Φτάνω στο πάρκινγκ
περπατώντας βιαστηκά και αφού έχω χαιρετήσει τον κύριο Μπινκγ, τον πενηντάχρονο
επιστάτη των αθλητικών χώρων του σχολείου. Πάντα κεφάτος και χαμογελαστός μου
τραγούδησε μέχρι και το ρεφρέν του ‘seniorita’
την ώρα που τον χαιρετούσα, για να με κάνει να χαμογελάσω. Πάντα μας φτιάχνει
τη διάθεση όταν με την ομάδα τελειώνουμε αργά την προπόνηση και είμαστε πτώματα
με τα κορίτσια. Είναι ένας πραγματικά πολύ γλυκός άνθρωπος και είμαι σίγουρη
πως και οι τρεις του κόρες θα είναι τρισευτυχισμένες με έναν τέτοιο πατέρα να
προσέχει τα νώτα τους.
Πατέρας... Μακάρι να
ήταν εδώ και ο δικός μου μπαμπάς.
Μπαίνοντας στο
αυτοκινητάκι μου, ανοίγω κατευθείαν τη μουσική δυνατά και εύχομαι να έχει
κάποιο τραγούδι που να με βοηθήσει να ξεχαστώ. Οι στίχοι από το I want something just like this
σίγουρα δεν ήταν αυτό που χρειαζόμουν.
Κλείνω το ραδιόφωνο
και καταρρέω πάνω στο τιμόνι, χτυπώντας δυο τρεις φορές το κεφάλι μου πάνω του.
Άου! Ελπίζω να μη χρειαστεί να το θεραπεύσουμε κι αυτό!



















