Ο αέρας φύσαγε παγωμένος ανάμεσα από τα γυμνά δέντρα, παρασύροντας ξερά φύλλα στο διάβα του. Όμοιος με ουρλιαχτό, κατέβαινε από τα βουνά και έφερνε μαζί του πυκνή χιονόπτωση, την πρώτη για εκείνον τον χειμώνα, τους τελευταίους μήνες του 1445. Μακριά από το κάστρο, εκεί που το δάσος ήταν πυκνό, σχεδόν σκοτεινό, το χιόνι έμοιασε να σταματά το χρόνο.
Στο μεγάλο ξέφωτο είχε αρχίσει ήδη να το στρώνει και τα πουλιά είχαν σταματήσει προ πολλού να κελαηδούν. Ένας λαγός έτρεξε, αφήνοντας τις πατημασιές του πάνω στο φρέσκο χιόνι, και χώθηκε στο λαγούμι του, που βρισκόταν κοντά στη ρίζα μιας καστανιάς, η οποία οριοθετούσε το ξέφωτο.
Ακούστηκε ένα ανθρώπινο επιφώνημα δυσαρέσκειας που έσπασε την απόλυτη ησυχία.
«Ατυχία… Αυτός ο λαγός ήταν δικός μου!» γκρίνιαξε ψιθυριστά ο Μηνάς, που έκλεισε αμέσως το στόμα του μετά την αγκωνιά που έφαγε από το Χριστόφορο δίπλα του.
«Θα καταστρέψεις τα πάντα… Κλείσ’ το!» του ψιθύρισε έντονα εκείνος και γύρισε απότομα το βλέμμα του στο ξέφωτο.
Τα μάτια του ήταν τα μόνα που φαίνονταν από το κουκουλωμένο του κεφάλι: το τσουχτερό κρύο έκανε την κουκούλα και το κάλυμμα στο λαιμό και στο πρόσωπο απαραίτητα. Ξαπλωμένοι και οι δύο στο έδαφος, χωμένοι ανάμεσα στα δέντρα, φορούσαν και οι δύο ανοιχτόχρωμα ρούχα και με δυσκολία ξεχώριζαν από το χιονισμένο τοπίο.
«Έχουν αρχίσει να μουδιάζουν τα χέρια μου!» γκρίνιαξε ο Μηνάς και σάλεψε με δυσκολία.
Στο μεγάλο ξέφωτο είχε αρχίσει ήδη να το στρώνει και τα πουλιά είχαν σταματήσει προ πολλού να κελαηδούν. Ένας λαγός έτρεξε, αφήνοντας τις πατημασιές του πάνω στο φρέσκο χιόνι, και χώθηκε στο λαγούμι του, που βρισκόταν κοντά στη ρίζα μιας καστανιάς, η οποία οριοθετούσε το ξέφωτο.
Ακούστηκε ένα ανθρώπινο επιφώνημα δυσαρέσκειας που έσπασε την απόλυτη ησυχία.
«Ατυχία… Αυτός ο λαγός ήταν δικός μου!» γκρίνιαξε ψιθυριστά ο Μηνάς, που έκλεισε αμέσως το στόμα του μετά την αγκωνιά που έφαγε από το Χριστόφορο δίπλα του.
«Θα καταστρέψεις τα πάντα… Κλείσ’ το!» του ψιθύρισε έντονα εκείνος και γύρισε απότομα το βλέμμα του στο ξέφωτο.
Τα μάτια του ήταν τα μόνα που φαίνονταν από το κουκουλωμένο του κεφάλι: το τσουχτερό κρύο έκανε την κουκούλα και το κάλυμμα στο λαιμό και στο πρόσωπο απαραίτητα. Ξαπλωμένοι και οι δύο στο έδαφος, χωμένοι ανάμεσα στα δέντρα, φορούσαν και οι δύο ανοιχτόχρωμα ρούχα και με δυσκολία ξεχώριζαν από το χιονισμένο τοπίο.
«Έχουν αρχίσει να μουδιάζουν τα χέρια μου!» γκρίνιαξε ο Μηνάς και σάλεψε με δυσκολία.

