Στα Χρόνια του Μεσαίωνα (Κεφάλαιο 2_Αναδρομές στο παρελθόν μέρος 2)

Άνοιξα την πόρτα της εκκλησίας και τα μάτια μου έπεσαν στον Εσταυρωμένο που υπήρχε στο βάθος.

Πλησίασα και ένωσα τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και προσευχήθηκα να πάνε όλα καλά, για όλους μας. Να φανώ μια άξια σύζυγος και εκείνος να είναι ευγενικός μαζί μου, να αγαπάμε ο ένας τον άλλον και να έχουμε μια ευτυχισμένη ζωή.

Όταν τελείωσα έκανα τον σταυρό μου και γύρισα να φύγω αλλά είδα τον πατέρα Ρίτσαρντ που με κοίταζε χαμογελώντας.

«Πάτερ μου, δεν σας είχα καταλάβει» είπα ξαφνιασμένη.

«Δεν ήθελα να σε διακόψω. Συγχαρητήρια. Έμαθα για σένα και τον Τζορτζ».


«Ευχαριστώ» είπα και κατέβασα το κεφάλι.

Ένιωσα τα μάγουλα μου να κοκκινίζουν. Ντρεπόμουν που είχα απορρίψει τον Γκάμπριελ. Σαν γιος του ήταν άλλωστε.


«Τι έπαθες;» με ρώτησε ανήσυχος.

«Νιώθω άσχημα για τον... Γκάμπριελ» είπα δισταχτικά.

«Τον είχα συμβουλέψει να μην έχει πολλές ελπίδες. Εγώ δεν σε κατηγορώ για τίποτα κοριτσάκι μου. Είναι λογικό άλλωστε να μην μπορείς να τον νιώσεις παραπάνω από έναν πολύ καλό φίλο. Θα ήταν βέβαια καλύτερο για τον ίδιο αν ανταποκρινόσουν στα συναισθήματα του, αλλά αφού δεν μπορείς είναι κατανοητό και δεν χρειάζεσαι να έχεις τύψεις»

«Φοβάμαι μήπως είναι θυμωμένος»

«Όχι Λίριο, δεν είναι θυμωμένος, στενοχωρημένος είναι, αλλά σιγά-σιγά θα βρει τον εαυτό του. Να ξέρεις ότι θέλει το καλύτερο για σένα»

«Και εγώ το ίδιο θέλω για αυτόν πατέρα Ρίτσαρντ και σας ευχαριστώ για όλα. Έχετε μεγάλη καρδιά» του είπα και τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη που με είχε βγάλει από την δύσκολη θέση.

«Να 'σαι καλά παιδί μου» μου είπε με το ίδιο πρόσχαρο ύφος που είχε πάντοτε.

****

Δύο μέρες μετά με τον Τζορτζ είχαμε πάει μια βόλτα στο δάσος και μιλούσαμε.

«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που δέχτηκες να με παντρευτείς. Νόμισα ότι θα αρνιόσουν να είμαι ειλικρινής» μου είπε

«Γιατί σου είχε δημιουργηθεί αυτή η εντύπωση;» ρώτησα ξεχνώντας ότι όλοι πίστευαν ότι εγώ και ο Γκάμπριελ αγαπιόμασταν, αλλά η απάντηση του μου το θύμισε.

«Επειδή θεωρούσα ότι ήσουν ερωτευμένη με τον Γκάμπριελ»

«Τον Γκάμπριελ τον νιώθω αδερφό μου Τζορτζ. Βάλτε όλοι σας καλά στο μυαλό σας επιτέλους» φώναξα εκνευρισμένη.

Εκείνος με κοίταξε έκπληκτος.

Δεν συνήθιζα να χάνω την ψυχραιμία μου.

«Με συγχωρείς» είπα «Αλλά σε παρακαλώ μην σκέφτεσαι ότι τον αγαπάω, όχι ερωτικά δηλαδή. Γιατί τον αγαπάω πολύ, είμαι πολύ δεμένη μαζί του. Έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, αλλά αυτό που αισθάνομαι δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη που αισθάνεται μια γυναίκα για έναν άνδρα. Είναι κάτι πιο αγνό, πιο τρυφερό δεν μπορώ να το περιγράψω με λέξεις» του εκμυστηρεύτηκα.

«Καταλαβαίνω τι εννοείς» μου είπε και από τον τόνο της φωνής του συμπέρανα ότι το εννοούσε.

«Ξέρεις, ήθελα να σου προτείνω κάτι» του είπα για να αλλάξω θέμα.

«Ναι, σε ακούω»

«Μου αρέσει πολύ το χωριό μας, αλλά πάντα ήθελα να γνωρίσω και άλλα μέρη. Εσύ τι όνειρα έχεις;» τον ρώτησα και ευχόμουν να πάρω την απάντηση που ήθελα.

«Και εγώ ακριβώς το ίδιο θέλω. Πώς θα σου φαινόταν η προοπτική όταν με το καλό παντρευτούμε να πάμε να ζήσουμε στην πόλη; Έχω έναν θείο εκεί, αδερφό της μητέρας μου. Θα μας βοηθούσε να κάνουμε τα πρώτα μας βήματα»

Χαμογέλασα μην μπορώντας να πιστέψω στα αυτιά μου.

«Τζορτζ θα το ήθελα πολύ» είπα και τον αγκάλιασα.

Εκείνος ανταποκρίθηκε με θέρμη και έπειτα με φίλησε.

Ήταν ένα τρυφερό φιλί, ένιωσα την ζεστασιά του να με τυλίγει και άγγιξε ένα μέρος της ψυχής μου.

Όταν τα χείλη μας ελευθερώθηκαν χαμογελάσαμε και ενώσαμε τα μέτωπα μας.

«Ανυπομονώ για τον γάμο μας» μου είπε.

Εγώ πάλι δεν απάντησα αλλά συνέχισα να χαμογελάω.

Δεν ανυπομονούσα, αλλά ούτε και δεν ήθελα να έρθει εκείνη η μέρα. Ο Τζορτζ δεν μου ήταν αδιάφορος, ένιωθα την αγάπη του και ευχόμουν με τον καιρό να αποκτήσω και εγώ συναισθήματα για εκείνον.

****

Την ημέρα των αρραβώνων μας είχαμε μαζευτεί στην εκκλησία και ο πατέρας Ρίτσαρντ μας έδωσε την ευχή του.

Έπειτα μαζευτήκαμε στην πλατεία όπου είχαν στρωθεί τραπέζια με φαγητό.

Το κρασί έρεε άφθονο και ο πατέρας μου έπινε και τραγουδούσε χαρούμενος.

Κάποια στιγμή ο Τζορτζ με πήρε και χορέψαμε, δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου.

Κάθε μέρα τον γνώριζα και καλύτερα. Μου είχε κάνει εντύπωση ο χαρακτήρας του, η ευγένεια του, αλλά δεν ήξερα αν θα μπορούσα να τον ερωτευτώ ποτέ. Πάντως τα σημάδια έδειχναν ότι θα με σεβόταν και αυτό μου αρκούσε.

Όταν σταμάτησε η μουσική είδα τον Γκάμπριελ τον οποίο την τελευταία εβδομάδα είχα δει ελάχιστα να μας πλησιάζει.

«Συγχαρητήρια» μας είπε χαμογελώντας και αφού αγκάλιασε τον Τζορτζ χτυπώντας τον στην πλάτη, μου έπιασε τον ώμο. «Ότι καλύτερο» είπε κοιτάζοντας μόνο εμένα αυτή την φορά.

«Ευχαριστώ Γκάμπριελ» είπα ξαφνιασμένη.

Τα μάτια του δεν είχαν ίχνος κακίας ή ζήλιας, παρά μόνο χαρά.

Ίσως να μην ήταν κάτι ουσιώδες ούτε από την πλευρά του.

Πάντως χαιρόμουν που τον έβλεπα καλά.

Κατά την διάρκεια του γλεντιού είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μόνοι μας.

Πήγα να του απολογηθώ, αλλά εκείνος με διέκοψε.

«Για τον Θεό, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Σε καταλαβαίνω. Θέλω να γνωρίζεις όμως ότι θα σε αγαπώ για πάντα, αλλά εύχομαι να είσαι ευτυχισμένη δίπλα στον Τζορτζ» μου είπε και με αγκάλιασε.

Από την μια στενοχωριόμουν και από την άλλη αισθανόμουν θαυμασμό για το μεγαλείο της ψυχής του. Ήλπιζα ότι θα έβρισκε κάποια που θα τον ολοκλήρωνε ως άνθρωπο και εμένα θα με ξεχνούσε τελείως.

****

Εκείνο το πρωί ήμουν στο πηγάδι και έβγαζα νερό όταν άκουσα ουρλιαχτά.

Γύρισα και είδα στρατιώτες πάνω σε άλογα να μας επιτίθενται και κατάλαβα τι συνέβαινε.

Είχαμε ακούσει ότι ένας άρχοντας ενός άλλου τόπου έκανε πόλεμο με τον δικό μας για να μας κατακτήσει. Από ότι φαίνεται είχαν μπει στο κάστρο του δικού μας άρχοντα. Η γη μας τους άνηκε και τώρα θα λεηλατούσαν όποιο χωριό υπήρχε.

Έτρεξα προς το σπίτι μου και μόλις είχα φτάσει λίγα μέτρα μακρυά είδα έναν στρατιώτη να τραβά με την βία την μητέρα μου έξω. Την έριξε κάτω και εκείνη ούρλιαζε.

Ο πατέρας μου πήγε να την υπερασπιστεί και τότε ο στρατιώτης τον διαπέρασε με το σπαθί του.

Ούρλιαξα

«Πατέρα» φώναξα υστερικά.

Η μητέρα μου βλέποντας αυτό που έγινε σηκώθηκε και άρχισε να χτυπά τον στρατιώτη.

«Γουρούνι, φονιά» φώναζε με όλη της την δύναμη.

Ο στρατιώτης τότε με μια κίνηση της έκοψε τον λαιμό.

Έκλεισα τα μάτια μου, μου ήρθε αναγούλα. Δάκρυα έτρεξαν στα μάτια μου και ένιωσα κάποιον να με πιάνει από πίσω μου.

Γύρισα τρομαγμένη και είδα ότι ήταν ο θείος μου ο αδερφός του πατέρα μου, ο πατέρας της Έμμα.

«Πρέπει να φύγουμε από εδώ» μου είπε αλλά μόλις τελείωσε την φράση του ένα βέλος τον χτύπησε.

Έπεσε στα γόνατα.

«Θείε» είπα και τον αγκάλιασα.

«Η Έμμα μαζί με τον Τζέιμς και τα παιδιά κατάφεραν να φύγουν. Βρες τρόπο να κάνεις και εσύ το ίδιο» μου είπε πριν σωριαστεί νεκρός μπροστά μου.

Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν, η Έμμα, ο άνδρας της και τα ανίψια μου ήταν τουλάχιστον ασφαλή. Εγώ όμως τι θα έκανα;

Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω, όταν έπεσα πάνω σε κάποιον και κατάλαβα ότι ήταν ο Γκάμπριελ.

Λίριο τρέχα, τρέχα να σωθείς» τον άκουσα να μου φωνάζει τρελαμένος.

Με έπιασε από το χέρι και αρχίσαμε να τρέχουμε, δεν ξέραμε προς τα που να πάμε. Παντού γύρω μας ακούγαμε ουρλιαχτά, ο καπνός από τις φωτιές μας τύφλωνε και με έκανε να βήχω.

Γιατί συνέβη αυτό; Τι λάθος κάναμε; Απλοί χωρικοί ήμασταν. Αν ήθελαν να πάρουν λάφυρα ας τα έπαιρναν από τον άρχοντα όπως έκαναν. Γιατί επιτέθηκαν στον απλό λαό;

Άκουσα έναν καλπασμό. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα έναν άνδρα να ερχεται καταπάνω μας με το άλογο του. Στο χέρι του κρατούσε σπαθί και το σήκωσε.

Έβγαλα μια κραυγή.

Θα μας σκότωνε σίγουρα.

Ο Γκάμπριελ με έσπρωξε και βρεθήκαμε και οι δύο στο έδαφος, το σπαθί πέρασε ξυστά πάνω από τα κεφάλια μας.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε με αγωνία.

«Τι θα κάνουμε;» τον ρώτησα και αμέσως είδα τον άνδρα που πριν λίγο πήγε να μας σκοτώσει να είναι από πάνω μας.

Πριν προλάβω να μιλήσω άρπαξε τον Γκάμπριελ και του έβαλε ένα μαχαίρι στον λαιμό.

«Μη, σε ικετεύω» του είπα κλαίγοντας.

Ο άνδρας με κοίταξε και χαμογέλασε.

«Όπως θέλεις μικρή μου» μου είπε ειρωνικά και χτύπησε τον Γκάμπριελ στο κεφάλι.

Εκείνος έπεσε λιπόθυμος.

«Γκάμπριελ» είπα.

Ο άνδρας με άρπαξε από τους καρπούς και με σήκωσε.

«Ο φίλος σου θα ζήσει προς το παρόν, ένα χωριατόπαιδο μου χρειάζεται στα κτήματα μου για να δουλεύει και μια όμορφη κοπέλα σαν και σένα πάντα είναι ευχάριστη συντροφιά» μου είπε και χάιδεψε το μάγουλο μου.

«Μην με αγγίζεις αγύρτη» φώναξα.

Τότε ο άνδρας γύρισε προς το μέρος του Γκάμπριελ, έβγαλε το σπαθί από την θήκη του και το σήκωσε για να τον χτυπήσει.

«Όχι» ούρλιαξα και τον έπιασα από το μπράτσο. «Σε παρακαλώ, θα κάνω ότι θέλεις» του είπα.

«Ξύπνα τον, θα έρθετε και οι δύο μαζί μου»

Εγώ έπεσα στα γόνατα και τον ταρακούνησα φωνάζοντας το όνομα του. Εκείνος συνήλθε.

«Σήκω αγόρι. Πλέον εσείς οι δύο είστε ιδιοκτησία μου» είπε ο άνδρας.

Βοήθησα τον Γκάμπριελ να σηκωθεί ο οποίος φαινόταν να ζαλίζεται από το χτύπημα.

«Ντέιβιντ» άκουσα τον άνδρα να λέει σε κάποιον και εκείνος πλησίασε.

«Μάλιστα άρχοντα μου» είπε.

«Πέρασε τους αλυσίδες. Αυτούς τους δύο τους θέλω για μένα»

Ο Ντέιβιντ έκανε αυτό που τον διέταξε. Μας έβαλε αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια λες και ήμασταν ζώα και μας οδήγησε μαζί με άλλους κρατούμενους έξω από το χωριό μας.

«Προχωρήστε» μας είπε και ανέβηκε πάνω στο άλογο του.

Με την συνοδεία στρατιωτών ξεκινήσαμε να περπατάμε όλοι μαζί. Όλοι γύρω μας ήταν αλυσοδεμένοι, συγχωριανοί μας που άλλοτε ήταν γελαστοί και πρόσχαροι τώρα τους είχε κυριεύσει η απελπισία και η θλίψη.

Όταν φτάσαμε σε ένα ύψωμα, γύρισα πίσω και έριξα μια ματιά στον τόπο που γεννήθηκα. Είδα τον πολυαγαπημένο μου χωριό να έχει τυλιχτεί στις φλόγες και ήξερα ότι εκεί πίσω βρίσκονταν νεκροί η μητέρα, ο πατέρας μου και ο θείος μου.

Δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου και άκουσα την ζεστή φωνή του Γκάμπριελ ο οποίος δεν είχε φύγει από δίπλα μου να μου λέει «κουράγιο»

Γύρισα και τον κοίταξα. Και εκείνος έκλαιγε και αμέσως ένιωσα το αίμα μου να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες μου και την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.

«Σκυλιά. Να σας κάψει ο Θεός» φώναξα και αμέσως μετάνιωσα αυτό που είπα.

Ποτέ δεν είχα καταραστεί και ούτε τώρα έπρεπε να το κάνω. Ο Θεός δεν καίει ανθρώπους, ούτε εκδικείται. Μόνο οι άνθρωποι το κάνουν αυτό.

«Σκάσε» μου φώναξε ένας στρατιώτης και εγώ σώπασα.

«Είμαι δίπλα σου» άκουσα τον Γκάμπριελ να μου λέει.

Ένιωσα να ζαλίζομαι, όλα σκοτείνιασαν και έπεσα στο έδαφος μισολιπόθυμη.

«Σήκω πάνω κορίτσι και συνέχισε να περπατάς» μου είπε ο Ντέιβιντ που από ότι είχα καταλάβει ήταν αξιωματικός.

Εγώ έκλεισα τα μάτια μου

«Κύριε ελέησε την δούλη σου. Δώσε μου δύναμη να αντέξω» ψίθυρισα, πήρα μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκα.

Συνέχισα να περπατάω και για τελευταία φορά γύρισα και έριξα μια ματιά πίσω μου. Ήθελα να κρατήσω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου όσο τραγική και να ήταν. Σε αυτό τον τόπο γεννήθηκα, μεγάλωσα. Έζησα ευτυχισμένη.

Τώρα όμως ήμουν σίγουρη ότι από εδώ και πέρα η ζωή μου θα άλλαζε και ίσως ποτέ ξανά να μην αισθανόμουν ευτυχία.