Εκείνο το βλέμμα με συγκλόνισε. Με στιγμάτισε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου κι ας διήρκησε μονάχα μια στιγμή. Κάθε πρωί το πρόσωπό μου με αντίκριζε νωχελικά απ’ την απέναντι μεριά του καθρέφτη, πάντα μονάχο του. Που να με πάρει, ανέκαθεν ήθελα -ω, ναι! Το ευχόμουν- να βρω συντροφιά για το βλέμμα μου μέσα στη νωθρή αντανάκλαση. Όχι, όμως, ετούτη. Δεν περίμενα ποτέ πως θ’ αντίκριζα τα μάτια ενός φυλακισμένου, μες τον καθρέφτη, πλάσματος.
Κι όπως ήρθε, εκείνη η πύρινη τρομερή ματιά, έτσι έφυγε. Απρόσμενα, αθόρυβα, δίχως την παραμικρή λέξη. Θυμάμαι, μονάχα τη θερμοκρασία του δωματίου να πέφτει αλλόκοτα κι ένα άγγιγμα υγρό να μετρά τους κόμπους της σπονδυλικής μου στήλης.
«Ήταν ο ιδρώτας σου, χαζέ! Πώς κάνεις έτσι;» μου είπε ξεφυσώντας ο Πέτρος, όταν του περιέγραψα όσα έζησα. Έπειτα χαμογέλασε ξέψυχα, δίχως ακόμη να ‘χει ανοίξει για τα καλά τα μάτια του, και μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο. Τι το ήθελα; Σιγά να μη με καταλάβαινε. Αυτός ο αχρείος δεν κατανοεί πολύ απλούστερα θέματα, θα μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι τέτοιο; Έχε χάρη που τον έχω ανάγκη, μιας και δε μπορώ ν’ ανταπεξέλθω μονάχος μου στο νοίκι.
Όπως και να ‘χει, στον Πέτρο δεν εμφανίστηκε το πλάσμα. Το ξέρω γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ούρλιαζε κι εκείνος, όπως έκανα νωρίτερα κι εγώ.
Μόλις βγήκε ο συγκάτοικός μου από το μπάνιο, έφυγα κι εγώ άρον-άρον απ’ το σπίτι. Ξέχασα, μάλιστα, να φορέσω παπούτσια και με τις σκισμένες μου παντόφλες τριγυρνούσα στους δρόμους σαν τον τρελό. Μα πως θα μπορούσα να κάνω αλλιώς; Το ένοιωθα να βρίσκεται εκεί. Να παραμονεύει. Να με περιμένει για να του ρίξω ένα ακόμη βλέμμα.
Αποφάσισα πως δεν θα του έκανα την χάρη. Δεν θα γυρνούσα ξανά στο λημέρι του. Ως τέτοιο ένιωθα το μπάνιο μας για αρκετές ημέρες. Ως το λημέρι, το καταφύγιο ενός πλάσματος που αδημονούσε να κοιτάξει ξανά στα βάθη της ψυχής μου. Όχι. Δεν γινόταν να επιτρέψω κάτι τέτοιο.
Απέφευγα το μπάνιο για μέρες. Το απέφευγα μέχρι που ο Πέτρος με κατάλαβε κι άρχισε τα γνώριμα, τόσο απεχθή, καυστικά του πειράγματα. Το απόγευμα του Σαββάτου η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Αποφάσισα να μην τον ανέχομαι άλλο και μαλώσαμε. Μίλησα άσχημα κι έθιξα τα προσωπικά του. Δεν του άρεσε καθόλου! Τον πόνεσε η υπενθύμιση κι έφυγε λίγη ώρα αργότερα, δίχως την παραμικρή κουβέντα.
Κι όμως, πόσο ανόητη αποδείχτηκε ετούτη η κίνησή μου. Πρώτη φορά έμεινα μονάχος στο σπίτι, απ’ όταν το βλέμμα μ’ επισκέφτηκε για πρώτη φορά. Μόλις ο Πέτρος έκλεισε την πόρτα πίσω του, άρχισα μονομιάς να τρέμω. Να τρέμω σύγκορμος με τη ματιά μου καρφωμένη στη είσοδο του μπάνιου.
Από εκεί με καλούσε. Δίχως λαλιά. Δίχως το παραμικρό παιχνίδισμα στο φως, άπραγο φαινομενικά ολοσχερώς, μα με καλούσε. Με καλούσε το πύρινο εκείνο βλέμμα.
Ένιωσα την καρδιά μου να μπερδεύει το μέτρημα των χτύπων της και στο λαιμό μου ένα κόμπο να μου εμποδίζει την ζωή. Κόμπιαζα και πάσχιζα ν’ ανασάνω, μα τελικά σηκώθηκα όρθιος. Προτού γίνω όλα όσα με κατάντησε η ζωή, ήμουν θαρραλέος. Ω, ναι. Τίποτε δε με τρόμαζε κάποτε και σε κάθε δυσκολία έβγαζα με θράσος την γλώσσα.
Το ίδιο θα έκανα και τώρα! Σηκώθηκα, λοιπόν, κι έψαξα βιαστικά στο αποθηκάκι. Κρύβαμε και λίγα εργαλεία εκεί, ανάμεσα στις αμέτρητες σαβούρες. Άρπαξα ένα σφυρί, μικρό κι ελαφρύ αλλά θα έκανε την δουλειά, και κίνησα αποφασισμένος προς το μπάνιο.
Άναψα το φως και ύψωσα το χέρι.
Κρίμα.
Έπρεπε να το ‘χω επιχειρήσει με σφαλισμένα τα μάτια. Ήταν εκεί. Το ίδιο δαιμονισμένο βλέμμα. Κοίταξε μέσα στην ψυχή μου ξανά, ετούτη τη φορά για περισσότερη ώρα, κι όλα πάγωσαν.
Σκοτάδι.
Τίποτε δεν υπάρχει τριγύρω. Σκοτάδι, κενό και παγωνιά. Δεν ξέρω που βρίσκομαι κι ούτε με νοιάζει. Μονάχα ένα πράγμα μου τυραννάει το νου. Πρέπει να περιμένω μέχρι να φτάσει η ώρα μου.
Τίποτε δεν υπάρχει τριγύρω. Σκοτάδι, κενό και παγωνιά. Περνάει ο χρόνος δίχως το μέτρημά του να έχει νόημα για εμένα.
Και τότε, άξαφνα, ανάβει ένα φως. Η ώρα μου έφτασε.
Πίσω από την αντανάκλαση ενός ορθογώνιου άλικου παραθύρου, βλέπω μια μορφή. Είναι ο Πέτρος που καθρεφτίζεται και χαμογελά στον εαυτό του. Κινούμαι προς τα εκεί. Ούτε που ξέρω το πώς, μα κινούμαι. Ξεπροβάλω απ’ την άκρη του παραθύρου και τον αντικρίζω. Οι φωνές του φτάνουν ως η πιο γλυκιά μελωδία στ’ αυτιά μου.
Κι όπως ήρθε, εκείνη η πύρινη τρομερή ματιά, έτσι έφυγε. Απρόσμενα, αθόρυβα, δίχως την παραμικρή λέξη. Θυμάμαι, μονάχα τη θερμοκρασία του δωματίου να πέφτει αλλόκοτα κι ένα άγγιγμα υγρό να μετρά τους κόμπους της σπονδυλικής μου στήλης.
«Ήταν ο ιδρώτας σου, χαζέ! Πώς κάνεις έτσι;» μου είπε ξεφυσώντας ο Πέτρος, όταν του περιέγραψα όσα έζησα. Έπειτα χαμογέλασε ξέψυχα, δίχως ακόμη να ‘χει ανοίξει για τα καλά τα μάτια του, και μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο. Τι το ήθελα; Σιγά να μη με καταλάβαινε. Αυτός ο αχρείος δεν κατανοεί πολύ απλούστερα θέματα, θα μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι τέτοιο; Έχε χάρη που τον έχω ανάγκη, μιας και δε μπορώ ν’ ανταπεξέλθω μονάχος μου στο νοίκι.
Όπως και να ‘χει, στον Πέτρο δεν εμφανίστηκε το πλάσμα. Το ξέρω γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ούρλιαζε κι εκείνος, όπως έκανα νωρίτερα κι εγώ.
Μόλις βγήκε ο συγκάτοικός μου από το μπάνιο, έφυγα κι εγώ άρον-άρον απ’ το σπίτι. Ξέχασα, μάλιστα, να φορέσω παπούτσια και με τις σκισμένες μου παντόφλες τριγυρνούσα στους δρόμους σαν τον τρελό. Μα πως θα μπορούσα να κάνω αλλιώς; Το ένοιωθα να βρίσκεται εκεί. Να παραμονεύει. Να με περιμένει για να του ρίξω ένα ακόμη βλέμμα.
Αποφάσισα πως δεν θα του έκανα την χάρη. Δεν θα γυρνούσα ξανά στο λημέρι του. Ως τέτοιο ένιωθα το μπάνιο μας για αρκετές ημέρες. Ως το λημέρι, το καταφύγιο ενός πλάσματος που αδημονούσε να κοιτάξει ξανά στα βάθη της ψυχής μου. Όχι. Δεν γινόταν να επιτρέψω κάτι τέτοιο.
Απέφευγα το μπάνιο για μέρες. Το απέφευγα μέχρι που ο Πέτρος με κατάλαβε κι άρχισε τα γνώριμα, τόσο απεχθή, καυστικά του πειράγματα. Το απόγευμα του Σαββάτου η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Αποφάσισα να μην τον ανέχομαι άλλο και μαλώσαμε. Μίλησα άσχημα κι έθιξα τα προσωπικά του. Δεν του άρεσε καθόλου! Τον πόνεσε η υπενθύμιση κι έφυγε λίγη ώρα αργότερα, δίχως την παραμικρή κουβέντα.
Κι όμως, πόσο ανόητη αποδείχτηκε ετούτη η κίνησή μου. Πρώτη φορά έμεινα μονάχος στο σπίτι, απ’ όταν το βλέμμα μ’ επισκέφτηκε για πρώτη φορά. Μόλις ο Πέτρος έκλεισε την πόρτα πίσω του, άρχισα μονομιάς να τρέμω. Να τρέμω σύγκορμος με τη ματιά μου καρφωμένη στη είσοδο του μπάνιου.
Από εκεί με καλούσε. Δίχως λαλιά. Δίχως το παραμικρό παιχνίδισμα στο φως, άπραγο φαινομενικά ολοσχερώς, μα με καλούσε. Με καλούσε το πύρινο εκείνο βλέμμα.
Ένιωσα την καρδιά μου να μπερδεύει το μέτρημα των χτύπων της και στο λαιμό μου ένα κόμπο να μου εμποδίζει την ζωή. Κόμπιαζα και πάσχιζα ν’ ανασάνω, μα τελικά σηκώθηκα όρθιος. Προτού γίνω όλα όσα με κατάντησε η ζωή, ήμουν θαρραλέος. Ω, ναι. Τίποτε δε με τρόμαζε κάποτε και σε κάθε δυσκολία έβγαζα με θράσος την γλώσσα.
Το ίδιο θα έκανα και τώρα! Σηκώθηκα, λοιπόν, κι έψαξα βιαστικά στο αποθηκάκι. Κρύβαμε και λίγα εργαλεία εκεί, ανάμεσα στις αμέτρητες σαβούρες. Άρπαξα ένα σφυρί, μικρό κι ελαφρύ αλλά θα έκανε την δουλειά, και κίνησα αποφασισμένος προς το μπάνιο.
Άναψα το φως και ύψωσα το χέρι.
Κρίμα.
Έπρεπε να το ‘χω επιχειρήσει με σφαλισμένα τα μάτια. Ήταν εκεί. Το ίδιο δαιμονισμένο βλέμμα. Κοίταξε μέσα στην ψυχή μου ξανά, ετούτη τη φορά για περισσότερη ώρα, κι όλα πάγωσαν.
Σκοτάδι.
Τίποτε δεν υπάρχει τριγύρω. Σκοτάδι, κενό και παγωνιά. Δεν ξέρω που βρίσκομαι κι ούτε με νοιάζει. Μονάχα ένα πράγμα μου τυραννάει το νου. Πρέπει να περιμένω μέχρι να φτάσει η ώρα μου.
Τίποτε δεν υπάρχει τριγύρω. Σκοτάδι, κενό και παγωνιά. Περνάει ο χρόνος δίχως το μέτρημά του να έχει νόημα για εμένα.
Και τότε, άξαφνα, ανάβει ένα φως. Η ώρα μου έφτασε.
Πίσω από την αντανάκλαση ενός ορθογώνιου άλικου παραθύρου, βλέπω μια μορφή. Είναι ο Πέτρος που καθρεφτίζεται και χαμογελά στον εαυτό του. Κινούμαι προς τα εκεί. Ούτε που ξέρω το πώς, μα κινούμαι. Ξεπροβάλω απ’ την άκρη του παραθύρου και τον αντικρίζω. Οι φωνές του φτάνουν ως η πιο γλυκιά μελωδία στ’ αυτιά μου.
