Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25.9.20

Summer Solstice (Κεφάλαιο 37)


ΓΚΑΣΠΑΡΝΤ

«Πού πηγαίνουμε;» με ρωτάει η Σελέστ, σμίγοντας τα φρύδια της μπερδεμένη.

«Θα δεις» αποκρίνομαι. Είναι το μόνο, που λέω.

Εδώ και κάμποση ώρα ιππεύουμε με ελαφρύ τριποδισμό. Αφήσαμε το Σάβαρλεϊ πίσω μας ακολουθώντας το κρυμμένο μέσα στα δέντρα του δάσους μονοπάτι που οδηγεί στην παραλία. Η Σελέστ ξεφυσάει κάθε τόσο και διαμαρτύρεται για το άλογό της, κάνοντάς με να μορφάσω. Με διαβεβαίωσε πως το τραύμα της στο πόδι δεν την πονάει, όμως την ενοχλεί η μυρωδιά του αλόγου και το ψιλόβροχο. Κάνει κρύο και η παγωνιά διαπερνάει ρούχα και κόκαλα μαζί.

Ο προορισμός μας είναι ένα διώροφο παλιό αρχοντικό με θέα τον ταραγμένο ωκεανό. Έχει δική του παραλία και ο μοναδικός τρόπος προσέγγισής του, είναι το μονοπάτι, από το οποίο ήρθαμε. Βασικά υπάρχει ακόμα ένας τρόπος επικοινωνίας με τον πολιτισμό, όμως τον γνωρίζει μόνο ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού. Το σπίτι είναι στολισμένο με λευκή πέτρα και γκρίζα κεραμίδια και έχει μια μεγάλη αυλή γεμάτη με δέντρα και χειμωνιάτικα λουλούδια. Ξεπεζεύουμε και πηγαίνουμε τα άλογά μας κάτω από το σκέπαστρο του μπαλκονιού. Τρεις ακόμη επιβήτορες είναι δεμένοι στις κολώνες. Ο Φόστερ και οι άλλοι προφανώς βρίσκονται ήδη εδώ.

Κατεβάζω την Σελέστ από το άλογό της και την συνοδεύω ως την ψηλή, ξύλινη, δίφυλλη πόρτα. Χτυπάω συνθηματικά το ρόπτρο μερικές φορές, πριν κάποιος έρθει, να μας ανοίξει. Τρίβω τα γαντοφορεμένα χέρια μου μεταξύ τους και φυσάω την αναπνοή μου μέσα τους, για να τα ζεστάνω. Η Σελέστ κουρνιάζει στο πλευρό μου σφίγγοντας τον γιακά του παλτού της γύρω από τον λαιμό της. Ο Φόστερ είναι αυτός, που έρχεται, να μας προϋπαντήσει και τον σπρώχνω βίαια μέσα, όταν ανοίγει το στόμα του, για να μας χαιρετήσει. Οι λέξεις θα παγώσουν στο στόμα του, πριν προλάβει, να τις προφέρει.

«Σας ακολούθησε κανένας;» με ρωτάει παίρνοντας το παλτό και τα γάντια της Σελέστ.

«Όχι. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε αυτή τη στιγμή ο Φρεντέρικο, είναι, να παρακολουθεί τις ιδιαίτερες στιγμές μου με τη μέλλουσα γυναίκα μου». Χαμογελάω και ο Φόστερ ανταποδίδει στη θέα του δαχτυλιδιού στο δάχτυλο της Σελέστ. «Εξάλλου που είναι το κακό, να επισκεφτώ τη μητέρα μου; Δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε και η τελευταία φορά. Ήταν έξυπνο, να συγκεντρωθούμε εδώ».

«Φυσικά. Ελάτε, να ζεσταθείτε. Οι άλλοι μας περιμένουν». Ο Φόστερ μας κάνει νόημα προς το σαλόνι και τον ακολουθούμε.

Το σαλόνι είναι μεγάλο και ζεστό ντυμένο σε αποχρώσεις του κόκκινου και του καφέ. Μια λαμπερή φωτιά χορεύει στο τζάκι και η μυρωδιά ψημένου γουρουνιού πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα. Ένας μπρούτζινος πολυέλαιος κρέμεται πάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι, όπου τρία σκυμμένα κεφάλια σηκώνονται απότομα και μας κοιτάζουν. Το ομορφότερο απ’ όλα ανήκει στη μητέρα μου, η οποία μου χαμογελάει και έρχεται προς το μέρος μου ανοίγοντας την αγκαλιά της. Τα χέρια της χαϊδεύουν το πρόσωπό μου κάνοντάς με, να ντραπώ και έπειτα προς καλή μου τύχη η περιέργειά της στρέφεται στην Σελέστ.

«Τι γλυκό κορίτσι». Λέει χαρούμενα και χαϊδεύει το μάγουλο της Σελέστ. «Χαίρομαι, που επιτέλους κάποια κατάφερε, να μαλακώσει την παγωμένη καρδιά του γιου μου. Μπορώ, να σου δώσω μερικές συμβουλές, για να τον αντιμετωπίζεις, όταν σε εκνευρίζει».

«Αυτό θα ήταν ωραίο». Σχολιάζει αγχώνοντάς με.

Ο Μπράιντεν ξεροβήχει, για να μας επαναφέρει στα πιο σημαντικά ζητήματα και καθίζουμε γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Στην ξύλινη επιφάνεια είναι απλωμένα σχέδια και σημειώσεις. Μοιάζει, σαν να πρόκειται, να διαρρήξουμε το κάστρο, παρόλα αυτά δεν σχολιάζω κάτι. Γνωρίζω τις κινήσεις του Φρεντέρικο και έχω ήδη σχεδιάσει την στρατηγική μου. Τα βήματα που θα ακολουθήσουμε, θα είναι απλά και σίγουρα αθόρυβα, για να μην κινήσουμε τις υποψίες. Αν με κατηγορήσουν για τον θάνατο του Φρεντέρικο δύσκολα, θα ανέβω στον θρόνο.

«Ο στόχος μας είναι, να ενεργοποιήσει ο Φρεντέρικο την Κρήνη, δίχως να καταλάβει, ότι η Σελέστ δεν έχασε την κληρονομιά της». Λέω και το επιφώνημα της μητέρας μου με διακόπτει.

«Τ…τι εννοείς; Την εκμεταλλεύτηκες, για να…»

«Δεν πειράζει. Έτσι και αλλιώς ήταν μια ασφαλή απόφαση από κοινού». Επεμβαίνει η Σελέστ, για να εξομαλύνει την ένταση, που πρόκειται, να δημιουργηθεί. «Αφότου ο Γκασπάρντ πήρε την τιμή μου, έχασα τις δυνάμεις μου. Δεν μπορώ, να παγώσω τίποτα παρόλο, που γεννήθηκα στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι κανόνες τις Κρήνης λένε, πως αν κάποιος τη χρησιμοποιήσει λάθος, το αίμα του θα προσφερθεί ως θυσία. Είναι το καλύτερο όπλο μας εναντίον του πρίγκιπα Φρεντέρικο».

«Έχοντας αυτόν τον άσο στο μανίκι μας, το σχέδιο είναι απλό. Η τελετή για την ενεργοποίηση της Κρήνης του Σύμπαντος θα λάβει μέρος πριν ή μετά την στέψη του Φρεντέρικο. Κατά πάσα πιθανότητα μετά, ώστε να με συλλάβει για τον θάνατο του πρίγκιπα Άλμπερτ, όταν η Σελέστ και εγώ την θέσουμε σε λειτουργία». Παίρνω τον λόγο εξηγώντας τους την κατάσταση. «Θα είναι ο τρόπος του, για να με βγάλει από την μέση, χωρίς να ξεσηκώσει τον λαό. Γνωρίζει, ότι έχω την υποστήριξή τους».

«Και οι στρατιώτες;» μουρμουρίζει σκεφτικός ο Μπράιντεν. «Οι άντρες μου και όσοι σου είναι πιστοί, θα μπορούσαν, να τους κανονίσουν».

«Καλύτερα να μη δημιουργήσουμε αναταραχή. Αν ο Φρεντέρικο με συλλάβει μπροστά στον λαό, θα χάσω ένα μέρος της εμπιστοσύνης τους, όμως δε πρόκειται, να χάσω τον πόλεμο. Δεν έχει στοιχεία εναντίον μου ή το κίνητρο για να σκοτώσω τον ίδιο μου τον αδελφό». Λέω. «Επίσης σαν πειρατής δε θα ήταν συνετό, να προκαλέσεις πανικό. Είσαι επικηρυγμένος στο Στάρενιθ και θα σε κρεμάσουν, αν αναμιχθείς στην δολοφονία του Φρεντέρικο. Καλύτερα να μείνεις στα παρασκήνια και να επέμβεις μόνο, αν τα πράγματα δεν εξελιχθούν με τον τρόπο, που θέλουμε».

«Μάλλον θα πρέπει, να πείσουμε τον Φρεντέρικο, να ενεργοποιήσει την Κρήνη, πριν γίνει βασιλιάς και ακόμα καλύτερα, όταν θα είστε μόνοι. Αν σε κατηγορήσει και έπειτα πεθάνει και ο ίδιος… θα φανεί ξεκάθαρα, ότι τους βγάλατε από τη μέση, για να ανεβείτε στον θρόνο. Οι ευγενείς θα σας κυνηγήσουν και ο λαός θα ξεσηκωθεί». Απαντάει ο Σιρκάν για πρώτη φορά κάνοντας όλα τα βλέμματα, να στραφούν πάνω του. Ο λογισμός του δεν είναι λάθος. «Ας υπάρχουν κάποιοι δικοί του μάρτυρες, για να επιβεβαιώσουν, ότι δεν κινηθήκατε επιθετικά εναντίον του και ότι δεν τον δηλητηριάσατε με οτιδήποτε. Κάποιος από εμάς θα σας συνοδεύσει. Ως δικός σας μάρτυρας. Η βασίλισσα είναι ένα δυνατό πιόνι στο πλάι σας προς το παρόν».

«Συμφωνώ. Παρόλα αυτά ας είμαστε κοντά, για να αποτρέψουμε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον σας». Συμπληρώνει ο Φόστερ και με αυτό κλείνει η συζήτηση.

Τα θέματα που πέφτουν στη συνέχεια στο τραπέζι, αφορούν γενικότερα τη συμφωνία μου με τον Μπράιντεν και δεν μπορώ, παρά να αναστενάξω από απελπισία. Έχω την Κρήνη στα χέρια μου προς το παρόν και αν το σχέδιό μας πάει κατ’ ευχή, ο Μπράιντεν θα την αναλάβει, για να την προστατέψει. Ελπίζω, να κρατήσει τον λόγο του και να μην κάνει καμία επιθετική κίνηση εναντίον του Στάρενιθ. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Σιρκάν, να χάνεται στη βεράντα και η Σελέστ σηκώνεται, να τον ακολουθήσει. Την αρπάζω από το χέρι, πριν προλάβει, να απομακρυνθεί πολύ.

«Θα είμαι κοντά. Άμα προσπαθήσει, να σου επιτεθεί, φώναξε». Ψιθυρίζω κοντά στο αυτί της και τη συνοδεύω, ως τη μπαλκονόπορτα κρύβοντας τον εαυτό μου πίσω από την κουρτίνα.

«Σιρκάν… εγώ…» τραυλίζει η Σελέστ και εκείνος μορφάζει ενοχλημένος.

«Από τη στιγμή που έχασες τις δυνάμεις σου, δεν έχω λόγο, να σε εχθρεύομαι πια. Αυτό όμως δε σημαίνει, ότι θα ξαναγίνουμε αυτό, που ήμασταν». Τα χείλη του σφραγίζουν ερμητικά έπειτα από τις τελευταίες λέξεις, που εγκαταλείπουν το στόμα του θλίβοντας την Σελέστ.

Η μητέρα μου με πλησιάζει και αγγίζει τον ώμο μου, για να μου τραβήξει την προσοχή. Χαμογελάει τραβώντας με παράμερα.

«Φαίνεται καλό κορίτσι. Οι γονείς της ήταν εξαίρετοι άνθρωποι και πάντα ευγενικοί στις εμφανίσεις τους για την υπογραφή της Συνθήκης. Στην αρχή δεν πίστευα, ότι οι προθέσεις σου ήταν αγνές, όμως ελπίζω, να μη συνεχίζεις, να προσποιείσαι. Δεν της αξίζει κάτι τέτοιο». Μουρμουρίζει λοξοκοιτάζοντάς με. Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι προσπαθώντας, να καταλάβω τους σκοπούς της.

«Δεν προσποιούμαι. Είναι η γυναίκα, που θέλω, να περάσω την ζωή μου». Απαντάω αναστενάζοντας και εύχομαι αυτό, που έχουμε, να μην τελειώσει ποτέ.

«Ωραία. Τότε μπορώ, να σας δωρίσω τούτο το σπίτι για τον γάμο σας. Όταν γίνεις βασιλιάς, τα καθήκοντά σου θα είναι πολλά τόσο για σένα όσο και για εκείνη. Σίγουρα η νέα βασίλισσα του Στάρενιθ θα χρειαστεί το ησυχαστήριό της, όπως το χρειάστηκα και εγώ».
 
 
Ηλιάνα Κλεφτάκη