίδιος είχε καταφέρει μέσα σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα να μειώσει το ποσοστό της ανεργίας, που ήταν και μία από τις βασικές του υποσχέσεις. Ωστόσο δεν ήταν μόνος. Η Οφέλια, η γραμματέας του, ήταν το δεξί του χέρι. Κρατούσε και τακτοποιούσε όλα του τα αρχεία και ήταν ικανή να δουλεύει υπερωρίες προκειμένου να υπάρχει μία ομαλή ροή στην καθημερινότητά της.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 4/Μέρος Α) - "Αόρατη απειλή"

Του πήρε αρκετό καιρό για να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση. Τη ζούσε και στον κόσμο του, εντούτοις ο ίδιος είχε δημιουργήσει για αντίβαρο την πρώτη φυλή ξωτικών. Ήταν ύπουλοι οι άνθρωποι και με πολλές αδυναμίες. Λάτρευαν τα πολύτιμα αντικείμενα και δε δίσταζαν να σκοτώσουν προκειμένου να τα αποκτήσουν. Το ήθος δεν ήταν από τα χαρακτηριστικά που θριάμβευε, ενώ τον νου τους τον χρησιμοποιούσαν τις πλείστες φορές για να προκαλέσουν κακό. Πόσο λοιπόν θα διέφεραν οι άνθρωποι ετούτου του κόσμου από εκείνους του δικού του; Οι πληροφορίες του του έλεγαν ελάχιστα. Οι Νόρμες μέσα από τη σφαίρα του χωροχρόνου του είχαν δώσει μία γεύση της τεχνολογίας που θα συναντούσε. Ωστόσο ο ίδιος διόλου ενδιαφερόταν για αυτό. Καθώς ήταν Θεός, και μάλιστα προικισμένος με χαρίσματα του ίδιου του Μέγα Δημιουργού, θα έφτιαχνε απλώς μία σκακιέρα. Οι άνθρωποι θα ήταν τα πιόνια του και εκείνοι που θα χρησιμοποιούσαν την ίδια τους την τεχνολογία  ενάντια στον εαυτό τους. Πρώτα θα τους έκανε να τον εμπιστευθούν και μετά θα τους αποτελείωνε. Μαζί με την ανθρώπινη φυλή θα αναζητούσε και τον πρίγκιπα των ξωτικών, ο οποίος είχε κατά λάθος πέσει στη χωροχρονική Πύλη. Σήκωσε ψηλά το χέρι του και κάλεσε τις Νόρμες.
«Ήρθε η ώρα» είπε κοφτά.
Το ξόρκι του καλέσματος της Πύλης ήχησε στο Μαύρο Βασίλειο. Ο Σούλφους απομακρύνθηκε με αργά βήματα γνωρίζοντας πολύ καλά την πορεία που θα ακολουθούσε.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 3/Μέρος Δ) - "Το Αστεροσκοπείο"

    
           Ελλάδα
Το βήμα του ήταν αργό. Τα χέρια του τον πονούσαν κι ένιωθε να βουλιάζει στην απελπισία. Ο Παναγιώτης μας είχε στήσει όλους για ακόμη μία φορά σημειώνοντας απουσία. Η γλυκιά μυρωδιά των γιασεμιών από τις αυλές των σπιτιών λειτουργούσε σαν ένα προσωρινό αγχολυτικό. Ήταν σούρουπο, όταν έφτασε στην άκρη μίας γέφυρας ενός κεντρικού αυτοκινητόδρομου. Κοίταξε το κενό. Δεν τον φόβιζε πια. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, τα οποία ξεχύθηκαν αβίαστα στα μάγουλά του. Ένα ακόμη βήμα πιο κοντά στην άκρη… Μα κάτι του τράβηξε την προσοχή. Ένας άνθρωπος βρισκόταν πεσμένος στο παρκάκι ακριβώς απέναντι. Ξεχνώντας προς στιγμήν τα προβλήματά του, κατέβηκε και έτρεξε προς το μέρος τού πεσμένου ανθρώπου.
Το θέαμα έμοιαζε αλλόκοτο και δεν ήξερε πραγματικά τι να σκεφτεί. Μπροστά του βρισκόταν ένας… άνδρας με πυρόξανθα μακριά μαλλιά και μία περίεργη στολή. Ο Παναγιώτης έντρομος, αποφάσισε πως θα ήταν πιο φρόνιμο να φύγει, αλλά η βαριά ανάσα του άνδρα και τα βογκητά πόνου, του άλλαξαν τη γνώμη. Άπλωσε το χέρι του ακουμπώντας το επάνω στον ώμο του άγνωστου.
            «Είσαι καλά;» τον ρώτησε.
        Ο άνδρας μετά βίας άνοιξε τα μάτια του ρίχνοντάς του ένα ξέπνοο βλέμμα και ψιθυρίζοντας, του μίλησε σε μία ακατανόητη διάλεκτο. Ο Παναγιώτης επανέλαβε την ερώτηση στα αγγλικά αυτή τη φορά και τότε πήρε επιτέλους την πολυπόθητη απάντηση.

Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 3/Μέρος Γ) - "Το Αστεροσκοπείο"

Ο ήλιος σιγά σιγά βάδιζε στη δύση του. Ο Ορλάντο στεκόταν μονάχος του στον λευκό κήπο, προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό του από σκέψεις που τον έπνιγαν. Δεν ήταν ένας πρίγκιπας όπως όλοι οι άλλοι. Ο ατίθασος χαρακτήρας του έμπαινε συχνά εμπόδιο στα βασιλικά καθήκοντα του πατέρα του. Η φλόγα που σιγόκαιγε μέσα στην ψυχή του, του ψιθύριζε να μην υποταχτεί σε κανέναν κανόνα και να ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του. Εκεί που τον οδηγούσε η μοίρα του. Δε θα είχε δίπλα του κάποια που ο ίδιος δε θα είχε επιλέξει από έρωτα και αγάπη αγνή.
            Ωστόσο, δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για τέτοιες σκέψεις. Η εικόνα της ουράνιας πύλης τον βασάνιζε, καθώς βαθιά μέσα του φοβόταν πως, αν τελικά ο Έκπτωτος Θεός έβγαινε νικητής στη μάχη του με τους ανθρώπους, θα ακολουθούσε και ο δικός του κόσμος. Τότε όλα θα ήταν αργά. Έπρεπε να δράσει. Το κεντρικό, πέτρινο ρολόι του βασιλείου έδειχνε εννέα, το σκοτάδι είχε ρίξει το πέπλο του και η κεντρική αίθουσα του Βασιλείου είχε φωτιστεί, καθώς το δείπνο ήταν έτοιμο να σερβιριστεί. Εκείνος όμως θα ήταν απών.
Προσπερνώντας την αίθουσα της τραπεζαρίας, προτίμησε να περάσει τη νύχτα του στο δωμάτιό του, το οποίο βρισκόταν στον τελευταίο όροφο του βασιλείου και είχε θέα το απέραντο δάσος. Το κρεβάτι του ήταν τεράστιο με σιδερένια φύλλα να κοσμούν την κεφαλή του. Ξάπλωσε κατάκοπος και αποκοιμήθηκε στο λεπτό. Ωστόσο το κακό τριγυρνούσε έξω, περιμένοντας να σβήσει και το τελευταίο φως.

ΑΒΑΤΟ: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 3/Μέρος Β) - "Το Αστεροσκοπείο"

Οι ώρες φάνταζαν ατελείωτες. Οι ακτίνες του ήλιου έκαιγαν το πρόσωπό του, καθώς ήταν μεσημέρι. Εκείνος διέσχιζε μία ερημική έκταση με κατεύθυνση τον ωκεανό και οδηγό το ένστικτό του. Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο βαριά. Μπροστά του απλωνόταν μία μικρή λίμνη την οποία πλησίασε ασθμαίνοντας, για να βουτήξει τα χέρια του στο δροσερό νερό της. Μέσα από τους κυκλικούς σχηματισμούς του νερού διέκρινε την απόκοσμη όψη του. Ζεστά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και με τα δύο του χέρια κράτησε σφιχτά το πρόσωπό του. Ήταν ένα τέρας που δε θύμιζε σε τίποτα την αλλοτινή λάμψη του Θεού του Χειμώνα. Ως και η καρδιά του έμοιαζε  με ένα κομμάτι κρέας που λίγο λίγο σάπιζε. Τον τύφλωνε η αδικία και η απόρριψη.
Έχασα τα πάντα. Μα πάνω από όλα τον πολυτιμότερο θησαυρό μου. Την Καλντέρα μου, την οποία έπρεπε πάση θυσία να προστατέψουν. Τι τους έφταιγε εκείνη; Ήταν πάντοτε τόσο γλυκιά και τόσο καλόκαρδη με όλους. Ελπίζω μονάχα να είναι καλά. Τα παιδιά μου άκουσα πως αγνοούνται και το πιθανότερο είναι να μη βρίσκονται καν στη ζωή. Το μόνο που μου απέμεινε, είναι αυτό το καταραμένο μενταγιόν να μου θυμίζει ένα κομμάτι της ταυτότητάς μου και της ταυτότητας εκείνου που με πρόδωσε, γρύλισε συνθλίβοντας ταυτόχρονα έναν βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Από το βάθος ξεπρόβαλε ο ωκεανός. Τα νερά του φαίνονταν μολυσμένα. Το βασίλειο της Μοίρας βρισκόταν ακριβώς στην απέναντι πλευρά. Σε ένα μέρος καλά κρυμμένο από τα υπόλοιπα πλάσματα αυτού του κόσμου.

ΑΒΑΤΟ: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 3/Μέρος Α) - "Το Αστεροσκοπείο"

            Το ρολόι έδειχνε οχτώ. Το κοίταξα πολλές φορές μην μπορώντας να πιστέψω πως έξι ολόκληρες ώρες ύπνου είχαν περάσει τόσο γρήγορα. Σχολείο. Μία λέξη που σε έκανε να νιώθεις ένα βάρος στο στήθος. Σηκώθηκα κουρασμένη από το κρεβάτι, ενώ ταυτόχρονα ευχόμουν να συνέβαινε κάποιο συνταρακτικό γεγονός που θα έκανε την κάθε μου ημέρα να μοιάζει μοναδική. Βλέπετε, μια τελειόφοιτη λυκείου όπως εγώ δεν είχε και πολλές επιλογές πέρα από το σχολείο και ως επακόλουθο αυτού το διάβασμα. 
«Ιζαμπέλα!» ηχούσε το όνομά μου ξανά και ξανά.
Κατέβηκα γρήγορα στην κουζίνα, μουρμούρισα ένα σιγανό «Καλημέρα» στη μητέρα μου και έφυγα τρέχοντας, για να είμαι συνεπής στη συνάντησή μου με τους κολλητούς μου. Καλά το καταλάβατε. Η παρέα μου αποτελείτο κατ’ αποκλειστικότητα από αγόρια.
Βγήκα στον κεντρικό δρόμο, ο οποίος οδηγούσε στο σχολείο μας. H γειτονιά μόλις που είχε ξυπνήσει, με τους περισσότερους να έχουν βγει στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών και να χαζεύουν ανέμελα τους περαστικούς, ενώ άλλοι άπλωναν το πρωινό τους πλυντήριο ή κουβέντιαζαν με τους γείτονες και τις γειτόνισσες. Ήταν μία τυπική και ηλιόλουστη μέρα σε μία από τις εκατομμύρια γειτονιές της Αθήνας και συγκεκριμένα της Νέας Σμύρνης.