Τραντέλλενες (Κεφάλαιο 2 - Μέρος 2)

«Ώστε έτσι ερωτεύτηκαν η αρκολυκοκαλομάνα κι ο αρκολυκόπαπος!» σχολίασε ο Σάββας ο νεώτερος, μόλις ο παππούς του διέκοψε για λίγο την αφήγηση. «Είδες τι κάνει ο κεμεντζές; Θα το ’χω υπόψιν μου κι εγώ, να ρίξω καμιά κοπέλα, είτε Πόντια είτε όχι!» σάρκασε κατόπιν, κι ο παπά - Σάββας χαμογέλασε.

«Άμα ακούσει τ’ εσόν την κεμεντζέν, ρίζα μ’, και σε δει και τι ωραίος παίδας που είσαι, θα καπατεύεται κι αυτή α ση σεβντάν κι ας μην είναι Πόντια, άμον ντ’ έπαθε η καλομάνα η Αρετή, που δεν ήξερε κιόλας από έρωτα... Μήτε κι ο πάππος ο Σάββας όμως ήξερε, άλλο κορίτσι απ’ το χωριό δεν είχε μπει σην κάρδια τ’ ως τότε, κι έρθεν η κόρη του κοτζά Ομέρ του Εμφιετζίδη κι έκατσε εκεί βασίλισσα...»

«Τι ωραία που τα λες, μωρέ παππού μου!» μίλησε τώρα κι η Αρετούλα. «Για συνέχισε όμως... Πες μας, πώς τα κατάφεραν και παντρεύτηκαν τελικά; Γιατί ο κοτζά Ομέρ, άρχοντας ήταν, δεν το κόβω πολύ εύκολο να ’θελε τον Σάββα για γαμπρό του...»

«Πολύ σωστά το κόβεις, κορτσόπο μ’! Καθόλου εύκολο δεν ήταν, για άλλον μάλιστα την προόριζε ο άρχοντας την μονάκριβή του, που δεν της άξιζε, και πέρασαν σαράντα κύματα ους να παντρεύνε με τον καλό της» της αποκρίθηκε ο γέροντας κι αφού ήπιε δυο γουλιές νερό, έπιασε πάλι να διηγείται...

***

«Τ’ άλογό μ' καβάλκεψα, τα χωρία λάσκουμαι

γυρευός θα ίνουμαι, εσέν ν’ αγκαλιάσκουμαι...»*

Απ’ την ώρα που αντίκρισε ο Σάββας στη Σουμελά την Αρετή και έσμιξαν οι ματιές τους, καθώς έπαιζε λύρα και τραγουδούσε, στιγμή πια δε μπορούσε να τη βγάλει από τον νου του. Μετά τη λειτουργία και τον χορό, είχανε πάει στην ανιψιά των παππούδων του που έμενε με τον πλούσιο έμπορο άντρα της και τα παιδιά τους στην Τραπεζούντα και διατηρούσαν εξοχικό σπίτι στη Λιβερά, για να φάνε όλοι μαζί και να γιορτάσουνε‧ κι ενώ τριγύρω του επικρατούσε ένας πανικός, μελίσσι σωστό οι γυναίκες που ετοίμαζαν τα φαγία και οι άντρες που συζητούσαν ηχηρά και αστειεύονταν, εκείνος έμενε σιωπηλός, αμέτοχος, αφηρημένος, κυττώντας πότε πέρα και πότε τα πόδια του.

«Θεία Πέλα, θεία Πέλα! Πότε θα τρώμε;» ζουζούνιζαν τριγύρω από την τροφαντή οικοδέσποινα οι δύο μικρότερες ξαδελφούλες του, ξελιγωμένες από τη νηστεία, και η μάνα τους τις μάλωνε.

«Νάστα, Νοπίτσα! Κανείται, σταθέστεν σ’ είναν μερέαν!»

«Αφς ατς, Δόμνα μου, παιδία εν’... Πουλόπα μ’, πάρτε ζεστά πισία, άμα τερέστεν μη γαμαρεύτε τα λωμόπα σουν!» στράφηκε η Πέλα στα κοριτσάκια δίνοντας στην καθεμία από ένα πισίον, κι εκείνα το καταβρόχθισαν χαρούμενα ώσπου να πεις κύμινο, πριν συνεχίσουν τα αθώα, ανέμελα παιχνίδια τους...

«Νέπε, ντο εχς;» τον ρώτησε τώρα ο Ματθαίος τον Σάββα. «Νε καλατσεύς, νε μασχαρεύς... Καλά είσαι;»

«Ματθαίον, μην ανησυχείς... Ο αδελφό μ’ θα είδε κανείναν φραντάλαν εκεί σην Παναΐαν και επεϊνεύτ’ ατέν!» πετάχτηκε το λαλαχάρι του Μανουήλ και της Λισάφης, ένα παλικαράκι έφηβο και ζωηρό, κι ο Σάββας τινάχτηκε και έστρεψε το βλέμμα του απότομα πάνω του.

«Καλά λέγει ο Γιωρίκας! Σάββα, για πέει μας τίναν επεϊνεύτες!» συντάχθηκαν μαζί με τον μικρό τα δύο ξαδέλφια του, τα αδέλφια του Ματθαίου με τα οποία ο Γιωρίκας ήταν κοντά στην ηλικία, γελώντας πονηρά, και πήγε ο Σάββας να τους πει να σταματήσουν, όμως πρόλαβαν και τον έσωσαν η μάνα του με τη Σόνια, τις θειάδες του και την έφηβη ξαδέλφη του, που βγήκαν κρατώντας τα φαγητά για να τα βάλουν στο στρωμένο τραπέζι: το κρέας με τη μακαρίνα, τα χαψία τούφα, τα λαβάσια...

«Άφερουμ, Συμελίτσα μ’! Κοδέσποινα σωστή!» παίνεψε τρυφερά ο πάππος ο Σάββας τη συνονόματη της γυναίκας του εγγονή του, καθώς εκείνη σέρβιρε επιμελώς τα μέλη της οικογένειας, και η κοπελίτσα χαμογέλασε ντροπαλά λέγοντάς του ευχαριστώ, πριν πάρει τη θέση της στο τραπέζι δίπλα στη μάνα της και τις μικρές της αδελφές.

«Υείας! Και του χρόνου να είμες ξαν αδά, ουλ’ εντάμαν!» είπε ύστερα ο πατέρας της, υψώνοντας το ποτήρι του με το ρακίν που είχε γεμίσει, και τους ατένισε όλους και όλες έναν γύρο.

«Αμήν, Ηλία μ’! Ση Θεού τ΄ωτίν να κρούγν’ ατά ντο λες**!» αντευχήθηκε η καλομάνα η Συμέλα στον μικρό της γιο, καθώς οι άντρες και τα αγόρια τσούγκριζαν τα ρακοπότηρα, κι ο ερωτοχτυπημένος εγγονός της κατέβασε το δικό του μονορούφι, μπας και έσβηνε καθόλου με την αψάδα του τη φωτιά που είχε ανάψει και θέριευε μέσα του για τα μάτια της θυγατέρας του μουχτάρη...

***

Είχε μπει πια ο Σταυρίτες και το μοθόπωρον έκανε γενναία την εμφάνισή του στη Ματσούκα: τα δέντρα κιτρινοφύλλιαζαν, τα πρώτα ποράνια γέμιζαν τα ποτάμια και τα ρυάκια της, οι παρχαρομάνες κατέβαιναν απ’ τα παρχάρια με τα χτήνεα τους... Κείνη τη μέρα όμως ο ουρανός ήταν καθαρός, ο ήλιος έλαμπε και μόνο λίγα σύννεφα κολύμπαγαν απάνω του, κι η Αρετή ξεπόρτισε να πάει να φέρει νερό απ’ την πηγή στον λόφο δίπλα στο ξωκκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου, εκεί όπου μια μέρα πριν τεσσερισήμισι αιώνες ο σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Δεύτερος είχε συναντήσει την όμορφη δεκατετράχρονη παπαδοπούλα Μαρία, την ώρα που έβοσκε τα πρόβατά της, και τόσο πολύ του άρεσε, ώστε την πήρε και την έκανε στο πλάι του χασεκί σουλτάνα με το όνομα Γκιουλμπαχάρ, κι εκείνη του χάρισε τον γιο του τον Σελίμ Πρώτο τον Γιαβούζ που τον διαδέχτηκε στον οθωμανικό θρόνο***‧ έφτασε λοιπόν η Λιβεριτοπούλα στο πεγαδομάτ με το τεστόπον της στον ώμο, και έλυσε λιγάκι το λετσέκ απ’ τον λαιμό της για να ξανασάνει, προτού σκύψει κοντά στο στόμιο της πηγής για να γεμίσει νερό τη στάμνα της, δεν είχε προλάβει όμως ν’ αποσώσει, όταν άκουσε κοντά της καλπασμό αλόγου, και στρέφοντας ανήσυχη το βλέμμα της προς τα κει απ' όπου ερχόταν ο ήχος, εσάσεψεν κι επέμνεν, βλέποντας τον Σάββα καβαλάρη απέναντί της, ίδιον Άη Γιώργη...

«Αρετή...» την προσφώνησε ο νεαρός Κουνάκαλης, πεζεύοντας και δένοντας το άλογό του στον κορμό ενός δέντρου, και ήρθε με καρδιοχτύπι πιο κοντά της. «Εσύ είσαι...»

«Σάββα... Ντ’ εφτάς αδακά;» κατάφερε να τον ρωτήσει, μόλις βρήκε κάπως τη μιλιά της.

«Εσέν εράευα... Εθέλνα ν’ ελέπω σε...»

«Να ελέπς με; Γιατί;»

«Γιατί... Γιατί, ασσού είδα σε ση Σουμελάν οφέτος, ’κι επορώ ν’ ανασπάλλω σε, πάντα εσέν νουνίζω και το καρδόπο μ’ λύεται» είπε τελικά το παλικάρι, κι όπως άπλωσε με δισταγμό μαζί και με λαχτάρα τα χέρια του κι έπιασε απαλά τα δικά της που ήτανε βρεγμένα, ένιωσε η κοπέλα να της κόβεται η ανάσα...

«Σάββα... Κατ’ πρέπ’ να λέγω σε...»

«Τι; Μίλησέ μου, Αρετή, να ξέρω... Αν δε με θες, δε θα σ’ ενοχλήσω ξανά, σ’ το υπόσχομαι...»

«Όχι, δε μ’ ενοχλείς, το αντίθετο... Κι εγώ, όντες έκσα σε να παίζς την κεμεντζέ σ’, έχασα τ’ αχούλι μ’» ομολόγησε τώρα κι η ίδια, σχεδόν ψιθυριστά. «Ελιγώθα, ετέρνες με και...»

«Ιστέ... αγαπάς με;» τόλμησε τώρα και ξεστόμισε ο Σάββας τη λέξη που του έκαιγε τα χείλια, κι έσφιξε αυθόρμητα τους αγκώνες πλέον της Αρετής μες στις χούφτες του.

«Ναι... Ναι, αγαπώ σε! Αγαπώ σε, αν ατό εν η εγάπ’!» του απάντησε με θέρμη, στηρίζοντας τα χέρια της στους ώμους του. «Άμα... ο κύρη μ’...»

«Ο κύρη σ’; Ντ’ εφτάει;»

«Θέλει να με παντρέψει μ’ άλλον, με τον γιο ενός φίλου του, τον Αβραάμ, που ’ναι μυξέας, οκνέας, άσκεμον και με κακέσα μάνα... Κι εγώ ’κι θέλ’ ατόν, ξάι ’κι θέλ' ατόν...»

Κεραυνός πέσανε στα αυτιά και στην ψυχή του Σάββα τα λόγια της Αρετής, που τα πρόφερε όλο παράπονο και πίκρα, και λέγοντάς τα αποτραβήχτηκε κι έκατσε σ’ ένα πεζούλι στην άκρη της βρύσης έτοιμη να κλάψει, μαρμαρωμένος έμεινε λοιπόν, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, ώσπου ένας στεναγμός της τον συνέφερε.

«Αρετή... Κλωστ’ τέρεν με» της γύρεψε, γονατίζοντας στο πλάι της με το ένα πόδι, πάνω στο χώμα, κι εκείνη γύρισε και τον αντίκρισε βουρκωμένη. «Μην κλαις, να λελεύω τ’ ομμάτεα σ’... ’Κι θ' αφήνω σε να παίρ’ σ’ ατός ο μυξέας, εφτάγω σ’ όμνυσμαν...»

«Θα δι’ μ’ ατόν με το ζορ’, Σάββα... Ατό θα φτάει...»

«Γιοκ! Καμίαν ’κι θα φταγ’ ατό, εγώ θα παίρω σε... Έκσες; Εγώ θα παίρω σ’, αρνόπο μ’!» ξέσπασε αυθόρμητα, και κλείνοντάς τη στην αγκαλιά του την παρέσυρε και τη σήκωσε μαζί του όρθια, ενώ τα πόδια και των δυο τους έτρεμαν και λαχάνιαζαν‧ και εκεί πια δεν άντεξαν, ήρθαν κοντά τα χείλια τους, αγγίχτηκαν, ψηλάφησαν το ’να τ’ άλλο κι έσμιξαν τέλος στο πρώτο γλυκοφίλημα, κι ο Σάββας πάνω στο φιλί τους έσυρε θαρρετά το χέρι του και κατέβασε το λυμένο της λετσέκ απ’ την κορφή του κεφαλιού της στον αυχένα της, για να χαϊδέψει με πάθος τα μαλλιά της, ενώ κι η Αρετή κράτησε στις παλάμες της το πρόσωπό του και τις άφησε να κυλιστούν αχόρταγα, ηδονικά μες στα γένια του...

«Μέλ’ έχνε τα χειλόπα σ’, Αρετούλα μ’, το παλαλόν το μελ’» της ψιθύρισε το παλικάρι, ενώ κοντανάσαιναν, προσπαθώντας να γεμίσουν πάλι τα πνευμόνια τους. «Αγαπώ σε...»

«Κι εγώ αγαπώ σε, Σάββα μ’!» ψέλλισε το κορίτσι, πλημμυρισμένο τώρα πια από χαρά, και κόλλησε ακόμα πιο πολύ το σώμα της στο σώμα του καλού της και το στόμα της στο στόμα του, καθώς εκείνος τη σφιχταγκάλιαζε ξανά και τη φιλούσε, ώσπου στην παραζάλη του φιλιού τους μέσα άκουσαν φωνές γυναίκειες να ζυγώνουν και εχπαράγαν.

«Δέβα, θα ελέπν’ εμάς!» πρόσταξε αμέσως η Αρετή τον Σάββα με αγωνία, διακρίνοντας τις Λιβερίτισσες που ανέβαιναν προς το πεγαδομάτ φορτωμένες τα σταμνιά τους, κι αυτός υπάκουσε, μα πριν πηδήσει ξανά στη σέλα του αλόγου για να φύγει, την τύλιξε για άλλη μια φορά στην αγκαλιά του και σφράγισε μ’ άλλο ένα φιλί τα χείλη της, επαναλαμβάνοντας τον όρκο του: «Θα παίρω σ’, Αρετή μ'... Εγώ θα παίρω σε...»


Καπατεύομαι α ση σεβντάν = με πλακώνει ο έρωτας / ερωτεύομαι σφοδρά

Ους = ως, μέχρι

Λάσκουμαι = περιπλανώμαι

Γυρευός = ζητιάνος

*«Τ' άλογό μ' καβάλκεψα», στίχοι: Πόλιος Παπαγιαννίδης, μουσική: Λάζος Ιωαννίδης

Σταθ - σταθέστεν: στάσου - σταθείτε/ κάτσε - καθίστε

Μερέαν = μεριά

Πισία = ποντιακό έδεσμα ζύμης ανάλογο του πιροσκί με γέμιση συνήθως τυρί, πατάτα (καρτόφεα) ή κιμά


Άμα = αλλά

Γαμαρεύω = λερώνω (ιδίωμα Ματσούκας)

Λωμόπα = ρουχαλάκια (υποκορ. του λώματα = ρούχα)

Νε = ούτε, καλατσεύω = μιλώ / συζητώ, μασχαρεύω = αστειεύομαι / χαριεντίζομαι

Φραντάλα = μπορεί να αποδοθεί ως «η όμορφη, περιποιημένη και εξωστρεφής κοπέλα»

επεϊνεύτα = εκτίμησα, μου άρεσε (πεϊνεύκουμαι)

Λαλαχάρι = το χαϊδεμένο παιδί - το στερνοπαίδι (λαλαχεύω = χαϊδεύω)

Τίνας = ποιος, ποια

Χαψία τούφα = γαύρος πλακί

Λαβάς ή λαβάσια = ζυμαρένιες πίτες που τρώγονταν σκέτες σαν ψωμί ή γεμιστές

Άφουρουμ = μπράβο (τουρκ. aferim)

**Στο περίπου αποδίδει το «από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί»

Σταυρίτες = ο Σεπτέμβριος (από τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

Μοθόπωρον = το φθινόπωρο (πιθανή ετυμολογία: μετά + οπώρα)

Ποράν - ποράνια = μπόρες, καταιγίδες

Παρχάρ - παρχάρια = οι θερινοί βοσκότοποι και τόποι παραθερισμού στον Πόντο, παρχαρομάνα = η έμπειρη βόσκισσα (και ρομάνα = η νεαρή κοπέλα που εκπαιδευόταν στη βοσκή)

Χτήνον - χτήνεα = αγελάδες

Γιαβούζ = σκληρός, προσωνύμιο του σουλτάνου Σελίμ Α΄

***Σύμφωνα με την παράδοση: «διερχόμενος κάποτε από το χωριό, κατάκοπος ο σουλτάνος με την ακολουθία του και βλέποντας το δροσερό τοπίο της ποντιακής εκεί περιοχής ξεπέζεψε για να ξεκουραστεί δίπλα στη πηγή του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου.Εκείνη τη στιγμή είδε να έρχεται η ωραία εκείνη κόρη του ιερέα με το κοπάδι της και της οποίας το κάλλος τόσο κατέθελξε τον σουλτάνο που της ζήτησε να του προσφέρει εκείνη νερό από το χρυσό κύπελλο που της έδωσε. Εκείνη αμέσως του έφερε, αλλά κρατούσε το κύπελλο τόσο αδέξια που κάποια δάκτυλά της βρέχονταν στο νερό. Ο σουλτάνος το παρατήρησε και άδειασε το νερό ζητώντας της νέο καθαρότερο. Εκείνη έσπευσε, αλλά αυτή τη φορά μέσα στο κύπελλο έπλεαν φύλλα και χόρτα. Ο σουλτάνος επέπληξε τη Μαρία, αλλά επειδή ήταν πολύ διψασμένος συνέχισε και ήπιε το νερό, ζητώντας να το ξαναγεμίσει. Τη στιγμή που έπινε η Μαρία του απολογήθηκε ότι το έκανε επίτηδες, επειδή το νερό είναι πολύ κρύο και εκείνος ήταν ιδρωμένος, έτσι έπρεπε να καθυστερήσει λίγο για να του προφυλάξει την υγεία του, κάτι που συγκίνησε τον Βαγιαζήτ»

Πεγαδομάτ = πηγή, πηγάδι

Τεστίν - τεστόπον = πήλινη στάμνα νερού


Λετσέκ = είδος καθημερινού γυναικείου κεφαλόδεσμου

Εσάσεψεν κι επέμνεν = έκφραση που σημαίνει «σάστισε πάρα πολύ», «τα έχασε»

Αδακά = εδώ πέρα

Εράευα = έψαχνα (αραεύω)

Ασσού = αφού/αφότου/εφόσον (χρονικοαιτιολογικό)

Λύεται = λιώνει

Αχούλι = μυαλό

Ιστέ = δηλαδή

Μυξέας = μυξιάρης/μαλθακός, οκνέας = τεμπέλης

Ξάι = λίγο (με κατάφαση)/καθόλου (με άρνηση)

Κλωστ' = γύρνα (ρ. κλώσκουμαι = γυρνάω)

Εφτάγω όμνυσμαν = ορκίζομαι

Δί = δίνει (δίγω)

Καμίαν = ποτέ

Παλαλόν μελ ή ζαντόμελον = είδος μελιού που παράγεται από το φυτό ποντιακή αζαλέα. Σε μικρές ποσότητες θεωρούταν θεραπευτικό, όμως η υπερκατανάλωσή του ήταν τοξική - οι παρενέργειές του περιγράφονται πρώτη φορά στην «Κύρου Ανάβαση» του Ξενοφώντα

Εχπαράγαν = ταράχτηκαν, τρόμαξαν (αχπαράουμαι)


Μαρία Παπαθεοδώρου