Η Μαύρη Σκόνη: Νύχτα Θανάτου

Ο άντρας που στεκόταν αγέρωχος κι ανέκφραστος στο κατώφλι της ξύλινης πόρτας χαστούκισε την Απελπισία σαν να ήταν κτήμα του. «Άργησες» είπε ψυχρά. Εκείνη κατέβασε το κεφάλι, κάνοντας τον να γελάσει συριστικά. Γούρλωσε όμως, τα σταρένια μάτια του σαν αντιλήφθηκε την παρουσία της Μάγισσας.

Διάβολε..., σκέφτηκε η Μάγισσα με στοργή, παρόλο που δεν μπορούσε να την εκφράσει. Πάγωσε κι η ίδια όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους. Ίσιωσε τον κορμό της και φόρεσε το μαύρο καπέλο της, που τόση ώρα κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της, θαρρείς κι αντίκριζε κάποιον ανώτερο της.

Μα, πόσο αδύναμη φαινόταν μπροστά στα... παιδιά της. Διότι, εκείνη ήταν η δημιουργός τους. Εκείνη τους έδωσε σάρκα και οστά. Και τώρα... της είχαν δώσει εκείνοι.

Μα, όχι! Κάποιο λάθος θα είχε γίνει!

«Δηλαδή, βρίσκομαι στη Γη;» κατάφερε να ξεστομίσει, μετά το διάστημα οχτώ δευτερολέπτων που χρειάστηκε να διανύσει ο χρόνος για να ξεπεράσει το αρχικό σοκ της.

Ο Διάβολος, που τόση ώρα την παρατηρούσε με απάθεια, έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω ως ένδειξη αγανάκτησης, ενώ η Απελπισία τον κοίταζε καταπρόσωπο μην ξέροντας πώς να χειριστεί την απρόσμενη επίσκεψη της αφέντρας τους, της Μάγισσάς τους στη Γη. Μια επίσκεψη που κάποιος άλλος πρέπει να είχε προκαλέσει. Ο άνδρας με τα κατάλευκα μαλλιά χαμογέλασε δείχνοντας μια σειρά από ελαφρώς κιτρινισμένα μυτερά δόντια.

«Πού είμαι; Γιατί δεν μιλάτε;» ούρλιαξε η Μάγισσα κοιτώντας μία τον Διάβολο και μία την Απελπισία αγανακτισμένη, θυμωμένη... 

Πίσω απ' τον Διάβολο εμφανίστηκε ένας άλλος άνδρας. Ο Θυμός, αναλογίστηκε αμέσως η Μάγισσα. Κοντός με βαμμένα κόκκινα κοντοκουρεμένα μαλλιά και έντονα φρύδια που έσμιξαν. «Με φώναξε κανείς;» είπε με ένα στραβό χαμόγελο.

«Όχι!» γάβγισε ο Διάβολος με τα μάτια καρφωμένα ακόμη στη Μάγισσα. Η ματιά του παγερή, δίχως ίχνος συγκίνησης· δείγμα ψυχραιμίας, αλλά και πλήρους αδιαφορίας. Το στόμα του μια ίσια γραμμή συμπλήρωνε το σκληρό κι αδυσώπητο βλέμμα του.

«Μα αλήθεια, το ένιωσα. Κάποιος εδώ πέρα είναι θυμωμένος» διαμαρτυρήθηκε ο Θυμός. «Μήπως αυτή η κυριούλα... Α, η Μάγισσα βέβαια. Το σχέδιο σου πρέπει να δούλεψε ρολόι. Και μην μου το αρνηθείς, γιατί σας άκουσα με τη Διαβολική» συνέχισε ξεσκεπάζοντας τον Διάβολο. Έπειτα, τον χτύπησε φιλικά στον ώμο και έφυγε κάνοντας βήματα προς τα πίσω, προτού προλάβει εκείνος να αντιδράσει.

Ο Διάβολος ξεφύσησε έντονα. Ήταν τόσο θυμωμένος που έδινε την εντύπωση πως σε λίγο θα έβγαζε καπνούς απ' τα αυτιά. Τα μάγουλά του είχαν γίνει κατακόκκινα και απ' το μέτωπο του είχαν αρχίσει να στάζουν οι πρώτες στάλες ιδρώτα. Δεν έχασε την αυτοκυριαρχία του όμως· έτεινε το χέρι του προς τη Μάγισσα, κι όταν εκείνη δειλά δειλά το έσφιξε, εκείνος χαμογέλασε χαιρέκακα και την τράβηξε μέσα στο παγωμένο σπιτικό του.

Η Απελπισία πέρασε κι εκείνη μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Έβγαλε ένα χαχανητό και προχώρησε δίπλα απ' τον Διάβολο, ο οποίος κρατούσε ακόμη σφιχτά το χέρι της Μάγισσας όσο περπατούσαν.

***

Όσο διάβαινε, η Μάγισσα έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της: μαύροι επενδυμένοι τοίχοι με πεπαλαιωμένες σκονισμένες απλίκες· πολυάριθμες πόρτες, παρόμοιες με εκείνη της εξόδου, σε μακριούς διαδρόμους με μαονένια πατώματα· κι αρκετές μπορντό δερμάτινες πολυθρόνες επίσης (μία για κάθε επίλεκτο έξω από την πόρτα του δωματίου του)· όπως και μια στριφογυριστή σκάλα που συνέδεε τον κάτω με τον πάνω όροφο και που αν έκλεινε κανείς τα φώτα θα έμοιαζε με πελώρια γλώσσα έτοιμη να σε γευτεί.

Φτάνοντας στην τραπεζαρία με τον Διάβολο και την Απελπισία πλάι της, μα και τον Θυμό που τους ακολουθούσε κάνοντας ζικ ζακ, ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με μια μεγάλη ομάδα επίλεκτων. Μάλλον... την ομάδα. Με τους... δικούς της επίλεκτους. 

Ήθελε τόσο πολύ να τους μιλήσει, να τους δείξει πόσο σημαντικοί είναι για εκείνη. Να τους ζητήσει συγγνώμη που αναγκάστηκε να επιλέξει τα αγέννητα πνέυματά τους και να τους καταδικάσει σε μια πρώιμη ζωή πριν την κανονική τους. Μια ζωή που υπηρετούσε το κακό.

Μα, γιατί τα σκεφτόταν όλα αυτά; Μήπως είχε επηρεαστεί από το κλίμα της Γης; Μήπως έφταιγε η ταλαιπωρία του «ταξιδιού» της ως εδώ; Τόσες πολλές αναπάντητες ερωτήσεις, σκέφτηκε τραβώντας τα αδύναμα, κατάμαυρα μακριά μαλλιά της. Έστρεψε το βλέμμα της στις παλάμες της και παρατήρησε τις τούφες της πάνω τους, αφήνοντας τες να πέσουν αργά αργά στο πάτωμα.

Σήκωσε ελαφρά το κεφάλι και εξέτασε με την ματιά της τους επίλεκτους έναν προς έναν. Πήγε να πει κάτι όταν ξαφνικά μπήκε μπροστά της μια γυναίκα με κάτασπρα μακριά μαλλιά, παρόμοια με το χρώμα του δέρματός της. Τα χείλη της είχαν σχηματίσει ένα χαμόγελο αποδοκιμασίας, ενώ τα γιγάντια σταρένια μάτια της ήταν μισάνοιχτα, λες κι ήταν έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά του Μορφέα.

Όμως, η αλήθεια είναι πως έτσι ήταν πάντοτε η Διαβολική, η δίδυμη αδερφή του Διαβόλου και δεύτερη στην ιεραρχία των επίλεκτων, αμέσως μετά τον αδερφό της. «Τι μας κοιτάς έτσι, κυρά μου;» είπε με την υπεροψία και την αλαζονεία να είναι εμφανή στο πρόσωπό της. Έπειτα, σήκωσε το ένα της φρύδι σαν είδε τη Μάγισσα να κάνει, ενστικτωδώς, ένα βήμα πίσω. «Δειλή, χα!» την κορόιδεψε.

«Τι θέλετε από εμένα;» τη ρώτησε η Μάγισσα έχοντας στο νου της τα προηγούμενα λόγια του Θυμού. Εκείνη κι ο Διάβολος την είχαν φέρει εδώ; Μα, πως;

Ο Διάβολος γέλασε και πάλι συριστικά, πιο σιγανά αυτή τη φορά, καθώς την πλησίαζε όλο και πιο πολύ. «Τίποτα απολύτως». Η Μάγισσα ένιωσε την ανάσα του να της ζεσταίνει τον σβέρκο κι ανατρίχιασε. Ήταν άραγε τόσο σαδιστής ή ήθελε απλώς να την τρομάξει για δικό του συμφέρον;

«Ε, όχι και τίποτα αδερφούλη!» είπε η Διαβολική χτυπώντας το ένα της πόδι δυνατά στο πάτωμα.

Η Μάγισσα έκανε άλλο ένα βήμα πίσω, ασυναίσθητα, κοιτώντας τη Διαβολική με μια δόση κακίας στο βλέμμα της· είχε αρχίσει να αναπτερώνεται σιγά σιγά και να επιστρέφει ξανά στον παλιό κακό εαυτό της. Εκείνη τη στιγμή διέκρινε έναν σκούρο πυρρόξανθο άντρα από το πλήθος να της χαμογελάει. Ο Κακός ή αλλιώς Κάκος όπως συνήθιζαν να τον φωνάζουν χαϊδευτικά οι υπόλοιποι επίλεκτοι. Μάλλον, διαισθάνθηκε την αχρειότητα που έβραζε μέσα της όπως το δηλητηριώδες νερό στα καζάνια της στην Κόλαση.

«Σσς! Διαβολική, τρομάζεις την αφέντρα μας» επέπληξε την αδελφή του με ήπια φωνή ο Διάβολος, ενώ τα χέρια του αγκάλιαζαν σιγά σιγά τους ώμους της Μάγισσας. Ένα ακόμη χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό του, αυτή τη φορά όχι τόσο τρομακτικό. «Ελάτε να καθίσουμε και να απολαύσουμε όλοι μαζί το υπέροχο μας δείπνο» συνέχισε βαραίνοντας εσκεμμένα τη φωνή του, μιλώντας κοντά στο αυτί της Μάγισσας.

Η Μάγισσα γούρλωσε για πολλοστή φορά τα στενά ρυτιδωμένα μάτια της, θαρρείς κι ειπώθηκε πως εκείνη θα είναι το δείπνο τους. Ένα ύφος απορίας ήταν ζωγραφισμένο στα πρόσωπα των περισσότερων επίλεκτων. Μόλις αντιλήφθηκαν τη σκέψη της ξέσπασαν όλοι σε γέλια, ενώ άρχισαν σιγά σιγά να κατευθύνονται προς το, τεραστίων διαστάσεων, τραπέζι τους συνομιλώντας μεταξύ τους χωρισμένοι σε παρέες – κλίκες, όπως θα τις ονόμαζε κανείς.

Η οχλαγωγία επανάφερε το βουητό στο κεφάλι της Μάγισσας όσο προχωρούσε κι εκείνη μαζί με τον Διάβολο και τη Διαβολική.

***

Το μέτωπο του Διαβόλου, ο οποίος καθόταν στην κορυφή του μεγάλου ξύλινου τραπεζιού, είχε γεμίσει μικρές στάλες ιδρώτα μουσκεύοντας τις τουφίτσες από τα μαλλιά του που το σκέπαζαν. Ευθύς αμέσως έβγαλε ένα μαύρο σατέν μαντήλι από το κατάλευκο σακάκι του και σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε ορμητικά στο πρόσωπό του. Τα χείλη του τραβήχτηκαν για άλλη μια φορά σε ένα χαμόγελο, που μόνο κάποιος που θα έκανε πράξη το σατανικό σχέδιο του θα είχε.

Ύστερα, ο Διάβολος ξερόβηξε, καλύπτοντας το στόμα του με τη γροθιά του κι άρχισε: «Κυρίες και κύριοι!». Ξάφνου, όλοι τερμάτισαν τις μεταξύ τους κουβέντες και στράφηκαν προς εκείνον, δίνοντας το εκατό τοις εκατό της προσοχής τους. «Όπως θα έχετε καταλάβει, αλλά συνεχίζετε να αγνοείτε...» συνέχισε μ' ένα γρύλισμα... «... σήμερα έχουμε μια ιδιαίτερη καλεσμένη κοντά μας».

«Την Μάγισσα!» διευκρίνισε η Διαβολική με την τσιριχτή φωνή της, διακόπτοντας τον λόγο του Διαβόλου.

«Διαβολική, μη με διακόπτεις!» είπε ενοχλημένος ο Διάβολος, σπρώχνοντας τον ώμο της και ρίχνοντας την από την καρέκλα της. Έπειτα, άνοιξε ελαφρά τα χείλη του, ώστε να ολοκληρώσει, όμως δεν πρόλαβε να σταυρώσει λέξη.

Όλοι οι υπόλοιποι επίλεκτοι, που αργά συνειδητοποίησαν τι συνέβαινε, άρχισαν να γιουχάρουν και να πετάνε αντικείμενα στη Μάγισσα, αλλά και στον Διάβολο και τη Διαβολική! Φαίνεται, τους είχε ενημερώσει όλους ο Θυμός για τα καμώματά τους και το σχέδιο τους να φέρουν τη δήθεν «αφέντρα» τους στο αρχοντικό τους.

Φυσικά, η οχλαγωγία επέστρεψε, αυτή τη φορά δυνατότερη από ποτέ, δίνοντας την αίσθηση στη Μάγισσα πως αργά ή γρήγορα θα ακουγόταν ένα ηχηρό μπαμ και το κεφάλι της θα γινόταν χίλια δυο κομματάκια που θα σκορπίζονταν στον χώρο.

Σιγά σιγά κατέφθασαν και οι υπηρέτες-φαντάσματα με τα πρώτα γλυκίσματα, μιας και οι περισσότεροι από τους επίλεκτους λάτρευαν τα γλυκά και γενικότερα οτιδήποτε ανθυγιεινό. Αυτό όμως, δεν πτόησε τους εξοργισμένους επίλεκτους που άρπαξαν τις λιχουδιές από τους υπηρέτες τους και άρχισαν να τις εκσφενδονίζουν με τα κουτάλια τους προς τους τρεις τους, που πλέον ήταν περιτριγυρισμένοι από εκείνους σε ημικύκλιο.

Ο Διάβολος, τα μαλλιά του οποίου είχαν πασαλειφτεί με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα άρχισε να χτυπάει νευρικά τις παλάμες του μεταξύ τους, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει για να δώσει τέλος σ' αυτόν τον χαμό. Η Διαβολική από την άλλη, δάγκωνε, εξίσου νευρικά, τα χείλη της και παρέμενε σε στάση προσοχής, ενώ η Μάγισσα είχε αρχίσει να τρέμει σύγκορμη σκυμμένη με τα χέρια στο μέτωπο. Λες να βρισκόταν κάπου εδώ τριγύρω η Απελπισία;

Άξαφνα, η πρωταγωνίστρια της Κόλασης ολόκληρης ένιωσε ένα παγωμένο άγγιγμα στον ώμο της, παρόλο που το πανωφόρι της ήταν αρκετά ζεστό. Εκείνη τότε, γύρισε πίσω της για να αντικρίσει την Απελπισία ξανά μ' ένα ύφος που έλεγε: Δίκιο είχα

Μαζί της όμως, ήταν κι άλλα δύο άτομα που η Μάγισσα στην αρχή δυσκολευόταν να αναγνωρίσει. Δυο αγόρια, για την ακρίβεια. Ο ένας με δέρμα κατάχλωμο και μαλλί λευκό σαν χιόνι, ντυμένος ωσάν είχε γυρίσει από κάποια δεξίωση – ίσως όχι και τόσο ευχάριστη, αν έκρινε η Μάγισσα από το σκούρο καφέ κοστούμι του. Ο άλλος με μαλλί κάτασπρο μεν, ηλιοκαμένος δε, με ρούχα σπορ που έκαναν αντίθεση μεταξύ τους, όμως κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα.

Η Μάγισσα κοιτούσε μία τον έναν μία τον άλλον, νιώθοντας ανίκανη να πει το οτιδήποτε. Μάλλον επειδή μόλις συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να διαπιστώσει την ταυτότητα των δύο κυρίων που η ίδια είχε δημιουργήσει. Κι αυτό... την έκανε να νιώθει μεγάλη ντροπή.

Τότε, η Απελπισία έκανε νόημα στη Διαβολική κι εκείνη την ακολούθησε αμέσως μαζί με τους δυο άγνωστους, για τη Μάγισσα, άνδρες.

Προς στιγμήν, ο Διάβολος στεκόταν μόνος και ατένιζε το υπερπέραν, μέχρι που την προσοχή του τράβηξε μια γυναίκα, η οποία φαινόταν σαν να έκανε πασαρέλα έτσι όπως περπατούσε παραγκωνίζοντας τους υπόλοιπους επίλεκτους, με το βλέμμα της να τον προσεγγίζει. 

Η πορφυρή πουκαμίσα – φόρεμά της ανέμιζε με κάθε της βήμα, κάνοντας τον Διάβολο να καρφώνει τη ματιά του στα καλλίγραμμα πόδια της. Τα βλέφαρά του μισόκλεισαν από λαγνεία, ενώ το χαμόγελό του σαν να «στράβωσε» καθώς χαλάρωνε τον γιακά του πουκαμίσου του, συνεχίζοντας να τη «γδύνει» με το αδιάκριτο βλέμμα του. Εκείνη του χαμογέλασε πονηρά και έκανε μια σβούρα, εξάπτοντας ακόμη περισσότερο την απέραντη φαντασία του.

«Γλυκιά μου σκλάβα!» είπε ίσα να ακουστεί ο Διάβολος, καλύπτοντας εν συνεχεία απαλά το στόμα του από ντροπή. «Μα, γιατί σε αποκαλώ "γλυκιά μου", ενώ στην πραγματικότητα θέλω να σε δείρω στο κρεβάτι κι έπειτα να σου εκφράσω το μίσος μου;», γκρίνιαξε, χτυπώντας το ένα πόδι στο πάτωμα.

«Γι' αυτό με λένε... Μισητή!» απάντησε εκείνη με αισθησιακή φωνή, πλησιάζοντάς τον. Στη συνέχεια, πέρασε, με μια δρασκελιά, από πίσω του και άρχισε να του κάνει μασάζ στον σβέρκο, εκεί ακριβώς που... μισούσε. Κι όμως, έδειχνε να το απολαμβάνει.

Από την άλλη, η Μάγισσα περιπλανιόταν σαν χαμένη ανάμεσα στους δεκάδες επίλεκτους, προσπαθώντας να βρει την έξοδο. Μάταια, όμως! Παρόλο που είχε ξεφύγει από τον Διάβολο και τη Διαβολική, εκείνους που την είχαν φέρει ως εδώ, δεν ήξερε τι θα έκανε μόλις έφευγε από τούτο το παγωμένο σπίτι. Θα ήταν δύσκολο να επιστρέψει πίσω στην Κόλαση, αφού πλέον βρισκόταν στη Γη δίχως τους εργάτες της και τα βιβλία με τα ξόρκια. Δεν είχε καμία δύναμη πάνω στη Γη! Ή μήπως αυτό μπορούσε να αλλάξει; 

Τις σκέψεις της διέκοψε η ενοχλητική, κατά την ίδια, φωνή της Διαβολικής: «Έι, που νομίζεις ότι πας, κυρά μου;!».

Οι φωνές της Διαβολικής απέσπασαν και την προσοχή του Διαβόλου, ο οποίος κόντευε να δαγκώσει την Μισητή στον λαιμό. Και φυσικά, δεν το έκανε παρά τα ξεσπάσματά της, αλλά αντ' αυτού πήρε στο κατόπι την Μάγισσα μαζί με την αδελφή του και την Απελπισία.

Οι υπόλοιποι επίλεκτοι που ήταν μαζεμένοι σε μια μεγάλη ομάδα ακριβώς μπροστά στη Μάγισσα βρίσκονταν σε δίλημμα: να έκαναν χώρο για να δραπετεύσει ή να παρέμεναν ενωμένοι ώστε να την παγιδεύσουν;

Βλέποντας τον αρχηγό τους, Διάβολο, έξω φρενών και την υπαρχηγό τους, Διαβολική, θυμωμένη επίσης, δεν είχαν παρά να πέσουν κατά πάνω της και να την αναγκάσουν να παραδοθεί. Τότε, η Μάγισσα έπεσε στα γόνατα νιώθοντας πιο αδύναμη από ποτέ και σπάραξε στο κλάμα. Ο Διάβολος τη σήκωσε με βία από τους ώμους και με τη βοήθεια της Διαβολικής την κλειδαμπάρωσαν σ' ένα άδειο απομονωμένο σκοτεινό δωμάτιο με μαύρους τοίχους.

«Λοιπόν;» άρχισε ο Διάβολος, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. «Ποιο είναι το επόμενό σας σχέδιο, Διαβολική;» ρώτησε την αδερφή του κι εκείνη άρχισε να του εξηγεί, έχοντας δίπλα της την Απελπισία.

***

Η Μάγισσα, καθόταν κουλουριασμένη στο πάτωμα, κλαίγοντας τη μοίρα της. Αυτό ήταν! Την είχαν φυλακίσει σε ένα δωμάτιο από όπου δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής, καθώς τα παράθυρα ήταν ανύπαρκτα και η πόρτα ασφαλείας διπλά και τριπλά κλειδωμένη. Και η γριά γυναίκα δεν έβρισκε άλλη λύση· θα περίμενε μέχρι να την ελευθερώσουν. Άλλωστε, δεν είχε την παραμικρή σωματική δύναμη για να να σπάσει εκείνη τη θύρα.

Για πόσο, όμως, θα άντεχε ακόμη; Το δωμάτιο ήταν παγωμένο, λες και βρισκόταν σε ιγκλού. Τα πόδια της έτρεμαν, ένιωθε πως αργά ή γρήγορα θα γινόταν σαν κατεψυγμένο ψάρι. Και μιας και αναφερθήκαμε σε κάτι φαγώσιμο, το στομάχι της είχε ήδη αρχίσει να γουργουρίζει. Ο λαιμός της, επίσης, είχε στεγνώσει από την έλλειψη υγρών. Όπως φαινόταν, οι ανθρώπινες, πλέον, ανάγκες είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές στη Μάγισσα.

Έτσι, πήρε την απόφαση να σηκωθεί, να επαναστατήσει! «Γιατί με κλείσατε εδώ μέσα; Βγάλτε με έξω, αυτή τη στιγμή!» φώναξε. Μα τίποτα, σιωπή! «Είπα, βγάλτε με έξω! Κουφοί είστε;». Μετά τη δεύτερη προσπάθειά της, απομακρύνθηκε από την πόρτα. «Σας ικετεύω! Θα κάνω τα πάντα...» συνέχισε μετά από λίγο με αναφιλητά, κολλώντας το σώμα της πάνω στη θύρα.

Όμως ο Διάβολος, που βρισκόταν ακριβώς απ' έξω με την αδερφή του, Διαβολική, ήταν ανένδοτος. «Όχι, ας την αφήσουμε λίγο ακόμη. Θέλω να φτάσει στο έσχατο της απελπισίας» είπε και το βλέμμα του κινήθηκε για μια στιγμή προς την Απελπισία που χασκογέλασε. «Θέλω... να γίνει υποχείριο μας! Να την κάνουμε ό,τι θέλουμε. Να πληρώσει!» ολοκλήρωσε την σκέψη του με μάτια που έλαμπαν από φθόνο.

«Μα είναι μέσα τόση ώρα, και ξέρεις ότι δεν μας συμφέρει να πεθάνει ακόμη» είπε ψιθυριστά η Διαβολική.

«Θα λυγίσει. Όσο την βασανίζουμε τόσο πιο αδύναμη θα γίνεται» είπε ο Διάβολος με ακόμη πιο βροντερή φωνή από πριν.

«Δεν συμφωνώ» είπε η Διαβολική κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Και κάνε επιτέλους λίγη ησυχία! Θα μας ακούσει» τον επέπληξε αγανακτισμένη στη συνέχεια.

«Σκάσε, βρομοθήλυκο! Δεν πρόκειται να ακούσει λέξη. Η ηχομόνωση είναι άριστη» είπε ο Διάβολος με την ίδια ένταση με πριν.

Άξαφνα, ακούστηκαν χτύποι από το εσωτερικό της πόρτας. Οι δύο επίλεκτοι σάστισαν. Ήταν η Μάγισσα, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποδράσει, παρόλο που ήταν βέβαιο πως δεν θα τα κατάφερνε. Κι αφότου αυτό επιβεβαιώθηκε, και μη μπορώντας να κάνει κάτι παραπάνω, παραιτήθηκε από κάθε απόπειρα. Έτσι κι αλλιώς, η υπομονή της, είχε πλέον εξαντληθεί. Ήταν μάταιο. Οπότε το μόνο που της απέμενε, ήταν να αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, επιλέγοντας να «χαθεί» σε ακόμη έναν πικρό εφιάλτη...

***

Μερικές ώρες αργότερα η πόρτα του απαίσιου δωματίου στο οποίο βρισκόταν κλεισμένη η Μάγισσα, άνοιξε ξαφνικά. Όμως, κανείς δεν βρισκόταν από πίσω! Εκείνη ακολούθησε το ένστικτό της και εξήλθε από τον καταθλιπτικό αυτόν χώρο, για να αντικρίσει στο σαλόνι αυτό ακριβώς που φανταζόταν: τους επίλεκτους όλους μαζεμένους εκεί.

Ο Διάβολος, πρώτος απ' όλους, της έδειξε μια κόκκινη πολυθρόνα με χρυσές λεπτομέρειες, που έμοιαζε με θρόνο και βρισκόταν ακριβώς στη μέση του ευρύχωρου καθιστικού. Εκείνη δίστασε· σκεφτόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Όμως, κατόπιν δελεάστηκε από τούτη την πολυθρόνα. Μπορεί να είχε κάνει όλο αυτό το ταξίδι για να γίνει κάτι σαν βασίλισσα των επίλεκτων. Κυρίαρχη, ήταν η λέξη που της ερχόταν στο μυαλό.

Λες να με έχουν αποδεχτεί τελικά; συλλογίστηκε με το χέρι στην καρδιά, με ένα μειδίαμα στο πρόσωπό της. Όμως... όλο αυτό ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Και στην Κόλαση δεν συνέβαιναν ποτέ ωραία πράγματα. Μα γλυκιά μου Μαγισσούλα, εδώ είναι Γη, θα της έλεγε ο Διάβολος. Δεν έχασε λεπτό μετά απ' αυτές τις σκέψεις· έκατσε στον πολυπόθητο θρόνο της και χαμογέλασε στα δημιουργήματά της. Γιατί αυτό ήταν ουσιαστικά και επιτέλους θα έπαιρναν αυτό που τους άξιζε: υποταγή! Τώρα, η Μάγισσα ήταν εκείνη που χαμογελούσε χαιρέκακα.

«Μάλιστα, ώστε επέστρεψες κακιά μας αφέντρα!» είπε ο Διάβολος αναφερόμενος στο χαμόγελο της Μάγισσας.

«Ακριβώς!» απάντησε εκείνη με σιγουριά, παρατηρώντας τους από ψηλά.

«Όμως, δεν τελειώσαμε ακόμη. Θα κυριαρχήσεις, αλλά μόνο αν δεχτείς τη συμφωνία μας. Και ναι, μπορώ να διαβάσω τη σκέψη σου» είπε μια βαθιά φωνή ο Διάβολος, επιδεικνύοντας τα άπλυτά του δόντια.

«Συμφωνία;» ρώτησε άναυδη η Μάγισσα.

«Ναι, αγαπητή μου» την ειρωνεύτηκε. «Μα, αυτός είναι και ο λόγος που εγώ κι η Διαβολική σε φέραμε εδώ εξ αρχής» της αποκάλυψε.

Από το πλήθος εμφανίστηκε μια γυναίκα ψηλή, που αν και φορούσε μπότες με τακούνια, αυτή η λεπτομέρεια δεν έδειχνε διόλου άσχημη πάνω της. Με μια ολόσωμη στενή δερμάτινη μελιτζανί φόρμα που τόνιζε τις καμπύλες της, άφησε τους πάντες με το στόμα ανοιχτό· ήταν πολύ εντυπωσιακή.

Αυτή η γυναίκα με το ξανθό μαλλί που έκανε αντίθεση με το σκουρόχρωμο δέρμα της, πλησίασε τη Μάγισσα και της χάιδεψε το μάγουλο. «Μα, δεν είστε τόσο... δυστυχισμένη εκεί στην Κόλαση δίχως κανένα λουλούδι;» της είπε με προσποιητή ευγένεια, κοιτώντας την κατάματα μ' αυτά τα πορτοκαλί μάτια που έμοιαζαν με δυο φωτεινούς ήλιους. Δυο ήλιους που θα βοηθούσαν τα λουλούδια μου να φωτοσυνθέσουν, σκέφτηκε αμέσως η Μάγισσα και δάκρυσε.

Ύστερα, δειλά δειλά τις πλησίασε ένα κορίτσι με κοντό σταρένιο μαλλί και πιζάμες στο χρώμα της μέντας που έμοιαζε πολύ στην ξαδέρφη της, που σκούπιζε τώρα τα δάκρυα από τα μάτια της Μάγισσας με το μελιτζανί μανίκι της. Η Μάγισσα τούτη τη στιγμή ένιωθε δυστυχισμένη, κι έπειτα λυπημένη.

Μα, ναι! Πως δεν το είχε σκεφτεί; Αυτές ήταν οι δυο ξαδέρφες που πάντα συνεργάζονταν. Η πρώτη ήταν η Δυστυχία και η δεύτερη και πιο μικρή, η Λύπη. Η Λύπη μάλιστα ήταν απ' τις τελευταίες της εφευρέσεις. Τι στο καλό είχε στο μυαλό της όταν την έφτιαχνε; Το κακό των ανθρώπων, βέβαια. 

Κι εδώ ήταν το κοινό συμφέρον της με τον Διάβολο και τη Διαβολική, κι ας μην το είχε καταλάβει ακόμη. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν ν' αντισταθεί και θα έβαζε τα δυνατά της για να το πετύχει.

Οι δυο ξαδέρφες όμως, επέμειναν. «Δεν είναι... άδικο;» είπαν κι οι δυο ταυτόχρονα και η Δυστυχία γύρισε κι έκλεισε το μάτι της στον Άδικο που τις χαιρέταγε από μακριά.

«Ποιο;» ρώτησε η Μάγισσα, που είχε αρχίσει να ιδρώνει από την συναισθηματική πίεση.

«Που ο Παράδεισος είναι τόσο όμορφος, ενώ η Κόλαση είναι ένα αχούρι» φώναξε σχεδόν, στο αυτί της η Δυστυχία. Πρέπει να την είχε δασκαλέψει καλά ο Διάβολος.

«Α ναι, φυσικά. Συμφωνώ κι επαυξάνω» είπε με μεγαλύτερη τόλμη αυτή τη φορά η Λύπη.

Στη συνέχεια την αγκάλιασαν, η μία απ' το ένα πλάι κι η άλλη απ' το άλλο, κάνοντας τη να νιώσει την ανάμειξη των δύο συναισθημάτων που έφεραν. 

Σ' όλη αυτή την κοσμοπλημμύρα φυσικά, μπορούσε κανείς να διακρίνει τα δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν πάρει σχεδόν την ίδια σατανική γκριμάτσα ικανοποίησης και που αν δεν είχαν τη διαφορά φύλου θα ήταν ολόιδια τώρα. Απολάμβαναν κι οι δύο την τροπή των πραγμάτων, που όλως τυχαίως πήγαιναν έτσι ακριβώς όπως τα είχαν σχεδιάσει. Όμως, η παράσταση δεν είχε τελειώσει ακόμη.

«Μα, τι είναι αυτά που λέτε;», τις διέκοψε η Μάγισσα, ταρακουνώντας τες.

Ο Διάβολος δεν άντεξε άλλον την αναμονή και μπήκε μπροστά. «Θες να καταστρέψουμε οτιδήποτε καλό υπάρχει σ' αυτόν τον πλανήτη; Θες να γίνεις η Μάγισσα που θα κυριαρχεί για πάντα στη Γη;» της πρότεινε με τα σταρένια του μάτια να παίρνουν φωτιά.

«Ναι» απάντησε εκείνη αδύναμα.

«Δε σ' άκουσα!» φώναξε ο Διάβολος πιο δυνατά και έκανε νόημα στις δύο κυρίες να απομακρυνθούν από τη Μάγισσα.

«Ναι, είπα!» στρίγκλισε η Μάγισσα με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει.

«Ωραία...» είπε ο Διάβολος βαραίνοντας τη φωνή του, όπως έκανε πάντα.

***

Η Μάγισσα βρισκόταν στο μεγαλύτερο μπάνιο της έπαυλης. Οι τοίχοι και το πάτωμα καλύπτονταν από μαύρο πλακάκι. Ο χώρος ήταν πολυτελέστατος· περιείχε όλες τις ανέσεις. Από τζακούζι μέχρι ειδικό μικρό δωματιάκι για μασάζ με την ίδια επένδυση με το υπόλοιπο μπάνιο και φυσικά, κι άλλους υπηρέτες – φαντάσματα ειδικά για εκείνες τις απολαύσεις του. Αυτό πρέπει να ήταν ένα από τα αγαπημένα δωμάτια των επίλεκτων κι ένα απ' τα αμέτρητα μπάνια τους. 

Όμως, δεν είχε άλλον χρόνο για να το εξερευνήσει· τώρα στεκόταν μπροστά στον μαύρο ημιδιαφανή καθρέφτη και περίμενε να ακούσει τις οδηγίες του Διαβόλου και των υπολοίπων.

Πλάι της βρίσκονταν οι δυο άνδρες που επιτέλους έμαθε τα ονόματά τους, ο Θάνατος κι ο Πόλεμος. Και ακριβώς από πίσω της μια κοπέλα με άσπρο φούτερ και βαμμένα πράσινα μαλλιά, η Κατάρα. Στην αρχή επικράτησε απόλυτη ησυχία, όμως την προσοχή της Μάγισσας απέσπασε ο χαμός που γινόταν απ' έξω. Όλοι οι υπόλοιποι επίλεκτοι περίμεναν πίσω απ' την πόρτα ανυπόμονοι. Μάλιστα, λόγω κάποιας «μητρότητας», η Μάγισσα μπορούσε να νιώσει αυτή τους την αδημονία.

Ο Διάβολος αποφάσισε να επιταχύνει τη διαδικασία. «Επανάλαβε μετά από εμένα» είπε στη Μάγισσα μετακινώντας το χέρι της πάνω στον καθρέφτη. Έπειτα, έκανε νόημα στην Κατάρα να βάλει κι εκείνη το δικό της περιποιημένο, με βαμμένα άσπρα νύχια πάνω στο γέρικο ροζιασμένο χέρι της μάγισσας.

«Άντε, Διάβολε!» είπε με μάγουλα κοκκινισμένα από ζήλο η Διαβολική.

«Εύχομαι...» ξεκίνησε ο Διάβολος.

«Εύχομαι...» επανέλαβε με σπασμένη φωνή η Μάγισσα.

«Εύχομαι να κυριαρχήσω στον πλανήτη Γη, όμως...».

Η Μάγισσα επανέλαβε κι αυτά τα λόγια, πιο γρήγορα απ' ότι τα είχε πει ο Διάβολος.

«Όμως, να γίνει αιώνιος πόλεμος και τα πνεύματα των επίλεκτων να κυκλοφορούν πλέον ελεύθερα στη Γη, πραγματοποιώντας το έργο μου ωσότου γεννηθούν, γιατί εγώ θα πεθάνω. Αλλά όλοι θα με θυμούνται και θα με δοξάζουν, γιατί θα έχει νικήσει το κακό. Έτσι...». Για μια στιγμή ο Διάβολος σταμάτησε τον μονόλογο του και στράφηκε απευθείας στη Μάγισσα, η οποία τον κοιτούσε με το ένα φρύδι σηκωμένο κι ένα ανάποδο χαμόγελο δυσπιστίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. «Άντε, τελείωνε!» γρύλισε ο Διάβολος και την έσπρωξε με δύναμη, με αποτέλεσμα να σπάσει ο καθρέφτης από την πίεση που ασκήθηκε πάνω του από το χέρι της όταν εκείνος τη μετατόπισε.

Το πρόσωπο της Μάγισσας παραμορφώθηκε από την κακία της, όταν ξαφνικά εισήλθε απότομα στον χώρο ο Κάκος. Αίμα στάλαζε από το χέρι της, κι όταν το παρατήρησε κατάλαβε το κακό που της είχαν κάνει ο Διάβολος και η Διαβολική!

 «Εύχομαι, λοιπόν...» άρχισε η Μάγισσα αρπάζοντας το χέρι της Κατάρας με το ματωμένο δικό της... «... να γίνει όντως πόλεμος και να πεθάνει όλος ο καλός ο κόσμος. Να μείνουν μονάχα οι κακοί και να κυβερνήσουν πίνοντας νερό στο όνομα μου» είπε με μια ανάσα. «Κι όσοι καλοί απομείνουν να γίνουν σκλάβοι των κακών!» είπε. «Όσο για εσάς τους αγέννητους επίλεκτους, εύχομαι να παραμείνετε εγκλωβισμένοι για πάντα και να μην γεννηθείτε ποτέ! Παρά μόνο να περιπλανιέστε σαν παράσιτα στη Γη ψάχνοντας ένα πεπρωμένο με το οποίο δεν θα έρθετε αντιμέτωποι ποτέ!» ολοκλήρωσε με ουρλιαχτά η Μάγισσα κι άφησε το χέρι της Κατάρας, η οποία άρχισε να βαριανασαίνει πέφτοντας στα γόνατα της αρχόντισσάς της.

Ο Πόλεμος κι ο Θάνατος σήκωσαν και μετέφεραν την Κατάρα παραπέρα, επισφραγίζοντας έτσι άθελά τους την ευχή της Μάγισσας.

Όλοι στο δωμάτιο φαίνονταν λυπημένοι· κάποια εκεί έξω πρέπει να ήταν πολύ χαρούμενη. Ο Διάβολος είχε γίνει κάτασπρος σαν το πανί, ενώ η Διαβολική είχε γουρλώσει τα μπεζ μάτια της.

Όμως, ο Διάβολος είχε και δεύτερο σχέδιο, το οποίο όμως δεν θα το εφάρμοζε ο ίδιος. Έτσι, έκανε νόημα στον πιο καθοριστικό επίλεκτο της παρέας· εκείνο το χλωμό ασπρομάλλικο αγόρι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Θάνατος άγγιξε με τον δείκτη του τη Μάγισσα, η οποία ξέσπασε σε χαχανητά, αφού είχε ξεχάσει πως πλέον είχε ανθρώπινες ιδιότητες.

Ο Επικίνδυνος, ο επίλεκτος του κινδύνου, χτυπούσε παλαμάκια με τα δυο του χέρια ξεσηκώνοντας τους υπόλοιπους. Η πόρτα είχε ανοίξει διάπλατα πλέον κι όλοι παρακολουθούσαν τη Μάγισσα να ψυχορραγεί, βήχοντας όλο και πιο δυνατά.