Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.4.20

Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 26)


Κυριακή 25 Ιουνίου, 9:14
Ημέρα πέμπτη.
Ο Άγγελος περπατούσε νευρικά μέσα στο σαλόνι. Βημάτιζε πάνω κάτω στο χώρο, καθώς ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να κάνει μέχρι να ξυπνήσει η Χλόη: να περιμένει. Και αυτό τον έκανε έξω φρενών, καθώς αισθανόταν αδύναμος και άχρηστος που δεν μπορούσε να βοηθήσει έστω και λίγο την κατάσταση.

"Άγγελε, σταμάτα να οργώνεις το σαλόνι, σε παρακαλώ! Κουράζομαι και μόνο που σε βλέπω!", σχολίασε ο Μαξ και πέρασε την παλάμη του πάνω από το πρόσωπό του. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα και αυτό φαινόταν από τους τεράστιους μαύρους κύκλους, τους οποίους είχε κάτω από τα μάτια του. Το μόνο πράγμα το οποίο τον κρατούσε ξύπνιο εκείνη την ώρα ήταν η τεράστια κεραμική κούπα γεμάτη με δυνατό καφέ που είχε στα χέρια του.
"Δεν μπορώ, έχω νεύρα", του απάντησε.
"Φαίνεται"
"Μα, καλά κι αυτός ο Κρίστοφερ τι κάνει τόση ώρα;"
"Τη δουλειά του", τον αποστόμωσε ο Μαξ και ήπιε μία γουλιά από τον καφέ του.
Από τους τρεις τους, ο Κρίστοφερ ήταν εκείνος που είχε ικανότητες του νου, δηλαδή τηλεπάθεια, διάφορα ξόρκια και τα λοιπά. Γι'αυτό το λόγο ο νεαρός με τα πράσινα μάτια είχε αναλάβει την περίπτωση της Χλόης, η οποία ακόμα δεν είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της, λόγω της ανάμνησης. Και ο Κρίστοφερ, με τη βοήθεια του Σμαραγδένιου Δράκου, προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να την ξυπνήσει και ταυτόχρονα να επαναφέρει τις αναμνήσεις της.
"Άγγελε, κάτσε κάτω! Ειλικρινά, βαρέθηκα να σε βλέπω να πηγαίνεις πάνω κάτω σαν τη σβούρα!", παραπονέθηκε ο Μαξ.
"Δεν μπορώ!", επανέλαβε και συνέχισε να βηματίζει νευρικά, κερδίζοντας έτσι ένα δολοφονικό βλέμμα από το φίλο του.
Ακούστηκε μία πόρτα να ανοίγει και μετά από ένα δευτερόλεπτο να κλείνει ξανά, πριν κάνει την εμφάνισή του στο σαλόνι ένας καταβεβλημμένος Κρίστοφερ.
Ο Άγγελος σταμάτησε επιτόπου και κατέβαλε τρομερή προσπάθεια να μην πέσει πάνω στο νεαρό σαν την ύαινα σε ένα κουφάρι για να φάει. Αντίθετα, έμεινε σιωπηλός, με την αναπνοή του να βγαίνει γρήγορη από τους πνεύμονές του.
"Ακόμα βλέπει ανάμνηση", ανακοίνωσε ο Κρίστοφερ, "αλλά υποθέτω πως θα ξυπνήσει σύντομα"
Ο νεαρός με τα καστανά μάτια αναστέναξε από ανακούφιση και έπεσε στον καναπέ. Αισθανόταν λες και ένα μεγάλο βάρος του είχε φύγει από τους ώμους. "Τι ανάμνηση βλέπει;"
"Θα σας πει η ίδια, λογικά. Δεν είναι δουλειά μου να πω"
Ο Άγγελος έγνεψε καταφατικά. "Και δηλαδή κάθε φορά που θα της έρχεται κάποια ανάμνηση, η Χλόη θα χάνει τις αισθήσεις της για κάποιο χρονικό διάστημα;"
"Ναι, γιε μου, δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα", απάντησε ο Σμαραγδένιος Δράκος, ο οποίος είχε εμφανιστεί στο χώρο.
"Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό;"
"Όχι, γιε μου. Ακόμα και με τη δική σου δύναμη είναι αδύνατο να αλλάξει η κατάσταση"
Ο Άγγελος έβρισε χαμηλόφωνα, σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε να βηματίζει ξανά μέσα στο σαλόνι.
"Όχι πάλι!", μουρμούρισε ηττημένος ο Μαξ και σηκώθηκε κι εκείνος. Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου και άφησε την άδεια, πλέον, κούπα στο νεροχύτη και στη συνέχεια έπιασε γερά το μπράτσο του Άγγελου, ακινητοποιώντας τον. "Αρκετά! Καλύτερα να πας μέσα με τη Χλόη!"
Ο νεαρός έκανε να απαντήσει, αλλά τον πρόλαβε ο Κρίστοφερ. "Συμφωνώ με τον Μαξ. Πήγαινε στο δωμάτιο, διότι μπορεί να ξυπνήσει"
Εκείνος έγνεψε απλά και εξαφανίστηκε σαν αστραπή.
"Ο μικρός μας τη δάγκωσε τη λαμαρίνα", μουρμούρισε τραγουδιστά ο Μαξ και ο Κρίστοφερ γέλασε.
***
Ο Άγγελος κάθισε στην άκρη του στρώματος και παρατήρησε την κοπέλα, η οποία φαινομενικά είχε έναν γαλήνιο ύπνο. Αλλά η έκφραση του προσώπου της μόνο γαλήνια δεν ήταν και αυτό ανησυχούσε το νεαρό.
Άπλωσε διστακτικά το χέρι του προς το μέρος της για να της απομακρύνει μία τούφα από το πρόσωπό της και την τοποθέτησε πίσω από το αυτί της.
***
Δύο χρόνια πριν
Τα βήματά τους ήταν γρήγορα και αθόρυβα σαν εκείνα των αιλουροειδών. Η Χλόη έπιασε την Ισμήνη από τον ώμο, σταματώντας την. Της έκανε νόημα να κοιτάξει τον τοίχο που ήταν στα δεξιά της και την άφησε. Της γύρισε πλάτη και ακούμπησε απαλά την αριστερή παλάμη της στον τοίχο, ενώ με το δεξί της χέρι κρατούσε μία πένα και έγραφε κάτι, πάνω σε αυτόν. Όταν τελείωσε, σχηματίστηκε το φωτεινό περίγραμμα μιας πόρτας, η οποία άνοιξε, φανερώνοντας έναν διαφορετικό διάδρομο, ο οποίος οδηγούσε πιο βαθιά στην απαγορευμένη πτέρυγα και πιο κοντά στην αίθουσα στην οποία φυλαγόταν το Μαύρο Ρόδο.
Εκεί η ασφάλεια ήταν ακόμα πιο αυστηρή, αλλά χάρη στη δύναμη των λέξεων ήταν ανύπαρκτη για να επιτελέσουν τον σκοπό τους τα κορίτσια.
Ο διάδρομος ήταν μουντός, με ελάχιστο φωτισμό και καθόλου παράθυρα και στο τέλος του υπήρχε μία μαύρη, βαριά μεταλλική πόρτα, η οποία εκατέρωθέν της είχε και από έναν φύλακα. Η Ισμήνη και η Χλόη αλληλοκοιτάχτηκαν και στη συνέχεια έστρεψαν τις ματιές τους προς τους φύλακες. Ήταν καθισμένοι στο πάτωμα, τα πρόσωπά τους ήταν λευκά σαν το πανί και τα μάτια τους κλειστά, ενώ τα χείλη τους είχαν πάρει μία μπλε απόχρωση.
Η κοκκινομάλλα πλησίασε έναν από τους δύο επιφυλακτικά και τοποθέτησε τα ακροδάκτυλά της στον κρύο λαιμό του, αλλά δεν υπήρχε κανένας σφυγμός.
Αμέσως ξεδίπλωσε το χαρτί που κρατούσε και το ξαναδιάβασε. Δεν έλεγε τίποτα για θανάτους, άρα οι άτυχοι φύλακες σκοτώθηκαν από κάποιον ή κάτι άλλο. Αυτό δεν ήταν καλό, καθόλου καλό.
Η Ισμήνη πάτησε το ασημένιο κουμπί δίπλα στην πόρτα κι εκείνη άνοιξε χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Έκανε νόημα στη φίλη της και μαζί προχώρησαν προς το εσωτερικό της μεγάλης αίθουσας, με την πόρτα να κλείνει πίσω τους. Η αίθουσα ήταν στρογγυλή, με παραπάνω από μία εισόδους, σαν την καρδιά ενός λαβυρίνθου. Οι τοίχοι είχαν μαύρο χρώμα και το πάτωμα ήταν από μαύρο γρανίτη, το ίδιο υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένος ο βωμός που δέσποζε στο κέντρο της αίθουσας. Σε κάθε του πλευρά είχε σκαλισμένες παραστάσεις από μία κοπέλα, η οποία κράδαινε στο χέρι της ένα ξίφος: το Μαύρο Ρόδο. Και πάνω του, βρισκόταν ευλαβικά ακουμπισμένο πάνω σε πορφυρό βελούδο, το ίδιο το Μαύρο Ρόδο. Ο θησαυρός της οργάνωσης, το πολυτιμότερό της αντικείμενο.
Η Χλόη πήρε μία βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα νεύρα της. Η στιγμή είχε φτάσει και δεν υπήρχε γυρισμός. Έβγαλε από τη θήκη της ζώνης της μία πένα και άρχισε να σχηματίζει στον αέρα το ρούνο της Ισμήνης, ακριβώς πάνω από το ξίφος.
"Μέριλ", πρόφερε χαμηλόφωνα το όνομα του ρούνου κι εκείνος έλαμψε με ένα απόκοσμο φως. Οι γραμμές που τον σχημάτιζαν έφυγαν από το πλαίσιο και τύλιξαν το Μαύρο Ρόδο σαν αλυσίδα. Οι δυνάμεις του ξίφους θα εξασθενούσαν για μερικές ώρες, μέχρι να το κρύψουν σε ασφαλές μέρος και ταυτόχρονα θα μπορούσαν να το ελέγξουν.
Η κοπέλα με τα πράσινα μάτια πήρε στα χέρια της το Μαύρο Ρόδο και η Ισμήνη άφησε στη θέση του ένα πιστό αντίγραφο. Με σβέλτες κινήσεις έφυγαν από την αίθουσα, έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και μπήκαν στον κεντρικό αεραγωγό.
"Πάω να ειδοποιήσω τη Γαλήνη", ψιθύρισε η Ισμήνη και έστριψε με κατεύθυνση προς το θεραπευτήριο της οργάνωσης, ενώ η Χλόη συνέχισε ευθεία μέχρι τους κοιτώνες των κοριτσιών.
Το πρώτο μέρος του σχεδίου είχε στεφθεί με επιτυχία και τώρα έμενε να φύγουν από εκείνο το άθλιο μέρος.
Καμία, όμως, από τις δύο δεν πρόσεξε τη φιγούρα που ήταν ένα με τις σκιές και που στη συνέχεια εξαφανίστηκε.
***
Η ανάμνηση είχε τελειώσει.
Αυτό ήταν το μοναδικό πράγμα που σκέφτηκε η Χλόη όταν άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις της.
Άνοιξε αργά τα βλέφαρά της, αντικρίζοντας ένα λευκό ταβάνι πριν μπει στο οπτικό της πεδίο ο Άγγελος. Ο νεαρός φαινόταν ανήσυχος, κουρασμένος και ανακουφισμένος, ενώ στα χείλη του τρεμόπαιζε ένα χαμόγελο.
"Άγγελε;", ψέλλισε και συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν ξαπλωμένη σε κρεβάτι.
"Επιτέλους ξύπνησες, ωραία κοιμωμένη!"
"Κι εγώ αυτό λέω: επιτέλους ξύπνησα", μουρμούρισε η κοπέλα. "Τι ώρα και τι μέρα είναι;"
"Κυριακή 25 Ιουνίου, εννιά και μισή προ μεσημβρίας. Κοιμήθηκες για οκτώ ώρες", της έδωσε μία πλήρη αναφορά.
"Είδα παραπάνω από μία αναμνήσεις"
Πού να πάρει! Το να βλέπει αναμνήσεις ήταν πιο εξουθενωτικό απ'όσο νόμιζε!
Ο Άγγελος προσπάθησε να συγκρατηθεί από το να ρωτήσει τι είχε δει η κοπέλα αυτή τη φορά, αλλά απέτυχε παταγωδώς. "Τι είδες;"
Ένας κόμπος δημιουργήθηκε στο λαιμό της και ξεροκατάπιε για να τον διώξει. Ανακάθισε και έστρεψε το βλέμμα της προς το παράθυρο.
"Την ημέρα που έχασα τον έλεγχο των συναισθημάτων μου, έχοντας ως αποτέλεσμα να χάσω και τον έλεγχο των δυνάμεών μου, ως έναν βαθμό"
Έκανε μία παύση για να χωνέψει ο νεαρός την καινούρια πληροφορία.
"Μέχρι τώρα δε θυμόμουν τι ακριβώς είχε γίνει. Πόσο σκληρή και άκαρδη μπορώ να γίνω"
"Σε παρακαλώ, μην τα λες αυτά"
"Μα είναι αλήθεια, Άγγελε!"
"Νομίζω πως το Φάντασμα θα διαφωνήσει με αυτά που λες", δήλωσε ο Άγγελος, καθώς όσο περίμεναν να ξυπνήσει η Χλόη, ο Μαξ είχε πει σε εκείνον και τον Κρίστοφερ τι είχε συμβεί δύο χρόνια πριν σε εκείνη την αποθήκη στο λιμάνι της πόλης.
"Πρόλαβε να σας το πει;"
Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά, μιας και δεν είχε νόημα να το κρύβει. "Είδες τίποτα άλλο;"
Η κοκκινομάλλα άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει, αλλά εκείνος την πρόλαβε, σηκώνοντας το χέρι του. "Μισό λεπτό, μην πεις! Περίμενε να φωνάξω τα Φαντάσματα, να μην τα λες πέντε φορές". Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και εξαφανίστηκε, αφήνοντας τη Χλόη μόνη και λίγο μπερδεμένη, με διάφορες ερωτήσεις να στριφογυρίζουν στο ήδη κουρασμένο της μυαλό.
Μάζεψε τα πόδια της και κάθισε σε στάση οκλαδόν, αλλά σχεδόν αμέσως τα άπλωσε ξανά και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έκανε πολλή ζέστη μέσα στο χώρο, οπότε έπρεπε να ανοίξει το παράθυρο για να δροσίσει λίγο ή τουλάχιστον να ανανεωθεί ο αέρας.
Παραλίγο να χάσει την ισορροπία της, αλλά την ξαναβρήκε μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου και κατηγόρησε το ξαφνικό κύμα της κούρασης που της είχε έρθει.
Οι γυμνές πατούσες της ήρθαν σε επαφή με τα ζεστά πλακάκια του μπαλκονιού και οι παλάμες της με το κάγκελο. Ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα ίχνος από σύννεφο, λογικό μιας και ήταν αρχές καλοκαιριού και ο ήλιος εξέπεμπε ένα λαμπερό λευκό φως. Εν ολίγοις, η μέρα ήταν εξαιρετική.
"Χλόη", άκουσε κάποιον να τη φωνάζει και έστρεψε το κεφάλι της προς την πηγή του ήχου. "Δε θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι;", έκανε ο Άγγελος.
"Μη γίνεσαι πιεστικός", σχολίασε το Φάντασμα με τα γαλάζια μάτια και τοποθέτησε την παλάμη του στον ώμο του φίλου του.
Η κοπέλα παρατήρησε πως στο φως της μέρας τα Φαντάσματα έδειχναν διαφορετικά. Άγγιζαν πιο πολύ το καθημερινό, το απλό, το ανθρώπινο και σίγουρα απέπνεαν λιγότερο φόβο.
"Πάντα έτσι κάνει όταν ανησυχεί", συμπλήρωσε το δεύτερο Φάντασμα, απευθυνόμενο στη Χλόη. "Σαν μαμά"
"Μπα, εσείς είστε χειρότεροι σε αυτόν τον τομέα", είπε ο Άγγελος, κερδίζοντας ένα χαμόγελο από την κοπέλα. Οι δύο μαυροφορεμένες φιγούρες αλληλοκοιτάχτηκαν.
"Δίκιο έχει", παραδέχτηκαν με μία φωνή. "Είμαστε όντως χειρότεροι"
"Λοιπόν, πώς αισθάνεσαι;", ρώτησε το Φάντασμα με τα πράσινα μάτια.
"Κουρασμένη", απάντησε η Χλόη και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. "Λες και δεν έχω κλείσει μάτι, για την ακρίβεια"
"Είναι ειρωνεία, μιας και κοιμόσουν για οκτώ συνεχόμενες ώρες", σχολίασε ο Άγγελος.
"Τουλάχιστον, δεν είσαι πλέον χαμένη στις αναμνήσεις", πήρε το λόγο το δεύτερο Φάντασμα και η κοπέλα έγνεψε καταφατικά.
"Αυτή τη φορά ήταν δύο αναμνήσεις: η πρώτη ήταν εκείνη η μέρα στην αποθήκη, για την οποία όλοι γνωρίζετε, και η δεύτερη απλά επιβεβαιώνει το γράμμα της Ισμήνης"
"Με ποιον τρόπο το επιβεβαιώνει, όμως;"
Η κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά έξυσε αμήχανα το σβέρκο της και απέφυγε τα περίεργα βλέμματα των τριών νεαρών. "Εγώ ήμουν, τελικά, ο εγκέφαλος πίσω από το σχέδιο για να κλέψουμε το Μαύρο Ρόδο, Άγγελε και εγώ το υλοποίησα"
"Άρα, βρισκόμαστε σε καλό δρόμο"
"Όπως το πάρει κανείς", είπε το Φάντασμα με τα γαλανά μάτια. "Χωρίς παρεξήγηση, αλλά η συγκεκριμένη πληροφορία δε μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για να βρούμε την κρυψώνα του ξίφους"
"Μήπως γνωρίζουμε πότε θα ξαναδείς ανάμνηση;"
Η Χλόη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. "Δυστυχώς, το φαινόμενο είναι απρόβλεπτο. Μπορεί να μου φανερωθεί κάτι μέσα στο επόμενο λεπτό ή την επόμενη ώρα ή ακόμα και μέρα"
"Για την ακρίβεια", ξεκίνησε να λέει το Φάντασμα με το φαρδύ σπαθί, "μπορούμε να το ελέγξουμε το φαινόμενο. Είναι κάπως δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο"
"Πώς;", έκανε η κοπέλα.
"Πυροδοτώντας κάποιες από τις αναμνήσεις, έτσι ώστε να βγουν στην επιφάνεια πιο σύντομα"
"Αλήθεια, μπορείς να το κάνεις αυτό;", τον ρώτησε με ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας να ζωγραφίζει τη φωνή της. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. "Τότε, ας το κάνουμε! Τι περιμένουμε;"
"Όχι τώρα", δήλωσε ο Άγγελος. "Νομίζω ταλαιπωρήθηκες, ήδη, αρκετά, Χλόη"
Η κοπέλα σώπασε, καθώς γνώριζε πως ο νεαρός με τα καστανά μάτια είχε δίκιο, αλλά από την άλλη η περιέργειά της ήταν τεράστια. Όσο πιο γρήγορα ανακάλυπτε την αλήθεια, τόσο το καλύτερο για όλους. "Πρέπει, ωστόσο, να βρούμε το Μαύρο Ρόδο! Ο χρόνος είναι πολύτιμος!"
"Το ίδιο και η υγεία σου!", της απάντησε και ο τόνος της φωνής του δε σήκωνε αντίρρηση. "Δεν είσαι ρομπότ, Χλόη να λειτουργείς εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο"
Έκατσε δίπλα της και πέρασε το μπράτσο του γύρω της, τραβώντας την σε μία πλάγια αγκαλιά.
"Εδώ έχει δίκιο ο Άγγελος. Δε θέλουμε να πάθεις κάτι, μόνο και μόνο για ένα ξίφος", συμπλήρωσε το Φάντασμα με τα γαλάζια μάτια.
Η κοπέλα αναστέναξε ηττημένη. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά χρειαζόταν ύπνο για να γεμίσει τις μπαταρίες της και να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις οι οποίες θα ερχόταν.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου