Στην τρικυμία της μοίρας (Κεφάλαιο 8)


Ξυπνώ από το φως του ήλιου, το οποίο τρυπώνει από ένα μικρό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στις κλειστές κουρτίνες του παραθύρου της άμαξας στα αριστερά μου, επειδή δεν είναι καλά κλεισμένες. Η λεπτή ακτίνα χαϊδεύει παιχνιδιάρικα το πρόσωπό μου αρνούμενη να τα παρατήσει αν δεν καταφέρει να με ξυπνήσει με τα ζεστά φιλιά της.

Για μια στιγμή νιώθω πανικό, γιατί δεν ξέρω το λόγο που βρίσκομαι σε μια άμαξα και που πηγαίνω, αλλά μετά οι αναμνήσεις των χθεσινών γεγονότων αναδύονται στην επιφάνεια του μυαλού μου σαν ανθρώπινα σώματα που είχαν βουτήξει σε μια λίμνη και βγαίνουν σιγά σιγά από αυτή για την πολυπόθητη ανάσα. Παραδόξως δε νιώθω την ίδια απελπισία και θλίψη που ένιωθα πριν μερικές ώρες, όταν με πήρε ο ύπνος. Νιώθω πιο δυνατή και πιο αποφασισμένη τώρα, με όλες τις δυσάρεστες σκέψεις μου να έχουν μουδιάσει και να χουν καταφύγει σε ένα μακρινό δωμάτιο του μυαλού μου.
Τεντώνομαι νωχελικά για να ξεπιάσω το πονεμένο μου σώμα από τον άβολο ύπνο του στην άμαξα και ανοίγω τις κλειστές κουρτίνες. Το δυνατό φως του ήλιου με τυφλώνει για μερικές στιγμές, αλλά μετά το βλέμμα μου προσαρμόζεται και κοιτάζω με ενδιαφέρον που βρισκόμαστε. Η άμαξα διασχίζει πανέμορφα λιβάδια με ζωηρόχρωμο πράσινο χορτάρι και διάσπαρτες εκτάσεις με δέντρα θάμνους και αγριολούλουδα. Είναι προφανές πως η πόλη είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά μας και πως κινούμαστε στην επαρχία της Παβέρα. Μικρά χωριουδάκια με άσπρα, σαν προβατάκια σπίτια ξεπροβάλλουν στο βάθος, μέσα από το κυμάτισμα των λόφων. Δε μπορώ παρά να θαυμάσω αυτή την πανδαισία χρωμάτων που απλώνεται μπροστά μου κι έτσι προσπαθώ να τη ρουφήξω με τα μάτια μου και να γευτώ κάθε χρώμα. Αναρωτιέμαι για πόση ώρα όμως θα ταξιδεύουμε ακόμα. Επιθυμώ όσο τίποτε άλλο να βγω έξω και να τεντώσω το πιασμένο κορμί μου.
Σηκώνομαι πάνω στα γόνατά μου στο κάθισμά μου για να κοιτάξω το δρόμο που αφήσαμε πίσω μας, από το μικρό, οπίσθιο παραθυράκι της άμαξας, πριν ρωτήσω τον αμαξοδηγό σε πόση ώρα θα φτάσουμε στον προορισμό μας, όταν αυτό που αντικρίζω από το παραθυράκι κάνει το χαμόγελο να παγώσει στα χείλη μου.
Μερικά εκατοστά κάτω από το παράθυρο ξεπροβάλλει το ξυρισμένο κεφάλι ενός άνδρα που είναι καθισμένος πάνω σε ένα προεξέχον οριζόντιο κομμάτι ξύλου στο πίσω μέρος της άμαξα και κοιτάζει προς το δρόμο. Δε μπορώ να δω το πρόσωπό του, παρά μόνο τα ρούχα του και αυτά μου απαντούν σε δύο ερωτήματα: Πρώτον δεν είναι άστεγος, ή ένας απλός φτωχός πολίτης που αδυνατώντας να πληρώσει για τη μετακίνησή του αποφάσισε να ταξιδεύσει λαθραία και δεύτερον, δεν ανήκει
ούτε στις ανώτερες τάξεις, γιατί ένας αριστοκράτης θα ήταν πιο κομψά ντυμένος και δε θα ταξίδευε ποτέ, μα ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Είναι προφανές λοιπόν πως ο άνδρας αυτός δεν βρίσκεται εκεί απλά για να μεταφερθεί σε ένα άλλο μέρος, κάποιος άλλος είναι ο σκοπός του. Και αν ξέρει τι είμαι, αν ξέρει για την αποστολή μου;
Το κεφάλι του άνδρα σηκώνεται προς το παραθυράκι μου κι εγώ σκύβω απότομα το κεφάλι μου και κάθομαι ανήσυχη κανονικά στη θέση μου, με το μυαλό μου να παίρνει φωτιά από τις σκέψεις που κλωθογυρίζουν μέσα του. Πρέπει να ξέρει για την αποστολή μου, καταλήγω. Αν ήταν όμως με το μέρος μου δε θα καθόταν με τον αμαξοδηγό; Δε θα μου τον παρουσίαζε εκείνος και δε θα ξεκινούσε το ταξίδι του μαζί μας; Φυσικά και θα το έκανε. Άρα…; ‘Άρα δεν είναι με το μέρος σου’, απαντώ στον εαυτό μου και από τη στιγμή που το συνειδητοποιώ ένας κόμπος φράσει το λαιμό μου. Προστάζω τον εαυτό μου να κάνει κάτι. Ρίχνω άλλη μια κλεφτή ματιά στον άνδρα κάτω από το παραθυράκι και μετά σηκώνομαι και ανοίγω το παράθυρο στο μπροστινό μέρος της άμαξας. Βλέπω την πλάτη του αμαξοδηγού να ξεπροβάλλει και παρακαλώ να ναι ο ίδιος που με παρέλαβε χθες το βράδυ και να μη συνέβη τίποτε όσο κοιμόμουν.
« Κύριε;» ρωτώ δειλά, ενώ νιώθω να με λούζει κρύος ιδρώτας. Δε με ακούει και ξαναδοκιμάζω πιο δυνατά και αποφασιστικά αυτή τη φορά. « Κύριε αμαξοδηγέ!». Στρέφεται παραξενεμένος προς το μέρος μου κι εγώ κοιτάζω το οικείο του πρόσωπο με ανακούφιση. Όλα είναι καλά σκέφτομαι.
«Ορίστε;» με ρωτά, ελαττώνοντας την ταχύτητα της άμαξας.
« Ένας άνδρας κάθεται στο πίσω μέρος της άμαξας. Δε νομίζω πως είναι εδώ για καλό σκοπό», του λέω δυνατά για να σιγουρευτώ πως με άκουσε. Το πρόσωπο του παίρνει μια σκοτεινή, ανήσυχη έκφραση.
«Θα το ελέγξω», μου απαντά με σοβαρό ύφος «Εσείς μείνετε μέσα και κλείστε τις ασφάλειες στις πόρτες. Μη βγείτε αν δε σας το πω εγώ. Έγινα σαφής;» με ρωτά. Του γνέφω καθώς η ταχύτητα της άμαξας ελαττώνεται προοδευτικά. Κλείνω το παραθυράκι σφραγίζω τις πόρτες και σκαρφαλώνω στο πίσω κάθισμα για να κοιτάξω το παραθυράκι του άνδρα. Το σκουροκίτρινο θαρρείς βλέμμα του καρφώνει το δικό μου με ένα προκλητικό μειδίαμα να σκαρφαλώνει στα στραβά του χείλη και μια λεπτή ανοιχτόχρωμη ουλή να καμαρώνει περήφανα στο έντονο, ξυρισμένο του πιγούνι. Κάνω πίσω τρομαγμένη με έναν ασυνάρτητο ήχο να ξεφεύγει από το λαρύγγι μου, χωρίς να φεύγω όμως από το ύψος του παραθύρου εξακολουθώντας να κοιτώ από απόσταση τον άνδρα. Μετά από το
στιγμιαίο βλέμμα του προς το μέρος μου, που ήταν σα να μου έλεγε ‘Κατάλαβα τι έκανες και δεν τελειώνουμε εδώ’, τον βλέπω να πηδά από την άμαξα και να λοξοδρομεί τρέχοντας προς μια συστάδα από δέντρα. Χάνεται ανάμεσά τους πριν ο αμαξάς ακινητοποιήσει τελείως την άμαξα και κατέβει με ένα ξίφος στο χέρι του προλαβαίνοντας ίσα ίσα να δει τον γρήγορο άντρα να μπαίνει στο μικρό δάσος.
« Μπορείτε να βγείτε» μου λέει ο αμαξάς χτυπώντας ελαφρά την πόρτα της άμαξας. Εγώ ανοίγω την ασφάλεια και κατεβαίνω προσεκτικά αρνούμενη ευγενικά τη βοήθεια που μου προσφέρει. Σιγά σιγά οι παλμοί της καρδιάς μου ηρεμούν και επιτρέπω στον εαυτό μου να χαλαρώσει. Τεντώνω την πλάτη μου που ξεπιάνεται επιτέλους και παίρνω μια βαθειά ανάσα από τον καθαρό αέρα της εξοχής δεχόμενη με ικανοποίηση τη θερμότητα που απλώνει στο σώμα μου ο αρκετά λαμπερός για τα μέτρα του φθινοπώρου ήλιος.
« Είχατε δίκαιο» μου λέει ο αμαξάς. «για τον άνδρα», συμπληρώνει « Πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός. Με συγχωρείτε». Στρέφομαι προς το μέρος του και προσέχω για πρώτη φορά το πρόσωπό του. Πρέπει να είναι λίγο μικρότερος από τη Σούζαν, γύρω στα είκοσι τρία. Έχει κοντά καστανόξανθα μαλλιά, ευγενικά μάτια στο χρώμα της καραμέλας , χλωμό δέρμα ενώ αραιό καστανό μούσι τριών περίπου ημερών καλύπτει τα μάγουλά και το πιγούνι του. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός και είναι αρκετά λεπτοκαμωμένος, αλλά το κορμί του δείχνει δυνατό και σίγουρο.
Του χαμογελώ ευγενικά και του απαντώ: « Κάνεις τη δουλειά σου μια χαρά, δε χρειάζεσαι να απολογείσαι για κάτι που δε θα μπορούσες ν γνωρίζεις. Παρεμπιπτόντως θα ήθελα σε παρακαλώ να μου μιλάς στον ενικό. Είμαστε μακριά από την Ακαδημία και τους ανόητους τύπους της αριστοκρατίας. Δεν είμαι καμία σεβάσμια γριούλα και εξάλλου έχουμε έναν κοινό σκοπό, κάτι που μας κάνει … συμμάχους;» ρωτάω προσπαθώντας να διαλέξω τη λέξη δείχνοντας προς τον καρπό του, εκεί που βρίσκεται το τατουάζ του.
Καταλαβαίνει τι εννοώ. Δείχνει να το σκέφτεται μερικές στιγμές και μετά μου χαμογελά ανακουφισμένος και μου τείνει το χέρι του συμφωνώντας με όσα πρότεινα.
« Είμαι ο Γκαστόν Ρίβερς», συστήνεται.
« Λάιρα Καρολίνα ντε Λέισι», απαντώ δοκιμάζοντας τις λέξεις στο στόμα μου, προσπαθώντας να ζυγίσω τον παλιό και συνάμα ολοκαίνουριο εαυτό μου, σφίγγοντας ελαφρά το χέρι του.
« Στις υπηρεσίες σου», μου απαντά νιώθοντας ακόμα λίγο άβολα με τον ενικό, αλλά συγχρόνως ανακουφισμένος, γιατί απ’ ότι φαίνεται δυσκολεύεται με τους τύπους και όλες αυτές τις ανοησίες.
« Συνεχίζουμε το ταξίδι;», με ρωτά.
« Ναι», του απαντώ κι εκείνος σπεύδει να ανοίξει την πόρτα της άμαξας.
«Σε πειράζει να κάτσω μαζί σου μπροστά;» τον ρωτάω. «Κουράστηκα να είμαι κλεισμένη εκεί μέσα και σε αντίθεση με τις πραγματικές αριστοκράτισσες δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα να με «βλέπει» ο ήλιος».
« Υποθέτω πως είναι εντάξει», μου απαντά ο Γκαστόν κάπως ξαφνιασμένος από το αίτημά μου. Δεν ξέρω πως φανταζόταν πως θα ήμουν όταν τον έστειλαν να με πάρει, αλλά το σίγουρο είναι πως δε με φανταζόταν έτσι. Του χαρίζω ένα φιλικό χαμόγελο και σκαρφαλώνω στο παγκάκι του οδηγού. Εκείνος κλείνει την πόρτα της άμαξας, παίρνει τη θέση του δίπλα μου και ξεκινά την άμαξα τραβώντας τα χαλινάρια.

« Πιστεύεις πως αυτός ο άνδρας ανήκε στην Αδελφότητα της Κυανής Φλόγας;» ρωτώ τον Γκαστόν λίγη ώρα αργότερα.
« Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς μέλος της Αδελφότητας, ίσως απλά να δούλευε γι’ αυτούς. Πάντως σίγουρα έχει να κάνει με την Αδελφότητα με κάποιον τρόπο. Όσο περνά ο καιρός μαθαίνουν πιο πολλά για μας και για την Πύλη. Απ’ ότι φαίνεται έμαθαν και για σένα. Ελπίζω μόνο να μην έχουν δει το πρόσωπό σου».
Με το που λέει για το πρόσωπό μου νιώθω σαν κάτι να με χτύπησε στο στομάχι.
« Αυτός ο άνδρας είδε το πρόσωπό μου», λέω και χαμηλώνω ντροπιασμένη το κεφάλι μου γνωρίζοντας πως εγώ φταίω που έχουν αυτή τη πληροφορία. Εγώ και η περιέργειά μου να ξανακοιτάξω τι έκανε ο άνδρας.
« Δεν πειράζει. Θα γινόταν κι αυτό αργά ή γρήγορα. Τουλάχιστον χάρη σε εσένα τον καταλάβαμε και έχασε τα ίχνη μας. Τον κράτησες μακριά από τo μέρος που θα πάμε και την Πύλη. Προς το παρόν», μου απαντά κάνοντάς με να νιώσω καλύτερα.
Συμπαθώ πολύ τον Γκαστόν. Είναι ντροπαλός και λίγο άχαρος με τις κινήσεις του και τους τύπους, αλλά καλόκαρδος και φιλικός.
« Εντάξει», του απαντώ. « Και τώρα δηλαδή μας ακολουθούσε για να δει που πηγαίνουμε και να το πει στους υπόλοιπους;», ξαναρωτώ.
« Ναι. Λογικά», μου απαντά απλά. «Αλλά κάποια του χάλασε τα σχέδια», μου λέει ρίχνοντας μου ένα παιχνιδιάρικο λοξό βλέμμα χαμογελώντας στραβά.
«Ευτυχώς για μένα γιατί ο Ρότζερ θα με έγδερνε για την απροσεξία μου να φέρω τον εχθρό στα μέρη μας», συνεχίζει, κάνοντας με να γελάσω.
«Ο Ρότζερ είναι ο αδελφός του διευθυντή Κόλινγουντ;» τον ρωτώ.
«Ναι. Και δεν αστειεύεται και πολύ. Καλύτερα να μην του πηγαίνεις κόντρα», με συμβουλεύει ο Γκαστόν.

Για μερικές στιγμές μένουμε και οι δύο σιωπηλοί, καθώς η άμαξα κυλά μαλακά στον χωμάτινο δρόμο της. Ακουμπώ την πλάτη μου πίσω και επιτρέπω στον εαυτό μου να χαλαρώσει λίγο και να απολαύσει τη διαδρομή. Κλείνω τα μάτια μου και εισπνέω βαθειά τον αέρα που με χτυπά απαλά στο πρόσωπο. Τούφες από τα μαλλιά μου έχουν ξεφύγει από τον πρόχειρο κότσο που έφτιαξα χθες το βράδυ και ανεμίζουν γύρω από το σβέρκο και το πρόσωπο μου, αλλά δε με πειράζει. Κανένας δε νοιάζεται εδώ πέρα.
Το μυαλό μου σκέφτεται πως τώρα στην Ακαδημία θα είχα αριθμητική και πως ίσως η Αλέγκρα να αναρωτιόταν που είμαι, αλλά διώχνω τη σκέψη από το μυαλό μου, πριν προλάβει να επηρεάσει τη διάθεσή μου. Καλά θα κάνω να απολαύσω το παρόν όσο περισσότερο μπορώ χωρίς να αναπολώ το παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον, αφού δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα μπορώ να το κάνω. Κρατώ για λίγο ακόμα τα μάτια μου κλειστά και απολαμβάνω τα ζεστά χάδια του ήλιου στο πρόσωπό μου.
« Σ’ ευχαριστώ πολύ που με άφησες να κάτσω εδώ μαζί σου», λέω μετά από λίγο στον Γκαστόν ανοίγοντας τα μάτια μου. « Πάντα αναρωτιόμουν πως είναι η διαδρομή για τον αμαξά. Είναι πολύ πιο όμορφα εδώ».
« Δεν κάνει τίποτα», μου απαντά εκείνος και μετά από λίγο με ρωτά: «Θα ήθελες μήπως να δοκιμάσεις και να οδηγήσεις;»
« Αλήθεια; Βέβαια!», απαντώ ενθουσιασμένη κι έτσι περνάμε το υπόλοιπο της διαδρομής με εμένα να προσπαθώ να κουμαντάρω τα άλογα και την άμαξα και τον Γκαστόν να γελά με τις φωνές και τις άτσαλες προσπάθειές μου.


***

Φτάνουμε στον προορισμό μας αργά το μεσημέρι αποκαμωμένοι από το πολύωρο ταξίδι. Το μικρό, μονώροφο κτίσμα βρίσκεται σε ένα ξέφωτο μέσα σε ένα δάσος από οξιές. Το δρομάκι που οδηγούσε σε αυτό ήταν θαρρείς κρυμμένο μες στα δέντρα, αλλά νομίζω πως είναι λογικό να με κρύβουν στην παρούσα φάση. Λίγο πριν μπούμε στο δρομάκι του δάσους που δυσκολεύεσαι να το διακρίνεις έτσι όπως τρυπώνει ανάμεσα στα δέντρα είδα ένα μικρό ορεινό χωριό να απλώνεται λίγα χιλιόμετρα μακριά, αλλά εμείς στρίψαμε μες στο δάσος πριν το διασχίσουμε.
Στο ξέφωτο υπήρχαν μόνο ένα πηγάδι, ένας μικρός αχυρώνας και ένα μακρόστενο πέτρινο επαρχιακό σπιτάκι, με μικρά τετράγωνα παραθυράκια και μια ταλαιπωρημένη σκεπή από σκουρόχρωμα κεραμίδια. Ένας άντρας στεκόταν μπροστά στην πόρτα, κρατώντας τα γκέμια ενός γκρίζου, μεγαλόσωμου αλόγου.
«Γεια σου Ρότζερ», τον χαιρέτησε ο Γκαστόν όταν σταμάτησε την άμαξα μπροστά του. Ο άντρας τον κοίταξε με σοβαρό, αυστηρό ύφος και γρύλισε απλώς «Αργήσατε», χαϊδεύοντας τη ράχη του αλόγου του που χλιμίντρισε ελαφρά. Ο Γκαστόν δεν ξαναμίλησε, μόνο κατέβηκε βιαστικά από την άμαξα και έσπευσε να ξεφορτώσει τη βαλίτσα μου από την κορυφή της.
Εγώ κατέβηκα και στάθηκα μπροστά στον Ρότζερ μιμούμενη τη σοβαρή του στάση. Αναμφίβολα δεν έμοιαζε στον αδελφό του ούτε στην πραότητα και αρχοντικότητα του χαρακτήρα, αλλά ούτε και στην εμφάνιση. Ο Ρότερ Κόλινγουντ ήταν πιο γεροδεμένος από τον διευθυντή Αουρέλιους Κόλινγουντ και νεώτερος στην ηλικία. Είχε μάτια πιο ανοιχτά, στο γαλάζιο του πάγου, το πρόσωπό του ήταν πιο γεμάτο, ενώ δεν είχε τη χλομάδα και τη μελαγχολική έκφραση του διευθυντή. Τα μακριά μαλλιά του και τα γένια του είχαν μια απόχρωση του γκρίζου που κατάπινε το ξανθό σε ένα πάντρεμά τους.
Το βλέμμα του με κοίταξε ερευνητικά, σα να προσπαθούσε να κρίνει τις ικανότητές μου και τις πιθανότητες που είχα να καταφέρω την αποστολή μου.
« Καλησπέρα κύριε Κόλινγουντ, χαίρομαι που σας γνωρίζω», του λέω λυγίζοντας ελαφρά τα γόνατά μου σε μια μικρή υπόκλιση, καθώς η αυστηρότητα αυτού του ανθρώπου μόνο μια τέτοια στάση με εμπνέει να κρατήσω.
« Δε χρειάζεται να τηρείς τους τύπους εδώ κορίτσι μου, αρκεί να ‘σαι αφοσιωμένη στην αποστολή σου. Ούτως ή άλλως θα χρειαστεί να κάνεις πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή σου στην Ακαδημία. Είμαι ο Ρότζερ, όπως έμαθες και θα σε συντροφεύσω στην αποστολή σου, θέλω να με υπακούς για να κάνουμε το έργο μας πιο εύκολο. Ο αδελφός μου θα σου έχει πει σίγουρα κάποια πράγματα, αλλά έχεις πολλά να μάθεις ακόμα αι είμαι σίγουρος πως θα χεις απορίες, τις οποίες θα προσπαθήσω να σου λύσω. Όχι όμως τώρα. ‘Έχω κάτι δουλειές που πρέπει να γίνουν. Θα γυρίσω το βράδυ και θα μιλήσω και στους δυο σας μαζί. Εσύ ταχτοποιήσου στο σπίτι και θα τα πούμε αργότερα. Η Σόνια και ο Γκαστόν θα σε βοηθήσουν», λέει ανεβαίνοντας με ευκολία στο ψηλό του άλογο και αφού με χαιρετά φεύγει καλπάζοντας.
Δεν καταλαβαίνω με σιγουριά τι εννοεί λέγοντας « θα μιλήσω και στους δυο σας μαζί», αλλά υποθέτω πως αναφέρεται στον Γκαστόν κι έτσι δε δίνω περισσότερο σημασία, παρά ακολουθώ τον Γκαστόν στο εσωτερικό του σπιτιού, όπου η Σόνια, μια μεσήλικη γυναίκα που είναι η μαγείρισσα του σπιτιού με ξεναγεί στο μικρό σπίτι και μου δείχνει το δωμάτιό μου, όπου ταχτοποιώ τα πράγματά μου.

***

Αφού κοιμάμαι για λίγες ώρες στο δωμάτιο που μου παραχώρησαν, συνειδητοποιώ πως δεν έχω φάει τίποτε ολόκληρη τη μέρα. Το στομάχι μου αρχίζει να παραπονιέται έντονα και δε μπορώ παρά να ακολουθήσω τη μυρωδιά που φτάνει από την κουζίνα.
Πριν βγω από το δωμάτιο αλλάζω το φόρεμά μου και πιάνω καλύτερα τα μαλλιά μου μπροστά στον καθρέφτη μιας μικρής τουαλέτας στην άκρη του δωματίου. Κοιτάζω το πρόσωπό μου στο καθρέπτη για μερικές στιγμές. Τα μακριά, καστανά μου μαλλιά που πλαισιώνουν το λεπτό, οβάλ πρόσωπό μου και πέφτουν σε μια γαλλική πλεξούδα στην πλάτη μου, τα λεπτά μου χείλη και τη μικρή, ίσια μύτη μου, τα γκριζογάλανα μάτια μου. Δείχνω πιο κουρασμένη και χλωμή απ’ ότι συνήθως, αλλά και πιο μεγάλη και λιγότερο ανέμελη. Στερεώνω μια τούφα που ξέφυγε από την πλεξούδα πίσω από το αφτί μου και βγαίνω από το δωμάτιο.
Στην κουζίνα βρίσκω τη Σόνια και μου σερβίρει ένα πιάτο ζεστή κοτόσουπα και ένα κομμάτι από την υπέροχη μηλόπιτά της. Ο Γκαστόν κοιμάται ακόμα,
αποκαμωμένος από το μακρύ μας ταξίδι, όπως με πληροφορεί εκείνη. Τα τρώω με όρεξη και την ευχαριστώ, επαινώντας τη για τις μαγειρικές τις ικανότητες. Μαθαίνω πως δουλεύει για τον Ρότζερ δέκα χρόνια και μου λέει πως είναι δύσκολος άνθρωπος, αλλά κατά βάθος καλόκαρδος και αφοσιωμένος. Μετά μου ζητά συγγνώμη πριν μιλήσουμε παραπάνω και φεύγει για να συνεχίσει τη δουλειά της στο σαλόνι.
Εγώ αποφασίζω να κάνω μια βόλτα γύρω στο ξέφωτο, αλλά μετά τα πρωινά νιώθω την ανάγκη να είμαι πιο προστατευμένη κι έτσι παίρνω ένα μικρό ξίφος που βρίσκω σε ένα μικρό τραπεζάκι στην άκρη της κουζίνας. Βγαίνω έξω από το σπίτι και κατευθύνομαι προς τον αχυρώνα. Ο ήλιος έχει πια αρχίσει να δύει βάφοντας τον σκουρογάλανο ουρανό με τις τελευταίες του πορτοκαλιές και ροζ ανταύγειες. Ετοιμάζομαι να κάνω το γύρω του αχυρώνα για να μπω από τη μια εκ των δύο μεγάλων θυρών του, όταν ακούω μια απότομη και καχύποπτη φωνή πίσω μου.
« Ποια είσαι εσύ;»
Στρέφομαι τρομαγμένη προς το μέρος του ιδιοκτήτη της φωνής, με το χέρι μου να ακουμπά ασυναίσθητα τη λαβή του σπαθιού μου, ώστε να είμαι έτοιμη να το τραβήξω από τη ζώνη του φορέματός μου αν χρειαστεί. Το αγόρι δείχνει να το προσέχει και ακουμπά και αυτό το χέρι του στο δικό του μεγαλύτερο σπαθί, χωρίς να το τραβήξει όμως, όπως εγώ.
Τότε μόνο προσέχουμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Είναι μελαχρινός, με σκουροκάστανες, σχεδόν μαύρες, μπούκλες να πέφτουν βαριές και ατίθασες γύρω από το κεφάλι του μέχρι το σβέρκο του. Τα φρύδια και το αχνό χνούδι που καλύπτει το πιγούνι και το άνω χείλος του έχουν μια πιο ανοιχτή καστανή απόχρωση από τα μαλλιά του, ενώ τα μάτια του έχουν μια οικεία γαλάζια απόχρωση κλεισμένη όμως σε έναν μικρό μαύρο δακτύλιο που θαρρείς και προσπαθεί να οριοθετήσει και να περιορίσει το γαλάζιο. Είναι ψηλός και λεπτός, αλλά το σώμα του δείχνει μυώδες. Δεν πρέπει να ναι μεγαλύτερος από εμένα. Μπορεί να μην τον ξέρω, αλλά κάτι επάνω του δείχνει τρομερά οικείο και γνωστό και δεν ξέρω γιατί αλλά νιώθω πως θα μπορούσα να του εμπιστευτώ και τη ζωή μου ακόμη. Τι μου συμβαίνει;
Το βλέμμα του δείχνει το ίδιο σαστισμένο και μπερδεμένο με το δικό μου, καθώς μένουμε δεν ξέρω κι εγώ πόσο να παρατηρούμε έντονα ο ένας τον άλλο με τα χέρια μας να πέφτουν από τις λαβές των ξιφών μας.
Είναι εκείνος που μιλά πρώτος.
« Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι μέσα μου που λέει πως σε λένε … Λάιρα;», με ρωτά διστακτικά με τον τόνο του να μαλακώνει και το ύφος του να δείχνει ακόμη πιο μπερδεμένο. Γνέφω με το κεφάλι έχοντας μείνει άφωνη, όχι μόνο γιατί μάντεψε το όνομά μου, το οποίο αναμφίβολα δεν είναι και το πιο συνηθισμένο, αλλά γιατί και εγώ, χωρίς να ξέρω γιατί νομίζω πως ξέρω το όνομα του, λες και μια φωνή μέσα μου μου το φωνάζει, σαν το δικό του πρόσωπο να έχει συνδεθεί μόνο με ένα και μοναδικό όνομα που με καλεί να το προφέρω.
« Χένρι; Σε λένε Χένρι;» τον ρωτάω με τη λέξει να ξεφεύγει από τα χείλη μου αυτοβούλως. Είναι η σειρά του να γνέψει και μετά μένουμε και οι δύο σιωπηλοί και ακίνητοι, καθώς αναρωτιόμαστε το ίδιο πράγμα: Πώς στο καλό γνωρίζουμε ο ένας το όνομα του άλλου;

Όλγα Σ.