Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 12)

Η θάλασσα του Μπι τραγουδούσε ψιθυριστά σκοπούς που μόνο η ίδια γνώριζε. Ήταν ήρεμη, πράγμα παράξενο για μια μέρα που ξημέρωνε καθώς ο χειμώνας μόλις έπνεε τα λοίσθια. Ο άνεμος θαρρείς πως κοιμόταν. Όλα ήταν γαλήνια. Ακόμα και τα σύννεφα, σε εκείνες τις γλυκιές ροδαλές αποχρώσεις της ανατολής, έμοιαζαν νωχελικά και νυσταγμένα.

Είχαν μόλις φτάσει στο Τάλαμ Ούισκε και ο Όντραν παρατηρούσε την θάλασσα ανήσυχος, από την βεράντα του παρατηρητηρίου. Η υδάτινη πλανεύτρα, που τόσα τραγούδια γράφτηκαν γι’ αυτήν και τόσα μάτια την αναπολούσαν μελαγχολικά, γυάλιζε κάτω από τον τριανταφυλλένιο ουρανό.
«Δεν σε ανησυχεί αυτό;» μίλησε στον Νιλς, ο οποίος ακουμπούσε τώρα στα γύψινα κάγκελα της μεγάλης βεράντας.
«Ποιο;»
«Η θάλασσα… Τόσο ήρεμη. Και ο αέρας δεν φυσάει. Δεν σαλεύει ούτε φύλλο. Όλα είναι τόσο ήρεμα.»
«Και γιατί σε ανησυχεί αυτό;»
«Είναι… αλλόκοτο. Δεν μου αρέσει αυτή η ησυχία. Μετά την απανεμιά ξεσπάει η καταιγίδα. Δεν μπορεί να είναι καλό σημάδι.»
«Δεν ήξερα πως πιστεύεις στα σημάδια!» ειρωνεύτηκε ο Νιλς χτυπώντας τον με την γροθιά στον ώμο.
Ο Όντραν γέλασε και του ανταπέδωσε το χτύπημα.
«Έχουμε άσσο κρυμένο στο μανίκι μας, Όντι.» είπε κατόπιν, δείχνοντας με το βλέμμα του τον Γουάφ, ο οποίος βάδιζε κάτω στο πλακόστρωτο, δίπλα στην Φιντέλμα. «Χωρίς αυτόν δεν πιστεύω πως θα είχαμε ελπίδες. Αλλά είναι εδώ. Και είναι πρόθυμος να βοηθήσει.»
Εκείνος σιώπησε. Σάρωσε με το βλέμμα του τα πλακόστρωτα δρομάκια γύρω από το παρατηρητήριο. Ήταν γεμάτα κόσμο. Οι περισσότεροι πολεμιστές φρόντιζαν τα άλογά τους ή ακόνιζαν τα όπλα τους. Οι ντόπιοι τριγύριζαν στους δρόμους ψάχνοντας τους πάγκους των λιγοστών πλανόδιων πωλητών. Κάπου είδε και τον Πρίομ, να συζητά με μία γυναίκα πίσω από έναν πάγκο με αγγεία.
Πέρα από τα δρομάκια, εκεί όπου η γραμμή της χρυσής αμμουδιάς έσβηνε μέσα στην γαλαζοπράσσινη θάλασσα, τα καράβια χόρευαν και τα κύματα έδιναν τον ρυθμό. Στο βάθος, εκεί όπου η θάλασσα μελάνιαζε περισσότερο, φαινόταν η σκουρόχρωμη ακτή του Σκαθ. Λίγοι από τους ψηλότερους πύργους και τα κάστρα του, διαγραφόταν σαν απειλητικές σκιές.
Η Φιντέλμα βάδιζε στους δρόμους της πόλης με την Ντέιλφ στο πλευρό της. Ήταν πιασμένες αγκαζέ και εξερευνούσαν τους θησαυρούς του Τάλαμ Ούισκε. Η Ευχή θαύμασε τους ψηλούς πύργους που ξεχώριζαν κυανόλευκοι. Σκέφτηκε πως ταίριαζαν καταπληκτικά με το κυανοπράσσινο φόντο της θάλασσας, καθότι τα γαλαζόλευκα χρώματα των τοίχων τους φάνταζαν σαν προέκτασή της.
Οι πάγκοι ήταν γεμάτοι αγγεία, όστρακα, κοχύλια για διακόσμηση και υφάσματα κάθε λογής. Τους προσπέρασαν και έστριψαν σε ένα μικρό δρομάκι. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και αυτός άλλαζε το πορφυρό του ένδυμα, το πλακόστρωτο έμοιαζε να στραφταλίζει με τον ίδιο τρόπο που η θάλασσα έγλυφε τις ακτές.
«Φαντάζομαι πόσο όμορφα θα είναι εδώ το καλοκαίρι.» παρατήρησε έκθαμβη.
Το Τάλαμ Ούισκε είχε μια δυναμική που δεν συναντούσε κανείς σε άλλη πόλη της Γιουβέρνα. Κάθε λογής άνθρωποι, ιερείς, έμποροι, πωλητές, ράφτες, τσαγκάρηδες, άρχοντες, ανακατεύονταν στους δρόμους σαν ψηφιδωτό φτιαγμένο από χιλίων ειδών διαφορετικά όστρακα και βότσαλα. Οι άνθρωποί του ήταν φιλικοί και φιλόξενοι. Πολλοί βοηθούσαν τους πολεμιστές να στήσουν τις σκηνές τους, ή να φροντίσουν τα κουρασμένα τους άλογα. Και όλοι χαμογελούσαν.
«Θα του άρεσε πολύ του Κίαν εδώ. Είμαι σίγουρη.» είπε χαμογελώντας.
Η Ντέιλφ έσφιξε ανάλαφρα το χέρι της. Οι δυο τους έφτασαν στην μεγάλη πλατεία. Βάδισαν στο πλακόστρωτο και κάθισαν σε ένα από τα μαρμάρινα έδρανα, που έβλεπαν στην μεγάλη πολυγωνική κρήνη, από όπου ξεπηδούσε παγωμένο νερό και χυνόταν στο δεύτερο επίπεδό της.
«Μακάρι να μπορούσα να πάω στο Σκαθ με τον Νιλς.» έσπασε τη σιωπή η Ντέιλφ. «Ανησυχώ πολύ, Φιντέλμα. Τρέμω…» είπε και τα μάτια της καθρέπτισαν την ανησυχία της.
«Ξέρω…» είπε και την αγκάλιασε καθησυχαστικά. «Μπορούμε όμως να βοηθήσουμε και από εδώ. Έτσι δεν είναι;»
Η Ντέιλφ κούνησε ένοχα το κεφάλι. «Φοβάμαι πως όχι. Δεν επαρκούν οι δυνάμεις μου.»
Η Φιντέλμα γύρισε στην κρήνη, της οποίας το νερό γαργάριζε δυσοίωνα. «Ποιό το νόημα να μείνουμε εδώ τότε;» αναρωτήθηκε αναστατωμένη. «Μπορείς να μείνεις άπραγη εδώ, περιμένοντας την έκβαση της μάχης;»
«Όχι.» απάντησε κατηγορηματικά εκείνη.
«Ούτε κι εγώ.» Κοιτάχτηκαν επίμονα. «Ποιες δυνάμεις κληρονόμησες από τον πατέρα σου, Ντέιλφ;»
«Μόνο την ράνταρκ. Την όραση.» απάντησε εκείνη σε απολογητικό τόνο. «Ω Θεέ, εύχομαι να μην είχα υποσχεθεί στον Νιλς να περιμένω εδώ!»
«Ίσως υπάρχει τρόπος να βοηθήσουμε την έκβαση της μάχης χωρίς να σπάσεις την υπόσχεσή σου. Μπορείς να παρακολουθείς την μάχη με το χάρισμά σου, και αν τυχόν δούμε ότι δεν πηγαίνει καλά και χρειάζονται βοήθεια, θα πλεύσω μέχρι το Σκαθ και θα κάνω ό, τι χρειαστεί.»
«Μα θα σου πάρει τουλάχιστον δύο ώρες να φτάσεις με πλοίο!»
«Τότε κάτι θα σκεφτώ. Ίσως να μπορεί να δώσει την λύση ο Γουάφ.» είπε σκεπτική.
«Καλώς. Αλλά δεν θέλω να σε αφήσω μόνη σου σε αυτό, Φιντέλμα μου. Αν πάθεις κάτι…» τα χείλη της τρεμούλιασαν. «Δεν θα το συγχωρήσω στον εαυτό μου.»
Ο Γουάφ στεκόταν με γυμνά πόδια πάνω στην κρύα αμμουδιά της ακτής. Αγνάντευε την υδάτινη έκταση βυθισμένος στις σκέψεις, στηριγμένος στην μεγάλη ράβδο του. Η Φιντέλμα βρέθηκε δίπλα του. Άφησε τα μάτια της να γεμίσουν με χρώματα και τα πνευμόνια της με θαλασσινά αρώματα.
«Σε μαγεύει… Αδυνατείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της.» είπε.
Εκείνος στράφηκε απότομα, σαν να μην την είχε αντιληφθεί να έρχεται. Χαμογέλασε.
«Μου αρέσει να την παρατηρώ επί ώρες. Το αγαπημένο μου σημείο είναι όταν τα κύματα σκάνε στην αμμουδιά και πετάνε πιτσιλιές αφρίζοντας. Να το, έρχεται.» είπε και έκλεισε τα μάτια του. Τα πέλματά του βυθίστηκαν προς στιγμής στο κρύο νερό. Το κάτω μέρος της φορεσιάς του είχε λασπωθεί, αλλά δεν τον ένοιαζε. «Η Γκλόρια λάτρευε τη θάλασσα. Κάθε καλοκαίρι με παρακαλούσε να φύγουμε από το Μπλούμπερι. Και κάθε καλοκαίρι της έκανα το χατίρι. Κάθε φορά καθόμουν στην ακτή και την παρατηρούσα που κολυμπούσε σαν γοργόνα, βρέχοντας τα πορφυρά μαλλιά της, μαζεύοντας κοχύλια. Έβγαινε και τα σκόρπιζε όλα στην άμμο. Διάλεγε τα πιο όμορφα και τα έβαζε στα μαλλιά της. Τα υπόλοιπα τα κρατούσε για να διακοσμήσει το σπίτι. Κάθε φορά, προτού φύγουμε για να γυρίσουμε πίσω, ερχόμασταν εδώ και καθόμασταν στην αμμουδιά, οραματιζόμενοι το μέλλον μας.»
Η φωνή του έσβησε, καθώς βυθιζόταν στις αναμνήσεις. Η Φιντέλμα αγκάλιασε το μπράτσο του και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του.
«Ξέρεις, Γουάφ. Μπορώ να γιατρέψω τον πόνο σου, αν το θες.» του είπε απλά.
«Ω, όχι κορίτσι μου. Όχι. Αυτός ο πόνος είναι το μόνο που μένει για να μου τη θυμίζει. Όσο είναι μέσα μου, νιώθω σαν να την έχω κοντά.» αποκρίθηκε μελαγχολικά εκείνος.
Έπειτα από λίγες στιγμές σιωπής, όπου οι δυο τους αγνάντευαν την θάλασσα, ο Γουάφ αποφάσισε να μιλήσει και πάλι.
«Φοβάσαι, Φιντέλμα;»
Εκείνη έγνεψε καταφατικά, χωρίς να τον κοιτάξει.
«Θέλω να βοηθήσω όπως μπορώ, Γουάφ. Θέλω να τελειώνει αυτός ο άθλιος πόλεμος όσο πιο γρήγορα γίνεται, και μάλιστα η έκβαση να είναι θετική για τη Γιουβέρνα. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω, αλλά μόνο αν βρίσκομαι εκεί.»
«Δεν θα το επιτρέψω.» αρνήθηκε κατηγορηματικά. «Αφού ανησυχείς για τον Κίαν, γλυκιά μου. Γιατί δεν φεύγεις; Είσαι περισσότερο κοντά από ποτέ. Τρέξε να τον βρεις.»
«Δεν είναι πια τόσο απλό και το ξέρεις.» απάντησε εκείνη θλιμμένη. «Γι’ αυτό, σε παρακαλώ… Άφησέ με να σας βοηθήσω.»
Ο Γουάφ αναστέναξε, βγάζοντας τον περισσευάμενο αέρα από τα πνευμόνια του. «Τι θέλεις να κάνω;»
«Θέλω να μου εξασφαλίσεις γρήγορο πέρασμα από το Τάλαμ Ούισκε στο Σκαθ. Στην Κόπαρ. Μαγικό πέρασμα. Για να έρθω σε περίπτωση που χρειαστεί. Αμέσως.»
Έτριψε το πρόσωπο με τα χέρια του. «Ξέρεις τι θα συμβεί αν πληγωθείς κατά τη διάρκεια της μάχης;»
«Δεν πρόκειται να πληγωθώ. Δεν αρκούν λίγα ανθρώπινα όπλα για να μου κάνουν κακό, Γουάφ.»
«Ανθρώπινα όχι. Όπλα φτιαγμένα από χέρι μάγου όμως;» αντιγύρισε εκείνος.
«Ξέρω να προστατεύομαι.»
«Και από τον Ντούλλαχαν; Και από τον αήττητο στρατό των αθανάτων του;»
«Και από αυτούς. Δεν μπορούν να με πειράξουν γιατί δεν ρέει ανθρώπινο αίμα στις φλέβες μου.»
Ο Γουάφ ξάπλωσε στους αγκώνες του, κοιτώντας ηττημένος τον ουρανό. «Θα σου φτιάξω ένα ξόρκι.» υπέκυψε τελικά. «Αλλά το καλό που σου θέλω, δεσποινίς μου…» είπε και κούνησε απειλητικά το δάχτυλό του, «να προσέχεις. Γιατί έτσι και αποκτήσεις έστω μία γρατζουνιά, θα βρεις τον μπελά σου.»
Η Φιντέλμα χαμήλωσε το δάχτυλό του γελώντας.
«Τι θα έκανα χωρίς εσένα, μου λες;» είπε εύθυμα και τον φίλησε. «Σε ευχαριστώ. Α, και κάτι άλλο. Σε παρακαλώ πολύ, καλέ μου, μην μάθει τίποτε ο Όντραν.»
«Έχεις την υπόσχεση ενός γέρου μάγου που προφανώς του έχει στρίψει και δεν ξέρει τι κάνει.» αποκρίθηκε εκείνος και η Φιντέλμα γέλασε ξανά.
«Όλα εντάξει;» ρώτησε αργότερα συνομωτικά η Ντέιλφ, όταν συναντήθηκαν και πάλι στην μεγάλη πλατεία με την κρήνη.
«Θα με βοηθήσει.» απάντησε η Φιντέλμα και η κοπέλα αναστέναξε, μη ξέροντας αν έπρεπε να ανησυχήσει ή να χαρεί. «Μην φοβάσαι. Σε περίπτωση που χρειαστεί, θα είμαι εκεί προτού πεις κύμινο.»
«Θα έρθω και εγώ μαζί σου, αν πας.» αποκρίθηκε εκείνη αποφασιστικά.
«Είσαι σίγουρη;»
«Όσο και ότι αγαπώ τον Νιλς με όλη μου την καρδιά.»

***

Η μεγάλη φωτιά έτριζε στο κέντρο του τεράστιου κύκλου. Οι πολεμιστές τραγουδούσαν όλοι μαζί, με ένα στόμα και το χέρι στην καρδιά, τραγούδια του πολέμου:

«Ná bíodh eagla ort mo chairde.
Beidh tine a thabhairt dúinn neart
Beidh ghrian chosaint dúinn.
Troid le do chroí, ní hamháin le do chlaíomh.
Seasamh aontaithe i gcoinne an namhaid
Agus beidh an namhaid titim uair amháin agus do gach duine
Agus ní bheidh ardú arís.»

«Μην φοβάστε, φίλοι μου.
Η φωτιά θα μας δώσει δύναμη
Ο ήλιος θα μας προστατεύει.
Πολεμήστε με την καρδιά κι όχι μόνο με το σπαθί σας.
Σταθείτε ενωμένοι απέναντι στον εχθρό
Και ο εχθρός θα πέσει μία και για πάντα
Και δεν θα σηκωθεί ξανά.»

Οι σκηνές είχαν στηθεί κάτω από τις μεγάλες κολόνες του παρατηρητηρίου, όπου υπήρχε άφθονος χώρος για να φιλοξενήσει τους εκατοντάδες άντρες και γυναίκες που έφταναν από όλες τις πόλεις της Γιουβέρνα. Αυτό είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στην Φιντέλμα. Είχε ακούσει ιστορίες για επικούς πολέμους και άντρες πολεμιστές με καρδιά λιονταριών, αλλά ποτέ της δεν είχε ακούσει για γυναίκες πολεμίστριες. Κι όμως, η Γιουβέρνα έβριθε από εκείνες.
Παρατηρούσε έκθαμβη μια από εκείνες να γυαλίζει την θήκη του σπαθιού της, ενώ τραγουδούσε το υπόλοιπο του τραγουδιού. Η γυναίκα της χαμογέλασε κοφτά κι έπειτα γύρισε στη δουλειά της. Έμοιαζε αρκετά σκληρή, σχεδόν ατσάλινη. Τα άγρια, ξανθά μαλλιά της γυάλιζαν στην φωτιά. Τα μαύρα μάτια της άστραφταν στην θέα της λεπίδας.
«Από πού έρχεσαι;» ρώτησε χωρίς να παίρνει τα μάτια από το σπαθί της.
«Από την Τόρθαϊ.» απάντησε η Φιντέλμα χωρίς να σκεφτεί.
«Εγώ από την Μπάντεαργκ.»
«Έχεις πολεμήσει ξανά;» ρώτησε με ενδιαφέρον αλλά και φόβο.
Η γυναίκα πήρε τα μάτια της από το σπαθί. Γέλασε μέσα από τα δόντια της.
«Είμαι πολύ μικρή για να έχω πολεμήσει, δεν νομίζεις;» απάντησε. Συμφώνησε αμήχανα, ενθυμούμενη πως ο πιο πρόσφατος πόλεμος με το Σκαθ ήταν πριν πολλά χρόνια. «Μπουί.» αυτοσυστήθηκε κατόπιν, δίνοντας το χέρι της.
«Φιντέλμα.»
«Σε είδα που μιλούσες με τον Γουάφ. Τον γνωρίζεις καιρό;»
«Αρκετό για να τον έχω στην καρδιά μου.»
Η Μπουί γέλασε ξανά.
«Εσύ; Τον γνωρίζεις;» ρώτησε, αγνοώντας το άχρονο και κάπως αγενές γέλιο της.
«Ναι. Είχαμε γνωριστεί ένα καλοκαίρι. Είχε έρθει μόνος του για διακοπές. Εγώ είχα έρθει μαζί με την αδερφή μου.» είπε και έδειξε με το κεφάλι της μια γυναίκα που της έμοιαζε καταπληκτικά. «Μου είχε κάνει εντύπωση. Ενώ έμοιαζε φιλικός και καλοσυνάτος, καθόταν μόνος του κάθε πρωί στην ακτή και κοιτούσε τα κύματα. Κάθε φορά μόνος. Μέχρι να φύγουμε, τον έβλεπα κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, στο ίδιο σημείο. Μερικές φορές μιλούσε και μόνος του. Τον είδα και το επόμενο καλοκαίρι. Κάθισα δίπλα του, μιλήσαμε. Στο τέλος δεν κρατήθηκα. Τον ρώτησα γιατί πήγαινε εκεί κάθε πρωί και γιατί έφευγε το βράδυ. Και ξέρεις τι μου απάντησε;»
«Τι;»
«Ότι περίμενε να δει κάποιο πρόσωπο που αγαπούσε.»
Η Φιντέλμα έριξε τα βουρκωμένα μάτια της πάνω στον καλό της φίλο, που τώρα συντρόφευε στο τραγούδι τους πολεμιστές, σαν να μην τον βασάνιζε τίποτε. Κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στον λαιμό της και γύρισε στην Μπουί.
«Δεν είχα ιδέα.» είπε γυρίζοντας το μυαλό της στην Γκλόρια, και όσα της είχε πει ο Γουάφ για εκείνη. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που να με θλίβει περισσότερο, από μία πληγωμένη καρδιά.»
«Εγώ μπορώ.» απάντησε η γυναίκα. «Να χάσουμε στον πόλεμο με το Σκαθ. Αυτός ο άντρας, ο Μπόα εννοώ, ο προδότης που αποίκισε την Κόπαρ, είναι αδίστακτος. Τον θυμάμαι αμυδρά πριν φύγει, τότε που δολοφόνησε τον αδερφό του. Τον είχα συναντήσει σε μία γιορτή στην Χάνταπ. Ξέρεις, τότε που ήταν μεγάλη πόλη, πριν πεθάνει ο Ακάιους και μείνει εγκαταλελειμένη. Είχε προκαλέσει τον αδερφό του σε έναν από τους αγώνες πάλης. Ο Ακάιους τον είχε κερδίσει χωρίς να ιδρώσει. Ο Μπόα είχε βγει εκτός εαυτού, φωνάζοντας αλλοπρόσσαλα. Αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν δίστασε να ρίξει πικρόμουρα στο φίον του αδερφού του για να τον εκδικηθεί.»
«Πικρόμουρα; Αυτά δεν είναι δηλητηριώδη;»
«Ακριβώς. Ο Ακάιους την γλίτωσε ευτυχώς με λίγα πυώδη μπλε σπυριά σε όλο του το σώμα. Σου λέω, αυτός ο άντρας είναι αδίστακτος. Τρελός. Δεν δέχεται την ήττα του με κανέναν τρόπο.»
Η Φιντέλμα ξεροκατάπιε. «Τον περιγράφεις σαν να είναι κάποιος δαίμονας ή κάτι τέτοιο. Είναι απλά ένας άνθρωπος. Γεμάτος κακία και αδυναμίες, αλλά άνθρωπος.»
«Θυμήσου την ώρα που στο λέω, Φιντέλμα. Τα πράγματα διαγράφονται μελανά στο Σκαθ. Ο Μπόα φυλά περισσότερες εκπλήξεις από έναν απλό αήττητο στρατό. Δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση να τον έβλεπα δίπλα σε κάποιον υποχθόνιο θεό ή μάγο. Ακόμα και Αντευχές να μου έλεγες πως έχει στο πλευρό του, θα σε πίστευα.»
Η Φιντέλμα έγειρε αυθόρμητα πίσω τρομαγμένη.
«Ηρέμησε, τρόπος του λέγειν.» γέλασε η γυναίκα. «Άλλωστε δεν είναι παρά ένας μύθος. Ένα παραμύθι. Οι Ευχές και οι Αντευχές. Σωστά;» είπε και συνέχισε να γυαλίζει τη θήκη του σπαθιού της.
«Ναι…» ψέλλισε η Φιντέλμα. «Σωστά.»
Δύο ώρες αργότερα, και ενώ μερικές σκηνές είχαν καταληφθεί από τους πολεμιστές και η φωτιά είχε αρχίσει να σβήνει, ο Γουάφ κάλεσε την Φιντέλμα για να περπατήσουν στην θάλασσα. Παρατηρούσε τα πόδια της να μπήγονται στην άμμο, κλωθογυρίζοντας στο μυαλό της όσα της είχε πει η Μπουί για τον μάγο. Εκείνος κοιτούσε άσκοπα προς την αντίθετη μεριά, από όπου έρχονταν οι φωνές και τα τραγούδια.
«Για ποιο λόγο με φώναξες, καλέ μου;» τον ρώτησε τρυφερά, όταν τον είδε ανήσυχο.
«Για να σου δώσω αυτό που μου ζήτησες.»
Η Φιντέλμα σταμάτησε απότομα και τον κράτησε από τα μπράτσα.
«Εδώ το έχω.» είπε βάζοντας το χέρι του στην θέση της καρδιάς, κάτω από τον χοντρό του μανδύα. «Είσαι σίγουρη ότι το θέλεις αυτό;» ρώτησε διστακτικά.
«Ναι.» αποκρίθηκε εκείνη. «Ναι.» συνέχισε περισσότερο εμφαντικά, όταν είδε τον δισταγμό στο βλέμμα του. «Γουάφ μου. Θέλω να έχω το ξόρκι. Θα το χρησιμοποιήσω κατάλληλα, θα γυρίσω πίσω, και θα τρέξω στον αγαπημένο μου Κίαν. Όλα θα πάνε καλά.» τον διαβεβαίωσε, παρόλο που μέσα της ο φόβος κάλπαζε δυνατότερα κι από το φρικαλέο μαύρο άτι του Ντούλλαχαν.
Ο Γουάφ έβαλε το χέρι του μέσα στον μανδύα του και το έτεινε προς το μέρος της. Πήρε το αντικείμενο στα χέρια της. Ήταν ένα γυάλινο μπουκάλι.
«Μόλις έρθει η ώρα, χύσε το περιεχόμενο του μπουκαλιού γύρω από τον εαυτό σου, λέγοντας τον προορισμό σου. Φρόντισε να περισσέψει αρκετό φίλτρο για να γυρίσεις. Και να το φυλάς σαν τα μάτια σου.» είπε κοιτώντας την σοβαρά, με πατρική αυστηρότητα.
Έγνεψε με έμφαση για να τον καθησυχάσει. Ύστερα τον αγκάλιασε σφιχτά και δεν τον άφησε μέχρι που τα κύματα πάφλασαν στα πόδια τους.

***

Οι πολεμιστές χαιρετούσαν τους αγαπημένους τους με ζεστές αγκαλιές και σιωπηλές υποσχέσεις. Εκατοντάδες ευχές ταξίδευαν από στόμα σε στόμα. Ευχές αντάμωσης, καλής τύχης, προστασίας. Η Φιντέλμα παρατηρούσε τους ανθρώπους που επιβιβάζονταν στα πλοία με τα πιο σοβαρά τους προσωπεία. Έμοιαζαν όλοι ατρόμητοι, αλλά μια Ευχή σαν κι εκείνη μπορούσε να διακρίνει λίγα ψήγματα φόβου πίσω από τις ατσάλινες μάσκες τους.
Η Ντέιλφ κρεμόταν στην αγκαλιά του Νιλς όλη αυτή την ώρα. Η καρδιά της σφιγγόταν στην θέα τους. Ο Γουάφ καθόταν δίπλα της με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Παρακολουθούσε σιωπηλός τον τρόπο που η ανθρώπινη θάλασσα άλλαζε σχηματισμούς.
«Φαντάζομαι πως ήρθε η ώρα να πούμε τα αντίο μας.» είπε χωρίς να την κοιτά.
Στράφηκε στο μέρος του με μουσκεμένα βλέφαρα. Σκέφτηκε να του ζητήσει να μείνει, να ξεχάσει αυτήν την ιστορία και τους πολέμους και τους αήττητους στρατούς και τους προδότες, αλλά ήξερε πως ήταν ανόητο και χωρίς κανένα νόημα. Οπότε παρέμεινε σιωπηλή. Έπεσε στην αγκαλιά του δακρυσμένη.
«Υποσχέσου μου πως θα προσέχεις.»
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι για μένα.» την καθησύχασε, χαϊδεύοντας τα στιλπνά μαλλιά της.
«Υποσχέσου!»
Ο Γουάφ γέλασε με τρυφερότητα. «Το υπόσχομαι.»
Το τιτίβισμα του Χάινμα ακούστηκε πάνω από τα κεφάλια τους. Προσγειώθηκε ευθύς στον ώμο του και τον κοίταξε στα μάτια.
«Ω, μην με κοιτάς έτσι! Όχι κι εσύ!» παραπονέθηκε εκείνος. «Θα είμαι καλά.» τον διαβεβαίωσε.
«Θα επικοινωνούμε, έτσι;» ρώτησε η Φιντέλμα. «Όποτε κι αν βρεις χρόνο…»
«Φυσικά.»
«Γουάφ… Πριν φύγεις…» είπε η Φιντέλμα χωρίς να απομακρύνεται από την αγκαλιά του «ήθελα να σου πω…»
«Τι είναι;» ρώτησε ανήσυχος όταν την είδε να διστάζει.
«Σε ευχαριστώ… Για όλα…» συνέχισε και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της ανεμπόδιστα.
Ο Γουάφ την φίλησε σταυρωτά, την έφερε ξανά μέσα στην πατρική του αγκαλιά.
«Μην με ευχαριστείς. Και να θυμάσαι όσα είπαμε. Όλα όσα είπαμε. Και αν τυχόν η μάχη δεν…»
Τον διέκοψε με ένα δυνατό κούνημα του κεφαλιού, ενώ βούρκωνε ξανά.
«Ναι... Ξέρω.» του απάντησε.
Λίγες στιγμές μετά, ο Γουάφ βρισκόταν στην πλώρη του καραβιού με την μαύρη σημαία και τον ολόλευκο εστεμμένο κύκνο, ατενίζοντας την θάλασσα που απλωνόταν μπροστά του. Η Φιντέλμα τον κοιτούσε με σφιγμένη την καρδιά. Οι περισσότεροι είχαν ήδη επιβιβαστεί στα πλοία. Οι Καομνόιρ βρίσκονταν ο καθένας στο δικό του πλοίο, με τους δικούς του πολεμιστές. Το μοναδικό καράβι στο οποίο δεν είχε επιβιβαστεί ο αντίστοιχος Καομνόιρ ήταν εκείνο της πόλης της Χάνταπ. Του Όντραν.
Η Φιντέλμα τον αναζήτησε με το βλέμμα της, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Στο πλοίο είχε επιβιβαστεί μόνο ο Γουάφ και λίγοι άντρες.
«Μα πού είσαι;» ρώτησε τον αέρα.
«Ψάχνεις κάτι;» ακούστηκε μια αντρική φωνή από πίσω της.
Γύρισε για να αντικρύσει ξαφνιασμένη την μορφή του Όντραν. Χαμογέλασε δειλά, ύστερα θλιμμένα.
«Νόμιζα πως θα έφευγες χωρίς να με χαιρετήσεις.» είπε δειλά.
Ο Όντραν κούνησε το κεφάλι κατηγορηματικά. Στάθηκε δίπλα της, κοιτώντας μία το πλοίο του και μία εκείνη. Ύστερα άρχισε μία συνομιλία με τις μπότες του.
«Δεν θα μπορούσα να φύγω χωρίς να σου πω αντίο. Άλλωστε, ήθελα να μάθεις κάποια πράγματα προτού φύγω.»
Η Φιντέλμα έθεσε τα χέρια της στο πρόσωπό του και ανασήκωσε ελαφρά το πηγούνι του για να τον κοιτάξει κατάματα. Ήταν ασυνήθιστο για εκείνον να φέρεται με τόση νευρικότητα. Την κοίταξε με τα υγρά του μάτια, στο χρώμα του κάστανου, και ο αέρας έπαιξε με τις τούφες των μαλλιών του μαστιγώνοντας το πρόσωπό του.
«Τι ήθελες να μάθω;» τον ρώτησε για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, όταν φάνηκε να ταξιδεύει βυθίζοντας το βλέμμα του στα μαύρα σαν την νύχτα μάτια της.
«Δύο πράγματα…» είπε και γύρισε τις σκέψεις στο μυαλό του. Τα μάτια του καρφώθηκαν ξανά στα βελούδινα εβένινα πέπλα των δικών της. «Είσαι ελεύθερη πια, Φιντέλμα. Έσπασα το ξόρκι. Είσαι ελεύθερη. Να πας στον άνθρωπό σου. Το έκανα, όπως σου είχα υποσχεθεί. Μπορείς να φύγεις.» Όταν είδε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, πήρε τα χερια της στα δικά του. «Το νιώθεις; Είσαι πια τελείως, αμετάκλητα, ελεύθερη.»
«Το ένιωσα την ίδια τη στιγμή που συνέβη. Ήταν το ίδιο βράδυ που μου το είχες υποσχεθεί.» απάντησε και χαμογέλασε θαμπά.
«Μπορείς να φύγεις.» συνέχισε, σφίγγοντας τα χέρια της για έμφαση.
«Έχω πάρει ήδη την απόφασή μου.» του είπε κατηγορηματικά. Ύστερα τον αγκάλιασε ψελλίζοντας ένα ζεστό «ευχαριστώ». Εκείνος υπέκυψε στον πειρασμό να μυρίσει τα ευωδιαστά μαλλιά της.
«Ποιο ήταν το δεύτερο πράγμα που ήθελες να μάθω;»
Ο Όντραν την τράβηξε ελαφρά από την αγκαλιά του, ώστε να την κοιτά και πάλι κατάματα. Τώρα φαινόταν περισσότερο ανήσυχος και νευρικός από ποτέ.
«Ναι…» δίστασε. Τα μάτια του τρεμόπαιξαν, θωπεύοντας τις γραμμές των χειλιών της και την γυαλάδα των μαλλιών της. «Λυπάμαι που πρέπει να το μάθεις τώρα, αυτή την… στιγμή.» είπε σκεπτικός κοιτάζοντας τα πλοία που είχαν συγκεντρωθεί στην γραμμή της ακτής σαν μάγισσες σε σύναξη. «Αλλά ίσως να μην υπάρξει άλλη ευκαιρία…»
Η Φιντέλμα κούνησε το κεφάλι κατηγορηματικά, αρνούμενη να δεχτεί την αλήθεια αυτής της φράσης.
«Έχω αισθήματα για σένα.» είπε και εκείνη μαρμάρωσε στη θέση της σαν το άγαλμα του πολεμιστή – αφιερώματος πίσω στην πόλη του Τάλαμ Ούισκε. «Αισθήματα τόσο δυνατά που με τρομάζουν, που είχα πολύ, πολύ καιρό να νιώσω. Σε αγαπώ… Με όλη μου την καρδιά.»
Η Φιντέλμα παρέμεινε σιωπηλή, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή. Ήξερε ήδη τα συναισθήματα του Όντραν για εκείνη – της τα είχε εκμυστηρευτεί προδοτικά το ημερολόγιό του – αλλά ήταν τελείως διαφορετικό να τα ακούει από τα χείλη του. Για μια στιγμή ένιωσε μπερδεμένη. Τα είχε όντως ακούσει; Ήταν όντως αυτά τα λόγια που είχε σχηματίσει η φωνή του;
«Σε αγαπώ…» είπε ξανά εκείνος και τότε σιγουρεύτηκε.
«Όντραν…» ψέλλισε αλλά την σταμάτησε.
«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτε. Ήθελα απλά να το ξέρεις.» Ύστερα από μία στιγμή σιωπής, κι ενώ η Φιντέλμα φυλούσε τα λόγια της γιατί δεν ήξερε πώς να τα χρησιμοποιήσει, ο Όντραν στράφηκε αμήχανα προς την ακτή. Ο Γουάφ κοιτούσε προς το μέρος τους, χαμηλώνοντας με νόημα το κεφάλι. «Δυστυχώς πρέπει να φύγω… Εύχομαι τα πράγματα να είχαν έρθει διαφορετικά… Και να σε είχα γνωρίσει χωρίς να χρειαστεί να σου κάνω τόσο κακό… Θεέ μου τόσο κακό… Και να σου είχα μιλήσει πολύ πριν την σημερινή μέρα… Όλα τόσο λάθος...»
«Τίποτε δεν είναι λάθος.» τον διόρθωσε χαμηλόφωνα. «Όσο κι αν πονάει το παρελθόν, είναι αυτό που με έφερε σε σένα.»
«Ναι.» συμφώνησε μειδιάζοντας. «Και η αλήθεια είναι ότι σε χρειαζόμουν, Φιντέλμα.» είπε σοβαρεύοντας. «Ήσουν η Ευχή που ήθελα απεγνωσμένα, αλλά δεν τόλμησα ποτέ να εκφράσω.»
Η Φιντέλμα χαμογέλασε πλατιά, έτσι που άστραψε όλο της το πρόσωπο.
«Θεέ, πόσο θα ήθελα να έχω κάτι δικό σου… Για να σε νιώθω κοντά μου…» είπε απαντώντας με χαμόγελο.
Άφησε το χαμόγελό της να σβήσει ελαφρά, όπως έσβηνε το κύμα τα σχέδια που σκάλιζαν οι ερωτευμένοι στην άμμο. Κάλυψε το κενό ανάμεσά τους και ένωσε τα χείλη της με τα δικά του, προτού προλάβει κάποιος από τους δυο τους να σκεφτεί.
Ο χρόνος σταμάτησε. Οι ήχοι των κυμβάλων έσβησαν. Ο πόλεμος είχε αναβληθεί. Δεν υπήρχαν εχθροί. Δεν υπήρχαν προδότες. Μόνο εκείνος και η Φιντέλμα. Η Ευχή και ο αλλοτινός κυνηγός της.
Μόλις άνοιξε τα μάτια του και την είδε να απομακρύνεται από την αγκαλιά του, μόνο τότε επανήλθε στην πραγματικότητα. Και εκεί ο χρόνος κυλούσε, τα κύμβαλα ηχούσαν καλώντας τον στο πολεμικό του καθήκον, οι εχθροί περίμεναν στην άλλη άκρη της θάλασσας, και ο προδότης έτριβε τα χέρια του στην σκέψη του μαγικού δαχτυλιδιού.
«Τώρα θα έχεις κάτι δικό μου για να με νιώθεις κοντά…» ακούστηκε η φωνή της απαλή και εύθραυστη σαν φτερούγισμα πεταλούδας.
Της χαμογέλασε σαν να ξυπνούσε μόλις από κάποιο μακρινό μα γαλήνιο όνειρο.
«Φιντέλμα…» της είπε ύστερα, όταν είδε πως ο χρόνος τους πίεζε. «Έχεις σκεφτεί τι θα κάνεις αν γυρίσουμε πίσω νικητές;»
«Θα περιμένω να σας χαιρετήσω και μετά… θα φύγω.» είπε με τα μάτια της να γυαλίζουν αινιγματικά.
«Και όταν εκπληρώσεις τον σκοπό σου; Τότε θα γυρίσεις πίσω σε εμάς;»
Πλησίασε ξανά κοντά του και χάιδεψε το μάγουλό του σκεπτική, μα ήρεμη.
«Κοίτα να γυρίσετε νικητές, Όντραν. Και όταν γυρίσετε, θα σας περιμένουμε με την Ντέιλφ εδώ ακριβώς, και θα σας υποδεχτούμε με πυροτεχνήματα από λουλούδια και χαλιά από νεραϊδόσκονη.» είπε απλά, αποφεύγοντας έντεχνα να απαντήσει στην ερώτησή του.
Τα κύμβαλα δυνάμωσαν και ο ήχος του κέρατος του Πρίομ έσκισε τον αέρα.
«Με καλούν… Πρέπει να φύγω τώρα.» είπε ανήσυχος.
«Πήγαινε, Όντραν. Και να προσέχεις. Bealtaine beidh an solas a bheith i gcónaí in éineacht leat.» είπε την ευχή στη γλώσσα της Γιουβέρνα. «Είθε το φως να είναι πάντα μαζί σου.»
«Bealtaine déithe a chosaint tú daor…» απάντησε εκείνος στην ευχή. «Οι θεοί να σε φυλούν. Μέχρι να ειδωθούμε ξανά.»
«Μέχρι να ξανασυναντηθούμε.»
Την έφερε κοντά του· την αποχαιρέτησε με ένα φιλί που σταμάτησε και πάλι τον χρόνο. Απομακρύνθηκε θλιμμένος, καθώς ο πόνος του αποχωρισμού φώλιαζε στην καρδιά του. Η Φιντέλμα έμεινε πίσω, με τα γυμνά της πέλματα βυθισμένα στην άμμο, να παρακολουθεί τα πλοία να χάνονται στο βάθος. Η Ντέιλφ δίπλα της τής έσφιξε το χέρι.
Το γεμάτο αγωνία κελάηδημα του Χάινμα δεν αρκούσε για να καλύψει τις τυμπανοκρουσίες του επίσημου σαλπαρίσματος. Μέχρι που οι σημαίες των πλοίων έμειναν στον ορίζοντα σαν μικρά ιπτάμενα έντομα, η Ντέιλφ και η Φιντέλμα κοιτούσαν την θάλασσα αμίλητες.
«Έχεις το φίλτρο, έτσι;» ρώτησε η Ντέιλφ.
«Ναι.» απάντησε αποφασισμένη η Φιντέλμα.
«Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί καν να το χρησιμοποιήσουμε.»
Το σφύριγμα του ανέμου μετέφερνε ακόμα τους δυνατούς ήχ0υς των κυμβάλων και τα τραγούδια των πολεμιστών. Ο Χάινμα είχε σιωπήσει, κουρνιάζοντας στην άμμο δίπλα τους. Το χέρι της Ντέιλφ έσφιξε το δικό της με δύναμη, σαν να της έλεγε πως όλα θα πάνε καλά.
«Μακάρι, Ντέιλφ. Μακάρι.» απάντησε η Φιντέλμα σφίγγοντας το δικό της χέρι με τη σειρά της.

***

Τα κύμβαλα χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό με τα κουπιά, και τα κουπιά έσχιζαν τη θάλασσα στον ρυθμό που έδιναν τα χτυπήματα των σπαθιών πάνω στις ασπίδες. Οι πολεμιστές της Γιουβέρνα έψελναν με τις δυνατές, ατρόμητες φωνές τους πολεμικά άσματα θάρρους. Όλοι τους, ίδιοι και απαράλλαχτοι, με τα σκληρά, ανέκφραστα προσωπεία, τις ίδιες βαριές φωνές, τα ίδια σύμβολα προστασίας ζωγραφισμένα με γαλάζια μπογιά σε όλο τους το πρόσωπο. Οι Καομνόιρ ξεχώριζαν από τα περιλαίμια σε χρυσό ή ασήμι.
Ο Όντραν τραγουδούσε ατενίζοντας τη θάλασσα του Μπι, στριφογυρίζοντας ασυναίσθητα το δαχτυλίδι στα χέρια του.

«Croí de leon
Anam an iolair
Beidh de dia
Is é bua linne.»

«Καρδιά λονταριού
Ψυχή αετού
Θέληση Θεού
Η νίκη είναι δική μας.»

Η στροφή επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά, οι πολεμιστές τραγουδούσαν μονότονα, με ένα στόμα, υπό τον αχό των τυμπάνων και των κυμβάλων. Ο Γουάφ στεκόταν δίπλα του, με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Φαινόταν σκεπτικός αλλά σχετικά ήρεμος. Ήταν ο μόνος που δεν τραγουδούσε. Ο Σίμπχακ τραγουδούσε στιλβώνοντας το σπαθί του. Πέρα από τους τρεις τους και τους άντρες που τραβούσαν κουπί, κανένας άλλος δεν βρισκόταν πάνω στο πλοίο της Χάνταπ.
«Είναι θλιβερό…» μονολόγησε ο Γουάφ. Σταμάτησε το τραγούδι και γύρισε ξαφνιασμένος σε εκείνον. «Η Χάνταπ ερημώθηκε μετά τη δολοφονία του Ακάιους. Είναι τρομερό να βλέπεις σχεδόν άδειο ένα πλοίο σαν κι αυτό.» είπε θωπεύοντας την ξύλινη κουπαστή. Ο Όντραν ένευσε θλιμμένα. «Αλλά είναι στο χέρι σου να γεμίσει ξανά.» συνέχισε. «Αν όλα πάνε καλά, μόνο η δική σου θέληση θα είναι απαραίτητη για να χτίσεις την πόλη από την αρχή.»
Ο Όντραν στράφηκε ξανά στην θάλασσα. Αναρωτήθηκε πόσα θαλάσσια τέρατα, πόσοι δράκοι και γιγάντια φίδια, πόσες γοργόνες κολυμπούσαν εκείνη τη στιγμή κάτω από την καρίνα του πλοίου. Ίσως να βρισκόταν στον βυθό της θάλασσας και κάποια Σίλκις, εκείνες οι φώκιες που όταν έβγαιναν στην ακτή αποχωρίζονταν το δέρμα τους και έπαιρναν την μορφή όμορφων γυναικών. Όλα τα μυστικά της θάλασσας πέρασαν από το μυαλό του σαν ψίθυρος κύματος.
«Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόσα μυστικά κρύβει η θάλασσα;» ρώτησε με το βλέμμα βυθισμένο στα αφρισμένα βουναλάκια των κυμάτων.
«Κάθε φορά που την κοιτώ.»
«Μοιάζει να ξέρει τα πάντα. Ακόμα και αυτά που αγνοούν οι σοφοί και οι μάγοι. Χωρίς παρεξήγηση.» συνέχισε σκωπτικά. Ο Γουάφ γέλασε μονότονα.
«Έτσι είναι. Έτσι πρέπει.» συμφώνησε ο μάγος.
«Λες να γνωρίζει την έκβαση της μάχης;» ρώτησε παίρνοντας το σοβαρό, σκυθρωπό του ύφος.
«Πολύ πιθανό. Αλλά μην ζαλίζεις το μυαλό σου με τέτοια. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τέτοια πράγματα.»
«Εσύ σαν μάγος θα πρέπει να μπορείς να μιλάς μαζί της.»
«Τι σημασία έχει; Προτιμώ να μην ξέρω. Έτσι είναι καλύτερα.» απάντησε σοφά ο Γουάφ.
«Αν την ρωτούσες… πιστεύεις πως η απάντησή της θα ήταν καλή;»
«Θέλω να πιστεύω πως ναι.»
«Αυτό θα κάνω.» είπε ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής ο Όντραν.
«Τι;» ρώτησε ανήσυχος ο Γουάφ.
«Αν επιστρέψουμε νικητές, θα χτίσω την Χάνταπ από την αρχή. Είμαι ο μόνος που της έχει απομείνει. Ο μοναδικός στον οποίο μπορεί να βασίζεται.»
Ο Σίμπχακ καθάρισε τον λαιμό του υπαινικτικά. Οι δυο τους γύρισαν για να τον δουν να πλησιάζει αργά.
«Είμαι κι εγώ εδώ, Όντραν.» είπε με την βαριά φωνή του. «Να υπολογίζεις σε εμένα.»
Ο Όντραν ένευσε σοβαρά. Ο Γουάφ μίλησε με ένα σιωπηλό νεύμα. Η υπόσχεση χαράκτηκε στο μυαλό του σαν να είχε κιόλας ακούσει την φωνή του.
«Και σε εμένα.» έλεγε ο μάγος χωρίς φωνή.
Ο Καομνόιρ της Χάνταπ έσφιξε τον ώμο του με ευγνωμοσύνη. Μπορεί οι δυο τους να είχαν ένα όχι και τόσο καλό παρελθόν, αλλά ίσως να είχαν ένα καλύτερο μέλλον. Σαν καρδιακοί φίλοι.
Είχε καλυφθεί η μισή απόσταση και οι μαύρες ακτές του Σκαθ διαγράφονταν πλέον καθαρά. Τα νερά είχαν γίνει τόσο μελανά όσο και οι σκέψεις των πολεμιστών της Γιουβέρνα. Ο Όντραν γύρισε να αντικρίσει την μεγάλη ξύλινη θήκη που ήταν στερεωμένη και δεμένη σφιχτά με χοντρά σκοινιά, στο κατάστρωμα. Το εσωτερικό της ήταν γεμάτο με το πολύτιμο μέταλλο το οποίο έτρεμε ο ακέφαλος αρχηγός του αήττητου στρατού.
«Πιστεύεις πως θα δουλέψει;» ρώτησε συννεφιασμένος.
«Με λίγη τύχη…» απάντησε ο Γουάφ, χωρίς ωστόσο να ακούγεται σίγουρος.
«Το σχέδιο της Ντέιλφ έχει μία δυναμική…»
«Αλλά και μερικά κενά.» συμπλήρωσε τις σκέψεις του. «Αλλά είναι το μόνο που έχουμε. Ας μείνουμε θετικοί.»
«Είσαι σίγουρος πως μπορείς να κάνεις αυτό που σκέφτηκες;»
«Απολύτως. Οι δυνάμεις μου αρκούν όχι μόνο για όλο τον στρατό της Γιουβέρνα, αλλά και για ολόκληρη τη γη.»
Ο Όντραν χαμογέλασε ικανοποιημένος. Η ιδέα του Γουάφ ήταν αρκετά καλή. Αν τα κατάφερνε τόσο καλά όσο κόμπαζε, το σχέδιο της Ντέιλφ θα μπορούσε να δουλέψει μια χαρά.
«Φαντάζομαι πως σε λίγο θα το μάθουμε.» μονολόγησε μέσα από τα δόντια του, καθώς το πλοίο πλησίαζε ολοένα και περισσότερο στην ακτή του Σκαθ.
Η σκουρόχρωμη άμμος με τα μαύρα πετρώματα έφτασε μόλις μισό μίλι μακριά. Τα τραγούδια των πολεμιστών δυνάμωναν σε ένταση και ο ρυθμός των κυμβάλων και των τυμπάνων τάχυνε. Έφερε στο μυαλό του τη Φιντέλμα και έμεινε με αυτήν την σκέψη μέχρι που τα πλοία αγκυροβόλησαν στο εχθρικό έδαφος.
Η αφιλόξενη ακτή ήταν τυλιγμένη μέσα σε λεπτές τολύπες καπνού, μόνο που πουθενά δεν υπήρχε φωτιά. Μία λεπτή γκρίζη ομίχλη, σαν την σκόνη που μένει μετά από το ποδοβολητό των αλόγων στο χώμα ή τις στάχτες που απομένουν να αιωρούνται στον αέρα μετά από το σβήσιμο μιας μεγάλης φωτιάς.
«Ήρθε η ώρα.» μουρμούρισε κοιτώντας τις πύλες του Σκαθ με την μεγάλη σημαία που κυμάτιζε στην κορυφή. Ο Μαύρος Εάλα πετούσε περήφανος με το βασιλικό στέμμα στο κεφάλι του να λάμπει ολόχρυσο.
Κανένας δεν τους περίμενε στην ακτή. Κανένας δεν φαινόταν πουθενά. Μόνο εκείνος ο μαύρος κύκνος που προστάτευε την πύλη. Ούτε ένα καράβι, ούτε ένας πολεμιστής, ούτε ψίθυρος. Η απόλυτη ερημιά και ησυχία. Σκέφτηκε ανατριχιάζοντας πως το Σκαθ θύμιζε ένα πελώριο νεκροταφείο. Κατέβηκε από την ξύλινη σκάλα και στάθηκε στην μελανή άμμο, περιμένοντας τα υπόλοιπα πλοία να ρίξουν άγκυρες και να βρεθούν όλοι οι πολεμιστές της Γιουβέρνα στο εχθρικό χώμα.
«Δεν το περίμενα ακριβώς έτσι.» μουρμούρισε ο Σίμπχακ.
«Περίμενε κανείς…» συνέχισε ο Γουάφ.
«Παγίδες, μυθολογικά τέρατα…» μίλησε και πάλι ο Σίμπχακ.
«Και ένα μικρό απόκομμα του αήττητου στρατού να μας προϋπαντήσει.» συμπλήρωσε ο μάγος.
«Μοιάζει με στοιχειωμένο…» μίλησε ταραγμένος ένας από τους κωπηλάτες.
«Δεν γίνεται να μην συμφωνήσω…» είπε μέσα από τα δόντια του ο Όντραν.
Όταν όλοι οι πολεμιστές πάτησαν και τα δυο τους πόδια στην χοντρή, γεμάτη μαύρες πέτρες άμμο, οι πύλες άνοιξαν με ένα δυνατό, εκκωφαντικό τρίξιμο. Όλοι τους στράφηκαν προς την μεριά των πυλών που έτριζαν δυσοίωνα. Έμοιαζε με κρώξιμο κύκνου. Ο Όντραν αναρωτήθηκε φευγαλέα μήπως ο Μαύρος Εάλα ξυπνούσε αργά από το λήθαργό του. Τον φαντάστηκε να ξεκολλάει από την σημαία του, για  να ξεμουδιάσει τα φτερά του πετώντας πάνω από τα κεφάλια τους.
Οι Καομνόιρ στάθηκαν στην σειρά και πίσω τους παρατάχθηκαν οι πολεμιστές τους. Ο Όντραν είχε στο πλευρό του τον Γουάφ, τον Σίμπχακ και τους άντρες που τραβούσαν τα κουπιά, δύο από τους οποίους κουβαλούσαν τώρα την μεγάλη θήκη.
«Κάνε τα μαγικά σου, Γουάφ. Φαίνεται πως έχουμε άφθονο χρόνο μπροστά μας. Ο αγαπητός μας θείος κρατάει τις υποσχέσεις του. Έγινε ακριβώς όπως είπε. Μας περιμένει… με ανοιχτές αγκάλες.» είπε κοιτώντας τις πύλες που ήταν πλέον διάπλατα ανοιχτές.
Ο Νιλς στάθηκε δίπλα του. Τον χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη και έπειτα γυρίσαν όλοι στον Γουάφ. Οι άντρες άφησαν προσεκτικά την θήκη στην άμμο και παραμέρισαν. Ο μάγος πλησίασε, έσκυψε αργά και άνοιξε το σκέπασμα. Ένας τόνος καθαρό χρυσάφι σε κόκκους και σβώλους λαμπύριζε στο εσωτερικό της. Σκέφτηκε με θαυμασμό ότι έμοιαζε πολύ στην λαμπυρίζουσα αμμουδιά του Τάλαμ Ούισκε.
«Ardú óir!» φώναξε δυνατά. Οι σβώλοι του χρυσού υψώθηκαν στον αέρα κυματίζοντας. «Chosaint!» φώναξε έπειτα και οι κόκκοι χωρίστηκαν και έτρεξαν προς κάθε κατεύθυνση. Κάλυψαν τους πολεμιστές έτσι που ένα χρυσό σύννεφο έσπασε για λίγο την γκρίζα ομίχλη.
Όταν το χρυσό σύννεφο κόπασε, οι κόκκοι χρυσού είχαν στερεωθεί στα σώματά τους, έτσι που έμοιαζαν να φορούν αόρατες πανοπλίες που γυάλιζαν μονάχα στο φως του ήλιου.
Ο Όντραν χαμογέλασε με ικανοποίηση. Ο Γουάφ άφησε τους εναπομείναντες σβώλους να επιστρέψουν σε αυτόν και τους κάλεσε να μπούν σε ένα δερμάτινο ασκί, το οποίο έκρυψε μέσα στον χοντρό του μαύρο μανδύα.
«Αυτό θα είναι αρκετό για να κρατήσει τον Ντούλλαχαν και τους πολεμιστές του για λίγο μακρυά.» είπε αόριστα.
«Είμαστε έτοιμοι!» φώναξε ο Όντραν. «Αφού περάσουμε τις πύλες, δεν θα υπάρχει γυρισμός. Θα δώσουμε την μεγαλύτερη μάχη της ζωής μας, και αν βγούμε νικητές, θα είναι για πάντα! Θα ζούμε ελεύθεροι και ασφαλείς! An bhfuil tú liom; Είστε μαζί μου;» ρώτησε υψώνοντας το σπαθί του στον αέρα. Η διπλή του λάμα γυάλισε μέσα στην ομίχλη.
«Go bhfuil muid in éineacht leat! Είμαστε μαζί σου!» φωνάξαν όλοι μαζί, υψώνοντας ταυτόχρονα τα σπαθιά στον αέρα.
«Tá muid go léir amháin! Είμαστε όλοι ένα!» φώναξε ενθαρρυντικά την ευχή ο Όντραν.
«Μέχρι το θάνατο!» αντήχησαν οι φωνές τους ενώ κράδαιναν τα σπαθιά στον αέρα.

Ο Όντραν πέρασε με την δική του ομάδα μπροστά, ακολούθησε ο Νιλς με τον στρατό του και έπειτα ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι. Πέρασαν κάτω από τις πέτρινες πύλες χτυπώντας ρυθμικά τα σπαθιά τους στις μεγάλες, ξύλινες, οβάλ ασπίδες τους με τις μεταλλικές ενισχύσεις και τα φυλετικά σχέδια, τραγουδώντας τα πολεμικά άσματα με ένα στόμα, ενώ τα κύμβαλα και τα τύμπανα έδιναν τον ρυθμό. Τα πόδια τους χτυπούσαν στο πλακόστρωτο ταυτόχρονα, ενώ οι πύλες έκλειναν ξανά πίσω τους τσιρίζοντας στριγκά. Η σημαία του Σκαθ κυμάτισε και πάλι· ο Μαύρος Εάλα  ξύπνησε από το λήθαργό του, ελευθερώθηκε και ακόνισε τα νύχια του για την μάχη.

Ιωάννα Τσιάκαλου