Αύρα (Κεφάλαιο 16: Άλικα, η κίτρινη πόλη, Μέρος Α’)

(Σκάι)

 Η ταμπέλα της Άλικα μας ειδοποιούσε πως το σιωπηλό βασανιστήριο έφτανε στο τέλος του. Κανείς δεν είχε πει κουβέντα μετά την έκρηξη. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει, αφήνοντας ξερά σημάδια στη διαδρομή τους. Μηχανικά προσπαθούσαμε να το κρύψουμε ο ένας από τον άλλον, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να δείξουμε την ψυχική δύναμη που απαιτούσε η διαδρομή μπροστά μας.

 Με την άφιξή μας στην πόλη, ο Πράις πήρε μια βαθιά ανάσα και ανασηκώθηκε στη θέση του, βγάζοντας μας από τη λήθη. Το σώμα του ήταν σφιγμένο, κάνοντας δύσκολο έργο τη μετατόπιση εξαιτίας της τρομερής πίεσης, στην οποία είχε υποβληθεί. Ο ευδιάθετος πλακατζής είχε γεράσει απότομα και πλέον δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον νεαρό μαχητή που είχα γνωρίσει μερικές ώρες πριν. 

«Θα σε αφήσω στην Τες. Ξέρω πως έχεις χρόνια να τη δεις, όμως γνωρίζει την κατάσταση και δέχθηκε να σας καλύψει. Πρέπει να βρείτε τον καθηγητή Άντριου, εκείνος θα σας πει όσα χρειάζεται να μάθετε».

Το βλέμμα του Κρις ήταν στραμμένο έξω, όμως μπορούσα να καταλάβω πως το μυαλό του έτρεχε αλλού. Σηκώθηκα ελαφρώς από την αγκαλιά του και, αφού βεβαιώθηκα πως ο Πράις κοιτάει από τον καθρέφτη, έγνεψα καταφατικά και χωρίς να βγάλω ήχο σχημάτισα τη λέξη «ευχαριστώ». Εκείνος, με πικρία στα μάτια, έγνεψε προς το μέρος μου και ύστερα συνέχισε να κοιτάει έξω, αντιγράφοντας πιστά τον Κρις.

Λίγο μετά από αυτή τη σιωπηλή συζήτηση, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μικρή μονοκατοικία, που δε θύμιζε σε τίποτα την αισθητική που είχε η Ζοκ. Η πόλη φαινόταν πιο χαρούμενη, σε αντίθεση με τη διάθεσή μου.

 Ο Κρις βγήκε έξω αμίλητος με εμένα να τον ακολουθώ και με την πόρτα να κλείνει πίσω μου. Ο Πράις είχε πατήσει το γκάζι για τον δρόμο της επιστροφής χωρίς να πει κουβέντα. Ένιωσα άσχημα για εκείνον, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνος του τον θρήνο της Κάθριν από τα λίγα που μπόρεσα να μάθω από τον Κρις.

Ευχήθηκα χίλιες φορές να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, όμως δε γνώριζα τι είχε συμβεί, γιατί ήταν απαραίτητο να αφήσουμε τον Άλεξ πίσω, γιατί κανείς δεν τον σταμάτησε, γιατί δε μείναμε να τον σώσουμε, γιατί, γιατί, γιατί… Δεν μπορούσα να δω τον εαυτό μου, ήξερα όμως ότι τα μάγουλά μου είχαν σίγουρα ροδίσει, γιατί ένιωθα το αίμα μου να βράζει. Τότε είδα τον Κρις να με πλησιάζει σιωπηλός και να περνά τα χέρια του γύρω μου. Το σώμα του ήταν παγωμένο, απαλύνοντας τη δική μου φωτιά και ένιωσα τον θυμό μου να κατευνάζεται. 

«Όλα στην ώρα τους. Όχι εδώ, όχι τώρα». Με τον ψίθυρό του να αντηχεί στο αφτί μου, θυμίζοντάς μου πως βρισκόμασταν ακόμη σε αποστολή, πλησιάσαμε την καφέ, ξύλινη εξώπορτα που έκανε αντίθεση με το μεγάλο πέτρινο οίκημα. Όσο περιμέναμε στην είσοδο, κοιτούσα ψηλά τον κλασικό μαύρο ουρανό να φωτίζεται από διακριτικά λευκά φώτα περιμετρικά του σπιτιού.

«Αν μπορούσα μόνο να δω από κοντά τον γαλάζιο ουρανό που βλέπω στα όνειρά μου» σκέφτηκα και στο τελείωμα της φαντασίας μου με περίμενε ένας διαπεραστικός πόνος στο κεφάλι. Το σώμα μου συσπάστηκε, κάνοντάς με να διπλώσω στα δύο, ακούγοντας τον Κρις να λέει το όνομά μου αγχωμένος. 

«Είμαι καλά Κρις, Δεν ήταν τίπο-»

Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, η πόρτα άνοιξε και από πίσω της εμφανίστηκε μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα. Είχε κοντά μαλλιά που αγκάλιαζαν το πρόσωπό της και έντονα γαλάζια μάτια που απαιτούσαν την προσοχή. Το πρόσωπό της ήταν σοβαρό, καθώς κοιτούσε τον Κρις και μετά εμένα. Δευτερόλεπτα αργότερα, το σώμα της χαλάρωσε και τα χείλη της σχημάτισαν ένα πλατύ χαμόγελο.

«Έχω να δω τον μεγάλο μου αδερφό από όταν ήμασταν παιδιά και τώρα επιστρέφεις ολόκληρος άντρας και με κοπέλα! Έπρεπε να συμβεί όλο αυτό για να έρθεις να με δεις;»

Ο Κρις χαμογελούσε για πρώτη φορά μετά από καιρό. Έκανε ένα βήμα μπροστά και την αγκάλιασε, σηκώνοντάς τη στον αέρα και κάνοντας μια πλήρη περιστροφή. Το στιγμιαίο γέλιο τους έκανε το μυαλό μου να ξεχάσει προσωρινά τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο πονοκέφαλος υποχώρησε και απλά χαμογελούσα μπροστά στη θέα της επανένωσης της οικογένειας. 

«Χαίρομαι που σε βλέπω, Τες, παρόλο που οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Μεγάλωσες τόσο πολύ που σχεδόν δε σε αναγνώρισα».

«Μήπως, μαζί με την αδερφή σου, ξέχασες και τους τρόπους σου; Δε θα μου συστήσεις την κοπέλα;»

Με την Τες να αγγίζει το πάτωμα ξανά, τα βλέμματά τους ήταν τώρα στραμμένα επάνω μου. Παρακαλούσα τα μάγουλά μου να μην είναι τόσο κόκκινα όσο υπέθετα ότι θα ήταν. Πήρα μια βαθιά ανάσα και επιστράτευσα όλους τους μύες γύρω από τα χείλη μου για να σχηματίσω το πιο πειστικό χαμόγελο.

«Γεια σου, Τες, είμαι η Σκάι, σε ευχαριστώ που δέχθηκες να μας φιλοξενήσεις». Με κοιτούσε χαμογελαστή από πάνω μέχρι κάτω και έπειτα γύρισε προς τον αδερφό της.

«Μου αρέσει, Κρις, έκανες καλή επιλογή». Κατέβασα ασυναίσθητα το κεφάλι μου και χαμογέλασα, προσπαθώντας απελπισμένα να βγω από την άβολη κατάσταση. Η Τες φαίνεται να διάβασε τις κινήσεις μου και, ανοίγοντας την πελώρια πόρτα, μας προσκάλεσε μέσα. 

Το εσωτερικό ήταν έντονα διακοσμημένο σε αντίθεση με το λιτό σπίτι της Κέιτ. Σε κάθε τοίχο υπήρχαν τεράστιες βιβλιοθήκες, γεμάτες παλιά και καινούρια βιβλία, που χάριζαν ένα όμορφο άρωμα στην ατμόσφαιρα. Το πάτωμα ήταν ξύλινο, γυαλιστερό παρκέ και ένα γλυκό κίτρινο χρώμα κρυβόταν ανάμεσα από τα ράφια, όπου υπήρχε άνοιγμα. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στα πάνω πατώματα.

Η Τες προχώρησε στα δεξιά, αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο καθιστικό, που ακολουθούσε τη διαρρύθμιση του προηγούμενου δωματίου. Δύο επιβλητικά γραφεία δέσποζαν περήφανα στην άκρη του χώρου και μπροστά ένας δερμάτινος, σκούρος καναπές, συνοδευόμενος από δύο πολυθρόνες ίδιας κοπής και στην άκρη μια κουνιστή, ξύλινη καρέκλα.

Η αισθητική του σπιτιού μου φαινόταν γνώριμη, πράγμα αδύνατο, όμως ένιωθα σαν να είμαι στο σπίτι μου. Εγώ και ο Κρις καθίσαμε στις άκρες του καναπέ και η Τες κατέλαβε την πολυθρόνα απέναντι από τον αδερφό της.

«Λοιπόν, δεν ξέρω τις λεπτομέρειες, βέβαια, όμως ξέρω πως πρέπει να δείτε τον Άντριου. Δυστυχώς, δε θα γυρίσει μέχρι αύριο το πρωί, πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να περάσετε τη νύχτα εδώ. Υπάρχει ένα δωμάτιο διαθέσιμο επάνω που είναι αρκετά μεγάλο και για τους δυο σας».

Στο άκουσμα της τελευταίας πρότασης ένιωθα το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Εκείνη γέλασε και ο Κρις την κοιτούσε επίμονα για να σταματήσει, πράγμα που δε φαινόταν να λειτουργεί.

«Πρέπει να είναι συναρπαστικό να πέφτει η κοπέλα σου από τον ουρανό». Η Τες τώρα κοιτούσε προς το μέρος μου και συγκεκριμένα γύρω μου και μετά προς τον καρπό μου. Τα μάτια της έλαμψαν στη θέα του ελαστικού βραχιολιού γύρω από τον καρπό μου. Ήξερα πως ήθελε να το βγάλω, για να εξετάσει το πρωτόγνωρο θέαμα, όμως δεν είχα καμία διάθεση για αυτό.

 «Βλέπω πως η αδερφή μου είναι ακόμη το ίδιο περίεργη για όλα, όπως ήταν και μικρή. Είναι στο αίμα σου άλλωστε» είπε ο Κρις, δείχνοντας την κίτρινη αύρα γύρω της. Εκείνη βούλιαξε πίσω στην πολυθρόνα και, αφού κοίταξε τον αδερφό της με ερευνητικό ύφος, τελικά χαμογέλασε.

«Θα μπορούσα να ανταποδώσω το λογοπαίγνιο με την αύρα, όμως βλέπω πως φοράς το ίδιο βραχιόλι. Δεν ήξερα πως είσαι ο τύπος που φοράει ταιριαστά βραχιόλια με την κοπέλα του».

Πλέον γελούσαμε όλοι, ξεχνώντας για λίγο τα τραγικά συμβάντα του παρελθόντος. Ήταν όμορφο θέαμα να βλέπω τον Κρις με την αδερφή του. Σίγουρα θα ήταν και εκείνος χαρούμενος που βρισκόταν με άτομο της οικογένειάς του. Αποφάσισα πως θα ήθελαν λίγο χρόνο μόνοι. Έτσι, αρνήθηκα ευγενικά την πρόταση της Τες για φαγητό, προφασιζόμενη έντονη κούραση από το ταξίδι και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο, αφήνοντας πίσω τον Κρις να δει την αδερφή του.

 Ανέβηκα προσεκτικά την ξύλινη σκάλα, έστριψα δεξιά και σύντομα βρισκόμουν μπροστά σε μια καφετιά, βαριά πόρτα. Έπιασα τη λαβή και με ένα τράβηγμα προς τα κάτω, αποκαλύφθηκε το δωμάτιο μπροστά μου. Με το χέρι μου ψηλάφισα τον τοίχο στα αριστερά μου και, βρίσκοντας τον λεπτό διακόπτη, το δωμάτιο φωτίστηκε με ένα ζεστό φως που τόνιζε το χρώμα των τοίχων.

Βαριές κουρτίνες έπεφταν μπροστά στα παράθυρα και ένα μεγάλο κρεβάτι έπιανε τον περισσότερο χώρο στη μέση του δωματίου. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν δύο διακριτικά τραπεζάκια στο ίδιο ύψος με το κεντρικό έπιπλο και δυο καρέκλες έκαναν παρέα σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι στο κενό ανάμεσα στα παράθυρα. Το κρεβάτι έβλεπε σε μια τεράστια βιβλιοθήκη που ήταν επίσης γεμάτη με βιβλία, αγαλματάκια και πλαστικά λουλούδια μέσα σε θόλους.

Έπεσα πάνω στο κρεβάτι και αφαίρεσα το βραχιόλι μου. Το ελαφρύ κόκκινο φως γύρω μου είχε πλέον εξαφανιστεί και τώρα ήμουν ξανά ο εαυτός μου. Δεν είχα ακόμη τις απαντήσεις γύρω από το εμφανές γεγονός που με έκανε διαφορετική από τους άλλους, όμως αισθανόμουν σίγουρη πως δεν ήταν αρκετά σοβαρός λόγος για να είμαστε όλοι σε τόσο μεγάλο κίνδυνο. Στη σκέψη αυτή άρχισα να νιώθω ένα τεράστιο βάρος να ανεβαίνει προς τον λαιμό μου και να με πνίγει.

Έπεσα στο πλάι προσπαθώντας απεγνωσμένα να αναπνεύσω. Οι σκέψεις των τελευταίων ωρών γέμιζαν το μυαλό μου, ξεχείλιζαν και έτρεχαν από τα μάτια μου. Ένα όμορφο βράδυ είχε καταλήξει σε ένα απαίσιο πρωινό, με τον Κρις να πέφτει στο πάτωμα αναίσθητος μπροστά στα μάτια μου, την Κέιτ να απειλεί τη ζωή μου, εμένα να καταρρέω και ένα ατέρμονο κυνηγητό που κόστισε τη ζωή του Άλεξ.

«Όλοι υποφέρουν εξαιτίας σου!» 

Αυτή η πρόταση ηχούσε σε επανάληψη μέσα μου και με έβρισκε σύμφωνη. Αν μπορούσα να θυμηθώ, θα γλίτωναν όλοι. Ο Κρις δε θα υπέφερε πια, θα ήταν ελεύθερος, ο Άλεξ θα ζούσε ακόμη και όλοι θα συνέχιζαν τη ζωή τους. Ένιωθα υπεύθυνη για όλους, για όλα. 

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και προχώρησα προς το μπάνιο σέρνοντας τα πόδια μου, σαν υπνωτισμένη που ψάχνει τη λύτρωση. Άνοιξα τη βάνα και το νερό άρχισε να τρέχει στο ντους. Μπήκα από κάτω νιώθοντας το νερό να με χτυπάει. Οι σταγόνες έπεφταν η μία μετά την άλλη, δροσερές επάνω στα ρούχα μου και ύστερα πότιζαν το ύφασμα, φτάνοντας στο σώμα μου.

Ο ήχος του νερού γέμιζε τα αφτιά μου και το μυαλό μου, επιτρέποντάς μου να πάρω μια βαθιά ανάσα. 

«Θα έδινα τα πάντα για να θυμηθώ» φώναξα μέσα στο μυαλό μου και αυτό στιγμιαία μου έκανε τη χάρη να μου δείξει για ακόμη μια φορά τον καταγάλανο ουρανό που είχα ονειρευτεί τόσες φορές.

Ένιωσα να με διαπερνά ηλεκτρισμός και το σώμα μου να μουδιάζει. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς, νιώθοντας λύτρωση που είχα καταφέρει να θυμηθώ κάτι, έστω και μικρό, χωρίς να χάσω ξανά τις αισθήσεις μου και χωρίς τον πόνο που συνόδευε τα οράματά μου. Ξαφνικά άκουσα στο βάθος μια γνώριμη φωνή.

«Σκάι; Σκάι!»

Ο Κρις έτρεξε αστραπιαία και με μια κίνηση βρέθηκε μέσα στο ντους, αγκαλιάζοντας το σώμα μου σφιχτά, σαν να προσπαθούσε να μου μεταφέρει τη θέρμη του σώματός του. Πέρασα τα χέρια μου κάτω από τα δικά του, ακουμπώντας την πλάτη του και έμεινα να ακούω τη μουσική που έπαιζε το νερό που έπεφτε από ψηλά και ο δυνατός ήχος της καρδιάς του, με την ανάσα μου να συμμετέχει στην όμορφη μελωδία. Εκείνος ήταν ο πρώτος που έκανε πίσω και, αφού με κοίταξε προσεκτικά, πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου και τα χείλη μας ενώθηκαν.

Ύστερα ένιωσα τα χέρια του να τυλίγονται προσεκτικά γύρω από τη μέση και τα πόδια μου. Βρισκόμουν πλέον στην αγκαλιά του, μακριά από το έδαφος. Με κοιτούσε με προσμονή και με την επιβεβαίωση που του έδωσα γνέφοντας, με το νερό ακόμη να θολώνει τα είδωλά μας, βγήκε από το νερό και με πήγε προσεκτικά προς το δωμάτιο.

Με κατέβασε προσεκτικά αφήνοντάς με να πατήσω στο ζεστό χαλί του δωματίου. Κοιτώντας το πρόσωπό μου, άρχισε να αφαιρεί τα μουσκεμένα ρούχα μας ένα προς ένα, ξεκινώντας από εμένα. Το άγγιγμά του ήταν απαλό, σαν να ακουμπούσε κάτι εύθραυστο. Ο τρόπος που κινούσε τα χέρια του γύρω μου ήταν μαγευτικός και παρατήρησα τον εαυτό μου να χάνεται στη διαδρομή τους. Ασυναίσθητα με μια αργή κίνηση, έπιασα της άκρες της βρεγμένης μπλούζας του και εκείνος γονατίζοντας μπροστά μου, με βοήθησε να τη βγάλω από πάνω του, αποκαλύπτοντας το παγωμένο δέρμα του. Γονάτισα μαζί του, διατρέχοντας μια σταθερή διαδρομή ανάμεσα στο δέρμα του και τις ασημένιες ουλές που στα μάτια μου έμοιαζαν να δημιουργούν αστερισμούς κάτω από την πορεία των δαχτύλων μου.

Έπιασε απαλά το χέρι μου και με ακούμπησε προσεκτικά στο στρώμα του παλιού κρεβατιού. Ένιωσα τον ήχο της καρδιάς μου να αντηχεί στα αφτιά μου, καλύπτοντας τη μουσική του τρεχούμενου νερού στο βάθος. Ήρθε κοντά μου, επιτρέποντάς μου να βλέπω τα καστανά του μάτια και να νιώθω τη βαριά του ανάσα επάνω μου.

Σχεδόν ξέπνοος προσπάθησε να μου μιλήσει, μια δήλωση που χάθηκε πριν καν ξεκινήσει ανάμεσα στα χείλη μας. Δεν υπήρχαν λέξεις, μόνο μια σωματική συζήτηση, ένα ερωτικό ποίημα που ξεκινούσε και χανόταν ανάμεσά μας και ύστερα μετατρεπόταν σε μια συγχρονισμένη χορογραφία και η εξέλιξη προχωρούσε σε κάθε μορφή υπαρκτής τέχνης, παλιάς και νέας, που κατέληγε στη σημαντικότερη εκδήλωση αγάπης.

Βρεθήκαμε πλεγμένοι ο ένας με τον άλλον, με τα σώματά μας ακόμη ζεστά. Με ένα ζεστό φιλί που σφράγιζε τη νύχτα μας, παραδοθήκαμε αγκαλιά σε έναν βαθύ ύπνο, μακριά από τους δαίμονες που μας κυνηγούσαν. Μόνο εγώ, εκείνος και όσα δεν είπαμε ποτέ με λέξεις.

 Ευριδίκη Πετσά