Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.9.18

Τα παιδιά της ομίχλης (Κεφάλαιο 12/Μέρος Α) - "Εσθέρ"

Άνοιξε τα παράθυρα με το πρώτο χάραμα. Όλοι οι ήχοι και οι μυρωδιές τις προηγούμενης νύχτας είχαν σβηστεί με το πρώτο φως του ήλιου από το κατώφλι της. Κάτω από την προστασία του ζωντανού ήλιου που δυνάμωνε, οι σκιές της νύχτας σβήνονταν κατρακυλώντας γοργά στον βυθό της μνήμης. Μόνο μερικά χνάρια παρέμεναν άστατα εδώ κι εκεί πάνω στο τσαλακωμένο κι άχρωμο γρασίδι και κάποιες ρηχές γραντζουνιές στους τοίχους και τους κορμούς των πιο κοντινών στο σπίτι δέντρων να της θυμίζουν τους επισκέπτες της νύχτας που πέρασε.
Ξανάκλεισε τα εξωτερικά παντζούρια. Έτσι κι αλλιώς ποτέ της δεν είχε αγαπήσει τον ήλιο. Ακόμα και τώρα που της παρείχε τη μόνη αληθινή προστασία, ακόμα κι αυτές τις τελευταίες μέρες που το σκοτάδι μέσα της δυνάμωνε σε μια εξαντλητική απελπισία, σχεδόν αβάσταχτη μερικές φορές, τώρα που η φυσική της όραση εξασθενούσε και το κορμί της επέστρεφε αργά αργά στη λάσπη που το είχε γεννήσε κι οι φόβοι γύρω της δυνάμωναν, ακόμα και τώρα τον κρατούσε μακριά της.
Οι γάτες, οι έξι από τις εφτά, μπερδεύονταν χωρίς να νιαουρίζουν, με διακριτική επιδεξιότητα ανάμεσα στα πόδια της περιμένοντας να τους ανοίξει την πόρτα. Δεν τις είχε ταϊσει ποτέ. Τα πρωινά τούς άνοιγε την εξώθυρα κι εκείνες έφευγαν για να χαθούν άλλοτε στο δάσος κι άλλοτε στην πόλη ή τους περιφεριακούς χωματόδρομους και να επιστρέψουν ξανά το βράδυ με τη δύση ακριβώς την ίδια ώρα όλες μαζί, το ίδιο ζωηρές όπως είχαν φύγει το πρωί, από τις άγνωστες διαδρομές τους. Ήταν αλλόκοτες γάτες. Όμορφες, με στιλπνό και καθαρό μαύρο, σχεδόν σκούρο μπλε τρίχωμα, έξυπνα και ζωντανά μάτια. Είχαν εμφανιστεί, χωριστά η καθεμιά κάποια νύχτα τού μεσοκαλόκαιρου σε διαφορετικές εποχές να γδέρνουν την κλειστή της πόρτα με μαλακά νιαουρίσματα και τις είχε καλέσει να μπουν. Και τώρα αποτελούσαν κι αυτές ένα μέρος της παρηγοριάς και της προστασίας της.
Η πόρτα άνοιξε με ένα εκνευριστικό μουρμουρητό, σαν αντίσταση, στο τόσο πρωινό ξύπνημά της μετά από μια κουραστική νύχτα και το αργοκίνητο βλέμμα της Εσθέρ συνάντησε μια πλατιά, γνώριμη πλάτη προφυλαγμένη από την υγρασία κάτω από ένα βαρύ, ξεθωριασμένο μαύρο, σχεδόν γκρι πλέον, μανδύα καθισμένη στο κεφαλόσκαλο. Οι γάτες προσπέρασαν τον άνδρα, ακουμπώντας με τη σειρά μαλακά τα πλευρά και τους αγκώνες του, για να κατρακυλήσουν κατά το δάσος πίσω από το ποτάμι της ομίχλης που τραβούσε κι αυτό με τις υπόλοιπες ανάσες της νύχτας μέσα στο χώμα και τις ρίζες των δέντρων να ξεχαστεί και να διηγηθεί στη γη τα όνειρα της περασμένης του διαδρομής κι έπειτα να σχεδιάσει το ταξίδι της επόμενης.
«Έχεις έρθει από μέρες» μουρμούρισε η μάγισσα. Ο άνδρας σηκώθηκε από το κεφαλόσκαλο, έριξε πίσω την κουκούλα του και γυρνώντας προς το μέρος της χαμογέλασε φιλικά. «Περίμενα όμως να έρθεις αργότερα να με βρεις» συμπλήρωσε η νέγρα ανταποδίδοντας εγκάρδια το χαμόγελο.
«Άλλες είναι οι συναντήσεις που θέλω να αποφύγω κι εσύ το ξέρεις καλά» απάντησε ο Μελκόρ και η Εσθέρ διέκρινε καθαρά μέσα από το λιγοστό φως των ματιών της όλη τη θλίψη και την απελπισία που έκρυβε εκείνο το χαμόγελο.
Το δωμάτιο ήταν όπως το θυμόταν, μονάχα λίγο πιο γερασμένο κι αυτό και σκυθρωπό. Η ίδια ακαταστασία, τα ίδια σημάδια μούχλας στις γωνιές και τα δοκάρια, μονάχα λιγάκι πιο έντονα τώρα, δυναμωμένα από τον χρόνο και την αδράνεια. Η μεγάλη γριά γάτα λαγοκοιμόταν στο κρεβάτι με τα μάτια μισάνοιχτα σε μια λαμπερή σχισμή. Ο Μελκόρ, καθισμένος σε ένα χαμηλό σκαμνί μπροστά από τη μάγισσα στο τζάκι, κοίταξε τη γάτα με συμπάθεια. Τον είχε υποδεχτεί με ένα εγκάρδιο γουργούρισμα, ανοίγοντας διάπλατα τα θολά από τα γεράματα μάτια της, σχεδόν είχε προσπαθήσει να σηκωθεί, αλλά εκείνος δεν την είχε αφήσει.
«Έχει γεράσει πολύ πια» συμπλήρωσε τη σκέψη του η Εσθέρ. «Δεκάδες ανθρώπινες ζωές, αλλά δε θέλει να με εγκαταλείψει. Υποφέρει κι αυτή μαζί μου, για τα λάθη μου».
«Υπήρξες έρμαιο των φόβων σου» απάντησε ο Μελκόρ απαλά. «Όλοι μας κάποτε υπήρξαμε».
«Ανόητοι φόβοι» μουρμούρισε η μάγισσα. «Δεν υπάρχει πιο αργός κι επώδυνος θάνατος από εκείνον στον οποίο σε καταδικάζει ο φόβος. Καλύτερα τότε να είχα πεθάνει».
Ο Μελκόρ ακούμπησε τις παλάμες του πάνω στις αποστεωμένες πλάτες των χεριών της Εσθέρ και τα έσφιξε μαλακά. Ήταν ένα ζευγάρι νεκρά χέρια. Παγωμένα και ξερά, άνυδρη γη σε ένα από καιρό σκεβρωμένο κουφάρι. Η αίσθηση τον ανατρίχιασε. Παρόλα αυτά τα χάιδεψε μαλακά.
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, Εσθέρ» της είπε απαλά. «Τη χρειαζόμασταν και τότε. Και αν κι ο χρόνος δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω και να διορθώσουμε όσα έγιναν, μπορεί ωστόσο το κακό κάπως να διορθωθεί».
Η μάγισσα χαμογέλασε και το απρόσμενο εκείνο χαμόγελο χαράκωσε το πρόσωπό της με ακόμα περισσότερες ρυτίδες και τράβηξε τα χέρια της από εκείνα του Μελκόρ.
«Είχες υπάρξει πάντα ένας ευγενικός άνθρωπος. Αν και δεν είναι πια σωστό να λέω άνθρωπος... Δεν ήταν ούτε τότε...»
Ο Μελκόρ γέλασε και η γριά γάτα άνοιξε τα μάτια κι έριξε το θολό της βλέμμα στην πλάτη της μάγισσας.
«Νομίζω συμφωνεί  μαζί σου και η Άρα, ναι έχω πάψει από καιρό να είμαι άνθρωπος, μα νιώθω ξέρεις καμιά φορά όπως κι εκείνοι, υπήρξα κάποτε θνητός όπως κι εσύ».
Αυτή τη φορά ήταν η Εσθέρ που άπλωσε τα χέρια της στον Μελκόρ.
«Θα σας βοηθήσω, μα δεν μπορώ πολλά πια, το ξέρεις αυτό. Θέλω όμως μια χάρη, παιδί μου».
Η σκέψη του Μελκόρ βαθιά και σκοτεινή έπεσε πρώτα στα παγωμένα χέρια πάνω στα δικά του, κατόπιν στο πρόσωπό της, άνυδρο και σοβαρό, κι έπειτα στο σταθερό βλέμμα της γάτας που παρακολουθούσε με το κεφάλι ανασηκωμένο.
«Μη με λες παιδί σου» ψιθύρισε γεμάτος λύπη. «Μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά είμαι πολύ πιο μεγάλος από εσένα, ούτε και είμαι πια θνητός».
«Είσαι παιδί μου. Έχεις μπροστά μου τον σεβασμό και την ευγένεια ενός παιδιού προς τον γονιό του κι άλλωστε, ας μη γελιόμαστε, εγώ έχω γεράσει. Στην ψυχή και το σώμα. Εσύ όχι κι ούτε πρόκειται».
Ο Μελκόρ αναδεύτηκε κι έκανε κάτι να πει, αλλά η μάγισσα έσφιξε τα χέρια του στα δικά της.
«Θέλω να μου υποσχεθείτε τη συγχώρεση από εκείνους που αδίκησα και πως ο θάνατος θα έρθει από το δικό της χέρι, ξέρεις ποιας, απαγορεύεται να πω το όνομά της, μέχρι να έρθει η ώρα, για να μπορέσω να βρω τη γαλήνη. Αυτό να πεις στον Πατέρα, επιθυμώ τη συγχώρεση».
«Δεν είναι στο χέρι το δικό μου ούτε του Πατέρα να σου υποσχεθεί κάτι τέτοιο» απάντησε με λύπη ο Μελκόρ «κι αυτό το ξέρεις, Εσθέρ...»
«Αλίμονο, το γνωρίζω, υποσχεθείτε μου μόνο πως θα τη δω, να της ζητήσω εγώ αυτήν τη χάρη».
Ο Μελκόρ απέμεινε να την κοιτά στα μάτια, το βλέμμα του σταθερό κι αμετακίνητο, γεμάτο όμως από εκείνη τη γνώριμη οικειότητα της συμπάθειας που μας γεμίζει με προσδοκίες, όταν όλα φαίνονται χαμένα  και το απελπισμένο πρόσωπο της μάγισσας φωτίστηκε από ένα μεγάλο, φωτεινό χαμόγελο που παραμόρφωσε ακόμα πιο πολύ, σχεδόν τρομακτικά το πρόσωπό της, γιατί αισθάνθηκε τις σκέψεις του.
«Εσθέρ, δεν είμαι σε θέση να σου υποσχεθώ τίποτα. Θα κάνω όμως ό,τι περνάει από το χέρι μου και το ορκίζομαι αυτό, για να σε βοηθήσω και ξέρεις πολύ καλά ότι κρατώ τον λόγο μου».


Το πρωινό είχε προχωρήσει αρκετά, όταν έφυγε από την καλύβα τής μάγισσας. Υποδέχτηκε με χαρά τον δροσερό αέρα του δάσους μετά την αποπνικτική μυρωδιά της καλύβας που αργοπέθαινε ξεχασμένη από τους ανθρώπους και τον χρόνο στην απόμερη αυτή γωνιά μιας περιοχής, όπου κανένας από τους θνητούς εδώ και χρόνια δεν πλησίαζε, αφήνοντας τη νέγρα καθισμένη στο χαμηλό σκαμνί της μπροστά στο σβησμένο τζάκι παρέα με τη μισότυφλη γάτα της να υφαίνει τις προσδοκίες της λύτρωσης.
Και παίρνοντας ξανά τον δρόμο για το νεκροταφείο, ανάμεσα στα χνάρια που είχαν αφήσει οι επισκέπτες της προηγούμενης νύχτας, ο νους του κατρακύλησε στα πρώτα εκείνα χρόνια που είχε επισκεφτεί αυτόν τον τόπο, κυνηγημένος κι αυτός απ’ τους δικούς του φόβους και τα δικά του φαντάσματα και η λύπη του μεγάλωσε, λύπη για τη ζωή και τους ανθρώπους και τη δυστυχία που γεννούν οι ίδιοι στους εαυτούς τους από τις πράξεις τους.
Και κάπως έτσι επέλεξε να επιστρέψει από το πιο σκιερό μονοπάτι του δάσους κι από την πιο απομακρυσμένη διαδρομή, για να αφήσει τον νου του αμέριμνο να επιστρέψει πίσω, για να σκεφτεί, να αναλογιστεί και να αποφασίσει. Να αποφασίσει χωρίς να φοβάται και να απελπίζεται, γιατί ο φόβος, αυτό το αρχέγονο συναίσθημα των ανθρώπων, δεν τον είχε τελικά ποτέ εγκαταλείψει.


Δέσποινα Μανωλακάκη