Οι Ψιθυριστές (Κεφάλαιο 19)


ΜΙΣΕΡΙΣ

                «Αισθάνεσαι καλύτερα;» ρωτάω τη Ρέιβεν χώνοντας το πρόσωπό μου στο  πλάι του λαιμού της και μυρίζω άπληστα το άρωμα των λυτών μαλλιών της.

Τινάζεται τρομοκρατημένη. Τόση ώρα κάθεται σαν φάντασμα στην άλλη άκρη του κρεβατιού και κοιτάζει το υπερπέραν. Ούτε που βλεφαρίζει. Τα χείλη μου αφήνουν παιχνιδιάρικα φιλιά εδώ και εκεί κάτω από το αφτί της, ενώ τα χέρια μου τυλίγονται κτητικά γύρω από την λεπτή μέση της και την τραβούν πάνω στο μυώδες στέρνο μου. Ανασηκώνει τους ώμους της υποτονικά και πνίγει έναν βιαστικό λυγμό.
                «Πώς μπορώ να είμαι καλά;» ρωτάει άψυχα, λυπημένα. Στρέφεται προς το μέρος μου. «Μόλις αναστήθηκα και έμαθα, πως όλη μου η ζωή βασιζόταν σ’ ένα ψέμα. Ή πιο σωστά, σε μια σειρά ψεμάτων. Εντάξει, δεν θα στενοχωρηθώ για τους Λάντεν. Έτσι κι αλλιώς ποτέ τους δεν με αγάπησαν. Όμως ο Ντάριον δεν έφταιξε σε τίποτα. Ό,τι έκανε, το έκανε, για να με προστατέψει ακόμα και αν οι προθέσεις του άλλαξαν στο τέλος. Δεν θα καταφέρω να τον μισήσω και βλέποντάς τον έτσι…»
                «Δεν το κάναμε εμείς». Αποκρίνομαι θέλοντας, να σταματήσω τον μονόλογό της. Είμαστε υπεύθυνοι για πολλά άσχημα και ντροπιαστικά πράγματα, αλλά τον αδερφό της… δεν τον σακατέψαμε εμείς. Σε αυτό είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί της.
                «Τέλος πάντων». Δαγκώνει τα χείλη της ξεφυσώντας και γυρίζει το σώμα της προς το μέρος μου, έτσι που να είμαστε ακριβώς ο ένας απέναντι από τον άλλο. «Εσύ πάλι τι κάνεις εδώ; Στο κρεβάτι μου;»   
«Φαινόσουν χάλια. Δεν μπορούσα να σε αφήσω μόνη». Χαμογελάω και ανασηκώνω με νόημα τα φρύδια μου. Η Ρέιβεν αλληθωρίζει αποδοκιμαστικά και κατσουφιάζει.
                «Δεν χρειάζομαι νταντά!»
                «Όπως και να’ χει, δεν θα σε άφηνα από τα μάτια μου. Βλέπεις, η μητέρα με έχει ορίσει κάτι σαν… σωματοφύλακά σου. Και από τη στιγμή που στην Αστέρα δεν έχω την πολυτέλεια να απολαμβάνω την παρέα ωραίων δεσποινίδων, δεν θα άφηνα την ευκαιρία να πάει χαμένη!»
                «Τέλεια!» μουρμουρίζει άκεφα και μου γυρνάει πάλι την πλάτη της.
                Απ’ όταν επέστρεψε από το δωμάτιο του αδελφού της, δεν είχε πάψει να κλαίει. Κάποια στιγμή λιποθύμησε από την εξάντληση, παρόλα αυτά τα δάκρυα δεν σταμάτησαν να κυλούν από τις γωνίες των ματιών της. Είμαι κοντά της σχεδόν όλο το βράδυ και δεν μπορώ να φύγω αφήνοντάς την έτσι. Την λυπάμαι. Την φρόντισα, σαν να ήταν δική μου, σαν να ήταν η αγαπημένη μου Βικτώρια. Η μητέρα μου είχε καταφέρει να σπείρει μέσα της τον σπόρο της αμφιβολίας και σύντομα θα την κάνει υποχείριό της. Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει, να κυνηγάει την Φλόγα και δεν την νοιάζει, ποιος θα πεθάνει γι’ αυτό το καθήκον.
                «Με δάγκωσες;» με ρωτάει ξαφνικά βάζοντας φρένο στις αδιάφορες σκέψεις μου και ξεροκαταπίνω. Τι τώρα;
                Κουνιέμαι νευρικά πίσω της και ξεμπλέκω τα χέρια μου από τη μέση της γυρνώντας ανάσκελα. Με μιμείται. Και τι αν το έκανα; Βρικόλακας είμαι. Είναι λογικό, να αποζητάω το αίμα για τις ορέξεις μου. Στο Λανμό δεν υπάρχουν ζωντανά πλάσματα, με αποτέλεσμα ένα ζεστό κορμί, να είναι κάτι, που δεν απολαμβάνεις κάθε μέρα. Η αναγεννημένη Ρέιβεν είναι κάτι ανάμεσα σε ζωντανή και νεκρή, με τη μόνη διαφορά, ότι όταν το ελιξίριο την κάνει προσωρινά άνθρωπο, το αίμα της να γίνεται τόσο καυτό που…
                «Λιγάκι. Το αίμα σου με τρελαίνει, κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα…».
                «Τώρα δηλαδή είμαι δεμένη μαζί σου;» ρωτάει δήθεν ανέμελα χαζεύοντας μια τους ρόζους από τα ξύλα στο γερτό ταβάνι και μια τις ταπετσαρίες στους τοίχους. Η πράσινη φωτιά καίει ανενόχλητη στο τζάκι κατατρώγοντας με μανία κάτι, που μοιάζει με σάπιο ξύλο.
                «Όχι. Για να δέσεις κάποιον με τα δεσμά του Ιερού Φιλιού θα πρέπει, να πιείς πολύ μεγάλη ποσότητα από το αίμα του και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Δεν είναι κάτι, που μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη…» της αποκαλύπτω.
Τι την νοιάζει ο δεσμός του Ιερού Φιλιού; Από τη στιγμή που πέθανε ο δεσμός ανάμεσα σε εκείνη και τον Μπρόουν έσπασε. Τώρα που επέστρεψε, ο δεσμός τους ξύπνησε πάλι. Αν αυτοί οι δύο δεν έρθουν σε επαφή, τότε το Ιερό Φιλί θα σβηστεί και εκείνη θα είναι ελεύθερη από τον Μπρόουν.
                «Θα το κάνεις σ’ μένα;» επιμένει παρατηρώντας τα μυτερά μου δόντια, που έχουν ελευθερωθεί και παραμορφώνουν τα σαρκώδη μου χείλη. Προσπαθώ βιαστικά, να τα κρύψω στη θέση τους, όμως το αίμα που πάλλεται στο κορμί της με αναστατώνει. «Θα με δέσεις μαζί σου;»
                «Όχι. Σου είπα, δεν θέλω υποτακτικές. Άμα ξεκινούσε ένας τέτοιος δεσμός ανάμεσά μας, θα σε μεταμόρφωνα στο είδος μου ή θα σε σκότωνα δίχως δεύτερη σκέψη. Αλλά ποτέ δεν θα σε έφερνα σε θέση εξάρτησης από μένα».
                «Ο Μπρόουν θα με… άλλαζε, όμως ήμουν πολύ αδύναμη, για ν’ αντέξω τη μεταμόρφωση. Γι’ αυτό τελικά δεν το έκανε. Άκουσα τη Ντάρια, να του λέει, ότι ο δεσμός του Ιερού Φιλιού κάποια στιγμή θα με σκοτώσει».
                «Ναι κάποια στιγμή αυτό θα συμβεί. Όσο περισσότερο τρέφεται από το αίμα σου, εσύ εξαρτάσαι από εκείνον όλο και πιο πολύ. Απλώς η Ντάρια εννοούσε, ότι θα έρθει η ώρα, που δε θα έχεις, να του προσφέρεις τίποτα κι έτσι θα πεθάνεις».
                «Ω! Όμως το σημάδι στο χέρι μου συνεχίζει, να λάμπει πότε πότε…»
                «Θα πάψει, να το κάνει με τον καιρό. Να φροντίσεις, να μην ξαναβρεθείς σε αυτή την κατάσταση και επίσης θα σε συμβούλευα, να έμενες μακριά από τον αδερφό μου και τον Άσερ, και γενικά από τους φύλακες που έχεις στενή επαφή». Δεν προλαβαίνω, να τελειώσω την πρότασή μου και το άγριο βλέμμα που μου ρίχνει, στέλνει ανατριχίλες στην σπονδυλική μου στήλη.
«Ποια νομίζεις ότι είμαι; Καμία πόρνη που πηγαίνει με όλους;»
                «Α όχι, αυτόν τον τίτλο τον έχει η Βασάλτη. Μην παρεξηγείς τα λόγια μου. Απλώς είσαι νεκρή και κατά το ήμισυ Αβυσσαία, αφού το ελιξίριο παρασκευάζεται με το Σανκόκρετ. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι αν συμβεί κάτι μεταξύ σας, η δύναμή τους θα σε καταστρέψει. Θα σε κάψει».
                «Γιατί;» προβληματίζεται. Μην είσαι τόσο στενόμυαλη Ρέιβεν.
                «Διότι οι Αβυσσαίοι… Τέτοιου είδους δυνάμεις μάς σκοτώνουν. Δεν μπορεί, να υπάρξει Φύλακας Αβυσσαίος. Και αν ένας Φύλακας γίνει Αβυσσαίος η δύναμή του θα χαθεί. Ας πούμε, ότι αυτή είναι η Τάξη των πραγμάτων».
                «Εσύ είσαι Φύλακας, ο Φύλακας του Κεραυνού και είσαι Αβυσσαίος…».
                «Όχι. Κυβερνάω τους Αβυσσαίους, αλλά είμαι βρικόλακας. Οι πρόγονοί μου ήταν Καχίνλερ. Το ίδιο και οι δικοί σου». Χαμογελάω ευχαριστημένος με τον χαρακτηρισμό του Φύλακα. «Αλλά… δεν είμαι Φύλακας. Έναν Φύλακα μπορεί, να τον ορίσει μόνο κάποιος ανώτερός του. Ένας Ψιθυριστής. Εγώ απλά ελέγχω τη δύναμη του κεραυνού».
                «Εγώ δεν έχω δυνάμεις». Ψιθυρίζει όλο παράπονο. Εγώ από την άλλη νομίζω, ότι έχεις κάτι.
                «Δεν έχει σημασία το τι είσαι, αλλά το τι κάνεις». Παραδέχομαι και σκαρφαλώνω πάνω της στηρίζοντας το βάρος του κορμού της δεξιά και αριστερά από τους ώμους του.
Σκύβω και το μέτωπό μου πιέζει το δικό της. Κλείνει τα μάτια της και τείνει τα χείλη της προς το μέρος μου. Παρά την χλομάδα τους μου κεντρίζουν την περιέργεια. Πως θα είναι, αν τα φιλήσω; Αν περάσω τη γλώσσα μου από πάνω τους και τα γευτώ; Όμως αυτό δεν πρέπει, να γίνει.
                «Έχω τις δυνάμεις των Καχίνλερ, το ξέχασες; Θέλεις, να πεθάνεις από ηλεκτροπληξία;» χαχανίζω και απομακρύνομαι.
                Η Ρέιβεν μου χαρίζει ένα στραβό χαμόγελο και κρύβεται κάτω από τα σκεπάσματα ντροπιασμένη. Της πάει, να φέρεται χαριτωμένα και όχι σκληρά. Με κάνει να θέλω να την φάω. Βάζω τα γέλια σε αυτές  τις σκέψεις και σηκώνομαι από το κρεβάτι για να ντυθώ.
«Κάνε καμία βόλτα, μην κάθεσαι στο κρεβάτι». Την προτρέπω τραβώντας τα σκεπάσματα από πάνω της. Με χτυπά με το μαξιλάρι κάνοντάς με, να οπισθοχωρήσω ηττημένος. «Μάλιστα… Τότε, όσο θα τεμπελιάζεις, ξανασκέψου την πρόταση της Μοργκάνα. Ανυπομονεί για την απάντησή σου. Και φυσικά μην ξεχάσεις το ελιξίριο. Το δέρμα σου έχει ήδη αρχίσει ν’ ασπρίζει και να μυρίζει».            
Η Ρέιβεν κουκουλώνεται με τα σκεπάσματα και βυθίζεται στην θλίψη της μην δίνοντας καμία σημασία στα λόγια μου. Φεύγω… τι πεισματάρικο πλάσμα!


Ηλιάνα Κλεφτάκη