27 Μαρτίου 2019
Μια κρύα νύχτα του Μαρτίου, στην οδό Τζέφρεϊ 4 στο Στόκγουελ, μια μικρή συνοικία του Λονδίνου, κλήθηκα να ερευνήσω ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Θύματα ήταν ένα ζευγάρι. Ο τριανταπεντάχρονος Γκρέγκορι Λε Μπλάνκ και η τριαντάχρονη σύζυγός του Αντζέλικα.
Το αμάξι της αστυνομίας έφτασε έξω από τρία κτήρια στο χρώμα της μόκας με λευκά παντζούρια και έξι μικρές μαύρες, τριγωνικές στέγες. Μόλις έριξα το βλέμμα μου επάνω στο κτήριο με έπιασε ρίγος. Στην αριστερή πόρτα υπήρχαν κίτρινες κορδέλες της αστυνομίας, ένα περιπολικό και πολλοί γείτονες είχαν βγει να δουν τι είχει συμβεί.
Η αστυνομία δεν άφηνε κανέναν να περάσει και απομάκρυναν με κάθε τρόπο τους δημοσιογράφους που ήθελαν να αποσπάσουν εικόνες για το επόμενο δελτίο ειδήσεων. Ένα τέτοιο έγκλημα θα φιγουράριζε ως πρώτη είδηση και θα κινούσε το ενδιαφέρον του κόσμο.
Πλησίασα την είσοδο της πολυκατοικίας, προσπερνώντας τους δημοσιογράφους που είχαν μαζευτεί με τις κάμερες έτοιμες να καταγράψουν και μερικούς γείτονες που τους έτρωγε η περιέργεια τι είχε συμβεί.
«Καλησπέρα σας , αστυνόμος Πέιτζ Ρόουζεουν», είπα και έδειξα το σήμα μου σε ένα συνάδελφο που φρουρούσε τη περίμετρο. «Αστυνόμος Χάρι Σίντον, περάστε» μου απάντησε ο συνάδελφος και με κατεύθυνε στην είσοδο
