Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.11.18

Οι Ψιθυριστές (Κεφάλαιο 20)


ΜΟΡΓΚΑΝΑ

                Η αίθουσα των θρόνων είναι το πιο σκοτεινό μέρος σε όλο το Λανμό. Παράθυρα δεν υπάρχουν εκτός από δυο τρεις φεγγίτες στην θολωτή οροφή και οι πυρσοί στους τοίχους είναι ελάχιστοι, για να καταφέρουν, να σπάσουν εκείνο το απόκοσμο σκοτάδι. Οι τοίχοι είναι όλοι καμωμένοι από πέτρα και το πάτωμα από γυαλιστερό σκούρο πράσινο μάρμαρο. Ένα μεγάλο τζάκι πιάνει τον βορειοδυτικό τοίχο κι ένα γραφείο φορτωμένο με χάρτες και βιβλία τον ακριβώς απέναντι. Τίποτα άλλο.

                Ο Μισέρις με βρίσκει να κάθομαι σιωπηλή στον θρόνο μου, που είναι όλος καμωμένος από φίλντισι και χρυσό. Είμαι βυθισμένη στις σκέψεις μου και στα δάχτυλά μου κροταλίζει παιχνιδιάρικα ένα από τα κλειδιά των Κόσμων -το βιβλίο της Μοίρας, που ανοίγει την πύλη για τον δεύτερο Κόσμο και ονομαζόταν Ράκσα. Ο Μισέρις μένει σιωπηλός απέναντί μου παρατηρώντας με, θαυμάζοντάς με… δεν ξέρω ποτέ τι μπορεί να σκέφτεται ο γιος μου. Είναι τόσο μυστηριώδης και δε θα αποκαλύψει εύκολα τις σκέψεις του, αν δεν το θελήσει.
                Ο γιος μου είναι ο μοναδικός άντρας στη ζωή μου, που θέλω να με βλέπει όμορφη, χαμογελαστή και ευτυχισμένη. Είναι ο μόνος, που έχει σημασία στη σκοτεινή και ζοφερή ζωή μου. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν γυναίκα που θα ήθελε να έχει στο πλευρό του ο κάθε άντρας. Όμως ο μοναδικός που είχε την ευκαιρία, να με απολαύσει δεν με ήθελε. Ο μοναδικός που αποφάσισα, να του δώσω την ψυχή μου δε με θέλησε. Με είχε κακοποιήσει και πετάξει έξω από το κάστρο και την καρδιά του, σαν να μη σήμαινα τίποτε γι’ αυτόν.
Έβαλε στη ζωή του κάποια άλλη, κάποια που είχε δική της οικογένεια και ποτέ δε θα τον αγαπούσε πραγματικά. Ο Μισέρις μισεί τον πατέρα του γι’ αυτό. Τον μισεί, που με κάνει, να πονάει και να μαζεύω τα σκόρπια κομμάτια της υπερηφάνειάς μου. Τον μισώ και εγώ πλέον. Τόσο πολύ που τα λόγια δε φτάνουν, για να περιγράψουν τα συναισθήματά μου.
                Ο Μισέρις έρχεται προς το μέρος μου. Σηκώνω τα μάτια μου και τον κοιτάζω προσπαθώντας, να κρύψω την θλίψη μου. Υιοθετώντας το βλέμμα της σκληρής βασίλισσας, του κάνω νόημα, να πλησιάσει. Ο Μισέρις υπακούει και φτάνοντας μπροστά μου υποκλίνεται βαθιά.
                 «Βασίλισσά μου», ψιθυρίζει «είχατε καλόν ύπνο;»
                «Αρκετά καλό». Λέω κοιτάζοντας τα τέλεια κόκκινα νύχια μου. «Η μικρή πριγκίπισσα;»
                «Όχι και τόσο... Έβλεπε εφιάλτες και ψιθύριζε το όνομα του αδερφού της. Δεν νομίζω, πως ήταν σωστό, που αναφέρατε, ότι βρίσκεται εδώ».
                «Ήταν η ώρα να τον βάλουμε στο παιχνίδι, Μισέρι. Οι Φύλακες κάποια στιγμή θα επιστρέψουν στην Ακαδημία Ντρόκοα Θέριον. Θα ήταν καλό, να τους στέλναμε την Ρέιβεν, πριν φύγουν».
                «Μα… δεν θα της ξαναέδιναν την Φλόγα…»
                «Κι όμως θα το κάνουν. Της ανήκει, δεν μπορούν, να της την στερήσουν. Αλλά πριν φτάσουμε σε αυτό το θέμα, ενημέρωσέ με για το πού πέρασες τη νύχτα, γιε μου».
                Ο Μισέρις σφίγγεται. Σπάνια τον αποκαλώ έτσι -γιε μου- και πάντοτε φροντίζω, να τον επιπλήττω, να του φωνάζω και γενικά να δείχνει σε αυτόν το σκληρότερο πρόσωπό μου. Όσο και αν τον αγαπώ, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, δεν επιτρέπει συναισθηματισμούς. Ο καθένας έχει τη θέση του σε αυτόν τον πόλεμο και οι δική μου πέρα από το διοικητικό κομμάτι, είναι, να τον βάζω στη θέση του, όταν παραφέρεται. Πρέπει, να μάθει, ότι το καθήκον προέχει της διασκέδασης. Ανασήκωσε τους ώμους του.
«Πέρασα τη νύχτα μαζί της. Η αγκαλιά της ήταν πολύ πιο ωραία από το κρύο μου δωμάτιο».
                «Σωστά!» μονολογώ με σφιγμένα χείλη. «Σου αρέσει;» τον ρωτάω με φανερή δυσαρέσκεια.
                «Είναι πολύ όμορφη. Το δέρμα της μυρίζει τριαντάφυλλο, όταν το ελιξίριο κάνει τη δουλειά του και είναι τόσο απαλό, που μπορεί να βάλει σε πειρασμό ακόμα και άγιο! Γιατί όχι κι έναν πεινασμένο βρικόλακα;»
                «Ανήκει στον αδερφό σου. Είναι η υποτακτική του». Του υπενθυμίζω στενεύοντας τα μάτια μου. «Δάγκωσες κάποια, που ανήκει σε άλλον».
                «Ε και;» καγχάζει ενοχλημένος με την αντίδρασή μου ο Μισέρις.
                Ποτέ δεν του άρεσε, να τον συγκρίνω με τον Μπρόουν. Ακόμα και τώρα που μας είχε προδώσει, ο Μισέρι πιστεύει ότι θεωρώ τον Μπρόουν καλύτερό του, μόνο και μόνο επειδή είναι Φύλακας. Αλλά κάνει λάθος. Νοιάζομαι για τον Μπρόουν το ίδιο, όπως νοιάζομαι για τον Μισέρι. Οι διαμάχες και η ανταγωνιστικότητά τους ξεκίνησε εξαιτίας ενός κοριτσιού και με τον θάνατό της οι καβγάδες τους κόπασαν. Η Ρέιβεν σημαδεύτηκε από τον Μπρόουν και τώρα ο Μισέρις την διεκδικεί. Αναμφίβολα αυτό θα μας προκαλέσει μεγάλους μπελάδες και ειλικρινά… δε θέλω, να βλέπω τους δίδυμους γιους μου, να συμπεριφέρονται σαν εχθροί. Δεν είναι σωστό.
                «Αυτό είναι και το καλύτερο! Εξάλλου, απ’ ότι έμαθα, η μικρή μας φιλοξενούμενη δεν συμπαθεί και πολύ τον Μπρόουν».
                «Δεν μας αφορά! Είναι δική του και είτε της αρέσει είτε όχι, του ανήκει». Τον αποδοκιμάζω πικρά θέλοντας, να του βάλω μυαλό. Για ποιο λόγο είναι τόσο πεισματάρης;
                «Ώρα λοιπόν ν’ αλλάξει ιδιοκτήτη! Έτσι και αλλιώς ο δεσμός του Ιερού Φιλιού θα σβήσει αργά ή γρήγορα. Η Ρέιβεν πέθανε. Ο δεσμός έσπασε». Αρπάζεται αμέσως. «Ο Μπρόουν μου στέρησε τη μόνη υποτακτική που είχα και νοιαζόμουν. Θεωρώ δίκαιο, να πάρω τη δική του. Έχει τόσες, που δεν νομίζω να του λείψει…».
                «Είσαι πεισματάρης και ξεροκέφαλος Μισέρι. Μην ξεχνάς, ότι από την στιγμή που η Ρέιβεν, είναι η εύκολη λύση για να πιάσουμε την Φλόγα, δεν θα την έχεις για πάντα. Μην μπλέκεις τα συναισθήματα με το καθήκον».
                Ο Μισέρις δεν φαίνεται να ενοχλείται. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει αισθήματα για το κορίτσι, μάλλον ένα καπρίτσιο είναι όλη αυτή η ιστορία.
                «Γιατί απλώς δεν της παίρνεις την ψυχή, να τελειώνουμε; Αν δεν ήθελες, να ανακατευτώ, μπορούσες να βρεις κάποιον άλλο».
                «Δεν το έκανα, διότι… οι Φύλακες θα το καταλάβουν και δε θα την εμπιστευτούν. Πού ξέρεις, μπορεί με τη Φλόγα, να μας φέρει και τα περιδέραια. Και κανείς άλλος δεν υπάρχει για να την προσέχει. Ο Ντέιμον θα της πάρει το κεφάλι με την πρώτη ευκαιρία, που θα του δοθεί. Γνωρίζεις τον παρορμητικό χαρακτήρα του, έτσι δεν είναι;».
                Μένω για λίγο σκεπτική μετρώντας τα λόγια του. Το να κλέψω την ψυχή της και να την κάνω μαριονέτα μου, θα ήταν πολύ εύκολο, αλλά και επίφοβο. Δεν είμαι σίγουρη, αν θέλω, να πάρω αυτό το ρίσκο μια τέτοια στιγμή. Έχουμε τη Ρέιβεν στα χέρια μας και ο ψυχολογικός πόλεμος που κάνουμε στους Φύλακες με τον βασανισμό της είναι μεγάλος. Το μόνο που μένει, είναι η αλλαγή της γνώμης της. Πρέπει, να πάρει στα σοβαρά τα λόγια μου.
                «Αλλά τι σε κάνει, να πιστεύεις, ότι θα συμφωνήσει να σου δώσει την Φλόγα;» ρωτάει ο Μισέρις. «Δεν την έπεισες και πολύ χθες. Της αράδιασες μόνο μια ανόητη ιστορία, που πλέον έχει ξεχαστεί. Δεν σε πίστεψε…».
                «Δικό της πρόβλημα. Θα το κάνει με το καλό, αλλιώς θα την αναγκάσουμε με το άγριο. Δεν έχω σε τίποτα, να σκοτώσω τον μπάσταρδο τον αδερφό της -και το ξέρει πολύ καλά. Οι Λάντεν έφυγαν από τη μέση. Πλέον μένει η άλλη προδότρια, που πρέπει να κανονίσω. Η Κέιτλιν Ντόουβ». Απαντάω με σφιγμένα χείλη. Μια σκοτεινή ανάμνηση σκιάζει το πρόσωπό μου κάνοντας τα δόντια μου, να τρίζουν από θυμό. Γυρίζω προς τον Μισέρι: «Στο μεταξύ, εσύ χτύπα την ξανά. Κι αυτή τη φορά φρόντισε, να είναι ξύπνια».
                «Νομίζεις, ότι έτσι θα… ευαισθητοποιήσεις τη Φλόγα; Ότι κομματιάζοντας το σώμα του κοριτσιού θα την εκβιάσεις, να βγει από την κρυψώνα της;» λέει με έντονο ειρωνικό ύφος ο Μισέρις.
Είναι ολοφάνερο, πως δεν του καλοαρέσει η ιδέα να μαστιγώσει την Ρέιβεν. Την πρώτη φορά το έκανε πριν η ψυχή της επιστρέψει ολοκληρωτικά στο σώμα της, και μετά φρόντισε, ώστε οι πληγές της να επουλωθούν γρήγορα, προτού ξυπνήσει και ο πόνος την παραλύσει.
                «Όχι βέβαια αλλά θα ήθελα, να προκαλέσω λίγη επιπλέον αναταραχή στις ψυχές των Φυλάκων. Λες, να έχουν ενημερώσει την Μάργκορι; Θα με ενδιέφερε να μάθω τι όψη έχει το πρόσωπό της».
                «Μα, που να πάρει, είναι πια ζωντανή! Θα την βασανίσεις μόνο και μόνο, για να πληγώσεις τη μητέρα της; Νόμιζα ότι το είχες ξεπεράσει…».
                «Κι εσένα τι σε νοιάζει; Δεν είσαι εσύ αυτός, που θα πονέσει! Της ταιριάζει ο ρόλος του… αποδιοπομπαίου τράγου, δεν σκοπεύω ν’ αφήσω ανεκμετάλλευτη την μοναδική ευκαιρία που έχουμε…» σηκώνομαι από τον θρόνο μου και πλησιάζω τον γιο μου φωτισμένη μ’ ένα λυτρωτικό χαμόγελο. «Μην με απογοητεύσεις, Μισέρι. Θέλω να ξεσπάσεις όλη σου την οργή πάνω της. Κάνε το για χατίρι μου!» λέω φιλώντας τον στο μέτωπο. «Αλλά αν επιμένεις, ότι δε θες, να το κάνεις, να ξέρεις, ότι πάντα υπάρχει αντικαταστάτης για τις εντολές μου. Είμαι σίγουρος, ότι ο Ντέιμον θα χαρεί, να σε βγάλει από τη δύσκολη θέση αγαπητέ μου».
                Ο Μισέρις τραβιέται μακριά μου και φεύγει γρυλίζοντας κατάρες. Ποτέ δεν τον άρεσε, να χτυπάει γυναίκες. Το θεωρεί άνανδρο και ανώριμο. Δείχνει αδυναμία και έλλειψη αυτοκυριαρχίας. Το καθήκον είναι καθήκον και εκείνος οφείλει, να υπακούει την βασίλισσά του. Για το καλό του και το καλό της Ρέιβεν θα κάνει, όπως τον διέταξα.


Ηλιάνα Κλεφτάκη