Τα Τέσσερα Στοιχεία 2: Έμιλυ-Κεφάλαιο 13


«Τι;!». Το σπίτι καίγεται και κάνει σαν να μην τρέχει τίποτα, «Άσε με κάτω!».
   «Ηρέμισε» λέει και αγνοεί την εντολή μου, συνεχίζοντας να περπατά με αργά βήματα προς την έξοδο. Τα πάντα μπροστά μας καίγονται, με τις φλόγες να ξεπηδούν βίαια και να εξαπλώνονται ραγδαία κινδυνεύοντας να μας φτάσουν. Ξαφνικά δεν αντέχω το θέαμα, αφού μου προκαλεί φόβο και έτσι κρύβω το πρόσωπό μου στο στέρνο του Ναθάνιελ. Ακούγεται ένας δυνατός κρότος σαν κάτι να σπάει. Νιώθω την αναπνοή του Ναθάνιελ να βγαίνει κοφτή κι λαχανιασμένη.
  «Σε παρακαλώ, άσε με κάτω» λέω θέλοντας να τον διευκολύνω, ωστόσο εκείνος με αγνοεί. Σηκώνω το βλέμμα μου στο πρόσωπό του και τότε εκείνος μου χαρίζει ένα μικρό χαμόγελο που κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει.
  «Τι σόι πρίγκιπας θα ήμουν αν δεν έβγαζα την πριγκίπισσα από ένα φλεγόμενο κτήριο ασφαλή;». Τα λόγια του με κάνουν να χαμογελάσω παρά την καταστροφή που εκτυλίσσεται γύρω μας. Κυρίως όμως με κάνουν να ανακουφιστώ, αφού δεν μου κρατά πια κακία για ότι συνέβη προηγουμένως. 
  «Δεν είσαι πρίγκιπας» λέω, «αλλά και να ήσουν, η πριγκίπισσα έχει πόδια και μπορεί να περπατήσει μόνη της».
  Καταπνίγει ένα χαμόγελο και επιτέλους, με αφήνει κάτω. «Καλώς» λέει, «απλώς φρόντισε να είσαι δίπλα μου. Θα μειώσω τη φωτιά με δυνάμεις». Μα και βέβαια…τι χαζή που είμαι, βρίσκεται στο στοιχεία του, γι’ αυτό είναι τόσο ατάραχος.
  Είμαστε στην κουζίνα, τα έπιπλα έχουν γίνει στάχτη και ότι έχει απομείνει σε λίγα δευτερόλεπτα θα έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το σπίτι της οικογένειας Άλστον καταστρέφεται μαζί με τα υπάρχοντά της.
  Ο Ναθάνιελ μειώνει τη φωτιά για να περάσω, ωστόσο εκείνη τη στιγμή μου έρχεται μια ιδέα και μένω ακίνητη. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να σβήναμε τη φωτιά. Θα μπορούσα να…».
  Δεν μ’ αφήνει να ολοκληρώσω, «ξέχνα το, όλοι θα αναρωτηθούν πως καταφέραμε να τη σβήσουμε. Υποτίθεται ότι είσαι μέλος της Φωτιάς». Έχει δίκιο. Γνέφω και βγαίνω απ’ το φλεγόμενο κτήριο, ελπίζοντας πως με κάποιο τρόπο όλο αυτό θα διορθωθεί.
  Το πρώτο πράγμα που βλέπω μόλις το σώμα μου βρίσκεται εκτός της φωτιάς, είναι πρόσωπα. Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων έχει μαζευτεί απέξω και κοιτάζει ατάραχο το σπίτι να καίγεται. Δίπλα μου εμφανίζεται γρήγορα ο Ναθάνιελ, που με πιάνει αμέσως απ’ το μπράτσο και με τραβάει σε μια άκρη, μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα των κατοίκων.
  «Είσαι καλά;» ρωτάει και το βλέμμα του ταξιδεύει πάνω μου με έναν τρόπο που με κάνει να νιώθω διάφανη. Για μια στιγμή δεν βρίσκω λόγια να πω κι απλά μένω να κοιτάζω αποσβολωμένη το πλήθος, ψάχνοντας το λόγο που κανένας δεν έτρεξε σε βοήθεια.
  «Έμ; Είσαι καλά;» επαναλαμβάνει ο Ναθάνιελ βγάζοντάς με απ’ τις σκέψεις μου.
  «Ναι» λέω κι έπειτα ξεσπάω, «τι στο καλό συνέβη; Ποιος έβαλε τη φωτιά και γιατί κανείς δεν θέλησε να μας βοηθήσει; Δεν μπορώ να πιστέψω πως όλοι αυτοί δεν κάνουν τίποτα για να σβήσει η φωτιά!».
  «Έμιλυ…» διστάζει και αποφεύγει το βλέμμα μου.
  «Τι συμβαίνει;».
  Αναστενάζει δυνατά κι αφού ρίχνει μια συντετριμμένη ματιά προς το πλέον κατεστραμμένο σπίτι του, λέει: «Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις για εμένα…για την οικογένειά μου…». Τι εννοεί;
  «Δεν σε καταλαβαίνω, τι είναι αυτό που δεν ξέρω και μπορεί να έχει σχέση με τη φωτιά;»
  «Δεν…δεν μπορώ να σου πω» λέει με σπασμένη φωνή.
  Η καρδιά μου χτυπά ξαφνικά σε ξέφρενους ρυθμούς. Αισθάνομαι πληγωμένη απ’ την έλλειψη εμπιστοσύνης του απέναντί μου. Γνωριζόμαστε ένα μήνα και ξέρω πως για πολλούς αυτό είναι ένα τίποτα, αλλά για εμένα ήταν αρκετό για να τον ερωτευτώ. 
  «Εντάξει, καταλαβαίνω…αλλά δεν νομίζεις πως αξίζω μια εξήγηση; Παραλίγο να καούμε ζωντανοί εκεί μέσα και μπορεί να μην πεθαίναμε, αλλά και οι δύο γνωρίζουμε πόσο επώδυνη είναι η διαδικασία ανάρρωσης». 
  «Δεν θα παθαίναμε τίποτα. Ξεχνάς ότι το σώμα του αντέχει σε περισσότερο από 1,000 βαθμούς; Είμαι χρήστης Φωτιάς».
  «Δεν αντιλέγω, το σώμα σου αντέχει. Το δικό μου όμως;».
  Συνοφρυώνεται, «κοίτα, Έμ…ξέρω ότι θες να σου πω τι συμβαίνει, αλλά είναι αδύνατον».
  «Ωραία, απλά πες μου γιατί! Γιατί είναι αδύνατον;» λέω ολοφάνερα εκνευρισμένη.
  Ο Ναθάνιελ κοιτάζει απηυδισμένος τον ουρανό. «Γιατί αν μάθεις την αλήθεια, θα θελήσεις να φύγεις μακριά» λέει έπειτα από λίγο.
  Εντάξει, η απάντησή του δεν ήταν η αναμενόμενη και κατά κάποιο τρόπο με κάνει να θέλω να βάλω τα γέλια. Δεν έφυγα όταν με καταδίωκαν δύο θολές μορφές, δεν έφυγα όταν για πρώτη φορά κατάλαβα πως θα γίνει πόλεμος και νομίζει πως έτσι ξαφνικά θα θελήσω να το βάλω στα πόδια.
  «Όχι, ποτέ δεν θα φύγω μακριά σου. Τουλάχιστον όχι με τη δική μου θέληση».
  «Σε παρακαλώ, Έμιλυ, ας το αφήσουμε. Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή πιστεύεις πως οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που σου κρύβω θα το αντέξεις, όμως στην πραγματικότητα είναι κάτι ασυγχώρητο και δεν θέλω να χάσω κι εσένα εξαιτίας του».
  Τα λόγια του αγγίζουν κάτι βαθιά μέσα μου και η πληγωμένη του έκφραση με κάνει να αποδεχθώ την απόφασή του να μην μου πει τίποτα. Ίσως πράγματι να είναι καλύτερα να μην γνωρίζω…αλλά τι εννοεί δεν θέλει να χάσει κι εμένα;
  Πριν προλάβω να απαντήσω, γλιστράει το χέρι του γύρω απ’ τη μέση μου και με σπρώχνει ελαφρά για να προχωρήσω. «Καλύτερα να ενημερώσουμε τους Θεούς Ηγέτες του Νερ…δηλαδή τους γονείς σου για τη φωτιά. Χρειαζόμαστε χρήστες Νερού».
  Γνέφω. «Πρέπει να ενημερώσουμε και τη Σαμάνθα».
  «Είμαι σίγουρος ότι το έχει ήδη μάθει».
  «Και τότε γιατί δεν βρίσκεται εδώ;».
  «Θα έρθει προφανώς, εξάλλου δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό». Απ’ την έκφραση του προσώπου του καταλαβαίνω ότι είπε κάτι που δεν έπρεπε.
  Σταματάω απότομα και γυρίζω έτσι που να τον κοιτάζω ευθεία μέσα στα μάτια. «Ποιος έβαλε τη φωτιά, Ναθάνιελ; Μόνο αυτό πες μου».
  Αναστενάζει και περνώντας το χέρι του μέσα απ’ τα καστανά μαλλιά του, λέει: «Όλοι αυτοί, Έμ. Όλοι τους. Δεν μας θέλουν εδώ».

***
Τέσσερις ώρες αργότερα, βρισκόμαστε στο στρατόπεδο της Φωτιάς και συγκεκριμένα στο γραφείου του Θεού Ηγέτη. Τελικά ο Ναθάνιελ δεν ενημέρωσε τους γονείς μου, αφού το είχαν κάνει ήδη αλλά μέλη της Φωτιάς μόλις είδαν την πυρκαγιά. Μπορεί οι χρήστες του Νερού να έσβησαν τη φωτιά, ωστόσο το σπίτι δεν πρόκειται να επιστρέψει. Η Σαμάνθα αναγκάστηκε να μιλήσει στους Ηγέτες της Φωτιάς ελπίζοντας πως  εκείνοι θα μπορούσαν να επιβληθούν στους κατοίκους της πόλης και να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Εγώ απ’ την άλλη δεν μπορώ να πάψω να σκέφτομαι αυτό το μεγάλο μυστικό που κρύβει η οικογένεια Άλστον και ανάγκασε τους κατοίκους να βάλουν φωτιά στο σπίτι τους, καθώς παρηγορώ τον Τόμας που κλαίει.
  Ο Ναθάνιελ κάθεται σε μια πολυθρόνα, ενώ στα πόδια του βρίσκεται ο Έλιοτ που επαναλαμβάνει συνέχεια μια φράση: «Θέλω να πάω σπίτι». Αισθάνομαι απαίσια βλέποντας σε πόσο άθλια κατάσταση βρίσκεται η οικογένεια, και γνωρίζοντας πως δεν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα περισσότερο απ’ το να προσέχω τον Τόμας.
  «Έμιλυ, ίσως θα έπρεπε να ενημερώσουμε τους γονείς σου» λέει ξάφνου η Σαμάνθα, «νομίζω πως δεν γίνεται να μένεις πια μαζί μας. Εδώ δεν ξέρουμε καλά-καλά που θα μείνουμε εμείς…». Ο πόνος και η απόγνωση είναι αισθητά στη φωνή της και νιώθω να μεταφέρονται στιγμιαία πάνω μου και να με πλακώνουν στερώντας μου το οξυγόνο. Δεν θέλω να φύγω.
  Ρίχνω μια ματιά στον Ναθάνιελ, αγνοώντας το γεγονός πως όλα τα βλέμματα στο δωμάτιο είναι στραμμένα πάνω μου. Έχει το βλέμμα του ριγμένο στο πάτωμα κάνοντας την καρδιά μου να βουλιάξει.
  Παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή, λέω: «Δεν θέλω να σας αφήσω».
  Η Σαμάνθα παίρνει μια έκφραση που αδυνατώ να αποκρυπτογραφήσω, αλλά κάτι μου λέει πως δεν είναι καλό σημάδι.
  Περιμένω ανυπόμονα την απάντησή της, ωστόσο στο τέλος μιλάει ο Ναθάνιελ. «Η μητέρα μου έχει δίκιο, Έμ. Πρέπει να φύγεις. Δεν μπορούμε να σε προστατέψουμε πλέον».
  Τα λόγια του μου δημιουργούν μια βαθιά απογοήτευση και δάκρυα θολώνουν την όρασή μου. Πως μπορεί να λέει κάτι τέτοιο; Ξέρω πως αυτό θεωρεί σωστό, αλλά το μυαλό μου δεν παύει να τον κατηγορεί.
  «Εντάξει λοιπόν, αφού αυτό θέλετε» λέω συγκρατώντας τον τόνο της φωνής μου σταθερό. Ο Ναθάνιελ μεταφέρει το βλέμμα του ξανά στο πάτωμα, ενώ η Σαμάνθα αναστενάζει λες και το ότι αποφάσισα να φύγω την απελευθερώνει από ένα μεγάλο βάρος.
  «Θα ενημερώσω εγώ τους γονείς σου» λέει ο Θεός Ηγέτης ακουμπώντας τους αγκώνες του στο γραφείο. Νιώθω το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
   Τι απαίσια μέρα…σίγουρα θα πρέπει να το γράψω στο ημερολογ…Ωω όχι! Το ημερολόγιο μου, τα πράγματά μου! Κάηκαν όλα! Ένα κύμα πανικού με πλημμυρίζει. Ότι έχω ζήσει αναγραφόταν σ’ αυτό τον τετράδιο, τα πάντα! Από όταν με έστειλαν οι γονείς μου στο στρατόπεδο της Φωτιάς έως σήμερα. Όλα χάθηκαν.
  «Έμ;» ακούω τη φωνή του Ναθάνιελ και μόνο τότε συνειδητοποιώ ότι έχω βάλει τα κλάματα μπροστά σε όλους. Σκουπίζω βιαστικά τα μάτια μου και σηκώνομαι απ’ τον καναπέ.
  «Συγγνώμη, αλλά πρέπει να πάω στο μπάνιο» λέω και βγαίνω με φούρια απ’ το γραφείο. Σχεδόν τρέχω προς την έξοδο, όταν ακούω το όνομά μου.
  «Έμιλυ, περίμενε» λέει ο Ναθάνιελ αρπάζοντας το δεξί μου χέρι.
  «Άσε με!» φωνάζω και τραβιέμαι μακριά. Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει, απλώς χρειάζομαι λίγο καθαρό αέρα. Ανοίγω τη μεγάλη, γυάλινη πόρτα και βγαίνω έξω. Αμέσως με υποδέχεται ένα κύμα θερμού αέρα, που μου προσφέρει ευδαιμονία και κάνει τους μυς μου να χαλαρώσουν. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθω έτσι μόνο όταν βρίσκομαι πλάι σε νερό, αλλά οι αλλόκοτες ικανότητές μου αφορούν και το στοιχείο του Αέρα.
  «Φύγε» λέω μόλις αισθάνομαι την παρουσία του Ναθάνιελ, «δεν κλαίω για εσένα».
   Τον ακούω να γελάει σιγανά, πράγμα παράξενο αν αναλογιστεί κανείς τι περάσαμε σήμερα. «Δεν χρειάζεται να λες ψέματα, οι δύο μας είμαστε» λέει με τόνο περιπαιχτικό.
  «Αχ, πάψε πια Ναθάνιελ. Δεν έχω όρεξη για αστεία».
  «Τι το αστείο βρήκες στα λόγια μου;».
  Το αγνοώ, ο μόνος λόγος που βγήκα από εκεί μέσα είναι για να ηρεμίσω και να μείνω λίγο μόνη, όχι με τον Ναθάνιελ και τα αστεία του.
  «Εντάξει, συγγνώμη. Ξέρω, θέλεις να μείνεις μόνη. Άπλα ήρθα να σου πω ότι το σωστό είναι να επιστρέψεις στους γονείς σου».
  «Σε παρακαλώ, κράτα τις απόψεις σου για τον εαυτό σου και μη με συμβουλεύεις».
  «Οκ, κοίτα, δεν έχεις μόνο εσύ νεύρα, γι’ αυτό ορισμένες φορές πρόσεξε πως μου μιλάς». Ορίστε;
  «Ουαου, ειλικρινά μου έλειψε αυτή η πλευρά του Ναθάνιελ, η άγρια και επικίνδυνη» λέω και σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος, προσθέτω: «Την τελευταία φορά που την είδα, ήταν όταν κόντεψες να με πνίξεις». 
  Τα χείλη του μετατρέπονται σε μια ευθεία γραμμή. Είναι για μια ακόμη φορά ανέκφραστος.
  «Αυτό πόνεσε» λέει και ρίχνοντας μου μια πονεμένη ματιά, κάνει μεταβολή και φεύγει.

***
Περιφέρομαι για λίγη ώρα άσκοπα προσπαθώντας να τιθασεύσω τα συναισθήματά μου. Απ’ τη στιγμή που ήρθαν οι γονείς μου, τα πάντα ανάμεσα σε μένα και τον Ναθάνιελ άλλαξαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τώρα είμαι αναγκασμένη να τον αποχωριστώ και πιθανόν για πάντα. Ωστόσο όλο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα είδα στα οράματά μου, που με κάνει να υποθέσω ότι τίποτα δεν τελείωσε και η επιστροφή μου στο στρατόπεδο του Νερού δεν σηματοδοτεί τη λήξη της “σχέσης” μου με τον Ναθάνιελ.
  Αναστενάζω μελαγχολικά και κάθομαι σε ένα άδειο παγκάκι. Ακουμπώ το χέρι μου στην ξύλινη επένδυση και ψηλαφίζω το σημείο όπου η πράσινη μπογιά έχει ξεθωριάσει. Κοιτάζω με άδειο βλέμμα το πάτωμα περιμένοντας να περάσει η ώρα μιας και δεν θέλω με τίποτα να επιστρέψω στο γραφείο.
  «ΈμιλυΑζόρ», αναπηδώ ξαφνισμένη στο άκουσμα του ονόματός μου από μια βαριά φωνή. Γυρίζω το βλέμμα μου και έρχομαι αντιμέτωπη με μια γυναίκα με μπλε μάτια.
  «Πως ξέρεις το όνομά μου;» ρωτάω με τρεμάμενη φωνή. Τα μάτια της γυναίκας κρύβουν μοχθηρία.
  «Είσαι γνωστή σε όλα τα στοιχεία, ακόμα και στους Μέτοικους, απ’ όπου και προέρχομαι» λέει και ένα μειδίαμα εμφανίζεται στα χείλη της.
   Νιώθω το καμπανάκι του κίνδυνου να χτυπάει σαν τρελό μέσα στο κεφάλι μου, αλλά δεν ξέρω πως θα μπορούσα να φύγω μακριά από αυτή τη γυναίκα. Πως είναι δυνατόν να είναι Μέτοικος όταν έχει μπλε μάτια;
  «Πρέπει να φύγω» λέω και κάνω να σηκωθώ απ’ το παγκάκι. Η γυναίκα βλέπει την κίνησή μου και με μια επιδέξια κίνηση με ακινητοποιεί.
  «Γλυκό μου κορίτσι, γιατί θες να φύγεις πριν τελειώσει η συζήτησή μας;» ρωτάει και στο πρόσωπό της έχει χαραχθεί ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Τα χέρια της πιέζουν με δύναμη τους ώμους μου στο παγκάκι και νιώθω τα νύχια της να μπήγονται στη σάρκα μου.
  «Άφησέ με!» λέω και τραβιέμαι, αλλά δίχως αποτέλεσμα.
  «Δεν θες να μάθεις πως μια Μέτοικος έχει μπλε μάτια;» ρωτάει και προσποιήται την έκπληκτη. Η καρδιά μου ξαφνικά  παίζει ταμπούρλο καθώς ο φόβος μου ολοένα και αυξάνεται.
  «Είμαι σίγουρη πως υπάρχει μια λογική εξήγηση» λέω για να κερδίσω  χρόνο, «όπως οι φακοί επαφής». Πρέπει να βρω έναν τρόπο να απελευθερωθώ.
  Η γυναίκα με κοιτάζει για λίγο ανέκφραστη, ώσπου ξεσπάει σε τρανταχτά γέλια. «Έχεις πολύ πλάκα τελικά» λέει, «όχι, δεν είναι φακοί επαφής. Αλήθεια οι γονείς σου δεν σου έχουν μιλήσει για εμένα;».
  «Ποια είσαι;» ρωτάω και ένας κόμπος φράζει το λαιμό μου.
  «Λοιπόν…είμαι η Μέτοικος με τα μπλε μάτια. Εκείνη που είχε απαγάγει τη μητέρα σου πολύ πριν γεννηθείς και που τώρα ζητά εκδίκηση γιατί την έχωσαν στη φυλακή. Μάντεψε. Είμαι εκείνη που σε ψάχνει όλα αυτά τα χρόνια». 
Δέσποινα Χρ.