Η Έπαυλη (Κεφάλαιο 1 - μέρος 1)

Οι φλόγες των δαυλών έκαιγαν ρυθμικά, λες κι ένας μουσικός συνέθετε ένα μονότονο συμφωνικό έργο. Ήταν ο μοναδικός ήχος, ο οποίος έσπαγε τη μονοτονία της σιωπής, που επικρατούσε στο πανδοχείο. Οι λιγοστοί πελάτες κάθονταν στα τραπέζια, ήσυχοι, είτε τρώγοντας είτε πίνοντας ζύθο. «Ωραίο το γεύμα;» ρώτησε ο Πανδοχέας.
Είχε πλησιάσει σε ένα από τα τραπέζια, όπου καθόταν ένας μελαχρινός, γεροδεμένος άντρας. Φορούσε μεταλλική πανοπλία κι είχε στηρίξει το επιβλητικό σπαθί του στον τοίχο.
«Εξαιρετικό» αποκρίθηκε, καθώς έβαζε στο στόμα του την τελευταία μπουκιά από το πιάτο του. «Ψητό χοιρινό με πατάτες είναι ο καλύτερος επίλογος μιας δύσκολης περιπέτειας» κατέληξε.
«Όντως φαίνεσαι εξαντλημένος» παρατήρησε ο Πανδοχέας. «Να κεράσω μια μπίρα;»
Δεν θα ήταν κακό να έχω έναν άνθρωπο να πω μία κουβέντα, σκέφτηκε ο πολεμιστής.
«Αν πιεις κι εσύ μία» απάντησε πρόσχαρα.
«Αμέσως» αποκρίθηκε κεφάτα ο Πανδοχέας κι απομακρύνθηκε από το τραπέζι.
Πήγε πίσω από την μπάρα, έπιασε δύο μεγάλα ποτήρια και τα γέμισε, από ένα βαρέλι. Γύρισε στο τραπέζι, κρατώντας ένα στο κάθε χέρι. Κάθισε στην καρέκλα, απέναντι από τον νεοφερμένο πελάτη του κι έσπρωξε το ένα προς το μέρος του.
«Εις υγείαν».
Είπαν κι οι δύο κι ύψωσαν τα ποτήρια τους και τα τσούγκρισαν. Ήπιαν μια μεγάλη γουλιά, ταυτόχρονα, αρκετή να τους ξεδιψάσει.
«Ώστε είσαι άνθρωπος της περιπέτειας;»
«Ναι και μόλις ολοκλήρωσα μία, εδώ κοντά κι έψαχνα ένα μέρος να ξαποστάσω».
«Σε ταλαιπώρησε πολύ;» θέλησε να μάθει ο Πανδοχέας.
«Πολύ!» παραδέχτηκε ο κουρασμένος άντρας. «Ήταν η πιο δύσκολη που έχω πάει έως τώρα» συμπλήρωσε.
«Έχεις πάει σε πολλές?»
«Σε αρκετές» απάντησε αφού αναλογίστηκε τις προηγούμενες που είχε φέρει εις πέρας.
«Χαίρομαι που τουλάχιστον βρήκες το πανδοχείο μου»
«Ναι, ήταν ότι καλύτερο μου συνέβη σήμερα» συνειδητοποίησε ο πολεμιστής. «Να σου πω και το πιο περίεργο;»
«Είμαι όλος αυτιά!»
«Την πρώτη φορά που πέρασα από εδώ, δεν υπήρχε το πανδοχείο..»
«Όντως περίεργο… μιας και βρίσκεται χρόνια σε αυτό το σημείο» του απάντησε ο Πανδοχέας. «Μπορεί να είναι μικρό, αλλά φαίνεται από μακριά. Είσαι σίγουρος ότι πέρασες από εδώ;»
«Δεν είμαι κι απόλυτα σίγουρος, είναι η αλήθεια. Είναι πολύ μεγάλο το δάσος κι εύκολα χάνεις τον προσανατολισμό σου» συμπέρανε ο πολεμιστής.
«Ακριβώς» επιβεβαίωσε ο Πανδοχέας. «Άλλωστε γι’ αυτό ονομάζεται και Δάσος των Χαμένων Ψυχών. Έχουν χαθεί πάρα πολλοί άνθρωποι που είχαν το θάρρος έστω και μόνο να μπουν» δήλωσε. «Τι έψαχνες όμως; Το Σπήλαιο των
Ουρλιαχτών ή ακόμα χειρότερα, τον Πύργο του Νεκρομάντη;»
«Κανένα από τα δύο…» δήλωσε ο άντρας πίνοντας άλλη μια γουλιά από το ποτήρι του. «Έψαχνα...και βρήκα, την Έπαυλη».
Ο Πανδοχέας τον κοίταξε με απορία και περιέργεια.
«Τι τρέλα σε οδήγησε σε αυτό το καταραμένο σπίτι;»
«Ψάχνω τον αδερφό μου» εξήγησε ο πολεμιστής. «Στο τελευταίο του γράμμα ανέφερε ότι είχε αναλάβει μία δουλειά, η οποία τον οδηγούσε στην έπαυλη».
«Κατάλαβα...Λυπάμαι». Είπε συμπονετικά ο Πανδοχέας.
«Γιατί λυπάσαι;»
«Διότι για να είσαι μόνος σου, είναι πολύ πιθανόν να είναι νεκρός» εξήγησε ο συνομιλητής του.
«Αντιθέτως, έψαξα όλη την έπαυλη και δεν βρήκαν κανένα σημάδι ότι πήγε ποτέ».
«Και να έπαθε κάτι στο δρόμο?»
«Μπα δεν νομίζω, του έχω εμπιστοσύνη» αποκρίθηκε ο Πολεμιστής.
«Πολύ σίγουρο σε βλέπω» πέταξε αυθόρμητα ο συνομιλητής του. «Χωρίς να θέλω να σου φυτέψω την αμφιβολία, έχουν χαθεί πολλοί άνθρωποι μες στο Δάσος».
«Όχι ο συγκεκριμένος» σχεδόν τον διέκοψε με την ταχύτητα της απάντησής του. «Ξέρει να επιβιώνει πολύ καλύτερα από εμένα κι ειδικά στα Δάση».
«Μακάρι...το εύχομαι» εξέφρασε κάπως απολογητικά ο Πανδοχέας.
Ο Πολεμιστής του έγνεψε ως ένδειξη ευχαρίστησης.
«Τώρα που το σκέφτομαι, υπάρχει περίπτωση να πέρασε κι από εδώ!» εξέφρασε μια γρήγορη σκέψη ο Πολεμιστής και κοίταξε ερωτηματικά τον συνομιλητή του.
«Ίσως…» είπε συγκαταβατικά ο Πανδοχέας. «Αν και πάει πολύς καιρός από τότε που ήρθε νέος πελάτης. Συνήθως έρχονται μόνο οι θαμώνες» συμπλήρωσε όταν είδε τον συνομιλητή του να αναθαρρεύει, ενώ ήταν σχεδόν απίθανο. «Περιέγραψέ τον μου να σου πω».
«Είναι στο ύψος μου, μελαχρινός όπως κι εγώ, αλλά με πιο μακριά μαλλιά. Είναι νεότερος από εμένα και κουβαλάει τόξο. Συνήθως φοράει δερμάτινη πανοπλία, χρώματος χακί. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του είναι το χρυσό βραχιόλι του, το οποίο είναι παράταιρο με την υπόλοιπη εμφάνιση. Επίσης, μοιάζουμε πολύ στο πρόσωπο» ολοκλήρωσε την περιγραφή κι ανυπομονούσε για την απάντηση του Πανδοχέα.
Ο Πανδοχέας κάθισε λίγο σκεπτικός προσπαθώντας να θυμηθεί. Δεν χρειάστηκε και πολύ ώρα μιας και θυμόταν όλους τους πελάτες που έχουν περάσει από το Πανδοχείο του, αφού δεν ήταν συχνό φαινόμενο.
«Δυστυχώς, δεν μου θυμίζει κάτι» κατέληξε ενώ άφηνε το ποτήρι του πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
«Κρίμα...αλλά δεν πειράζει...μπορεί απλά να μην πέρασε από εδώ. Άλλωστε κι εγώ βρήκα αυτό το μέρος επειδή έχασα τον δρόμο μου» δήλωσε ο απογοητευμένος άντρας.
Ήπιανε κι οι δύο μία γουλιά από τα ξύλινα ποτήρια τους. Για λίγα λεπτά κάθισαν αμίλητοι, σκεπτικοί.
«Ώστε τη βρήκες και την έψαξες ολόκληρη, λοιπόν;» έσπασε την ολιγόλεπτη σιωπή ο Πανδοχέας.
«Ποια;» ρώτησε αντανακλαστικά ο Πολεμιστής, ο οποίος επανήλθε απότομα από τον κόσμο των σκέψεών του.
«Την έπαυλη φυσικά».
«Ααα ναι, τη βρήκα και την εξερεύνησα» απάντησε.
«Ολόκληρη;»
«Σπιθαμή προς σπιθαμή».
«Αυτή θα είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία!» δήλωσε πρόσχαρα ο Πανδοχέας.
«Σε ενδιαφέρει να την ακούσεις;» απόρησε ο Πολεμιστής, ο οποίος ανυπομονούσε να τη διηγηθεί.
«Μα φυσικά…»
«Γιατί όμως;»
«Διότι είμαι συλλέκτης ιστοριών» εξήγησε. «Όπως κάθε πανδοχέας» συμπλήρωσε αφού είδε το ακόμα πιο απορημένο βλέμμα του συνομιλητή του.
«Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο» παραδέχτηκε ο άντρας. «Τι είδους ιστορίες; Φαντάζομαι περιπέτειες, όπως τη δικιά μου».
«Κι όχι μόνο! Έχω ακούσει όλων των ειδών τις ιστορίες» εξήγησε ο Πανδοχέας. «Ιστορίες που θα σε τρομάξουν σαν μικρό παιδί, ιστορίες αγάπης, συγκινητικές, τόσο συγκινητικές που θα κλαις απαρηγόρητος. Οι χειρότερες όμως είναι αυτές της προδοσίας, ειδικά από φίλοαδερφό» κατέληξε.
«Έχεις την απόλυτη προσοχή μου...για πες καμία».
«Όχι περίεργε φίλε μου, αυτό δεν γίνεται».
«Μα γιατί;»
«Γιατί δεν μου αρέσει να μοιράζομαι τις ιστορίες άλλων και γιατί τώρα θέλω να ακούσω τη δική σου ιστορία» δήλωσε ο Πανδοχέας. «Μπορώ να κάνω κάτι άλλο όμως, μιας και σε συμπάθησα» συμπλήρωσε. «Να σου διηγηθώ τη δική μου ιστορία, αλλά υπό έναν όρο».
«Ποιος είναι αυτός;»
«Να μου διηγηθείς την ιστορία σου μέχρι το τέλος» δήλωσε ο Πανδοχέας. «Αν δεν τελειώσεις τη δική σου, δεν θα μάθεις τη δική μου».
«Δεκτόν» συμφώνησε ο Πολεμιστής. «Έτσι κι αλλιώς πάντα ολοκληρώνω αυτό που λέω» δήλωσε περήφανα. Με κάνεις να αναρωτιέμαι, όμως, γιατί έθεσες αυτόν τον όρο;»
«Διότι δεν μου αρέσουν οι ατέλειωτες ιστορίες» εξήγησε ο Πανδοχέας. «Κι είναι πολλοί αυτοί που νομίζουν ότι έχουν ολοκληρωμένες ιστορίες, ενώ πάντα τους λείπει το τέλος» συμπλήρωσε. «Για πες μου λοιπόνᐧ Τι πέρασες για να φτάσεις έως εδώ?»
«Όπως προανέφερα έχω έναν μικρότερο αδερφό» ξεκίνησε να διηγείται…