Φοίνιξ (Κεφάλαιο 13)

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 9:23

Ο Λούκας του είχε επιτρέψει να βγει έξω από το δωμάτιο κι έτσι ο Τζέιμς βρέθηκε να περιπλανιέται σε όλο το σπίτι. Το διαμέρισμα ήταν σχετικά μικρό, με δύο υπνοδωμάτια, ένα μπάνιο και σαλονοκουζίνα. Βρισκόταν στον έβδομο και τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας λίγο πιο έξω από το κέντρο της πόλης. Πράγμα που έκανε την απόδραση ακόμα πιο δύσκολη, σε συνδυασμό με την απροθυμία του Φοίνικα να βοηθήσει.

Ο νεαρός στήριξε τους αγκώνες του στα κάγκελα του μπαλκονιού και αναστέναξε. Η θέα από το διαμέρισμα δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, μιας και το μόνο που έβλεπε ήταν ένα μουντό αστικό τοπίο γεμάτο με άχαρες πολυκατοικίες και σχεδόν καθόλου ουρανό. Ήθελε να γυρίσει πίσω στον αδελφό του ή τουλάχιστον να του πει ότι είναι καλά. Να μην ανησυχεί κι εκείνος!

«Φοίνικα» αναφώνησε.

«Τζέιμς» ήρθε η απάντηση μέσα στο μυαλό του.

«Θέλω να στείλω ένα μήνυμα στον Κρις, να του πω ότι είμαι μια χαρά. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό, σε παρακαλώ;»

Ο Φοίνικας συλλογίστηκε για λίγο την πρόταση του κατόχου του. Είχε και ο ίδιος μεγάλο αδελφό και τον καταλάβαινε. Συμφώνησε χωρίς ο νεαρός να του το αναφέρει δεύτερη φορά.

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 9:33

«Επιτέλους, τον πήρε ο ύπνος!» ανακοίνωσε η Μυρτώ, αναφερόμενη στον Κρίστοφερ και κάθισε στον καναπέ. «Μαξ, είσαι ο επόμενος!»

Ο μεγάλος της αδελφός την κοίταξε και ανασήκωσε το φρύδι του. «Δε νυστάζω» δήλωσε ξερά.

«Με πόσες ώρες ύπνου είσαι, είπαμε;»

Ο Μαξ συλλογίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα πριν σηκώσει το δείκτη του.

«Μία»

«Και με πόσες κούπες καφέ;» συνέχισε η κοπέλα.

«Τρεις» της έδειξε πάλι με τα δάχτυλα του χεριού του.

«Και δεν είναι καν δέκα!»

«Πού θέλεις να καταλήξεις, Μυρτώ;»

«Πρέπει να κοιμηθείς, Μαξ!» απάντησε, αντί για τη φίλη της, η Ηλιάνα. «Με αυτές τις μαύρες σακούλες που έχεις κάτω από τα μάτια, πηγαίνεις άνετα για ψώνια!»

«Τόσο χάλια δείχνω;» ρώτησε και όλοι έγνεψαν καταφατικά.

«Τόσο χάλια» τον διαβεβαίωσε ο Άγγελος.

«Υποθέτω πως θα μπορούσα να ρίξω έναν υπνάκο...» έκανε ο Μαξ και σηκώθηκε από τη θέση του. Ωστόσο, σταμάτησε επιτόπου, μόλις τα γαλανά του μάτια έπεσαν πάνω στη φιγούρα του Τζέιμς. Για την ακρίβεια, όλοι μέσα στο δωμάτιο είχαν μείνει στήλη άλατος μπροστά στη θέα του νεαρού που έψαχναν τις τελευταίες ώρες.

«Τζέιμς! Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε ο Μαξ.

«Ήθελα να σας ενημερώσω πως είμαι καλά»

Η Χλόη άπλωσε το χέρι της για να τον αγγίξει, αλλά το μόνο που έπιασε ήταν αέρας.

«Όπως το φαντάστηκα, είσαι μία προβολή»

«Προβολή;» ακούστηκε σαν ηχώ η Ηλιάνα. «Τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι μόνο το μυαλό μου είναι εδώ, μαζί σας» απάντησε ο Τζέιμς. «Ή τουλάχιστον αυτό μου είπε ο Φοίνικας»

«Πάω να ξυπνήσω τον Κρις» ανακοίνωσε η Μυρτώ, αλλά η φωνή του Τζέιμς την πρόλαβε.

«Μην! Απλά πείτε του πως είμαι καλά»

«Το ξέρεις ότι θα μας σκοτώσει αν το μάθει ότι ήσουν εδώ και δεν τον ενημερώσαμε, σωστά;»

«Ναι, αλλά θα αρχίσει τις υστερίες και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, Μυρτώ»

«Τότε λέγε γρήγορα πού βρίσκεσαι πριν τις αρχίσω εγώ, μικρέ!» δήλωσε ο Μαξ. Ο θυμός του φούντωνε σιγά σιγά σαν τη φωτιά και ο Άγγελος, διαισθανόμενος τα συναισθήματα του φίλου του, προσπάθησε να τον ηρεμήσει τηλεπαθητικά.

«Τζέιμς, μην τον ακούς!» αναφώνησε η Χλόη, εισπράττοντας μία απορημένη ματιά από τον Μαξ. «Αν μας πεις, ο Φοίνικας θα μάθει ότι γνωρίζουμε την τοποθεσία του, με αποτέλεσμα να σε πάρει και να φύγετε από εκεί»

Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά, συμφωνώντας με την κοκκινομάλλα. 

«Απλά αφήστε με να σας πω αυτό: ο Σαχίρ συνεργάζεται με τον Λούκας. Ψάχνουν και οι δύο το ίδιο αντικείμενο. Μόνο αυτά μπορώ να αποκαλύψω, συγγνώμη»

Η Χλόη του χαμογέλασε ενθαρρυντικά. «Μην ανησυχείς, Τζέιμς και αυτά που μας είπες ήταν υπεραρκετά!»

«Α, Χλόη, ο Φοίνικας έχει ένα μήνυμα για τον Σμαραγδένιο Δράκο» είπε ο Τζέιμς. Το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της κοπέλας και όλοι φάνηκαν να κρατάνε την αναπνοή τους. Τότε ο Άνορ έκανε την εμφάνισή του και στάθηκε ακριβώς μπροστά από την προβολή του νεαρού με τα γυαλιά. 

«Αν έχει να μου πει κάτι ο αδερφός μου, να εμφανιστεί ο ίδιος!» γρύλισε απειλητικά ο άντρας με τα λευκά μαλλιά και η σείστηκε. Η Χλόη μπορούσε να νιώσει την οργή και το θυμό του απέναντι στον Φοίνικα και τρόμαξε προς στιγμήν, μη γίνει τίποτα χειρότερο από το σεισμό.

«Λέει να σου πω μόνο το μήνυμα» απάντησε φοβισμένος ο Τζέιμς.

«Σαχίρ, σταμάτα να παίζεις!» βρυχήθηκε ο Σμαραγδένιος Δράκος, τρομάζοντας τους πάντες, καθώς δεν τον είχαν ξαναδεί εκτός εαυτού. Ο ήχος ενός γέλιου ακούστηκε έπειτα αχνά στο δωμάτιο και στη συνέχεια ο Φοίνικας εμφανίστηκε κι εκείνος. Τα χρυσαφένια του μάτια είχαν μία περιπαιχτική λάμψη και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένο ένα μειδίαμα. 

«Ακόμα να καταλάβεις ότι δεν παίζω, Άνορ;»

«Ακόμα να καταλάβεις ότι αυτό που πας να κάνεις θα σε καταστρέψει;» τον ρώτησε με τη σειρά του ο Άνορ.

«Αχ, αδερφέ μου, έχεις μείνει πολύ πίσω! Αν δεν το κάνω αυτό, τότε είναι που θα καταστραφώ!»

Ο Σμαραγδένιος Δράκος γρύλισε, αποκαλύπτοντας τα δόντια του. Δεν τα έχαφτε αυτά και πόσο μάλλον όταν τα έλεγε ο μικρός του αδελφός. 

«Δε με πείθεις, Σαχίρ!»

«Ω, αλήθεια;» τον ειρωνεύτηκε ο Φοίνικας, υψώνοντας τα φρύδια του. «Μάθε, λοιπόν, πως δε με ενδιαφέρει»

Και με αυτά τα λόγια εξαφανίστηκαν και οι δύο τόσο ξαφνικά όσο είχαν εμφανιστεί, αφήνοντας τους άλλους, και κυρίως τον Σμαραγδένιο Δράκο, να βράζουν στο ζουμί τους. Η Χλόη πλησίασε τον Άνορ και τον έπιασε μαλακά από το μπράτσο για να του δείξει ότι ήταν εκεί. Η Μυρτώ είχε καθίσει στον καναπέ και είχε πάρει αγκαλιά το φορητό υπολογιστή και τα ακροδάχτυλά της χτυπούσαν με μανία τα πλήκτρα. Ο Μαξ ήταν έξω φρενών και ξεφυσούσε σαν μανιασμένος ταύρος, έχοντας την Ηλιάνα από δίπλα του να του κρατάει το χέρι. Ο Άγγελος φαινόταν ο πιο ψύχραιμος απ' όλους μέσα στο σαλόνι, με την έκφρασή του να είναι σοβαρή και το σαγόνι του σφιγμένο.

«Χρειαζόμαστε το Μαύρο Ρόδο» δήλωσε αποφασιστικά και οι υπόλοιποι γύρισαν να τον κοιτάξουν.

«Άγγελε, το καλό που σου θέλω, πες μου ότι αστειεύεσαι;» ψέλλισε, ενώ βρισκόταν στα πρόθυρα υστερίας η Χλόη, κι εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του

«Πολύ θα το ήθελα, αλλά αν ο Φοίνικας ψάχνει, όντως, το Μενταγιόν της Καρδιάς όπως μας είπε μόλις ο Τζέιμς, τότε θα χρειαστούμε όλη τη βοήθεια που μπορούμε να έχουμε. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος»

«Όχι, όχι και πάλι όχι! Δε θέλω να μπλέξω ξανά με το συγκεκριμένο αντικείμενο!»

«Χλόη! Δεν το βλέπεις ότι αν δεν το πάρουμε πρώτοι εμείς, θα βρεθεί στα δικά τους χέρια;».

«Εδώ ο Άγγελος έχει ένα δίκιο» σχολίασε ο Μαξ. «Όσο και να μη θέλει κανένας από εμάς να μπλεχτεί με το Μαύρο Ρόδο, είναι αναγκαίο κακό. Το ξίφος δεν είναι ασφαλές με τον Φοίνικα να τριγυρνάει ελεύθερος, πουθενά αλλού εκτός από εσένα, Χλόη!»

Η κοκκινομάλλα πήρε μία βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα νεύρα της. Έκλεισε στιγμιαία τα μάτια της και όταν τα άνοιξε ξανά, εκείνα έλαμπαν. 

«Πού είναι κρυμμένο το Μαύρο Ρόδο;».]

Ο Φοίνικας στεκόταν ακριβώς μπροστά του έξαλλος. Τον είχε καρφώσει με τις χρυσαφένιες του ίριδες, αλλά ο Τζέιμς δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Του ανταπέδιδε το βλέμμα με αποφασιστικότητα.

«Τους το είπες» είπε αργόσυρτα ο Φοίνικας.

«Ναι» απάντησε ο νεαρός. «Έπρεπε να το γνωρίζουν και όπως σου ξεκαθάρισα, το ότι σε χρειάζομαι ως μέντορα, δε σημαίνει πως συμφωνώ κιόλας με αυτό που πας να κάνεις»

«Ας είναι. Θα παραμείνω μέντοράς σου, Τζέιμς»

«Χαίρομαι»

«Και μην ανησυχείς, δεν κατέστρεψες τα σχέδιά μου! Το αντίθετο, μάλιστα, τα βοήθησες να αναπτυχθούν!» άφησε ο Σαχίρ να του ξεφύγει ένα γελάκι. Ο νεαρός τον κοίταξε μπερδεμένος στην αρχή, αλλά στο επόμενο δευτερόλεπτο τα μάτια του είχαν ανοίξει διάπλατα.

«Μα πόσο ανόητος είμαι!» μονολόγησε και έφερε την παλάμη στο μέτωπό του. «Έπεσα στην παγίδα σου! Φυσικά και ήθελες να μάθουν τι ψάχνεις!»

Έκανε μία παύση και παρατήρησε λίγο καλύτερα τον άντρα με τα λευκά μαλλιά. Ένα ειρωνικό μειδίαμα ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη του.

«Και όλα αυτά για να σε βοηθήσουν, άθελά τους! Δεν είναι μόνο το Μενταγιόν της Καρδιάς και το Φίλτρο της Σκέψης που θες!»

«Δεν είναι μόνο αυτά» επιβεβαίωσε τις υποψίες του ο Φοίνικας.

«Τι άλλο ψάχνεις;»

«Κάτι το οποίο έχουν οι φίλοι σου»

Ο Τζέιμς ανασήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του. Τι μπορεί να είχε η παρέα του που να ενδιέφερε τον Σαχίρ; 

«Τι έχουν;»

«Το Μαύρο Ρόδο»

Ο νεαρός κοκκάλωσε. Είχε ακούσει μόνο το μύθο για το μαγικό ξίφος και μόλις πριν από δύο μέρες είχε μάθει ότι ο Άγγελος ήταν το Λευκό Ρόδο. Προς στιγμή ανακουφίστηκε που δεν ήθελε το Λευκό Ρόδο, αλλά και πάλι η ιδέα τον τρόμαζε.

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 14:10

Μετά από κάθε είδους παρακάλια και απειλές, ο Μαξ είχε δεχτεί να πέσει για ύπνο. Και αυτό αφότου κατάφεραν να τον ηρεμήσουν μετά την ξαφνική εμφάνιση του Τζέιμς και του Φοίνικα. Τους πήρε αρκετή ώρα, αλλά άξιζε. Ο ήλιος είχε ανέβει πλέον ψηλά στον ουρανό και η ζέστη ήταν αφόρητη. Τα τζιτζίκια ήταν τα μόνα που ακούγονταν και τα παράθυρα ήταν διάπλατα ανοιχτά, με την ελπίδα να δροσιστεί το σπίτι έστω και λίγο. Ήταν η ώρα του μεσημεριανού φαγητού και του μεσημεριανού ύπνου.

«Να παραγγείλουμε πίτσες;» ρώτησε ο Άγγελος με το πρόσωπό του χωμένο μέσα στο μαξιλάρι του καναπέ. Δεν πήρε κάποια απάντηση, καθώς την Ηλιάνα την είχε πάρει ο ύπνος δίπλα στη Μυρτώ, η οποία φορούσε ακουστικά και ήταν επικεντρωμένη σε κάτι στον υπολογιστή. Η Χλόη, από την άλλη, έδειχνε να είναι χαμένη στις σκέψεις της, αλλά στην πραγματικότητα μιλούσε με τον Σμαραγδένιο Δράκο μέσα στο κεφάλι της.

«Κατάλαβα...» μουρμούρισε ο νεαρός και έπιασε το σταθερό τηλέφωνο που ήταν ακουμπισμένο στο χαμηλό τραπέζι του σαλονιού. «Εγώ θα πρέπει να αποφασίσω πάλι για το φαγητό τους».

Με τον Μαξ, τον Κρίστοφερ και την Ηλιάνα να κοιμούνται, βρισκόταν σε δίλημμα για την ποσότητα του φαγητού που έπρεπε να παραγγείλει. Τελικά αποφάσισε να πάρει μία πίτσα για τον καθένα, ακόμα και για αυτούς που κοιμόντουσαν.

Μετά από μία ώρα, το κουδούνι της εξώπορτας ήχησε σαν κάτι εξωπραγματικό μέσα στην ησυχία που επικρατούσε, βγάζοντάς τους όλους από τις σκέψεις τους. Αφού πλήρωσε για το φαγητό, το εναπόθεσε μαλακά στο τραπέζι της κουζίνας, πάνω στην ώρα που ερχόταν ο Κρίστοφερ. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν ανάκατα από τον ύπνο και το μόνο ρούχο που φορούσε ήταν το κάτω μέρος μίας μαύρης φόρμας, ενώ οι πατούσες του ήταν και αυτές γυμνές.

«Φαΐ» ήταν η μόνη λέξη που είπε με τη φωνή του ακόμα βραχνή από τον ύπνο. Κάθισε σε μία καρέκλα και άνοιξε το πρώτο χάρτινο κουτί που βρήκε μπροστά του. Η μυρωδιά του λιωμένου κασεριού τον χτύπησε ευχάριστα στα ρουθούνια. Πήρε ένα κομμάτι από την πίτσα και άρχισε να το τρώει λαίμαργα. Στο μεταξύ, ο Άγγελος είχε φωνάξει τα κορίτσια και είχαν αρχίσει και αυτοί να τρώνε.

«Μήπως πρέπει να ξυπνήσουμε τον Μαξ;» απόρησε η Ηλιάνα.

«Καλύτερα να τον αφήσουμε να κοιμηθεί» απάντησε η Μυρτώ και δάγκωσε το κομμάτι πίτσας που κρατούσε.

«Αν ξυπνήσει και βρει να φάει, χαιρέτα μου τον πλάτανο!» δήλωσε η κοπέλα με τα γυαλιά και πήρε ένα δεύτερο κομμάτι από το κουτί. «Πάω να τον ξυπνήσω»

Πήρε το πιάτο της με την πίτσα και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν ο μεγάλος αδελφός της καλύτερής της φίλης. Άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και το βλέμμα της έπεσε πάνω στη γυμνή πλάτη του νεαρού. Είχε απλωθεί σε όλη την επιφάνεια του κρεβατιού σαν αστερίας και το μόνο που φορούσε ήταν το μποξεράκι του.

«Θα μπορούσα να συνηθίσω αυτό το θέαμα» μουρμούρισε η Ηλιάνα και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Πήγε κοντά του και γονάτισε έτσι ώστε να είναι δίπλα από το προσκεφάλι του. Πήρε την πίτσα από το πιάτο και την έφερε κοντά στη μύτη του κοιμισμένου Μαξ.

«Μαξ, ξύπνα» του είπε γλυκά. «Έχουμε φαγητό!»

Αμέσως, ο Μαξ άνοιξε τα γαλανά του μάτια και άρπαξε το κομμάτι από το χέρι της κοπέλας. 
«Είσαι απίστευτη!» μουρμούρισε και μέσα σε τρία δευτερόλεπτα το είχε καταβροχθίσει.

«Το ξέρω» είπε εκείνη και του χαμογέλασε. «Το υπόλοιπο φαγητό είναι στην κουζίνα» πρόσθεσε, και μαζί κατευθύνθηκαν προς τα κει.

«Κρις, σου είπανε τι έγινε;» ρώτησε ο Μαξ και ο φίλος του πήρε μία προβληματισμένη έκφραση. 

«Θα το πάρω ως όχι»

«Τι έχασα όσο κοιμόμουν;».

Τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν, μην μπορώντας να αποφασίσουν ποιος θα το ανακοινώσει. Τελικά πήρε το λόγο η Μυρτώ.

«Εμφανίστηκε ο Τζέιμς, λίγα λεπτά αφότου είχες κοιμηθεί»

Ο Κρίστοφερ άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά η κοπέλα σήκωσε το χέρι της προειδοποιητικά.

«Μη μιλήσεις! Του είπα να σε ξυπνήσουμε, αλλά εκείνος αρνήθηκε!»

«Έπρεπε να με είχατε ξυπνήσει! Γιατί τον ακούσατε;» είπε θυμωμένος ο νεαρός με τα πράσινα μάτια.

«Επειδή ο μικρός είπε πως θα άρχιζες τις υστερίες» απάντησε ο Μαξ. «Και είχε και ένα δίκιο, εδώ που τα λέμε. Θα τις άρχιζες!»

«Όντως… Τουλάχιστον, είναι καλά;»

Όλοι έγνεψαν καταφατικά.

«Αυτό που μάθαμε, όμως, δεν είναι καλό» είπε ο Άγγελος. «Ο Φοίνικας ψάχνει όντως για το Μενταγιόν της Καρδιάς»

«Και ο Άγγελος θέλει να λάβει τα μέτρα του με το Μαύρο Ρόδο» συμπλήρωσε η Χλόη.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου