Η γνώση των Ξωτικών (Κεφάλαιο 1: Το όνειρο)

Ο Φαλάελ ήταν πολύ ανήσυχος. Ο μικρός του αδερφός, ο Έλνταρ ήταν άρρωστος. Εδώ και δύο ημέρες ψηνόταν στον πυρετό και ήταν κρεβατωμένος. Είχε βυθιστεί σε έναν ύπνο και δεν έλεγε να ξυπνήσει. Ούτε ο πυρετός έπεφτε.

Ο νεαρός ξωτικός δεν μπορούσε να διαχειριστεί τον πανικό του. Μαύρες σκέψεις τον κατέκλυζαν, αλλά κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να τις διώξει. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πολυαγαπημένος του μικρός αδερφός θα έφευγε από την ζωή. Αλλά αν ο πυρετός επέμενε, η ψυχή του θα πήγαινε να συναντήσει τους Θεούς.

Αλλά ο Φαλάελ αγαπούσε τον μικρό του αδερφό και δεν ήθελε να τον χάσει.

Σχεδόν όλοι στο χωριό είχαν κάτι κακό να πουν για τον Έλνταρ. Τον θεωρούσαν παράξενο, απόμακρο. Σχεδόν αντικοινωνικό, όμως ο μεγάλος του αδερφός ήξερε ότι ο Έλνταρ ήταν ξεχωριστός σαν ένα ακατέργαστο διαμάντι.

«Θεοί, σας ικετεύω, μην τον πάρετε» προσευχήθηκε ο Φαλάελ.

Τότε ένα απαλό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και ο ξωτικός πήγε να ανοίξει. Αντίκρυσε την Ιρίθιελ, μία όμορφη ξωτικιά με καστανά σπαστά, μακριά μαλλιά που έπεφταν σαν καταρράχτης στην πλάτη της και καταγάλανα μάτια που έφερναν στον νου σου το γαλάζιο του ουρανού. Σε αυτά τα μάτια ήταν αποτυπωμένη όλη η καλοσύνη της κοπέλας που πάντα ήθελε να προσφέρει βοήθεια στους άλλους. Και για αυτό ήταν και η θεραπεύτρια του χωριού.

«Ιρίθιελ» είπε ο Φαλάελ.

«Να περάσω;» τον ρώτησε ευγενικά η κοπέλα.

«Έλα» της είπε εκείνος και της έκανε χώρο.

Η Ιρίθιελ μπήκε μέσα στο σπίτι του Φαλάελ και έπειτα γύρισε προς το μέρος του νεαρού.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε.

Ο Φαλάελ ξεφύσησε.

«Είμαι πολύ ανήσυχος Ιρίθιελ μου. Ο Έλνταρ δεν ανταποκρίνεται στην θεραπεία που του έδωσες. Ανησυχώ πολύ» είπε και η φωνή του έσπασε στην τελευταία φράση.

Ο Φαλάελ ήταν ένας όμορφος ξωτικός, μετρίου αναστήματος με λεπτή κορμοστασιά! Είχε μαύρα μαλλιά τα οποία έφταναν μέχρι τον ώμο του και πράσινα μάτια τα οποία την δεδομένη στιγμή είχαν βουρκώσει. Ήταν ευαίσθητος και δεν ήθελε να κρύψει την ανησυχία του από την Ιρίθιελ που την θεωρούσε φίλη του.

«Μην φοβάσαι! Οι Θεοί δεν θα αφήσουν να πάθει κακό» είπε η κοπέλα και του έπιασε τα χέρια.

«Πιο πολύ βασίζομαι σε σένα, παρά στους Θεούς» αποκρίθηκε ο Φαλάελ.

Και μετά συνειδητοποίησε ότι πριν λίγη ώρα είχε προσευχηθεί στους Θεούς! Δεν ήξερε που να βασιστεί με σιγουριά. Το μόνο που ήθελε ήταν να σωθεί ο αδερφός του τον οποίο υπεραγαπούσε.

«Μην γίνεσαι ασεβής Φαλάελ» του είπε με αυστηρή φωνή η Ιρίθιελ.

«Απλώς σώσε τον σε παρακαλώ»

«Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου» είπε η κοπέλα και πλησίασε τον Έλνταρ που ήταν ξαπλωμένος.

Η Ιρίθιελ ακούμπησε την παλάμη της στο μέτωπο του.

«Ο πυρετός δεν έχει πέσει. Φέρε μου σε παρακαλώ λίγο γιασεμί και δυόσμο και τοποθέτησε τα σε ένα ποτήρι. Πρόσθεσε και λίγο νερό» έδωσε οδηγίες στον Φαλάελ.

Εκείνος έκανε ότι του είπε.

Έφερε τα βότανα μέσα στο ποτήρι στην Ιρίθιελ και εκείνη αφού τα έκανε πολτό, ανακάτεψε το μείγμα με ένα κουτάλι και έδωσε το ρόφημα να το πει ο Έλνταρ.

«Θα γίνεις καλά» του είπε με την μελωδική φωνή της.

«Σε ευχαριστώ για όσα κάνεις Ιρίθιελ. Να ξέρεις πως ότι και αν γίνει θα σου είμαι ευγνώμων»

«Σώπασε Φαλάελ! Τίποτα κακό δεν θα συμβεί»

Η Ιρίθιελ ήταν από την φύση της αισιόδοξη.

«Αν δεις κάποια αλλαγή να με ειδοποιήσεις» συνέχισε η ξωτικιά.

«Φυσικά! Σε ευχαριστώ για όλα Ιρίθιελ» της είπε ο Φαλάελ και πήγε να της ανοίξει την πόρτα.

Η κοπέλα πριν βγει έξω του χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο και του έπιασε τον ώμο.

«Όλα θα πάνε καλά» του είπε.

«Το εύχομαι» της απάντησε εκείνος και έκλεισε την πόρτα.

Έριξε μια ματιά στον αδερφό του, πήρε μια καρέκλα και εκεί βυθίστηκε σε έναν ταραγμένο ύπνο.

****

«Φαλάελ» άκουσε την φωνή του αδερφού του.

Ο Φαλάελ άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Έλνταρ που ήταν ξύπνιος.

«Αδερφέ μου! Ξύπνησες! Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε.

«Καλά μπορώ να πω, αν και νιώθω λίγο αδύναμος»

«Μην ανησυχείς Έλνταρ μου! Θα σου φτιάξω κάτι να φας»

Έτσι και έγινε και ο Έλνταρ έφαγε λαίμαργα το φαγητό από το πιάτο που του έδωσε ο αδερφός του.

«Είδα ένα περίεργο όνειρο» είπε ο Έλνταρ.

«Τι;»

«Είδα ότι έγινε σεισμός και η θάλασσα βγήκε στην στεριά και ότι το χωριό μας αφανίστηκε από τον χάρτη»

«Ήταν απλά ένα όνειρο»

«Το ένιωσα σαν να ήταν αλήθεια»

«Μην βάζεις κακές σκέψεις με τον νου σου. Όλα θα πάνε καλά, ειδικά τώρα που συνήλθες. Δεν σου κρύβω ότι φοβήθηκα πολύ»

Ο Έλνταρ χαμογέλασε.

«Σύντομα θα βρω τις δυνάμεις μου»

«Το ξέρω! Η Ιρίθιελ μου είπε να μην χάσω την ελπίδα μου. Είχε δίκιο. Οι Θεοί φάνηκαν γενναιόδωροι και δεν σε πήραν κοντά τους»

«Η Ιρίθιελ με γιάτρεψε σωστά;»

«Ναι Έλνταρ»

«Φώναξε την! Θέλω να την ευχαριστήσω!»

«Ξεκουράσου! Χρειάζεσαι ηρεμία για τώρα. Θα έχεις την ευκαιρία να της πεις ευχαριστώ για το καλό που σου έκανε»

Και έτσι ο Έλνταρ κοιμήθηκε ξανά για να ανακτήσει τις δυνάμεις του και ο Φαλάελ βγήκε έξω από το σπίτι να πάρει λίγο καθαρό αέρα.

Ένιωσε το αεράκι στο πρόσωπο του και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο αδερφός του είχε γίνει καλά και αυτό χάρη στην Ιρίθιελ που της ήταν ευγνώμων. Όταν την είδε λίγο αργότερα της είπε ότι ο αδερφός του είχε αναρρώσει και η κοπέλα καταχάρηκε με την εξέλιξη της υγείας του Έλνταρ.

Οπότε, σε τρεις ημέρες ο μικρός αδερφός του Φαλάελ είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και ευχαρίστησε προσωπικά την Ιρίθιελ για την βοήθεια που του προσέφερε. Η ξωτικιά πρόφερε ένα ''παρακαλώ'' με ταπεινότητα και αγκάλιασε τον Έλνταρ.

Και με αυτά και με εκείνα προχωρούσε ο καιρός, αλλά ο Έλνταρ ανά διαστήματα έβλεπε το όνειρο που είχε δει όταν ήταν άρρωστος. Έβλεπε το χωριό του, την Πέτρα όπως ονομαζόταν να καταστρέφεται και όσοι αγαπούσε μαζί με τον ίδιο να βρίσκουν ένα τραγικό τέλος. Δεν μπορούσε να ησυχάσει! Έτσι το μοιράστηκε με τον Φαλάελ αλλά εκείνος επέμεινε ότι ήταν απλώς ένα όνειρο και τίποτα παραπάνω. Αλλά ο Έλνταρ είχε δει πολλές φορές γεγονότα στον ύπνο του που συνέβησαν μετέπειτα στην πραγματικότητα. Δεν μπορούσε να το βγάλει από το μυαλό του. Το σπίτι του θα αφανιζόταν, ήταν σίγουρος για αυτό!

Όμως το ερώτημα ήταν: πώς θα έπειθε τους συγχωριανούς του να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, πριν τους βρει η συμφορά από την στιγμή που σχεδόν κανείς δεν τον λάμβανε υπόψη;