Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γεράκι του Νότου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γεράκι του Νότου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 16) Μαντάτα

Ο αέρας φύσαγε παγωμένος ανάμεσα από τα γυμνά δέντρα, παρασύροντας ξερά φύλλα στο διάβα του. Όμοιος με ουρλιαχτό, κατέβαινε από τα βουνά και έφερνε μαζί του πυκνή χιονόπτωση, την πρώτη για εκείνον τον χειμώνα, τους τελευταίους μήνες του 1445. Μακριά από το κάστρο, εκεί που το δάσος ήταν πυκνό, σχεδόν σκοτεινό, το χιόνι έμοιασε να σταματά το χρόνο.
Στο μεγάλο ξέφωτο είχε αρχίσει ήδη να το στρώνει και τα πουλιά είχαν σταματήσει προ πολλού να κελαηδούν. Ένας λαγός έτρεξε, αφήνοντας τις πατημασιές του πάνω στο φρέσκο χιόνι, και χώθηκε στο λαγούμι του, που βρισκόταν κοντά στη ρίζα μιας καστανιάς, η οποία οριοθετούσε το ξέφωτο.
Ακούστηκε ένα ανθρώπινο επιφώνημα δυσαρέσκειας που έσπασε την απόλυτη ησυχία.
«Ατυχία… Αυτός ο λαγός ήταν δικός μου!» γκρίνιαξε ψιθυριστά ο Μηνάς, που έκλεισε αμέσως το στόμα του μετά την αγκωνιά που έφαγε από το Χριστόφορο δίπλα του.
«Θα καταστρέψεις τα πάντα… Κλείσ’ το!» του ψιθύρισε έντονα εκείνος και γύρισε απότομα το βλέμμα του στο ξέφωτο.
Τα μάτια του ήταν τα μόνα που φαίνονταν από το κουκουλωμένο του κεφάλι: το τσουχτερό κρύο έκανε την κουκούλα και το κάλυμμα στο λαιμό και στο πρόσωπο απαραίτητα. Ξαπλωμένοι και οι δύο στο έδαφος, χωμένοι ανάμεσα στα δέντρα, φορούσαν και οι δύο ανοιχτόχρωμα ρούχα και με δυσκολία ξεχώριζαν από το χιονισμένο τοπίο.
«Έχουν αρχίσει να μουδιάζουν τα χέρια μου!» γκρίνιαξε ο Μηνάς και σάλεψε με δυσκολία.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 15) Ξύλινα ξίφη και ξανθά όνειρα

«Φυλάξου!» φώναξε ο Μηνάς απότομα και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του Χριστόφορου, κραδαίνοντας το ξύλινο ξίφος του.
Ο Χριστόφορος έσφιξε με τη σειρά του στα χέρια του το δικό του ξίφος και κράτησε την ανάσα του. Τα γόνατά του λύγισαν και σήκωσε τους αγκώνες του στην αμυντική στάση που είχε πια εμπεδώσει.
Τα πρόσωπά τους γυάλιζαν ιδρωμένα, κάτω από το ρόδινο φως του ήλιου που μόλις ανέτειλε. Ήταν πια Απρίλης και η μέρα μεγάλωνε όλο και περισσότερο, χαρίζοντάς τους λίγο ακόμα χρόνο κοινής εξάσκησης πριν να χρειαστεί να στραφούν και οι δύο στις δουλειές τους.

Εδώ και τέσσερις μήνες αυτή ήταν η καθημερινότητα και για τον Χριστόφορο και για το Μηνά: το πρωί γυμνάσια και εξάσκηση στο ξίφος και έπειτα δουλειά στα χωράφια για τον πρώτο και υπηρεσία στο κάστρο για τον δεύτερο. Η συμφωνία είχε γίνει μεταξύ των δύο, εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό, και ο Μηνάς με μεγάλη ευχαρίστηση είχε δεχτεί να μεταδώσει τις γνώσεις και ικανότητές του στο Χριστόφορο, προσπάθεια που αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από πρόκληση, μιας και ο ξανθός νεαρός δεν ήξερε ούτε πώς να κρατήσει το ξίφος και την ασπίδα εξ αρχής.
Η βελτίωση βέβαια σταδιακά ερχόταν, αλλά ο Μηνάς αισθανόταν ότι ο Χριστόφορος δεν είχε βρει ακόμα αυτό που του ταίριαζε και που θα τον έκανε να ξεχωρίσει στο στράτευμα- κάτι που- άλλωστε- εκείνος είχε τονίσει σαν επιθυμία του όταν πρωτοσυζήτησαν. Ήταν ρωμαλέος και γερός νέος, αλλά η απειρία του και η ανησυχία του μην και βλάψει άθελά του τον Μηνά πάνω στην εξάσκηση, τον κρατούσαν ακόμα πίσω.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 14) Απλός πολίτης

Τα μυστηριώδη μάτια αυτή τη φορά έμοιασαν χαμογελαστά, όταν ο Χριστόφορος χαμογέλασε προς την κατεύθυνσή τους.
Εδώ και πέντε μέρες, που ο Χριστόφορος είχε πια συνέλθει για καλά, τον παρατηρούσαν για λίγες στιγμές, εκεί, στο κρεβάτι του, μα μόλις κοίταζε και εκείνος προς το παράθυρο, η «επισκέπτρια» εξαφανιζόταν βιαστική, προκαλώντας του μεγάλη απορία και περιέργεια.
Δεν είχε σηκωθεί παρά ελάχιστες φορές, με συνεχή βοήθεια, για τα απολύτως απαραίτητα και μόνο. Τώρα, όμως, ήταν αποφασισμένος να σηκωθεί και να βγει έξω. Να περπατήσει και να τον χτυπήσει ο φρέσκος αέρας. Με τις φροντίδες των Φραγκιάδων και το καλό φαγητό, ένιωθε ήδη την αδυναμία του να φεύγει και το κορμί του να επουλώνει μία- μία τις πληγές του, κάνοντάς τον να νιώθει πολύ πιο γερός και αποφασισμένος να προσπαθήσει να πετύχει το στόχο του, για τον οποίο και έκανε όλα αυτά εξ αρχής.
«Μπορείς να μού μιλήσεις, ξέρεις. Δεν δαγκώνω» είπε σε ήπιο τόνο και ανασηκώθηκε από το προσκεφάλι του, στηριζόμενος στα χέρια του.
Τα μάτια φάνηκαν να ξαφνιάζονται. Κοίταξαν αλλού, σαν να το σκέφτονταν. Ακούστηκε ένα ξερό βήξιμο, σαν να προσπαθούσε να καθαρίσει το λαιμό της, μα ύστερα εξαφανίστηκε δίχως κουβέντα. Ο Χριστόφορος αναστέναξε απογοητευμένα.
Η Καλλιόπη δεν είχε ξαναεμφανιστεί από την μέρα που εκείνος ξύπνησε, αλλά εκείνη ούτως ή άλλως ήταν μελαχρινή- δεν μπορεί να ήταν εκείνη. Η κοπέλα που τον παρακολουθούσε είχε ανοιχτόχρωμα μάτια.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 13) Φραγκιάδες

Καρύταινα, Μονή της Παναγίας
Ο Θεόφιλος πέταξε ένα ακόμα νόμισμα στο άδειο στρώμα του Χριστόφορου. Επεδίωκε να μην έχει ελεύθερο χρόνο ώστε να μην έχει περιθώριο να σκέφτεται, αλλά αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό.
Το σακούλι με τα νομίσματα του φίλου του βρισκόταν δίπλα του, εκεί ακριβώς όπου το είχε αφήσει ο αρχικός του ιδιοκτήτης, κάμποσες μέρες πριν. Τι είχε προσπαθήσει; Να εξαγοράσει την οργή τους; Να απαλύνει τη θλίψη τους με χρήματα;
Ήταν ποτέ δυνατόν τα χρήματα να αντικαταστήσουν τον αδερφό του; Ή, έστω, να κάνουν την απουσία του λιγότερο αισθητή;
Πώς στο καλό διανοήθηκε κάτι τέτοιο ο Χριστόφορος;
Πέταξε κι άλλο νόμισμα, αυτή τη φορά περισσότερο εκνευρισμένα παρά μελαγχολικά.
Η ψυχή του ήταν βαριά και ασήκωτη. Από τότε που μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του στο μοναστήρι- η πρότερη ζωή του άλλωστε ήταν πολύ θολή και αόριστη- δεν ήταν ποτέ μόνος. Δεν ήταν ποτέ μόνος, γιατί πάντα υπήρχε ο Χριστόφορος δίπλα του. Ο Χριστόφορος, που πάντα έμπαινε μπροστά και για τους δυο τους, που με την ήρεμη δύναμή του κατάφερνε να βάζει τα πάντα και τους πάντες στη θέση τους. Που ήξερε, όμως, και να γελάει και να συμμετέχει στα αστεία και σε όλες τις σκανδαλιές με τον δικό του τρόπο.
Πώς θα περνούσαν οι επόμενες μέρες, εβδομάδες, μήνες… χρόνια; Πώς θα ήταν υποφερτή η απομόνωση από τον έξω κόσμο χωρίς εκείνον σιμά;

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 12) Καμία εμπιστοσύνη

Η γυναίκα γονάτισε αργά δίπλα του και μουρμούρισε κάτι σε μία ακαταλαβίστικη γλώσσα, ενώ το κουτάβι συνέχιζε να γυροφέρνει τον τραυματία και να τον μυρίζει. Ο Χριστόφορος την κοίταξε επιφυλακτικά, μα δεν μίλησε.
Είχε μαύρα, κατσαρά μαλλιά και μάτια μελιά, μεγάλα και έντονα. Ήταν όμορφη, αλλά με έναν άγριο, απεριποίητο τρόπο.
Έπιασε το μάγουλό του και τον έκανε να την κοιτάξει. Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, που έμοιασαν έκπληκτα στο θέαμα. Μηχανικά, του χάιδεψε το μάγουλο, καθαρίζοντάς το από την πολλή λάσπη.
Ο Χριστόφορος έστρεψε το βλέμμα του αλλού αμήχανα. Όλο του το κορμί τον πονούσε και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο.
Η γυναίκα ανασηκώθηκε απότομα και ανασκουμπώθηκε. Έσπρωξε το μοναδικό της δισάκι πίσω από τη μέση της και έβαλε τα χέρια της σκεπτικά στους γοφούς της, χτυπώντας το πόδι της ρυθμικά στο χώμα. Δίχως να πει τίποτα, γύρισε από εκεί που ήρθε και εξαφανίστηκε μέσα στα θάμνα.
«Όχι… Περίμενε! Μην φεύγεις!» ψέλλισε ο Χριστόφρος απελπισμένα, τεντώνοντας το χέρι προς το μέρος της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και στηρίχτηκε με δυσκολία στα χέρια του, σηκώνοντας τελικά το σώμα του πάνω στα γόνατά του. Ανάσανε βαριά και δύσκολα και κοίταξε γύρω του, μισοκλείνοντας τα μάτια εξ αιτίας της λάσπης που του λέρωνε το πρόσωπο. Η γυναίκα φάνηκε ξανά, αυτή τη φορά κρατώντας και ένα ασκί δερμάτινο. Σαν τον είδε να προσπαθεί να σηκωθεί έτρεξε προς το μέρος του ανήσυχη.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 11) Μαγγανεία

Το ξημέρωμα βρήκε το Χριστόφορο να έχει περάσει την Καρύταινα. Το βήμα του ήταν ακόμα ακμαίο και ζωηρό και ο ήλιος, αν και αδύναμος, τον έκανε να χαμογελάσει κατά την Ανατολή και να ρίξει επιτέλους την κουκούλα από το πανωφόρι του κάτω.
Πιο ήρεμος ότι βρίσκεται πια αρκετά μακριά από το μοναστήρι, συνέχισε πιο χαλαρά την πορεία του προς τα νότια, όπου ήξερε ότι θα τον οδηγούσε- με τη βοήθεια ορισμένων περαστικών- στη Μονεμβασιά.
Η μέρα προβλεπόταν λίγο πιο ζεστή από τις προηγούμενες, αλλά η υγρασία και η πρωινή πάχνη ήταν προς το παρόν έντονες. Το χώμα ήταν λασπωμένο από κάποια πρόσφατη βροχή, κάνοντας τα πέδιλά του να κολλάνε εκνευριστικά σε ορισμένες γούβες. Προς το παρόν, όμως, αυτό δεν τον απασχολούσε καθόλου.
Ανέβηκε σε ένα από τα πολλά βραχώδη υψώματα που υπήρχαν μπροστά του και ατένισε όσο μπορούσε το χώρο γύρω του. Η Καρύταινα, χαμένη στην άχλη του πρωινού, φαινόταν, απόμακρα πια και θολά, να έχει μόλις ξυπνήσει. Εκεί ήταν τα οικεία.
Γύρισε προς το νότο. Οι πολλοί βραχώδεις όγκοι δεν τον άφηναν να δει πολύ μακριά, αλλά μερικά μονοπάτια, μικρότερα και μεγαλύτερα, ένα χωριό κάπου πέρα και μερικά σκόρπια κοπάδια εδώ κι εκεί μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Ένιωσε πάλι εκείνη την ευφορία, ανάμεικτη με φόβο. Από εκεί και έπειτα άρχιζε το άγνωστο για εκείνον. Ήδη βρισκόταν έξω από τα οικεία του νερά και μπροστά του απλωνόταν το εντελώς αχαρτογράφητο. Από εκεί άρχιζε η ανακάλυψη ενός νέου κόσμου.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 10) Εις το επανιδείν

«Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα… Κατάλαβες, Θεόφιλε;» έμπλεξε τα δάχτυλα ο Χριστόφορος επάνω στα γόνατά του και κοίταξε τον αδερφό του.
Ο Θεόφιλος φάνηκε να ζυγιάζει τα νέα στο μυαλό του. Χάιδεψε τα γένια του μηχανικά και ύστερα κοίταξε και αυτός τον φίλο του.
Είχαν περάσει τα εννιάμερα του μακαρίτη μοναχού και μια βδομάδα ακόμα. Η ψυχολογία των δύο νεαρών και ειδικότερα του Χριστόφορου ήταν η χειρότερη δυνατή, αλλά τις τελευταίες μέρες η ψυχή τους είχε αρχίσει να αλαφρώνει κάπως και τα πιτσιρίκια με τα καμώματά τους έφερναν ξανά χαμόγελα σιγά σιγά στο μοναστήρι.
Μετά από τόσες μέρες, ο Χριστόφορος βρήκε επιτέλους κουράγιο και διάθεση να μιλήσει στο Θεόφιλο για την τελευταία του συζήτηση με τον γέροντα που τους είχε μεγαλώσει. Όλα αυτά που τον είχαν συνταράξει και αυτόν συθέμελα.
«Κατάλαβα. Ώστε είσαι γιος αρχόντου λοιπόν; Έπιασες την καλή, Χριστόφορε. Άμα θες φεύγεις ανά πάσα στιγμή και πας στην ασφάλεια του αρχοντικού σου…» απάντησε τελικά ο Θεόφιλος και έσκυψε το κεφάλι.
Ο Χριστόφορος δυσανασχέτησε ξεφυσώντας.
«Μη λες ανοησίες. Εγώ δεν θέλω να έχω καμία σχέση με αυτόν τον άρχοντα που μού λες, που με παράτησε. Βέβαια, ίσως πρέπει να τον ευχαριστώ που με άφησε εδώ πέρα. Δεν θα είχα τον παππούλη, ούτε τα παιδιά, ούτε… ούτε και εσένα.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 9) Η αλήθεια

«Τι λες, Χριστόφορε; Θα δεχτείς ένα δώρο από τον πιστό φίλο που απέκτησες στο στράτευμα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος Ελλαδίτης, φορώντας και το τελευταίο εξάρτημα της στρατιωτικής του στολής.
Η μία διανυκτέρευση είχε γίνει τελικά τέσσερις, καθώς αγγελιαφόρος του Δεσπότη είχε προλάβει το διοικητή της αποστολής και τον ειδοποίησε να καθυστερήσει την άνοδο προς την Κόρινθο, έως ότου να τους προλάβει μία ενισχυτική μονάδα που είχε εξασφαλίσει ο Δεσπότης από τη Μονεμβασιά.
Ήταν φανερό ότι ο Δεσπότης Κωνσταντίνος ήθελε να διασφαλίσει τις εργασίες στα τείχη του Εξαμιλίου· οι Οθωμανοί μπορεί να επιτίθονταν οποιαδήποτε στιγμή, τελείως απρόοπτα και να κατέστρεφαν τον κόπο τόσου καιρού. Δεν ήταν μόνο η πορεία του έργου, βέβαια, που απασχολούσε τον Κωνσταντίνο: ήταν- κυρίως- ο φόβος για την απώλεια ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο είχε περιοριστεί τα τελευταία χρόνια, λόγω όλων αυτών των αναταραχών και ανατροπών στην καθημερινότητα.

«Κανονικά δεν πρέπει να δεχτώ τίποτε» απάντησε ο Χριστόφορος και άφησε δίπλα από την άμαξα που είχε έρθει με την ενισχυτική μονάδα τους σάκους με τα τρόφιμα που κουβαλούσε. «Παρόλα αυτά, Ανδρόνικε, είσαι από τους ανθρώπους που δεν θέλω να ξεχάσω ποτέ… Αν έχεις κάτι να μού δώσεις για να σε θυμάμαι, θα χαρώ πάρα πολύ να το κρατήσω» συμπλήρωσε μετά από μικρή σκέψη και τίναξε τα χέρια του από τις σκόνες των τσουβαλιών.
Ο αγαθός γίγαντας χαμογέλασε φιλικά και έψαξε το ζωνάρι του προς τα πίσω. Δυσκολεύτηκε, αλλά τελικά τράβηξε ένα μικρό εγχειρίδιο με ασημένια λαβή. Ύστερα ψαχούλεψε τον κόρφο του και έβγαλε ένα μαύρο, μεταξωτό μαντηλάκι, μέσα στο οποίο τύλιξε το περίτεχνο μαχαίρι.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 8) Καλογερική

Καρύταινα, 1444
Ο ηγούμενος Γρηγόριος ανέβαινε αργά- αργά τον ανήφορο του μικρού λόφου δίπλα από το μοναστήρι της Παναγίας, που είχε υπάρξει το σπίτι του εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια πλέον. Πλέον στηριζόταν σε μία μεγάλη ράβδο, την οποία του είχε φτιάξει ο νεαρός Στέφανος, που- τα τελευταία χρόνια- είχε επιδοθεί με επιτυχία στην «τέχνη του Ιωσήφ» και είχε μετατραπεί σε έναν πολύ χρήσιμο ξυλουργό για το μοναστήρι.
Τα πόδια του είχαν βαρύνει, τα κόκαλά του τον πονούσαν από τα αρθριτικά. Η σβελτάδα και ευκινησία του είχαν δώσει τη θέση τους στο κύρτωμα των ώμων και στα καμπουριασμένα δάχτυλα. Τα μαλλιά του, λευκά σαν το χιόνι, έμοιαζαν συχνά ένα με τα μπαμπακένια φρύδια και την αντίστοιχη γενειάδα του, που πλέον είχε αραιώσει και συχνά του την περιποιούνταν ο Θεόφιλος, μιας και ο γέροντας δεν έβλεπε πια και πολύ καλά.

Παρόλα αυτά, την καθημερινή του προσευχή επάνω στο λόφο δεν την εγκατέλειπε. Το είχε συνήθειο από όταν είχε πρωτοέρθει στο μοναστήρι, ενθυμούμενος την προσευχή του Χριστού στο όρος των Ελαιών. Αφού μπορούσε να βγει και να προσευχηθεί έξω, καιρού επιτρέποντος, το έκανε κάθε μέρα και ξανάνιωνε με κάθε ριπή αέρα που του χάιδευε το πρόσωπο και κάθε αχτίδα του ήλιου που τον έκανε να μισοκλείνει τα μάτια.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 7) Στα άκρα

Όσο και αν βιαζόταν ο Κωνσταντίνος, όσο και αν τον έτρωγε η φωτιά της προδοσίας που είχε ανάψει τόσο ξεδιάντροπα ο Δημήτριος, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα χαράς και ένα ειλικρινές, μακάριο χαμόγελο, σαν η Κατερίνα τράβηξε το χέρι του στην κοιλιά της, ανακοινώνοντάς του ότι ήταν ήδη σχεδόν τεσσάρων μηνών έγκυος.
Δεν είχε προλάβει να σκεφτεί και πολλά για αυτό το ταξίδι. Ίσως και τίποτα συγκεκριμένο. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήθελε να φτάσει το συντομότερο δυνατό κοντά στον Ιωάννη. Ο Θεός ήξερε μόνο πόσο ταραγμένος θα ήταν ο αυτοκράτορας, με αυτό το ένα ακόμα χτύπημα στην ήδη κλονισμένη του υγεία. Πώς να βαστούσε τη σκέψη ότι ο αδερφός του υπέφερε για άλλη μία φορά;

Έβαζε κατά νου την εικόνα της Κατερίνας, στη διάρκεια των θαλασσοταραχών που κόντεψαν συχνά να τους καταποντίσουν, να παίρνει θάρρος. Και έπειθε τον εαυτό του ότι αυτή ήταν που του έδινε κουράγιο και όχι η εικόνα της Άννας Νοταρά, που ξεπηδούσε κάθε μέρα από τις πιο κρυφές γωνιές του μυαλού του.

Είχε αντικρίσει τη Λέσβο με ανακούφιση, όχι μόνο γιατί αυτό σήμαινε ότι πλησίαζαν στον τελικό προορισμό τους, αλλά και γιατί η επαφή με τη γυναίκα του και τον πεθερό του θα τον αποσπούσε από τις σκοτεινές, αμαρτωλές του σκέψεις. Ήταν δοσμένος στην Κατερίνα και τέλος.

«Η κόρη μου δεν άργησε να σου ετοιμάσει το διάδοχο, έτσι, άρχοντά μου;» χαμογέλασε ο Ντορίνο Γκαττιλούζι, μπαίνοντας στο δωμάτιο που είχε ετοιμάσει για τον Κωνσταντίνο χωρίς να χτυπήσει, όπως είχε κάνει πριν λίγο και η ίδια η Κατερίνα, ανυπομονώντας να αντικρίσει τον άντρα της.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 6) Κλυδωνισμοί

Κωνσταντινούπολη, Απρίλιος 1441
Οι ετοιμασίες για την αναχώρηση του Κωνσταντίνου και του Φραντζή είχαν κορυφωθεί: το πλοίο που θα τους μετέφερε στη Λέσβο θα ήταν εξοπλισμένο πλήρως σε μία εβδομάδα περίπου. Το ταξίδι, βέβαια, σχεδιαζόταν εδώ και ένα χρόνο: με το που είχε επιστρέψει ο Ιωάννης, το Φεβρουάριο του 1440, ο Φραντζής είχε προσπαθήσει αμέσως να τον πείσει για την αναγκαιότητα του γάμου του Κωνσταντίνου και να προωθήσει το συνοικέσιο με τον Γκαττιλούζι ως εκλεκτό και αξιόλογο.
Παρόλο που και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αναγνώριζε την επιτακτική ανάγκη να παντρευτεί πλέον, τα γεγονότα τους προλάβαιναν. Η αναστάτωση που είχε προκαλέσει η διακήρυξη της Ένωσης ήταν μεγάλη και είχε ενταθεί ακόμα περισσότερο με την επιστροφή της βυζαντινής αποστολής στη Βασιλεύουσα: οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν βίαιες, εκρηκτικές, με τα ονόματα του Ιωάννη και του πατριάρχη να ακούγονται μαζί με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς από τα στόματα του απλού λαού μέχρι τις ανώτερες τάξεις των ανθενωτικών αριστοκρατών. Οι δημαγωγοί που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Πόλης δυναμίτιζαν ακόμα περισσότερο την τεταμένη ατμόσφαιρα, πατώντας στα "χριστιανικά και ορθόδοξα" συναισθήματα των απλών ανθρώπων, για να καλλιεργήσουν την ένταση εναντίον του Ιωάννη. Ανέκαθεν υπήρχε ο κύκλος αυτός των λαοπλάνων που παρουσίαζαν τα γεγονότα όπως ήθελαν, μονόπλευρα, και οδηγούσαν τις καταστάσεις στα άκρα, χωρίς να ξέρει κανείς αν υποκινούνταν από τρίτους, που είχαν ανάλογα συμφέροντα, ή από μία προσωπική, αρρωστημένη τάση να προκαλούν αναταραχή, μίση και προβλήματα: όσο μεγαλύτερα, τόσο καλύτερα.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 5) Laetentur Coeli - Ας αγαλλιάσουν οι ουρανοί

Καρύταινα, καλοκαίρι 1439
Ο Χριστόφορος κοίταξε περήφανα την αντανάκλασή του στο νερό: επιτέλους, μουστάκι! Τα περισσότερο αγόρια, μεγαλύτερα ή ακόμα και συνομήλικα, όχι μόνο είχαν, αλλά το είχαν ξυρίσει ήδη και μερικές φορές. Μόνο εκείνος θα έμενε με τα μικρά, αμούστακος;
Κι όμως, το είχε προσέξει· το σώμα του άλλαζε, άρχιζε να μοιάζει λίγο περισσότερο με των μεγαλύτερων μοναχών. Και εκείνο το πρωί ήταν πια σίγουρος, το μουστάκι πάνω από τα χείλη του ήταν φανερό, όπως και το πιο έντονο χνούδι στις φαβορίτες του. Ήθελε να τρέξει και να πανηγυρίσει μπροστά σε όλους για αυτό το μάτσο αδύναμων, ξανθών τριχών, να δείξει ότι κανείς ποτέ πια δεν θα τον πέρναγε για κορίτσι!
Βέβαια… Όχι ότι είχε καμιά ουσιαστική σημασία. Στο μοναστήρι, ούτως ή άλλως, δεν ήταν δυνατόν να υπήρχε κανένα κορίτσι. Όλοι ήξεραν ότι είναι αγόρι. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό: ήθελε να φαίνεται άντρας· μια καινούρια ανάγκη και παρόρμηση που τον κατέκλυζε και τον κινητοποιούσε όλο και περισσότερο κάθε μέρα.

Χαμογέλασε πλατιά, λαμπερά, όπως πολύ σπάνια. Αλλά δεν ήταν κανείς εκεί για να τον δει.
Δε θα γύρναγε στο μοναστήρι, φυσικά, μόνο και μόνο γι’ αυτό. Ήταν από τις λιγοστές φορές που είχε την ευκαιρία να βγαίνει έξω, δίπλα στο αγαπημένο του ποταμάκι, χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Κάποιοι, όπως ο Θεόφιλος, είχαν μείνει πίσω να τελειώσουν τις δουλειές που έπρεπε, μαζί με ορισμένους άλλους αδελφούς.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 4) Αποφάσεις

Ο Κωνσταντίνος πήδηξε σχεδόν από το ξένο πλοίο σαν δέσανε στο μεγάλο λιμάνι της Πόλης. Ένιωθε λευτερωμένος από ένα πολύ μεγάλο βάρος και πολύ πιο αισιόδοξος, μακριά από τους υπερόπτες Λατίνους.
Η Πόλη, η πανέμορφη και μεγαλειώδης Πόλη των πόλεων, τον καλωσόριζε ξανά με ανοιχτές αγκάλες και με έναν πανέμορφο ήλιο. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε έρθει και- ομολογουμένως- του είχε λείψει ο κοσμοπολίτικος αέρας και η ευχάριστη βαβούρα της.

Ο Μανουήλ σκουντούφλησε επάνω του, καθώς είχε μείνει να κοιτά με ανοιχτό το στόμα τριγύρω του: ερχόταν πρώτη φορά στη ζωή του στην Κωνσταντινούπολη και τα μάτια του δεν μπορούσαν καν να χωρέσουν την τόση ομορφιά.

«Συγγνώμη, Κωνσταντίνε, αλλά το μυαλό και τα μάτια μου δεν μπορούν πια να κοιτάξουν το δρόμο τους, παρά τη μαγεία τούτης της πόλης»

«Δεν πειράζει, φίλε μου. Σε καταλαβαίνω» γέλασε ευγενικά ο πρίγκηπας, πραγματικά αναζωογονημένος από το θέαμα της Βασιλεύουσας.

Ένας ρυθμικός βηματισμός τους τράβηξε την προσοχή: ένα άγημα του αυτοκρατορικού στρατού πλησίαζε σταθερά προς το μέρος τους. Πρωτοστάτης ο Λουκάς Νοταράς, με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.

«Χαιρετώ σε, πρίγκιπά μου!» αναφώνησε και έκανε μια βαθύτατη, θεατρική υπόκλιση σαν έφτασε σιμά τους. «Καλώς όρισες στην Βασιλεύουσα. Έρχομαι εκ μέρους του υψηλότατου αδελφού σου για να σε υποδεχθώ».

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 3) Πολεμικά Παιχνίδια

Καλάβρυτα, Επικράτεια Θωμά Παλαιολόγου, 1432
Ένας λαχανιασμένος στρατιώτης σχεδόν κουτρουβαλιάστηκε μπροστά στο θρόνο του Θωμά Παλαιολόγου.
Ο νεαρός άρχοντας- είχε κλείσει πρόσφατα τα 23- ανασηκώθηκε νωχελικά και τον κοίταξε με δυσαρέσκεια. Τα λεπτά του φρύδια ζάρωσαν πάνω από τα μικρά, υπολογιστικά του μάτια.
Ήταν η ώρα που θα συναντιόταν με τους συμβούλους του.
«Τι συμβαίνει μ' εσένα;» είπε, περνώντας το χέρι του νευρικά από τα ξανθά μαλλιά του.
«Άρχοντά μου, είναι εδώ!» απάντησε ο στρατιώτης, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το πρόσωπό του μ' ένα ταλαιπωρημένο μαντηλάκι.
Η έκφραση του Θωμά άλλαξε στιγμιαία και κάθισε καλύτερα στο θρόνο του.
Σήκωσε τη μύτη ψηλά και κοίταξε το νεαρό στρατιώτη αφ' υψηλού.
«Ποιος ειν' εδώ λοιπόν;» ρώτησε φανερά επίτηδες.
«Μα... Ο- Ο αδερφός σου, κύριέ μου, ο κύρης Κωνσταντίνος» απάντησε σαστισμένα ο στρατιώτης με μισάνοιχτο το στόμα.
«Ναι, ναι, κατάλαβα» κούνησε το χέρι του ενοχλημένα. "Φέρτε τον μέσα."
Ο Θωμάς έμεινε μόνος και έσφιξε τη γροθιά του μηχανικά: είχε σκεφτεί πολλές φορές τα συμφέροντά του. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε τίποτε άλλο προς το παρόν.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 2) Και είδεν ο Θεός το φως

Λίγο πιο έξω από την Πάτρα, Ιούλιος του 1428
Ο Κωνσταντίνος ξερόβηξε, προσπαθώντας να καθαρίσει τη φωνή του· δεν ήθελε να το παραδεχτεί αλλά είχε άγχος. Και μάλιστα πολύ.
Το άνοιγμα της πριγκιπικής σκηνής μετατοπίστηκε ελαφρά και μια περήφανη, δυναμική μορφή μπήκε μέσα και ήρθε να σταθεί πίσω από τον νεαρό πρίγκιπα.
«Είσαι νευρικός;» ρώτησε ο νεοφερμένος, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο του Κωνσταντίνου.
«Νευρικός; Όχι, καθόλου» προσπάθησε να απαντήσει σταθερά εκείνος, αλλά η φωνή του έτρεμε.
Ο άντρας χαμογέλασε με κατανόηση.
Ήταν λίγο πιο κοντός από τον Κωνσταντίνο, μα σίγουρα μεγαλύτερος. Φαινόταν να έχει φτάσει στα χρόνια της ωριμότητάς του: το πρόδιδαν το έμπειρο γκριζοπράσινο βλέμμα του και οι πρώτες γκρίζες τρίχες που είχαν αρχίσει να ξεπηδούν ανάμεσα στα μακριά, καστανόξανθα μαλλιά του.
«Ψεύτη. Για αυτό τρέμεις;» του έριξε μία παιχνιδιάρικη γροθιά στο μπράτσο και προχώρησε ένα βήμα ακόμα για να βρεθεί στο πλευρό του.
«Ιωάννη…» ψέλλισε ο Κωνσταντίνος και στράφηκε απότομα προς τον μεγάλο του αδερφό.
Ήταν χλωμός, ιδρωμένος.
«Τι συμβαίνει, μικρέ;» ο αυτοκράτορας Ιωάννης τον έπιασε σφιχτά από τα χέρια.
«Πρώτη φορά στη ζωή μου φοβάμαι».
Ο αυτοκράτορας έβαλε τα γέλια.

Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 1) Το δώρο της μάνας

1425, Πάνω Πόλη Μυστρά, Αρχοντικό Κυριαζή
Ο Θεόδωρος Κυριαζής σήκωσε το κύπελλό του σε μία περήφανη πρόποση, χαμογελώντας χαρούμενα στους γύρω του: συγγενείς και φίλοι είχαν μαζευτεί για το μεγάλο γεγονός.

Η Ευγενία Κυριαζή θα γεννούσε το πέμπτο της παιδί από στιγμή σε στιγμή. Και όλοι ευχήθηκαν στην πρόποση να του χαρίσει άλλον ένα γιο, μετά από τις τρεις κόρες.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν περίμεναν να τους ευλογήσει για πέμπτη φορά ο Κύριος. Η μικρότερη κόρη τους, η Δεσποινιώ, ήταν ήδη 4 χρονών και οι ίδιοι σιγά σιγά μεγάλωναν, οπότε οι πιθανότητες μειώνονταν: ο άρχοντας Κυριαζής ήταν 38 χρονών και η γυναίκα του είχε πρόσφατα κλείσει τα 33.

Από μία μισάνοιχτη πόρτα μπορούσαν να ακουστούν, κάπως απόμακρα, οι φωνές της γυναίκας και το σούσουρο των υπόλοιπων γυναικών και των υπηρετών που πηγαινοέρχονταν βιαστικά.

Τέσσερα ζευγάρια μάτια κοίταξαν ανήσυχα προς την κατεύθυνση των φωνών: ο Κωνσταντίνος, η Ζωή, η Ευτυχία και η Δεσποινιώ Κυριαζή παρίσταναν τους ενθουσιασμένους για τα γεννητούρια. Ωραία θα ήταν να έχουν ένα μικρό αδερφάκι, αλλά γιατί η μαμά τους έπρεπε να φωνάζει έτσι για να τους το φέρει;

Ήταν 13, 10, 8 και 4 χρονών αντίστοιχα: δεν τους ένοιαζαν και πολλά ούτως ή άλλως σε αυτές τις ηλικίες. Αλλά η μάνα ήταν μάνα. Δεν μπορούσαν παρά να τρέμουν για την υγεία της.

Ο άρχοντας Κυριαζής τα κοίταξε και τους έγνεψε συμπονετικά. Ήξερε πολύ καλά την αγωνία τους: αγαπούσε τη γυναίκα του όσο δεν είχε αγαπήσει ποτέ τίποτε άλλο. Η Ευγενία ήταν ο πιο γλυκός και καλοσυνάτος άνθρωπος που ήξερε. Ήταν έξυπνη και αστεία, σεβαστή σύζυγος και τρυφερή μητέρα.