Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 25)

Ο κόσμος γύρω μας καταστρέφεται. Μέσα από αυτόν τον κόσμο, οι ενέργειες κυλούν ομαλά και τρέφονται οι υπόλοιποι. Η ενέργεια εξασθενεί και η πολιτεία σιγά σιγά γκρεμίζεται. Το νερό σταματάει να τρέχει. Ο αέρας έχει μια άσχημη μυρωδιά και η φωτιά καίει και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Δεν μπορούμε να αφήσουμε αυτό το συμβεί. Δεν μπορεί να έρθει η συντέλεια ακόμα. Δεν έγιναν τόσες θυσίες για το τίποτα. Δεν μπορούν να νικήσουν αυτοί.

Το λευκό τάγμα βοηθάει στην προστασία των ανθρωπίνων ζωών. Το κόκκινο τάγμα μαζί με τα δύο ιερά τάγματα πέφτουν με τη μούρη στον πόλεμο. Οι δυνάμεις τους είναι απίστευτες. Ο κάθε πολεμιστής είναι διαφορετικός. Είναι τιμή να υπηρετείς σε ένα από αυτά τα τάγματα. Είναι πανίσχυροι και κατατροπώνουν ό,τι βρίσκεται μπροστά τους.

Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε μια ισχυρή λάμψη. Ένας άγγελος χάθηκε. Χάθηκε τελείως από ένα σμήνος δαιμόνων που έπεσε πάνω του και τον κατασπάραξε. Τα ήξερε όλα. Η Εχεκράτεια ήξερε τι θα συμβεί και δεν είπε τίποτα. Πώς ήταν τόσο σίγουρη για τη θυσία της; Οι λάμψεις εμφανίζονται σαν πυροτεχνήματα στους ουρανούς η μια μετά την άλλη. Καταρρέουμε. Δεν είμαστε αρκετοί. Μπορεί ένας να ισοδυναμεί με εκατοντάδες, αλλά αυτοί είναι χιλιάδες. Μου επιτίθενται πότε ένας-ένας και πότε ομάδα ολόκληρη. Με το δρεπάνι στα χέρια μου τους εξαφανίζω. Η οργή μεγαλώνει μέσα μου. Τα μάτια μου θολώνουν και δε νιώθω τίποτα άλλο πέρα από μίσος.

«Mortem!» ακούω τη φωνή της Spero να μου φωνάζει από μακριά. Γυρνάω και την κοιτάζω απότομα.

«Μη γίνεσαι σαν και αυτούς. Δεν είσαι σαν αυτούς!» μου φωνάζει και προσπαθώ να κατευνάσω το μίσος που νιώθω μέσα μου. Οι αισθήσεις παρασέρνουν το σώμα μου, το οποίο χτυπάει αλύπητα ό,τι βρίσκει μπροστά του.

«Mortem! Άκουσέ με!» μου φωνάζει ξανά και τότε βλέπω μια ομάδα δαιμόνων να την πλησιάζει με τρομερούς ρυθμούς.

Το δρεπάνι μου μετατρέπεται σε λόγχη ξανά και βάζω όση δύναμη έχω στο όπλο μου. Αυτό φωτίζεται και το στέλνω προς τα πάνω τους. Φως βγαίνει από τη σύγκρουση του όπλου μου με τους δαίμονες και όταν εξαφανίζεται παίρνει μαζί του και τις μαύρες υπάρξεις. Η Spero με κοιτάζει έκπληκτη. Το δόρυ εμφανίζεται πάλι πίσω από την πλάτη μου και το τραβάω. Παίρνει ξανά τη μορφή δρεπανιού. Η Spero με κοιτάζει εντυπωσιασμένη.

«Όχι και άσχημα» μου λέει και μου χαμογελάει.

Επιστρέφει τον προσοχή της πίσω στη μάχη γρήγορα. Τη βλέπω καθώς ρίχνει με το ιερό τόξο της. Τα βέλη φτάνουν χιλιόμετρα μακριά. Και μετά λέει για εμένα. Αυτό είναι απίστευτο! Τα μάτια της βλέπουν τόσο καθαρά από μακριά που προστατεύει όποιον μπορεί, βλέποντας ποιος χρειάζεται βοήθεια. Ένας ήχος από πίσω μου μου τραβάει την προσοχή. Κοιτάζω από πού έρχεται και αντικρίζω τον Ηρακλή να τρέχει με μια στρατιά αγγέλους από πίσω του. Πάω κάτω και προσγειώνομαι μπροστά του. Σταματάει σαστισμένος και με κοιτάει με μισό μάτι.

«Μπορεί να έχεις μορφή αγγέλου αλλά συνεχίζω να μη σε συμπαθώ» μου λέει ειρωνικά και αμέσως μετά το πρόσωπό του φωτίζεται. Μου χαμογελάει όσο μπορεί.

«Τι έκανες;» τον ρωτάω και δείχνω το τάγμα της Αθηνάς που ετοιμάζεται να πολεμήσει.

«Τους ξύπνησα. Δεν πρόκειται να έμενα άπραγος σε μια τέτοια στιγμή. Καλά θα κάνεις να ξυπνήσεις και το τάγμα του Ποσειδώνα» μου λέει και δείχνει την πλάτη μου. Βάζω το δρεπάνι πίσω και βγάζω την τρίαινα. Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό.

«Άκουσέ με. Είσαι ο κυρίαρχός του τώρα πια. Εάν το θες πραγματικά, θα σε υπακούσει. Άκου τι έχει να σου πει» μου λέει και φεύγει, αφήνοντάς με πίσω με το ιερό όπλο στα χέρια μου.

Το κοιτάζω σαν κάτι ξένο. Θυμήσου... Τι σου έδειξε το όπλο; Το μυαλό μου φεύγει και γυρνάει στο όραμα με την τρίαινα. Η Εχεκράτεια έφυγε μακριά μου και μπήκε σε μια λευκή πύλη. Σωστά, η Εχεκράτεια πέθανε. Οι φιγούρες που είδα, τώρα είναι πιο καθαρές. Είναι η Μαρία, η Ντόροθη και η Γρυνώ. Την καλωσορίζουν πίσω στην αγκαλιά τους. Βλέπω όσους θυσιάστηκαν για να έρθω εδώ σήμερα. Η δύναμή τους κυλάει μέσα στις φλέβες των διαστάσεων. Ξαφνικά νιώθω σαν να με ρουφάει μέσα της. Τα μάτια μου ανοίγουν και βλέπω ένα στρατό μπροστά μου. Κοιμούνται. Κοιμούνται πάνω σε κρεβάτια φτιαγμένα από φως και νερό. Όλοι είναι ετοιμοπόλεμοι και περιμένουν μια μόνο εντολή. Οι δυνάμεις των ωκεανών και των θαλασσών περιβάλουν τα όπλα και τις πανοπλίες τους. Χτυπάω την τρίαινα με πυγμή στο νερό κάτω από τα πόδια μου. Ο στρατός ξυπνάει.

«Veni! Κοιμηθήκατε πολύ. Ήρθε η ώρα να κάνετε αυτό που ξέρετε καλύτερα! Ήρθε η ώρα να προστατέψετε τους ουρανούς! Fratres mei. Excitare!» βροντοφωνάζω και το τάγμα των χιλίων αγγέλων αναγεννιέται.

Τα μάτια μου ανοίγουν ξανά και μια αστραπή με χτυπάει. Μέσα από το φως της εμφανίζεται το τάγμα του Ποσειδώνα. Τα τέσσερα μεγάλα τάγματα ξύπνησαν και είναι ενωμένα εναντίον κάθε τι κακού. Οι σκοτεινές δυνάμεις σιγά σιγά υποχωρούν. Υπερισχύουμε κατά πολύ ενεργειακά και οι δαίμονες δεν έχουν πού να πάνε. Η πύλη τους καταστράφηκε και είναι παγιδευμένοι. Δεν περίμεναν κάτι τέτοιο. Νόμιζαν ότι μας είχαν του χεριού τους. Χάρη στη θυσία της Εχεκράτειας, όλοι οι κόσμοι σώθηκαν.

Το σκοτάδι φεύγει.

Άντρες και γυναίκες ζητωκραυγάζουν θριαμβευτικά. Πάω δίπλα στη Spero. Με παίρνει αγκαλιά. Την αγκαλιάζω με το ένα μου χέρι και συνεχίζω να κοιτάζω το φως που πλημμυρίζει τον κόσμο των αγγέλων. Τι ενέργεια και αυτή. Οι ουρανοί είχαν πολύ καιρό να νιώσουν τόση δύναμη. Όλες οι λεγεώνες είναι ενωμένες σαν μια για έναν κοινό σκοπό. Η Spero βγάζει το τόξο της και ρίχνει ένα βέλος ψηλά στον ουρανό. Μέσα σε λίγες στιγμές, όλο της το τάγμα μαζεύεται. Το βλέμμα της μαρτυρά θλίψη.

«Δυστυχώς, δεν κατάφεραν όλα τα αδέρφια μας να έρθουν να γιορτάσουν μαζί μας» τους λέει και όλοι σκύβουν τιμητικά τα κεφάλια τους. Με μια κίνηση του χεριού της, όλα τα όπλα τους εξαφανίζονται.

«Τα καταφέρατε περίφημα. Αναμένετε οδηγίες. Μέχρι τότε είστε ελεύθεροι να συναντήσετε αυτούς που αγαπάτε. Είμαι σίγουρη ότι θα τους έχετε λείψει πολύ» τους λέει και όλοι χτυπούν προσοχή μπροστά στο μεγαλείο της.

Οι πανοπλίες φεύγουν και μένουν μόνο τα πανέμορφα φτερά τους. Σιγά σιγά όλοι χωρίζονται. Ο Ηρακλής χτυπάει την ασπίδα του με δύναμη και το τάγμα του εμφανίζεται μπροστά του. Αυτοί οι άγγελοι είναι δυνάμεις που κυκλοφορούν ανάμεσα στους κόσμους, για να μας φωτίζουν και να μας δίνουν σοφία. Σκορπίζουν την πανέμορφη ενέργειά τους στον αέρα πριν φύγουν και εκείνοι. Μια γλυκιά ευωδία μένει πίσω τους.

«Πού πάνε;» τον ρωτάω καθώς εξαφανίζονται.

«Πάνε να βρουν τα ξεχασμένα σπίτια τους, τις βιβλιοθήκες, τα μνημεία και τους μύθους που δημιουργούν. Όταν τους χρειαστούμε, θα επιστρέψουν πίσω. Μέχρι τότε είναι ελεύθεροι να κάνουν αυτό που είναι φτιαγμένοι να κάνουν» μου λέει και χαμογελάει καθώς αγναντεύει την όμορφη χρυσόσκονη που περιπλανιέται σε όλη την πλάση.

«Άντε! Τι περιμένεις; Κάνε και εσύ αυτό που πρέπει» μου λέει και ταρακουνιέμαι, καθώς νιώθω ότι ξυπνάω από τις χαμένες σκέψεις. Χτυπάω με δύναμη την τρίαινα στη γη και το τάγμα των χιλίων αγγέλων εμφανίζεται.

«Αδέρφια μου. Χωρίς τη βοήθειά σας δε θα τα καταφέρναμε! Είστε ελεύθεροι να πάτε πίσω στις θάλασσες και στους ωκεανούς. Να γνωρίσετε καινούρια γη και να ζήσετε σε αυτήν. Μέχρι την αντάμωσή μας, σας εύχομαι να έχετε πάντα το φως των ουρανών μαζί σας» τους λέω και τότε όλος ο λόχος ζητωκραυγάζει, πριν εξαφανιστεί μέσα στις πηγές και τα νερά που ενώνουν τους κόσμους. Το χρυσό τάγμα του Διός εμφανίζεται.

«Μεγάλοι ηγέτες, η αποστολή μας τελείωσε. Μας συγχωρείτε πολύ, αλλά θα πάμε να αναπαυθούμε, εάν μας επιτρέπετε, μαζί με την αρχόντισσά μας. Μέχρι τη μέρα που εκείνη θα επιλέξει να μας ξυπνήσει». Κουνάω το κεφάλι ασυναίσθητα. Ο στρατός εξαφανίζεται μέσα σε μια αστραπή. Το φως δεν πάει στους ουρανούς. Έρχεται μέσα μου. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, καθώς νιώθω ένα κάψιμο στην καρδιά μου. Το ξέχασα τελείως. Εγώ έχω την αστραπή. Την πήρα όταν η Εχεκράτεια… Την αποθήκευσα μέσα μου για να την προστατέψω. Και έτσι το Τάγμα γύρισε πίσω στο σπίτι του. Η Spero έρχεται κοντά μου και μου πιάνει το χέρι. Γυρνάω και την κοιτάζω. Τη σφίγγω πάνω μου σαν να προσπαθώ να πάρω κουράγιο.

«Πήγαινε» μου λέει και μου χαμογελάει ζεστά... Καταλαβαίνω αμέσως και ανοίγω με δύναμη τα φτερά μου.

 Με μια κίνηση πετάγομαι στους ουρανούς και κατευθύνομαι προς το όρος των ηρώων. Ακούω πίσω μου να με ακολουθούν, με αργούς ρυθμούς, πολλοί χτύποι από φτερά αγγέλων. Προσγειώνομαι μπροστά από τον ναό τους Διός και τον κοιτάζω με ευλάβεια, δέος, σεβασμό και ευχαρίστηση, αλλά ταυτόχρονα και λύπη. Κατευθύνομαι στην αριστερή πλευρά του όρους, εκεί που βρίσκονται τα σπίτια μας. Μπροστά μου υψώνεται μια πύλη με έναν λωτό να την κοσμεί. Ανοίγω αργά την πόρτα και νιώθω ότι δεν μπορώ να το αντέξω. Φτάνω έξω από το μπάνιο και σταματάω. Κοιτάζω την πόρτα σαν κάτι να με σταματάει. Δε θέλω να την ανοίξω. Δε θέλω να τη δω...

«Δεν είναι εκεί...» ακούω μια φωνή πίσω μου και κοιτάζω τρομαγμένος. Είναι ο Ηρακλής, ο οποίος με παρακολουθεί σοβαρός, καθώς απλώνει το χέρι του προς την πόρτα δίπλα από το μπάνιο.

«Περίμενες ότι μετά από όσα έκανε, θα την άφηνα έτσι;» μου λέει και κάνει στην άκρη για να περάσω.

Παίρνω βαθιά ανάσα και κοιτάζω για μια ακόμα φορά την πόρτα μπροστά μου. Στραβοκαταπίνω και ανοίγω αργά την πόρτα. Βρίσκομαι στην κρεβατοκάμαρα και πάνω στο κρεβάτι φαίνεται το σώμα της Εχεκράτειας. Πλησιάζω και η πόρτα κλείνει πίσω μου. Ο Ηρακλής την έντυσε με ένα λευκό, μακρύ φόρεμα. Φαίνεται σαν να κοιμάται πάνω στα βελούδινα σεντόνια. Κάθομαι δίπλα της και ακουμπάω το χέρι της. Θεέ μου... Είναι τόσο κρύα... Κάνω στην άκρη τα λευκά μαλλιά της και της χαϊδεύω το μάγουλο... Είναι τόσο ήρεμη και φαίνεται χαρούμενη. Σίγουρα είναι χαρούμενη εκεί που βρίσκεται.

Τα κατάφερες καλά, κοκκινομάλλα μου... Την παίρνω αγκαλιά και τη σφίγγω πάνω μου λες και θα ξυπνήσει, λες και θα νιώσει τον πόνο που νιώθω και θα με λυπηθεί, λες και θα με ακούσει και θα έρθει πίσω στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά οι ουρανοί σκοτεινιάζουν ξανά και ακούω ασταμάτητα να πέφτει ορμητική βροχή στη γη.

«Βροχή είναι αυτό;» ακούω τον Ηρακλή να ρωτάει έξω από την πόρτα.

«Όχι, καλέ μου. Εδώ δε βρέχει. Οι ουρανοί κλαίνε και θρηνούν. Οι ουρανοί έριξαν για πρώτη φορά τα δάκρυά τους στον κόσμο μας, για να συμπαρασταθούν στον γιο τους για τον χαμό της Εχεκράτειας» ακούω τη Spero να του εξηγεί και τα μάτια μου κλείνουν, καθώς ανασαίνω για τελευταία φορά το άρωμά της…

 Παρασκευή Γκύζη