Ματωμένες Πύλες Κεφάλαιο 26 (Επίλογος)
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 25)
Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε μια ισχυρή λάμψη. Ένας άγγελος χάθηκε. Χάθηκε τελείως από ένα σμήνος δαιμόνων που έπεσε πάνω του και τον κατασπάραξε. Τα ήξερε όλα. Η Εχεκράτεια ήξερε τι θα συμβεί και δεν είπε τίποτα. Πώς ήταν τόσο σίγουρη για τη θυσία της; Οι λάμψεις εμφανίζονται σαν πυροτεχνήματα στους ουρανούς η μια μετά την άλλη. Καταρρέουμε. Δεν είμαστε αρκετοί. Μπορεί ένας να ισοδυναμεί με εκατοντάδες, αλλά αυτοί είναι χιλιάδες. Μου επιτίθενται πότε ένας-ένας και πότε ομάδα ολόκληρη. Με το δρεπάνι στα χέρια μου τους εξαφανίζω. Η οργή μεγαλώνει μέσα μου. Τα μάτια μου θολώνουν και δε νιώθω τίποτα άλλο πέρα από μίσος.
«Mortem!» ακούω τη φωνή της Spero να μου φωνάζει από μακριά. Γυρνάω και την κοιτάζω απότομα.
«Μη γίνεσαι σαν και αυτούς. Δεν είσαι σαν αυτούς!» μου φωνάζει και προσπαθώ να κατευνάσω το μίσος που νιώθω μέσα μου.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 24)
«Θες να μάθεις τι συμβαίνει; Ε λοιπόν δες!» του λέω απότομα και πιάνω με τα δύο μου χέρια το κεφάλι του. Ο Ηρακλής συσπάται ολόκληρος και τα μάτια του γίνονται λευκά, όπως τα δικά της, όταν έβλεπε οράματα. Του τα δείχνω όλα, πώς τη γνώρισα, ποιος ήμουν, τι έκανε, ποια είναι πραγματικά. Γιατί τώρα βρίσκεται νεκρή… Το σώμα του παράλυτο πέφτει κάτω καθώς βλέπει τις εικόνες που έβαλα στο μυαλό του. Θα αργήσει λίγο να ξυπνήσει.
Ξαφνικά ένας εκκωφαντικός, γνώριμος ήχος ακούγεται από έξω. Με μια κίνηση τα φτερά μου ανοίγουν και βγαίνω με δύναμη από το δωμάτιο. Κοιτάζω γύρω μου για να εντοπίσω από που έρχεται αυτός ο ήχος. Ακούω ουρλιαχτά και μπροστά μου βλέπω μια τεράστια δέσμη φωτός. Spero... Πάω προς τα εκεί με τεράστια ταχύτητα και το φως σβήνει. Είναι εδώ.
Ματωμένες Πύλες Κεφάλαιο 23
Τα μάτια της γίνονται πάλι μελί και τα μαλλιά της πορφυρά. Τα χείλη της αποκτούν πάλι χρώμα και το δέρμα της λάμπει. Είναι πανέμορφη, αλλά η αληθινή της πλευρά έχει άλλη γοητεία. Δείχνει ομορφιά και εμπειρία μαζί. Όπως και να εμφανιστεί μπροστά μου, μέχρι και σαν εφιάλτης, για εμένα θα είναι για πάντα το ίδιο… Κοιτάζω το χέρι της και μετά πάλι την ίδια.
«Δε χρειάζεται να κρύβεις την αληθινή σου ομορφιά από εμένα» της λέω και της χαϊδεύω το μάγουλο. Εκείνη τότε γελάει αμήχανα.
«Έτσι είμαι πραγματικά. Απλώς η δύναμη με έχει φθείρει». Νιώθει πολύ άσχημα με όσα έγιναν και για αυτό καλύπτει συνεχώς τον εαυτό της. Δεν επιμένω. Την αγαπώ και τη σέβομαι όπως και εάν επιλέξει η ίδια να είναι.
«Σε παρακαλώ. Θέλω να έρθεις μαζί μου» μου λέει και ο κεραυνός εξαφανίζεται από δίπλα μας. Σκοτάδι επικρατεί. Η Εχεκράτεια τον καλεί να έρθει πάλι μέσα της, καθώς είναι έτοιμη να αποχωρήσει. Απλώνω το χέρι μου και την ακουμπάω.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 22)
Πριν από είκοσι δύο χρόνια, γεννήθηκε στην πανέμορφη Ελλάδα ένα μωρό, που από την πρώτη στιγμή θάμπωσε τους πάντες με την ομορφιά της. Την ονόμασαν Φαίδρα, που σημαίνει φωτισμένη. Οι γονείς της την αγαπούσαν πολύ, αλλά καθώς το κοριτσάκι μεγάλωνε, άρχισε να λέει πράγματα, που δεν άρεσαν και τόσο πολύ στους ανθρώπους γύρω της. Μιλούσε για σκιές και για κακά πλασματάκια που κυκλοφορούσαν μέσα στο σπίτι τους και στους δρόμους. Την έτρεξαν στους γιατρούς, αλλά δεν μπόρεσαν να βγάλουν κάποια άκρη. Η μικρή ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Ένιωθε πάντα μόνη της.
Όταν ήταν μόλις επτά χρονών, ένας δαίμονας εμφανίστηκε στο δωμάτιό της και κάθισε δίπλα στο κρεβάτι της. Την κοίταξε με ένα τεράστιο χαμόγελο και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η μικρή τρόμαξε τόσο πολύ που έβαλε τα κλάματα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί για μέρες. Τα νεύρα της μητέρας της κλονίστηκαν, δεν άντεχαν αυτή την κατάσταση. Οι μέρες περνούσαν και η μητέρα της γινόταν όλο και πιο επιθετική. Της φώναζε και κάποια στιγμή ξεκίνησε να τη χτυπάει. Η μικρή τότε αποφάσισε να κρατήσει το στόμα της κλειστό για πάντα. Δεν ξαναείπε τίποτα. Όμως οι φωνές και η βία δε σταμάτησαν. Οι γονείς της συνέχεια τσακώνονταν και συνήθως η μητέρα της ξεσπούσε πάνω της.
Στην ηλικία των δώδεκα ετών, λίγες μέρες πριν γίνει δεκατρία, όλα γύρω της διαλύθηκαν και άρχισε να βλέπει εικόνες που δεν είχε ξαναδεί. Είδε έναν λύκο να μπαίνει μπροστά από το αμάξι στο οποίο επέβαινε εκείνη και οι γονείς της. Μετά είδε αίμα παντού και τους γονείς της νεκρούς.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 21)
Πονάει. Πονάει τόσο πολύ. Γιατί όμως; Πάλι είμαι μόνος μου. Πάλι η καρδιά μου είναι κενή. Χθες, για μια στιγμή, για μια υπέροχη στιγμή, ένιωσα ολόκληρος. Ένιωσα ότι ζω. Ένιωσα πως ό,τι κάνω έχει νόημα. Πλέον, είναι ξεκάθαρα πως όσα κάνω είναι για τους άλλους. Το κάνω γιατί ο κόσμος χρειάζεται αυτό που πραγματικά είμαι. Δε με νοιάζει να βρω ποιος είμαι… Δε θέλω άλλο πόνο. Όχι άλλους θανάτους. Δε θα το κάνω ξανά αυτό. Κάθομαι στο πάτωμα και ακουμπάω την πλάτη μου στο κρεβάτι. Τεντώνω τον λαιμό μου πάνω στο στρώμα και κοιτάζω το ταβάνι. Εάν με ακούει κάποιος… Ας με βοηθήσει. Νιώθω χαμένος…
Τα μάτια μου κλείνουν και νιώθω ένα δάκρυ να κυλάει στο δέρμα μου. Γιατί κλαίω;
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 20)
Κάτι δεν πάει καλά. Κάτι μου κρύβει. Για ποιο λόγο το κάνει αυτό; Χθες το βράδυ την ένιωσα τόσο όμορφα. Δεν το έκανε αυτό για να περάσει η ώρα της. Δεν ήταν κάτι χωρίς συναισθήματα. Την ένιωσα! Ήταν, μπορώ να πω, ευτυχισμένη. Τι την έπιασε; Τα οράματά μου μέσα στον ναό… Μήπως έδειχναν ότι η Εχεκράτεια θα με αφήσει και θα προχωρήσει χωρίς εμένα; Μήπως οι δύο γυναίκες, που μου είπαν να διαλέξω, εννοούσαν μια από τις δυο τους; Γιατί είπαν ότι είμαι αδύναμος; Γιατί είπαν ότι τα συναισθήματά μου με παρέσυραν πάλι; Όταν φίλησα για πρώτη φορά την Εχεκράτεια πετάχτηκε μακριά μου σαν να συνέβη κάτι τραγικό. Ίσως πράγματι δεν πρέπει να είμαστε μαζί για κάποιον λόγο. Ίσως η δοκιμασία της το υπενθύμισε και εκείνης, για αυτό έφυγε. Τώρα πια όμως δεν είναι τόσο απλό. Πρώτη φορά με κοιτάζει κάποιος με τόση φλόγα στα μάτια. Είναι αυθόρμητη, ενεργητική, δυναμική, δυνατή και ταυτόχρονα ευαίσθητη και ευάλωτη. Δεν μπορώ να διαγράψω αυτά τα συναισθήματα από μέσα μου. Δεν μπορώ να την αφήσω να φύγει μακριά μου. Αυτό που αισθάνομαι είναι τόσο δυνατό που πονάει. Και εκείνη όμως νιώθει το ίδιο, το ξέρω. Για ποιον λόγο δεν μπορούμε να είμαστε μαζί, λοιπόν; Δεν είναι γραφτό μας; Εγώ πάντως ξέρω είναι ότι τη μοίρα μας τη γράφουμε εμείς οι ίδιοι. Το ίδιο μου είπε και η Εχεκράτεια κάποτε. Γιατί λοιπόν δε γράφει και η ίδια τη μοίρα της; Τι τη σταματάει; Τι είναι αυτό που θέλει;
Χάνομαι μέσα στις σκέψεις μου για την Εχεκράτεια, τη Spero, τον δαίμονα και τα ιερά όπλα. Περνάει η ώρα τρομερά γρήγορα και ακούω βήματα δίπλα μου. Σηκώνω το κεφάλι μου και αντικρίζω την όψη της Εχεκράτειας. Είναι πιο σοβαρή από ποτέ.
Ματωμένες Πύλες Κεφάλαιο 19
Η Εχεκράτεια δε βρίσκεται δίπλα μου. Κοιτάζω γύρω μου γρήγορα και τη βλέπω που ανοίγει την πόρτα και να κρατάει τα ρούχα μου στα χέρια της. Μου χαμογελάει και μου πετάει τα ρούχα για να ντυθώ γρήγορα. Ανταποδίδω το χαμόγελο, αλλά κάτι μέσα μου με κάνει να μην το εννοώ. Όσα είδα χθες… Δεν είναι τόσο απλά. Δεν μπορώ να τα ξεχάσω. Πρέπει να κερδίσω την αστραπή. Μόνο έτσι θα καταφέρω να πάρω πίσω τις δυνάμεις μου. Μόνο έτσι θα καταστρέψω τον δαίμονα που βρίσκεται ανάμεσά μας. Η Εχεκράτεια έρχεται από πάνω μου και με φιλάει. Έπειτα με σπρώχνει να σηκωθώ. Τρέχουμε στην πόρτα της εισόδου και πριν την ανοίξω κοιτάζω το τραύμα της. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από μια μικρή μελάνια. Υπέροχα! Με κοιτάζει χαρούμενη και ανοίγουμε την πόρτα.
Ο ζεστός ήλιος μας χτυπάει και εξετάζω το περιβάλλον. Βλέπω την ίδια στιγμή τον Ηρακλή να βγαίνει από τη διπλανή πόρτα. Τα βλέμματά μας ανταμώνονται και μετά το βλέμμα του πέφτει πάνω στην Εχεκράτεια, η οποία βγαίνει από πίσω μου. Το βλέμμα του Ηρακλή αλλάζει, γίνεται περίεργο… Φαίνεται κάπως σαν να ζηλεύει που μας βλέπει μαζί. Βάζει το χέρι του διακριτικά μπροστά στο πρόσωπό του για να κρύψει το περίεργο χαμόγελό του και μετά σοβαρεύει. Η Εχεκράτεια δε φαίνεται να προσέχει κάτι. Χωρίς καθυστέρηση, ξεκινάμε όλοι μαζί για τον ναό.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 18)
Αυτό που αντικρίζω είναι απλώς απίστευτο. Κάθε λίγο εκπλήσσομαι από αυτά που μου φανερώνονται. Όλος ο κόσμος γύρω μου μπαίνει σε γρήγορη προβολή κατά κάποιο τρόπο και βλέπω αγγέλους να δημιουργούνται και τη Γη να μεγαλώνει και να γεμίζει με μπλε και πράσινο.«Πριν από δισεκατομμύρια χρόνια, ο Πατέρας έφτιαξε εμάς τους αγγέλους. Όπως ήδη γνωρίζεις, μας έδωσε, όπως σε όλα τα παιδιά Του, ελεύθερη βούληση. Πολλοί επαναστάτησαν εναντίον Του και εξέπεσαν από το φως Του». Τι μου λέει τώρα; Μάθημα ιστορίας θα κάνουμε; Τα γνωρίζω όλα αυτά. Δεν καταλαβαίνω πού θέλει να καταλήξει.
«Ο άνθρωπος αμάρτησε. Ο πρώτος πεσόντας πρότεινε στον Πατέρα να φυλακίσει το ανθρώπινος είδος εδώ, στη Γη. Ο Πατέρας ήξερε πως ο άγγελος αυτός ζήλευε πολύ τα παιδιά Του, τους ανθρώπους. Κι έτσι, παρόλο που φυλάκισε το είδος στη Γη, δεν επέτρεψε στον άγγελο να τους πλησιάσει. Σκοπός του αγγέλου ήταν να χρησιμοποιήσει τους ανθρώπους, για να τρέφεται από αυτούς, και αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να πάει, έστειλε τα αδέρφια του, τους δαίμονες, αντ’ αυτού». Σιγά σιγά τα λόγια της αρχίζουν να λένε μια ιστορία που δε γνώριζα.
«Ο Πατέρας, επειδή ήθελε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στα παιδιά Του, δημιούργησε τον θάνατο. Μόλις τελείωσε με τη δημιουργία του κόσμου, δημιούργησε εσένα.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 17)
Η γυναίκα της τρίτης δοκιμασίας μου έδωσε οδηγίες και τώρα κατευθύνομαι προς το όρος των ηρώων. Ανεβαίνω κάμποσα σκαλιά και, καθώς φτάνω στην κορυφή, η θέα με κάνει να ανατριχιάσω από την ομορφιά. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και φαίνεται σαν να βρίσκομαι πραγματικά πάνω στα σύννεφα. Αποχρώσεις του χρυσού, του λευκού και του απαλού ροζ υπάρχουν παντού. Σε όλη την πόλη φαίνονται μικροί καταρράκτες και σημεία από όπου βγαίνει φωτιά και λιβάνι. Η ατμόσφαιρα μυρίζει ηρεμία. Ναι, η ηρεμία έχει και αυτή τη δική της μυρουδιά. Τι γαλήνη…
Γύρω από τους πλούσιους ναούς, αυτούς που μπορώ να δω τουλάχιστον, δυνατές ενέργειες προβάλλονται. Παίρνω μια μεγάλη ανάσα και συνεχίζω τον δρόμο προς το μέρος όπου, έστω και για λίγο, θα μείνω.
Φτάνω στην κορυφή και αυτό το μέρος είναι ακόμα πιο όμορφο. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά πράγματι νιώθω ακόμα πιο ήρεμος εδώ πάνω. Ένας τεράστιος ναός, πιο μεγαλοπρεπής και λαμπερός, βρίσκεται στο κέντρο μπροστά μου. Δεξιά υπάρχει ένα τεράστιο μέρος που δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω. Είναι σαν πάρκο... Είναι καταπράσινο και έχει πολλά δέντρα και λουλούδια. Δε διακρίνω πόσο μεγάλο είναι, αλλά φαίνεται στο βάθος του να έχει τοίχους από θάμνους. Χρειάζεται προσπάθεια από μέρους μου για να καταπνίξω την επιθυμία μου να πάω να χαθώ μέσα τους για να σκεφτώ. Αριστερά μου βρίσκονται μερικά, πανέμορφα -αρχιτεκτονικά- σπίτια.
Ματωμένες Πύλες Κεφάλαιο 16
Διάβασε κατευθείαν τις σκέψεις μου και δε δίστασε να το φανερώσει. Για ποιον λόγο το έκανε αυτό; Βάζει παιχνιδιάρικα το χέρι της στα χείλη της και κάνει ότι σκέφτεται. Μας μετράει ξανά και ξανά και πάλι από την αρχή. Όλο κάτι σκέφτεται, αλλά δεν είναι το τέλειο σχέδιο για εκείνη. Τα μάτια της τότε φωτίζονται και, εάν ήταν καρτούν, μια λάμπα θα άναβε πάνω από το κεφάλι της. Δε μου αρέσει καθόλου η ιδέα να παλέψω με κάποιον από εδώ μέσα. Πρώτα από όλα επειδή θα χάσω κατευθείαν… Μπορεί όμως, εάν δεν πάνε τα πράγματα καλά, να καταλάβουν κάτι. Είναι οντότητες με μεγάλη ορατότητα και το μόνο που με κρύβει αυτή τη στιγμή είναι το μικρό ποσοστό της ενέργειάς μου που τους μπερδεύει. Αλλιώς θα με έβρισκαν.
Η γυναίκα μπροστά μας έρχεται απειλητικά προς το μέρος μας. Χαμογελάει ευχαριστημένη, μάλλον από το σχέδιό της, και με μια κίνηση των χεριών της φώτα πέφτουν στο κέντρο της αίθουσας σαν μεγάλοι προβολείς. Της αρέσουν τα θεαματικά πράγματα φαίνεται. Μας κοιτάζει χωρίς να μιλάει. Η Εχεκράτεια δίπλα μου φαίνεται πως εκνευρίζεται, διότι τη νιώθω να σφίγγει δυνατά τις γροθιές της.
«Οι κανόνες είναι απλοί. Τρία ζευγάρια. Τρεις νικητές. Τρία όπλα. Μάχη σώμα με σώμα. Καθαρή, χωρίς δυνάμεις. Όσο βασιστήκατε στις δυνάμεις σας ήταν καλά. Το παιχνίδι τώρα όμως αλλάζει και πρέπει να μου δείξετε τι αξίζετε ως πολεμιστές» μας λέει και πίσω της εμφανίζεται ένας πίνακας με τα πρόσωπά μας.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 15)
Η γυναίκα με τα πανέμορφα μαύρα μαλλιά στέκεται μπροστά μας. Μπορεί να φαίνεται γλυκιά, αλλά δεν ξανά πέφτω σε παγίδες που μπορούν να σκοτώσουν εμένα ή οποιονδήποτε άλλον. Κοιτάζω την Εχεκράτεια, η οποία φαίνεται πολύ σίγουρη για τον εαυτό της. Ήρθε για να πάρει κάτι και δε θα τα παρατήσει μέχρι να τα καταφέρει. Η γυναίκα μπροστά μας δεν περιμένει απάντηση και κατευθύνεται προς το κέντρο της αίθουσας. Ο κόσμος γύρω μας σκοτεινιάζει. Το σκοτάδι μας περικυκλώνει απειλητικά. Την επόμενη στιγμή, δάδες ανάβουν σχηματίζοντας ένα μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουμε.
«Όσοι βγουν ζωντανοί, θα μπορέσουν να αγγίξουν τα ιερά όπλα. Το ένστικτό σας είναι ο οδηγός σας. Χωρίς ένστικτό, είστε ένα τίποτα» λέει η γυναίκα και εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι.
«Προσοχή όμως. Το σκοτάδι κρύβει πολλούς εχθρούς» ακούμε τη φωνή της και κοιταζόμαστε μεταξύ μας.
Πρώτος, όπως πάντα, ο Ηρακλής ξεκινάει ατρόμητος να μπει μέσα στο τούνελ που φωτίζεται από τις φωτιές. Δεν είναι αρκετά ευρύχωρο και έτσι περνάμε ο ένας πίσω από τον άλλον. Τελευταία έρχεται από πίσω μου η Εχεκράτεια. Μόλις μπαίνει μέσα σταματάει και κοιτάζει την είσοδο. Προχωρώ μαζί με τους άλλους για λίγο, μέχρι να καταλάβω ότι δε με ακολουθεί. Κοιτάζω πίσω μου και ένας ένας οι άντρες μπροστά μου αισθάνονται την κίνησή μου και μιμούνται το παράδειγμά μου. Η Εχεκράτεια κάνει μια κίνηση στην καμάρα μπροστά της και ένα λευκός τοίχος κλείνει την είσοδο.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 14)
Τα μάτια μου πλέον ανοίγουν εντελώς, αλλά τα αυτιά μου ακόμα βουίζουν. Είναι τα άλλα πέντε άτομα που ήταν μαζί μας στον ναό. Όλοι φαίνονται να είναι καλά. Ένας πόνος κοντά στο δεξί μου αυτί μου τραβάει την προσοχή. Βάζω το χέρι μου και βλέπω στα δάχτυλά μου αίμα. Ευτυχώς δεν είναι αρκετό για να με κάνει να χάσω τις αισθήσεις μου. Τα αυτιά μου ηρεμούν και ακούω τα άτομα μπροστά μου που προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο. Κοιτάζω καλύτερα γύρω μου. Φαίνεται πως είμαι σε έναν υπόγειο λαβύρινθο. Είναι σαν υπόγεια στοά εδώ κάτω. Κοιτάζω προς τα πάνω και κάπου πολύ ψηλά διακρίνω τον ουρανό. Είναι αδύνατον να φτάσουμε μέχρι εκεί με γυμνά χέρια. Η έξοδος βρίσκεται εδώ κάτω. Για μια στιγμή… Πού είναι η Εχεκράτεια; Σηκώνομαι απότομα όρθιος και κοιτάζω γύρω μου. Δεν τη βλέπω πουθενά. Λες να σώθηκε;
«Ει! Παιδιά! Η κοπέλα χρειάζεται βοήθεια!» ακούω μερικά μέτρα μπροστά μου να φωνάζει ένας άντρα γύρο στα εικοσιπέντε.
Με το που καταλαβαίνω ότι εννοεί την κοκκινομάλλα, τρέχω προς το μέρος του. Έχουν ξεκινήσει ήδη να βγάζουν μπάζα από μια μεριά και μόλις φτάνω εκεί βλέπω το σώμα της παγιδευμένο κάτω από τεράστιες πέτρες. Ω, Θεέ μου!
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 13)
Καθώς πλησιάζουμε, βλέπω πως όλοι μιλούν μεταξύ τους, όπως μιλούσαμε στο σχολείο όταν περιμέναμε να χτυπήσει το κουδούνι για μάθημα. Οι ηλικίες κυμαίνονται μεταξύ δεκαοκτώ και τριάντα. Οι περισσότεροι άντρες είναι γυμνασμένοι και όλες οι γυναίκες, παρότι εμφανώς λιγότερες, έχουν κορμοστασιά αγάλματος. Όλοι είναι γεροδεμένοι. Νιώθω σαν να μπήκα ξαφνικά στη γυμναστική ακαδημία. Όλοι φορούν άνετα, φυσικά σεμνά, ρούχα.
Κοιταζόμαστε με την Εχεκράτεια προβληματισμένοι και ψάχνουμε ένα σημάδι που θα μας δώσει απαντήσεις. Ένα χαρτί, μια συζήτηση, κάτι! Οι περισσότεροι είναι μαζεμένοι σε ομάδες και συζητούν μεταξύ τους συστήματα μάχης και τεχνικές ενέργειας. Για μισό λεπτό… Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν ενεργειακά με την Εχεκράτεια. Αλλά εκείνη έχει πιο δυνατή ενέργεια. Πολύ πιο δυνατή. Άρα είναι όλοι φωτισμένα παιδιά. Πώς βρέθηκαν όλοι αυτοί εδώ πέρα; Τι συμβαίνει τέλος πάντων;
Οι ερωτήσεις μου, προς έκπληξή μου, δεν αργούν να απαντηθούν. Ξαφνικά οι ουρανοί ανοίγουν και έξι χρυσές δέσμες φωτός πέφτουν από τους ουρανούς. Ο ήχος είναι τρομερός και με κάνει να νιώσω ένα ρίγος βαθιά μέσα στα κόκαλά μου. Έξι άγγελοι, ντυμένοι στα χρυσά, εμφανίζονται περιμετρικά μας.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 12)
Αυτή η φωνή… Γιατί πρέπει να ξυπνήσω; Αφού δε θέλω.
Τι λέω;
Η Εχεκράτεια. Αυτή είναι η φωνή της. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την κοκκινομάλλα να με κοιτάζει στα μάτια καθώς με κουνάει απαλά από τον ώμο. Τα μάτια της είναι πρησμένα και κόκκινα. Έμεινε όλες αυτές τις ώρες ξύπνια και τραγουδούσε; Τα μαλλιά της είναι στεγνά και φουντωμένα, για αυτό τα έχει πιάσει απρόσεκτα σε έναν χαμηλό κότσο. Ο Nebula είναι δίπλα της και με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια.
«Έλα Μαξ. Ξύπνα. Ήρθε η ώρα» μου λέει πολύ σοβαρά και εγώ σηκώνομαι όρθιος.
«Πριν κάνεις το οτιδήποτε, θέλω να μου εξηγήσεις το σχέδιό σου. Αλλά όχι όπως την τελευταία φορά. Θέλω λεπτομέρειες» της λέω και σταυρώνω τα χέρια στο στέρνο μου.
«Για την πύλη δεν έχω να σου πω κάτι άλλο.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 11)
Πάει να με χτυπήσει κατακούτελα με το δόρυ της και βάζω στη μέση το δικό μου για να την αποκρούσω. Ένα τεράστιο κύμα ενέργειας διώχνει μακριά τον έναν από τον άλλον. Αυτή η δύναμη με τρομάζει, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή από το να συνεχίσω, καθώς έρχεται πάλι κατά πάνω μου.
Προσποιείται ότι πάει να κάνει την ίδια κίνηση -εγώ πιάνομαι στη φάκα- και πάω πάλι να αμυνθώ. Αντί αυτού όμως με κλωτσάει στα πόδια και πέφτω κάτω με την πλάτη. Μορφάζω από τον πόνο. Τώρα έχει την ευκαιρία να με χτυπήσει ξανά. Αλλά δεν το κάνει. Στέκεται μπροστά μου και μου χαμογελάει.
«Τι έγινε; Μόνο αυτό ξέρεις να κάνεις;» μου φωνάζει, προκαλώντας με να σηκωθώ για να συνεχίσουμε.
Τα πόδια μου με πονάνε τρομερά, αλλά η αδρεναλίνη μέσα στο αίμα μου με βοηθάει να συνεχίσω τη μάχη. Βλέπω την Εχεκράτεια να στριφογυρίζει το δόρυ της τόσο γρήγορα που δεν την προλαβαίνω. Το πρώτο χτύπημα έρχεται, και μετά άλλο ένα, και ένα ακόμη... Συνεχίζει να με χτυπάει ξανά και ξανά.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 10)
Το βρήκα! Ας ξεκινήσω από κάτι πολύ απλό.
Να μπλοκάρω τις φωνές της…
Καθώς απομακρύνομαι αναλογίζομαι πού να πάω, ώστε να μη με βρει. Ξέρει τόσα πολλά. Μπορεί να κάνει κάποιο από τα ξόρκια της για να με βρει. Άρα πρέπει να βρω και κάτι που μπορεί να με προστατεύσει από το να με βρει κάποιος. Αλλά δεν ξέρω ξόρκια. Δεν έχω μαγικά μαντζούνια ή πνεύματα να με βοηθούν. Κάνω πολλές σκέψεις, αλλά δεν ξέρω πώς να τις πράξω. Σκέψου, Μαξ. Η Spero μου έδειξε ότι είμαστε άγγελοι. Mortem… Θάνατος… Οι άγγελοι δε χρησιμοποιούν ξόρκια. Χρησιμοποιούν απλώς τη δύναμή τους. Κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν. Αλλά πώς;
Καθώς προχωράω στην έρημη γη, το μυαλό μου τρέχει συνεχώς. Βλέπω ένα μεγάλο σπίτι και κοιτάζω μέσα από το παράθυρο. Μέσα του βρίσκεται μια γυναίκα καθισμένη και κοιτάζει το τίποτα. Το βλέμμα της είναι τόσο κενό που με ανατριχιάζει. Δε ζει πραγματικά. Δε χρειάζεται να πάρεις την άδειά της για να πας στην οροφή του κτιρίου, Μαξ. Και έτσι ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 9)
Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να πάρω μερικές βαθιές ανάσες. Εάν θέλω να βάλω μια τάξη στο κεφάλι μου, πρέπει να ηρεμήσω. Οι λίγοι ήχοι που βρίσκονται γύρω μου χάνονται. Η αναπνοή μου επιβραδύνεται και η καρδιά μου σταθεροποιείται. Συγκεντρώνομαι μόνο στις ανάσες μου και όταν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι μέσα στην έρημό μου. Ησυχία και γαλήνη γύρω μου. Ένα άδειο μέρος. Μακριά από όλους και όλα. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα. Τελευταία, κάθε φορά που βρισκόμουν εδώ μέσα, κάτι συνέβαινε. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Είμαι μόνος μου και μπορώ επιτέλους να αδειάσω το μυαλό μου.
«Επιτέλους ξανά συναντιόμαστε. Μαξ είπαμε, σωστά;» ακούω μια γυναικεία φωνή και γυρνάω να κοιτάξω πίσω μου.
«Spero;» αναφωνώ και κοιτάζω την όμορφη κοπέλα που στέκεται πίσω μου με σταυρωμένα τα χέρια της. Το πρόσωπό της είναι σοβαρό και άκαμπτο. Μόλις όμως λέω το όνομά της, κατευθείαν γλυκαίνει και ένα συναίσθημα χαράς έρχεται στα μάτια της.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 8)
«Το έκανε για να κρατήσει κλειστό το δοχείο» μου φωνάζει η Εχεκράτεια μπροστά μου. Προσπαθώ να καταλάβω όχι μόνο τι μου είπε αλλά και για πιο λόγο. Τότε συνειδητοποιώ ότι αναφέρεται στη Μαρία. Η Μαρία μου ζήτησε να φέρω εδώ την Ντόροθη για να μην πεθάνει και για να μην απελευθερωθούν οι δυνάμεις μου.
«Γιατί να θυσιάσει την ίδια της την κόρη;» τη ρωτάω ενώ συνεχίζουμε ασταμάτητα το τρέξιμο.
«Είχε αρρωστήσει. Εάν έμενε στη Γη, θα πέθαινε έτσι και αλλιώς και εσύ θα έπαιρνες πίσω τις δυνάμεις σου. Αφού δεν μπορούσε να σώσει την κόρη της, αποφάσισε να κρατήσει εσένα σφραγισμένο» μου φωνάζει και βάζει δύναμη στα πόδια της για να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα. Η Μαρία με έστελνε μόνο μου στην παγίδα μου. Δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά μόνο η αποστολή της να με κρατήσει φυλακισμένο.
Ποιος ξεκίνησε να σπάει τα δεσμά μου; Κάποιος βρίσκεται πίσω από όλα αυτά και θέλει να με βοηθήσει. Εγώ δε γνωρίζω τίποτα.
«Ξέρεις πώς ξεκίνησα την αλλαγή μου;» φωνάζω ενώ απομακρύνεται η Εχεκράτεια.
«Τι;» φωνάζει πίσω.
«Ξέχνα το» ανταποκρίνομαι και προσπαθώ να τη φτάσω.
Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 7)
Κοιτάζω την Εχεκράτεια δίπλα μου και μου χαμογελάει. Παρόλο που ξεκουράστηκε πολύ λίγο, το χρώμα στο πρόσωπό της επανήλθε πλήρως. Απίστευτο! Πόση δύναμη και μυστικά έχει μέσα του αυτό το κορίτσι; Κάθε φορά με εκπλήσσει. Έχει τόσες πολλές γνώσεις, αλλά μου κρατάει μυστικά, το νιώθω. Δε μου λέει τα πάντα και αυτό δε με βοηθάει. Άραγε έκανα καλά που την εμπιστεύτηκα; Μου κάνει νόημα να πιάσω το χερούλι της πόρτας για να την ανοίξω.
«Λοιπόν. Χάρηκα που σε γνώρισα. Ήσουν τελικά πολύ καλή σύντροφος στο ταξίδι μου» της λέω ενώ πιάνω με το δεξί μου χέρι το χρυσό και κρύο πόμολο. Η Εχεκράτεια αντί για να απαντήσει βάζει τα γέλια. Την πιάνει νευρικό γέλιο και διπλώνεται στα δύο. Μετά από λίγο, σηκώνει το κεφάλι της και, αφού σκουπίζει τα δάκρυά της, με κοιτάει, χασκογελώντας ακόμη σιγά.
«Νόμιζες ότι θα μπεις μόνος σου; Νόμιζες ότι ήρθα μέχρι εδώ για το τίποτα;» μου λέει ενώ γελάει ακόμα. Την κοιτάζω με απορία.
«Σε παρακαλώ πολύ. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να σε ξυπνήσω. Όταν βεβαιωθώ ότι πέτυχα τον στόχο μου, τότε θα έρθει η ώρα να με αποχαιρετήσεις» μου λέει ενώ το βλέμμα της γίνεται ειρωνικό

















