Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.4.20

Στην Πένα


“Hunger always drives the beast, and the women fall prey...”
Μου το λένε οι Morbid Angel ξεκάθαρα: η πείνα πάντα οδηγεί το θηρίο. Φαίνεται πως εξημερώθηκα επικίνδυνα, αφού η πείνα μου έχασε την αίσθηση κατεύθυνσης, γιατί το στομάχι μου διαμαρτύρεται εδώ και ώρες, χωρίς να του δίνω σημασία.
Όχι, δεν είναι αυτό. Απλώς βαριέμαι να σηκωθώ και να βγω έξω, άσε που κάνει πολύ κρύο. Τέτοια ώρα τα περισσότερα φαγάδικα είναι κλειστά, οπότε δεν μπορώ να παραγγείλω. Πέρασα τις τελευταίες ώρες ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακούγοντας μουσική στη διαπασών, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσω να αγνοήσω την πείνα. Αποτυχία! Την ώρα που μπαίνει το σόλο του Trey Azathoth, το στομάχι μου το συνοδεύει με μία εξίσου μελωδική «πενιά». Το μήνυμα αυτήν τη φορά είναι ξεκάθαρο και φτάνει γρήγορα στον εγκέφαλο: πρέπει να βρω τρόπο να γεμίσω το στομάχι μου. Ξεφυσάω απογοητευμένος και σηκώνομαι αργά από το κρεβάτι. Κλείνω το στερεοφωνικό και βγάζω τις πιτζάμες μου. Ντύνομαι νωχελικά, φοράω κασκόλ, σκούφο, παλτό, γάντια και βγαίνω από το σπίτι. Καθώς με χτυπάει ο παγωμένος αέρας και ξεκινώ τη νυχτερινή περιπλάνηση, αναρωτιέμαι αν θα συναντήσω αρκούδες στον δρόμο να ψάχνουν για τροφή, πριν πάνε να χορέψουν σε κάποιο κλαμπάκι.
Όπως είναι αναμενόμενο, έξω στον δρόμο δεν κυκλοφορεί ψυχή. Μόνο ένας παλαβός θα τολμούσε να βγει έξω τόσο αργά, και με τέτοιο κρύο… Ή κάποιος απελπισμένος, όπως για παράδειγμα κάποιος που πεινάει πολύ. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι το βουητό από τις μηχανές των αυτοκινήτων. Δεν έχω καθίσει να το σκεφτώ, αλλά τώρα, μέσα στην ησυχία της νύχτας, μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι η κίνηση στους δρόμους δε σταματάει ποτέ. Πού μπορεί να πηγαίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι τέτοια ώρα; Άραγε ψάχνουν να βρουν κάτι να φάνε όπως εγώ; Στο μυαλό μου αρχίζουν να περνούν ιδέες για το τι θέλω να φάω απόψε. Η όρεξή μου τραβάει σπιτικό, μαγειρευτό φαγητό, όχι σάντουιτς και τέτοιες σαβούρες. Ξέρω ένα μέρος που μπορώ να φάω αξιοπρεπώς. Είναι λίγο μακριά, αλλά αξίζει τον κόπο να περπατήσω μέχρι εκεί. Άσε που με την κίνηση θα ζεσταθώ κιόλας. Ωραίο πράγμα να έχεις επιλογές. Αν ζούσα παλιότερα, τριάντα χρόνια πριν ας πούμε, το μόνο που θα έβρισκα να φάω τέτοια ώρα θα ήταν πατσάς. Δεν έχω φάει ποτέ αυτήν την αηδία, και δε θα το έκανα ποτέ, ακόμα και αν λιμοκτονούσα. Θα αναφωνούσα «Ζήτω η πρόοδος!» αυτήν τη στιγμή, αν είχα το κουράγιο. Μετά από μισή ώρα περίπου, φτάνω έξω από το εικοσιτετράωρο εστιατόριο. Μπαίνω μέσα και η ζεστασιά με ανακουφίζει ευχάριστα από την παγωνιά που επικρατεί στους δρόμους. Υπέροχες μυρωδιές έρχονται από την κουζίνα, οι οποίες σχεδόν μου προκαλούν μέθη. Βγάζω γάντια, σκούφο, παλτό, το κασκόλ μου και κάθομαι σε ένα τραπέζι δίπλα στον τοίχο. Επιτέλους, θα φάω νόστιμο φαγητό και η αποψινή περιπέτεια θα τελειώσει.
Είμαι συγκεντρωμένος χαλαρά στη μουσική η οποία βγαίνει σε χαμηλή ένταση από τα ηχεία, παρόλο που δεν είναι της αρεσκείας μου, όταν έρχεται ο σερβιτόρος για να μου πάρει παραγγελία. Μου κάνει εντύπωση το πόσο καλά είναι ντυμένος, για ένα τόσο παρακμιακό μέρος. Φοράει μαύρο λινό παντελόνι, λευκό πουκάμισο και κόκκινο παπιγιόν. Ακουμπάει στο τραπέζι μία κανάτα νερό και ένα ποτήρι και μου χαμογελάει. Το χαμόγελό του βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο επιτηδευμένο και το ειλικρινές.
- Καγησπέγα σας, κύγιε. Τι θα θέλατε να σας φέγω; Μήπως θα θέλατε να γίξετε μία ματιά στον κατάλογο πγώτα;
- Όχι, ευχαριστώ, δε θα χρειαστεί. Έχω ήδη αποφασίσει τι θα παραγγείλω. Θα μου φέρετε μία μερίδα πέννες με κόκκινη σάλτσα, παρακαλώ;
- Εξαιγετική επιλογή, αν μου επιτγέπετε. Είναι μία από τις σπεσιαλιτέ του σεφ μας. Όλοι οι πελάτες μας μιλούν με τα καγύτεγα λόγια ειδικά για την κόκκινη σάλτσα, την οποία φτιάχνουμε μόνο με ολόφγεσκες ντομάτες. Πογύ ωγαία, μήπως θα θέλατε να σας φέγω και κάτι να πιείτε;
- Ναι, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί θα ήταν ό,τι πρέπει.
- Ο κύγιος διαθέτει πολύ καλό γούστο. Χαίγομαι να εξυπηγετώ τόσο εκλεπτυσμένους πελάτες. Επιστγέφω αμέσως με το κγασί σας και οι πένες σας θα είναι έτοιμες το συντομότεγο δυνατόν.
Ο σερβιτόρος πηγαίνει πίσω στην κουζίνα και τον παρακολουθώ καθώς απομακρύνεται. Πού τον βρήκαν αυτόν τον τύπο; Πώς κατέληξε να γίνει σερβιτόρος σε αυτό το εστιατόριο, αντί σε κάποιο ξενοδοχείο πολυτελείας; Μου κάνει για τουρίστας ο οποίος ξέμεινε εδώ και δουλεύει για να βγάλει το εισιτήριο της επιστροφής. Ανάβω ένα τσιγάρο και, μόλις τραβάω την πρώτη ρουφηξιά, έρχεται ο σερβιτόρος με το κρασί. Πίνω την πρώτη γουλιά και το ευχαριστιέμαι. Το κρασί έχει ακριβώς τη γεύση που προτιμώ, ούτε πολύ γλυκιά, ούτε πολύ πικρή. Απολαμβάνω το τσιγάρο και το κρασί μου αργά, κοιτάζοντας έξω από την πόρτα του εστιατορίου. Η μυρωδιά της κόκκινης σάλτσας από την κουζίνα καθώς ετοιμάζεται μου γαργαλάει τα ρουθούνια. Ο σερβιτόρος δε λέει ψέματα, οι ντομάτες είναι πράγματι ολόφρεσκες. Το αποψινό γεύμα προβλέπεται πως θα είναι το καλύτερο που έχω φάει εδώ και πολύ καιρό, σχεδόν το ίδιο καλό με τη μαγειρική της μητέρας μου, όσο απίστευτο και αν ακούγεται.
Έχω αδειάσει το ποτήρι με το κρασί και κοντεύω να τελειώσω το πέμπτο τσιγάρο, όταν έρχεται ο σερβιτόρος με το πιάτο που παρήγγειλα. Αν το στομάχι μου μπορούσε να μιλήσει, αυτήν τη στιγμή θα τσίριζε από χαρά. Ο σερβιτόρος αφήνει στο τραπέζι το πιάτο, κουτάλι, πιρούνι και χαρτοπετσέτες με το λογότυπο του εστιατορίου.
- Καγή σας όγεξη, κύγιε. Όταν τελειώσετε, θα σας παγακαλούσα να συμπληγώσετε μία φόγμα αξιολόγησης, πεγιγάφοντας την αποψινή σας εμπειγία. Είναι πάγια τακτική του εστιατογίου μας. Στόχος μας είναι να πγοσφέγουμε πάντα την καγύτεγη ποιότητα στους πελάτες μας.
Ο σερβιτόρος κάνει μερικά βήματα και στέκεται λίγο πιο πέρα από το τραπέζι μου, με τα χέρια του πίσω. Δέκα με τόνο θα σας βάλω, χωρίς να γράψω αιτιολογία. Μου αρκεί που είστε ανοιχτοί τέτοια ώρα και γλίτωσα τη λιμοκτονία απόψε. Είμαι έτοιμος να πέσω με τα μούτρα στο φαγητό, αλλά όταν το βλέμμα μου πέφτει στο πιάτο παγώνω. Η έκπληξή μου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την πείνα την οποία αισθάνομαι και ίσως την ξεπερνά. Μετά την αρχική ψυχρολουσία, την έκπληξη διαδέχεται η απογοήτευση και στη συνέχεια η οργή. Καθαρίζω το λαρύγγι μου και γυρίζω στον σερβιτόρο, ο οποίος μοιάζει να ατενίζει το κενό, με πρόσωπο ανέκφραστο.
- Με συγχωρείτε…
- Παγακαλώ, τι θα θέλατε;
- Τι είναι αυτό που μου φέρατε να φάω;
- Πένες, όπως μας είπατε.
- Ακριβώς… Τότε γιατί μου φέρατε να φάω πένες για κιθάρα; Πρόκειται για κάποιου είδους κακόγουστο αστείο; Διότι σας πληροφορώ ότι δεν αισθάνομαι καμία ευθυμία αυτήν τη στιγμή και...
Ο σερβιτόρος συνοφρυώνεται. Είναι φανερά ενοχλημένος από την παρατήρησή μου και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος.
- Λυπάμαι πολύ, αλλά ο κύγιος δε φγόντισε να γίνει συγκεκγιμένος. Αν επιθυμούσατε να σας φέγουμε ζυμαγικά, έπγεπε να δηλώσετε ξεκάθαγα ότι θέλετε να φάτε πέννες, με δύο «ν».
Τα λόγια του με κάνουν έξαλλο. Καταβάλλω τεράστια προσπάθεια για να μην εκσφενδονίσω το πιάτο με τις πένες στο κεφάλι του και για να μην αρχίσω να ωρύομαι.
- Είσαστε σοβαροί; Πρέπει να δηλώσω ξεκάθαρα ότι θέλω να φάω ζυμαρικά σε εστιατόριο; Δεν είναι αυτονόητο; Αφήστε το, δε νομίζω ότι θα βγάλω άκρη. Είμαι έτοιμος να συμπληρώσω τη φόρμα αξιολόγησης. Μπορείτε να μου τη φέρετε;
- Πολύ ευχαγίστως... Αφού τελειώσετε το γεύμα σας. Πώς θα μας αξιολογήσετε αντικειμενικά, χωγίς να έχετε φάει ούτε μπουκιά από το πιάτο σας;
- Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό... Όχι, δεν το ζω αυτό απόψε. Φώναξέ μου τον διευθυντή. Πρέπει να του μιλήσω. Όχι, δε θα περάσει έτσι αυτό.
- Ο κύγιος διευθυντής είναι στο σπίτι του και κοιμάται. Μπογείτε να πεγάσετε αύγιο αν θέλετε, όταν...
- Δε με ενδιαφέρει. Να τον πάρεις τηλέφωνο και να τον ξυπνήσεις. Δεν μπορώ να περάσω αύριο. Δε θέλω να έρθω εδώ ξανά, το κατάλαβες;
Ο σερβιτόρος με κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάει. Τα μάτια του στενεύουν, πιέζει τα χείλη του μεταξύ τους και γυρίζει το βλέμμα του προς την κουζίνα.
- Γιώγο, μπογείς να έγθεις έξω, σε παγακαλώ; Έχουμε έναν άτακτο πελάτη, τον οποίο πγέπει να συνετίσεις.
Δεν ξέρω τι είδους συνετισμός είναι αυτός και δε σκοπεύω να μάθω. Πρέπει να φύγω γρήγορα από εδώ μέσα. Αυτό δεν είναι εστιατόριο, είναι τρελοκομείο. Σηκώνομαι απότομα και προσπαθώ να ελέγξω την ταραχή μου για να ντυθώ γρήγορα, αλλά έχω προλάβει να φορέσω μόνο το κασκόλ, όταν νιώθω ένα χέρι να με ακουμπάει στον αριστερό ώμο. Γυρίζω να δω ποιος είναι πίσω μου και αυτό που βλέπω μου προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη από τη φάρσα με τις «φαγώσιμες» πένες.

- Τι τρέχει, δικέ μου; Ποιο είναι το πρόβλημα με το πιάτο που σου φέραμε; Το δοκίμασες και δε σου αρέσει;
Μάλλον έχω παραισθήσεις. Κάποιος να με συνεφέρει αμέσως. Ο μάγειρας τυχαίνει να είναι κάποιος τον οποίο γνωρίζω καλά. Κάτω από άλλες συνθήκες, η συνάντηση μαζί του θα μου προκαλούσε ενθουσιασμό... Όμως οι τωρινές συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Μπροστά μου έχω αυτήν τη στιγμή ένα από τα ινδάλματά μου, τον Trey Azathoth. Περνούν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει και μετά καταφέρνω να ψελλίσω τις πρώτες λέξεις.
- Εσύ... Μα πώς... Τι κάνεις εδώ πέρα;
- Να σου πω την αλήθεια, ούτε εγώ γνωρίζω. Τη μία στιγμή βρισκόμουν στο στούντιο και έκανα εξάσκηση, την άλλη βρέθηκα εδώ στην κουζίνα. Τελείως κουλό, έτσι; Ούτε σε διήγημα του Λάβκραφτ δε θα μπορούσε να συμβεί. Αλλά μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι βρίσκομαι εδώ για εσένα. Με κάποιο τρόπο εσύ με κάλεσες να έρθω.
- Εγώ σε κάλεσα εδώ; Πώς... πώς το έκανα; Με το ζόρι το πήρα απόφαση να περπατήσω μέχρι εδώ, πόσο μάλλον...
- Όταν ήσουν στο σπίτι σου, άκουγες το «Dominate» δυνατά. Το πάθος σου για τη μουσική μου, σε συνδυασμό με την έντονη πείνα που ένιωθες, με έφεραν εδώ. Αφού ικανοποίησα τα αυτιά σου, ήρθα εδώ για να γεμίσω το στομάχι σου. Αλλά εσύ με προσβάλλεις γιατί δε δέχεσαι να δοκιμάσεις το φαγητό που σου έφτιαξα. Με δυσαρεστείς. Θα αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω δραστικά μέτρα...
- Τι... τι εννοείς;
- Δε θέλεις να ξέρεις... Τώρα πες μου, θα φας τις πένες ή όχι;
- Μα οι πένες δεν τρώγονται... Εγώ δε ζήτησα...
- Αν σου πω ότι τρώγοντας αυτές τις πένες, θα αποκτήσεις τις ικανότητές μου στην κιθάρα, θα το κάνεις;
- Ορίστε;
- Με άκουσες. Θα τις φας, ναι ή όχι;
- Δεν το πιστεύω...
- Μήπως πίστευες ότι κάποια στιγμή θα με συναντούσες και θα μαγείρευα κιόλας για πάρτη σου; Υπάρχουν άλλοι που θα σκότωναν για κάτι τέτοιο. Θα σε ρωτήσω για τελευταία φορά: θα τις φας τις αναθεματισμένες τις πένες, ή θα τις ρίξω στα σκουπίδια και θα υποστείς τις συνέπειες;
- Καλά... Αφού επιμένεις, και λες ότι θα έχω τέτοιο όφελος... Θα τις φάω...
- Καλή όρεξη. Και κοίταξε να καθαρίσεις το πιάτο. Αν αφήσεις έστω και λίγο, θα σε κάνω να το μετανιώνεις για πάντα.
Βγάζω το κασκόλ μου και κάθομαι διστακτικά. Κοιτάζω το πιάτο με τις πένες. Όλες έχουν το λογότυπο των Morbid Angel. Δεν το είχα παρατηρήσει πριν. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να τις φάω και θα γίνω ισάξιος αυτού του μεγάλου κιθαρίστα. Αν κλείσω τα μάτια καθώς τις βάζω στο στόμα μου, μπορεί να φανταστώ πως είναι... Άστο, δε γίνεται. Πάμε να τελειώνουμε γρήγορα με αυτό το σουρεαλιστικό περιστατικό. Τα μάτια του Trey και του σερβιτόρου είναι καρφωμένα επάνω μου, και το βλέμμα τους δεν είναι φιλικό. Πιάνω το κουτάλι και το βουτάω στο πιάτο. Το γεμίζω όσο γίνεται με μαγικές πένες και το φέρνω κοντά στο στόμα μου. Μη διστάσεις τώρα. Είναι ανήκουστο αυτό που συμβαίνει, αλλά σκέψου την ανταμοιβή. Έλα, το έχεις άνετα. Βαθιά ανάσα και πάμε...
Δυνατά, οργισμένα χτυπήματα πάνω στην πόρτα με ξυπνούν βίαια. Ανοίγω τα μάτια αργά, τα τρίβω και χασμουριέμαι. Είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και η μουσική παίζει ακόμα στη διαπασών. Τα χτυπήματα στην πόρτα γίνονται πιο επιτακτικά. Πιασμένος σε όλο μου το σώμα και θολωμένος από τον ύπνο, σέρνομαι σαν σαλιγκάρι ως την πόρτα. Όταν την ανοίγω, αντικρύζω τον γείτονα από το διπλανό διαμέρισμα. Η έκφραση που έχει το πρόσωπό του κάνει την Τασώ Καββαδία να μοιάζει με τη Hello Kitty.
- Ρε παπάρα, έχεις ιδέα τι ώρα είναι, γαμώ την πίστη σου; Δε θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε απόψε; Κλείσε το μπουρδέλο το στερεοφωνικό σου, μην μπω μέσα και το κάνω κομμάτια!
- Με συγχωρείς, με πήρε ο ύπνος ενώ...
- Τι «με συγχωρείς» μου τσαμπουνάς, ρε ηλίθιε; Και πώς μπόρεσες να κοιμηθείς με αυτόν τον σαματά; Να πεις ότι άκουγες μουσική της προκοπής... Άντε, τελείωνε, πρέπει να κοιμηθούμε γιατί αύριο μας περιμένει πάλι μια δύσκολη ημέρα.
- Εντάξει, και πάλι με συγχωρείς, δε θα...
Πριν ολοκληρώσω τη φράση μου, ο γείτονας επιστρέφει στο σπίτι του και κλείνει την πόρτα με θόρυβο. Πηγαίνω στο στερεοφωνικό και πατάω το κουμπί για να κλείσει. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού εξαντλημένος, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Ούτε κιθάρα μάθαμε να παίζουμε, ούτε φάγαμε σπιτικό φαγητό απόψε. Μία σουβλιά τρυπάει το στομάχι μου και δεν είναι από άγχος, αλλά από μια έντονη αλλά σιωπηλή υπενθύμιση ότι ακόμα δεν το έχω γεμίσει. Κοιτάζω τη συλλογή από CD επάνω στο στερεοφωνικό. Νομίζω πως ξέρω τι πρέπει να κάνω. Παίρνω όσα μπορώ σε κάθε χέρι και πηγαίνω στην κουζίνα. Τα τοποθετώ στο τραπέζι και μετά βάζω δύο φέτες ψωμί του τοστ σε ένα μικρό πιάτο. Πιάνω το πρώτο CD που βρίσκεται επάνω στη στοίβα. «Altars of madness», το αγαπημένο μου άλμπουμ των Morbid Angel. Φίλε μου Trey, ελπίζω να τηρήσεις την υπόσχεση που μου έδωσες νωρίτερα. Βάζω το CD πάνω σε μία φέτα, γαρνιρίζω με κέτσαπ, μουστάρδα και κλείνω με μία φέτα. Έτοιμο το γκουρμεδιάρικο σνακ της βραδιάς. Άντε και καλή όρεξη.


Γιαννης Πετρόπουλος