Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στα Χρόνια του Μεσαίωνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στα Χρόνια του Μεσαίωνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 13_Μεταμέλεια και Δικαίωση)

Όταν φτάσαμε στο Άσλιρντ κατεβήκαμε από το πλοίο και είχαμε καλύψει όλοι τα πρόσωπα μας.

Μόλις όμως ο Λίαμ πάτησε το πόδι του στην στεριά και δεδομένου ότι τον είχαμε λύσει κατά την διάρκεια του ταξιδιού μπόρεσε και έφυγε μακριά μας.

Ο θείος πήγε να τον προλάβει, αλλά ο πατέρας Ρίτσαρντ τον σταμάτησε.

«Άσε τον» είπε.

«Θα προειδοποιήσει τον Ντέιβιντ».

«Έτσι και αλλιώς δεν έχει νόημα πλέον. Η εξέγερση θα γίνει ούτως ή άλλως. Εξάλλου δεν γνωρίζει ο Ντέιβιντ ποιοι δεν είναι με το μέρος τους από τους στρατιώτες» είπε ο Σερ Ραλφ.

«Ας πάνε όλα καλά» είπε η Νάλα.

«Θα πάνε Νάλα μου» της είπα.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 12_Βοήθεια από το Άσλιρντ)

«Ω, Θεέ μου ξυπνάει» φώναξε χαρούμενη η Έμμα όταν είδε τον Φίλιπ να συνέρχεται.

Εκείνος έβγαλε κάποια μικρά βογγητά.

«Πού βρίσκομαι;» είπε και κοίταξε γύρω του.

«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας παλικάρι μου. Ξεπέρασες τον κίνδυνο. Είσαι δυνατός» του είπε ο πατέρας Ρίτσαρντ που είχε κάνει ότι μπορούσε για να τον βοηθήσει.

«Μου έσωσες την ζωή Φίλιπ. Χάρη σε σένα αναπνέω, αλλά τραυματίστηκες. Ευτυχώς με την βοήθεια του πατέρα Ρίτσαρντ σώθηκες» του είπε και κοίταξε τον ιερέα γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Εκείνος χαμογέλασε.

«Χαίρομαι βαθύτατα που βοήθησα, αλλά ας ευχαριστήσουμε και τον Κύριο. Εκείνος έκανε τα πιο πολλά» είπε και έκανε τον σταυρό του.

«Πάντα μετριόφρων και ταπεινός» σκέφτηκα.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 11_Η καταστροφή των Δρυϊδών)

Πέρασαν κάποιες ημέρες και με τον Άντριου είχαμε ανταλλάξει μετρημένες κουβέντες.

Δεν άντεχα αυτήν την κατάσταση.

Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί πήγα να τον βρω και όταν τον είδα τον πλησίασα αποφασιστικά.

«Θέλω να μιλήσουμε» του είπα με θάρρος.

Εκείνος γύρισε και με κοίταξε με εκείνο το σκοτεινό βλέμμα γεμάτο θυμό και θλίψη που είχε από την ώρα που ξανασυναντηθήκαμε.

«Τι θέλεις Λίριο;» με ρώτησε ψυχρά.

Ειλικρινά σου αρέσει αυτή η κατάσταση; Δεν αξίζει σε κανέναν από τους δυο μας. Από την ώρα που έφυγα από το Άσλιρντ δεν σε έβγαλα στιγμή από το μυαλό μου και τώρα που είσαι εδώ κοντά μου συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε ξένοι. Δεν το θέλω αυτό, δεν το καταλαβαίνεις;» ξέσπασα.

«Αν το σκεφτείς είμαστε ξένοι. Δεν ήσουν πολύ καιρό στον τόπο μου, δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω και ούτε εσύ εμένα»

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 10 - Η επανένωση με τον Άντριου)

Τα λόγια εκείνης της γυναίκας δεν με άφηναν να ησυχάσω.

Τι εννοούσε; Τι θα συνέβαινε στο μέλλον; Θα έβλεπα ξανά τον Άντριου;

Τόσα πολλά ερωτήματα να με βασανίζουν.

«Λίριο» άκουσα την Έμμα να μου λέει βγάζοντας με από τις σκέψεις μου.

«Έμμα μου, τι έγινε;» την ρώτησα.

«Σου μιλάω τόση ώρα, ήσουν αφηρημένη. Τι σκεφτόσουν ξαδέρφη μου;»

«Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον»

«Εσύ πάντα έλεγες να έχουμε πίστη και ότι Κάποιος θα φροντίσει για εμάς, για αυτό δεν πρέπει να ανησυχούμε. Τι έπαθες τώρα;»

«Έχουν γίνει τόσα πολλά. Οι ζωές μας ήρθαν πάνω-κάτω. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ, τι να κάνω, δεν ξέρω ποια είμαι,

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 9_Προδοσία και Διάσωση)

Άσλιρντ

Ο στρατηγός Ντέιβιντ καθώς περπατούσε προς την αίθουσα του θρόνου χαμογελούσε με ικανοποίηση. Όταν έφτασε μπροστά από την πόρτα την άνοιξε με δύναμη και εκείνη χτύπησε στον τοίχο κάνοντας θόρυβο.

Ο Κλάους που ήταν εκεί, τον κοίταξε παραξενεμένος.

«Τι στο καλό; Έγινε κάτι;» ρώτησε.

«Θα γίνει σύντομα» του απάντησε ο Ντέιβιντ.

«Δεν καταλαβαίνω. Εξηγήσου» τον πρόσταξε ο άρχοντας.

«Θα καταλάβεις σύντομα άρχοντα μου. Όπως γνωρίζεις ο γιος σου είναι προδότης και εγώ είμαι εκείνος που ανακάλυψα την προδοσία του. Υποθέτω ότι μου αξίζει κάποια ανταμοιβή αντάξια του έργου μου απέναντι στο Άσλιρντ».

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 8_Οι Δρυίδες)

Ο Άντριου μπήκε στην τραπεζαρία και βρήκε τον πατέρα του και τον στρατηγό Ντέιβιντ να τον κοιτούν βλοσυρά.

«Με απογοήτευσες» του είπε ο Κλάους.

«Για ποιο πράγμα μιλάς;» τον ρώτησε ο νεαρός.

«Ξέρουμε ότι ελευθερώσατε τους σκλάβους. Προφανώς αυτή η άτιμη η Λίριο για την οποία νοιάζεστε τόσο σας εκμεταλλεύτηκε και σας έπεισε να τους φυγαδεύσετε» είπε ο Ντέιβιντ

«Μην την πιάνεις στο στόμα σου. Εσύ είσαι ο άτιμος» του φώναξε ο Άντριου.

«Βγάλε τον σκασμό» του είπε ο πατέρας του.

«Πατέρα, είχαμε τις διαφορές μας αλλά δεν γίνεται να με προσβάλλεις μπροστά του» είπε εννοώντας τον στρατηγό.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 7_Η φυγή από το Άσλιρντ)

Ο ιεροεξεταστής Λίαμ πήγε στα μπουντρούμια και εκεί βρήκε αλυσοδεμένο τον πατέρα Κέβιν ο οποίος είχε βασανιστεί και βρισκόταν να κρέμεται από ένα σκοινί.

«Γιατί ταλαιπωρείς τον εαυτό σου έτσι; Πες μας ποιος είναι ο συνεργάτης σου και ίσως να έχεις έναν πιο ανώδυνο θάνατο από το να καείς ζωντανός» του είπε.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Ειλικρινά με το χέρι στην καρδιά Λίαμ, πιστεύεις ότι οι πράξεις σου δικαιολογούνται; Είναι εγκλήματα εναντίον του Χριστιανισμού. Σύνελθε όχι για μένα, αλλά για τον εαυτό σου. Δες τι κάνεις. Όλο αυτό είναι παραλογισμός. Η Ιερά Εξέταση είναι μια τρέλα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κάνει κακό στον διπλανό του. Πόσο μάλλον να αιτιολογεί τις πράξεις του χρησιμοποιώντας το όνομα του Θεού. Αυτή είναι η αληθινή βλασφημία» του είπε ο ιερέας με όση δύναμη του είχε απομείνει.

Ο άλλος κοίταξε γύρω του και αφού διαπίστωσε ότι ήταν μόνοι τους τον πλησίασε.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 6_Η διάσωση της Έμμα μέρος 2)

Ήμουν στην κουζίνα και καθάριζα όταν αισθάνθηκα δύο χέρια να τυλίγονται γύρω από την μέση μου.

«Λίριο μου» άκουσα την φωνή του Άντριου.

Γύρισα και τον φίλησα.

«Πρέπει να μιλήσω σε σένα και στον Γκάμπριελ. Έχω να σας πω κάτι που θα σας κάνει να χαρείτε, αλλά θα πρέπει να γίνει με άκρα μυστικότητα. Ελάτε να με βρείτε στους στάβλους. Θα σας περιμένω» μου είπε και με φίλησε ξανά.

Εγώ είχα παραξενευτεί, τι θα μας έλεγε;

Πήγα να βρω τον Γκάμπριελ, ο οποίος ήταν έτοιμος να πάει στα κτήματα.

«Ο Άντριου... ο άρχοντας Άντριου μου είπε ότι θέλει να μας μιλήσει σχετικά με κάτι που μας αφορά.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 6_Η διάσωση της Έμμα μέρος 1)

Ο Άντριου ήξερε πως όταν ο πατέρας Κέβιν τον ειδοποιούσε για να του μιλήσει, ήταν επειδή χρειαζόταν την βοήθεια του για να φυγαδεύσουν κάποιον δύσμοιρο που είχε πιάσει η Ιερά Εξέταση.

Όμως αυτό που του έκανε εντύπωση, είναι ότι όταν βρέθηκαν στο γνωστό στενό που συναντιόντουσαν κάθε φορά δεν ήταν μόνος του. Ήταν ακόμη ένας ιερέας δίπλα του.

«Άρχοντα μου, χαίρομαι που σας βλέπω» είπε ο πατέρας Κέβιν και υποκλίθηκε και αυθόρμητα το ίδιο έκανε και ο άλλος δίπλα του.

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο Άντριου δείχνοντας τον πατέρα Ρίτσαρντ.

«Ένας πολύ καλός μου φίλος»

«Και είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να τον εμπιστευτούμε;» ρώτησε ο νέος με δυσπιστία.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 5_Προκαταλήψεις μέρος 2)

Έψαχνα να βρω την Έμμα, αλλά δεν ήταν πουθενά. Το είχα πει και στον Γκάμπριελ, αλλά ούτε εκείνος την είχε βρει.

Κάποια στιγμή συναντηθήκαμε.

«Πού είναι πια; Έψαξα σε όλο το κάστρο» μου είπε.

Τότε την είδαμε να την σέρνουν άνθρωποι της Ιεράς Εξέτασης.

«Αφήστε με. Δεν έχω κάνει τίποτα κακό» έλεγε κλαίγοντας.

«Έμμα» ούρλιαξα. «Κάτω τα χέρια σας από πάνω της»

Ο Γκάμπριελ με συγκράτησε πριν τους επιτεθώ.

«Αυτό είναι αδιανόητο!» είπε ο Άντριου στον Λίαμ που ήταν πιο πίσω μαζί με τον Κλάους.

«Είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτήν την κοπέλα» είπε ο άρχοντας. «Δεν μπορείς να την πάρεις».

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 5_Προκαταλήψεις μέρος 1)

Το κόλπο που μας είχε προτείνει ο άρχοντας Άντριου είχε πιάσει.

Κάθε βράδυ η Έμμα έπινε από το υγρό και ανέβαζε πυρετό, έτσι άρρωστη δεν μπορούσε να πάει στον Κλάους.

Είχε έρθει και εκείνος να ελέγξει και όταν ακούμπησε το μέτωπο της διαπίστωσε ότι είχε στην πραγματικότητα πυρετό.

Έτσι λοιπόν πέρασαν δέκα ημέρες, η Έμμα από την στιγμή που ήταν άρρωστη δεν έκανε και δουλειές, έτσι είχε διατάξει ο άρχοντας Κλάους προκειμένου να αναρρώσει γρήγορα, αλλά πλέον είχε απογοητευτεί.

Σύντομα όμως το ψέμα μας θα γινόταν αντιληπτό.

Το βράδυ της δέκατης ημέρας ο Κλάους ήρθε χωρίς να ειδοποιήσει όπως τις προηγούμενες φορές και μας έπιασε εξ' απροόπτου. Δεν τον περιμέναμε και η Έμμα δεν είχε πιει αυτή την φορά το σωτήριο υγρό.

Μας είδε και τις δύο όρθιες και η Έμμα φαινόταν ότι ήταν καλά.

«Βλέπω ότι είσαι καλύτερα. Παράξενο το πρωί που ήρθα να σε δω καιγόσουν στον πυρετό. Και αναρωτιόμουν μήπως είναι κάτι πιο σοβαρό από μια απλή αρρώστια» της είπε ο άρχοντας.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 4_Ο Άντριου μέρος 2)

Όταν τελειώσαμε η Νάλα οδήγησε τον Γκάμπριελ στα κτήματα όπου μίλησαν με τον άνθρωπο που είχε την εποπτεία και έπειτα πήγαμε όλοι στα δωμάτια μας.

Εγώ και η Έμμα θα μοιραζόμασταν το ίδιο.

«Πώς αισθάνεσαι;» την ρώτησα.

«Ήδη μου λείπει το χωριό μας και οι άνθρωποι μας Λίριο μου» μου απάντησε.

«Όπως είπε και η Νάλα θα συνηθίσουμε»

«Αλήθεια το πιστεύεις αυτό;» με ρώτησε με δυσπιστία.

«Ναι, ξαδέρφη μου. Ο χρόνος θα επουλώσει τις πληγές μας» της είπα. «Άλλωστε ο άρχοντας Άντριου όπως μας είπε η Νάλα και από ότι φάνηκε είναι καλός άνθρωπος»

«Και ο πατέρας του Λίριο; Τον ξέχασες. Είμαστε εδώ γιατί μας θέλει για τον εαυτό του. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;» είπε δυνατά.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 4_ Ο Άντριου μέρος 1)

Όταν τελικά άκουσε ησυχία δισταχτικά κατέβασε τον μοχλό και η πόρτα της κρυψώνας του άνοιξε. Βγήκε κάνοντας δειλά βήματα και προσπάθησε να ακούσει κάποια ομιλία ή βήματα.

Τίποτα, επικρατούσε μια νεκρική σιγή.

Βγήκε εντελώς και κατέβασε ξανά τον μοχλό. Η πόρτα έκλεισε.

Τοποθέτησε όπως έκανε πάντα ένα τραπέζι από πάνω, έτσι να μην φαίνεται και με γοργά βήματα βγήκε από την εκκλησία και αυτό που αντίκρισε τον έκανε να δακρύσει. Σπάνια έκλαιγε, πάντα αντιμετώπιζε ότι του έφερνε η ζωή με αισιοδοξία και πίστη, αλλά μπροστά σε αυτό το θέαμα έσπασε.

Το χωριό ήταν κατεστραμμένο, τα σπίτια ήταν καμμένα, υπήρχαν νεκροί στον δρόμο και όλα πρόδιδαν ότι το χωριό είχε λεηλατηθεί.

Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Έστρεψε τα μάτια του προς τον ουρανό.

«Πώς άφησες να συμβεί αυτό Κύριε;» είπε και αφού έμεινε εκεί πεσμένος στα γόνατα για λίγη ώρα, σκούπισε τα δάκρυα του και σηκώθηκε.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 3_Συμφορές)

Δεν ξέραμε για πόση ώρα περπατούσαμε, αλλά σίγουρη ήταν αρκετή και όλοι είχαμε κουραστεί. Οι αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια μας έκαναν ακόμη πιο κοπιαστικό το περπάτημα μας.


Ξαφνικά μια κοπέλα έπεσε στο έδαφος από την εξάντληση.

Δεν μπορούσα να δω ποια ήταν, αλλά κάποιοι έτρεξαν κοντά της.

«Κάντε την να συνέλθει και γρήγορα. Δεν μπορούμε να χάσουμε χρόνο» είπε ο Ντέιβιντ.

«Για κάποιον που είναι πάνω στο άλογο είναι πολύ εύκολο να δίνεις διαταγές, αλλά έλα στην θέση μας κάθαρμα» άκουσα μια γνώριμη φωνή να λέει και κατάλαβα ότι εκείνος που είχε μιλήσει ήταν ο Τζορτζ.

Ο αξιωματικός τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν σπίθες.

«Πώς με αποκάλεσες;» τον ρώτησε.
 
«Κάθαρμα, αυτό δεν είσαι; Αυτό δεν είστε όλοι; Επιτεθήκατε σε αμάχους, κάψατε το χωριό τους, σκοτώσατε και τώρα μας έχετε αλυσοδεμένους και απαιτείτε να έχουμε δυνάμεις μετά από όλα αυτά;» ούρλιαξε.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 2_Αναδρομές στο παρελθόν μέρος 2)

Άνοιξα την πόρτα της εκκλησίας και τα μάτια μου έπεσαν στον Εσταυρωμένο που υπήρχε στο βάθος.

Πλησίασα και ένωσα τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και προσευχήθηκα να πάνε όλα καλά, για όλους μας. Να φανώ μια άξια σύζυγος και εκείνος να είναι ευγενικός μαζί μου, να αγαπάμε ο ένας τον άλλον και να έχουμε μια ευτυχισμένη ζωή.

Όταν τελείωσα έκανα τον σταυρό μου και γύρισα να φύγω αλλά είδα τον πατέρα Ρίτσαρντ που με κοίταζε χαμογελώντας.

«Πάτερ μου, δεν σας είχα καταλάβει» είπα ξαφνιασμένη.

«Δεν ήθελα να σε διακόψω. Συγχαρητήρια. Έμαθα για σένα και τον Τζορτζ».


«Ευχαριστώ» είπα και κατέβασα το κεφάλι.

Ένιωσα τα μάγουλα μου να κοκκινίζουν. Ντρεπόμουν που είχα απορρίψει τον Γκάμπριελ. Σαν γιος του ήταν άλλωστε.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 2_Αναδρομές στο παρελθόν μέρος 1)

Έναν μήνα πριν:


Θυμάμαι ότι όπως κάθε πρωί άκουσα τον κόκορα να λαλεί και άνοιξα σιγά-σιγά τα μάτια μου. Είδα τις πρώτες αχτίνες του ήλιου να μπαίνουν από το παράθυρο μου και να φωτίζουν ελάχιστα την σκοτεινιά του δωματίου μου.

Πέταξα τα σκεπάσματα από πάνω μου και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Τεντώθηκα και πλησίασα το παράθυρο και το άνοιξα.

Ο ήλιος του πρωινού μπήκε στο δωμάτιο μου και το έλουσε στο φως. Ήταν χαρά Θεού έξω η μέρα. Τέλη Απριλίου. Πλέον η άνοιξη είχε μπει και είχε φέρει μαζί της τις μυρωδιές της. Πήρα μια ανάσα και μύρισα το άρωμα των λουλουδιών και ένιωσα το απαλό αεράκι στο πρόσωπο μου.

Θα ήταν μια πολύ όμορφη μέρα σήμερα και γιατί είχε λιακάδα, αλλά και γιατί σήμερα θα επέστρεφε ο Γκάμπριελ μετά από τέσσερις μήνες.

Αφού χάζεψα λίγο την θέα από το παράθυρο μου πήγα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.

Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 1_Η λεηλασία του χωριού)

«Λίριο τρέχα, τρέχα να σωθείς» άκουσα τον Γκάμπριελ να μου φωνάζει τρελαμένος.

Με έπιασε από το χέρι και αρχίσαμε να τρέχουμε, δεν ξέραμε προς τα που να πάμε. Παντού γύρω μας ακούγαμε ουρλιαχτά, ο καπνός από τις φωτιές μας τύφλωνε και με έκανε να βήχω.

Γιατί συνέβη αυτό; Τι λάθος κάναμε; Απλοί χωρικοί ήμασταν. Αν ήθελαν να πάρουν λάφυρα, ας τα έπαιρναν από τον άρχοντα, όπως έκαναν. Γιατί επιτέθηκαν στον απλό λαό;

Άκουσα έναν καλπασμό. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα έναν άνδρα να έρχεται καταπάνω μας με το άλογο του. Στο χέρι του κρατούσε σπαθί και το σήκωσε.

Ούρλιαξα.

Θα μας σκότωνε σίγουρα.

Ο Γκάμπριελ με έσπρωξε και βρεθήκαμε και οι δύο στο έδαφος, το σπαθί πέρασε ξυστά πάνω από τα κεφάλια μας.