Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.5.20

Ματωμένες Πύλες (Κεφάλαιο 6)

Ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μέσα στην καλύβα που πριν από λίγες στιγμές είχε μονάχα θάνατο μέσα της. Αλλά εδώ δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει τίποτα το αρνητικό ή άσχημο. Δεν καταλαβαίνω. Για μια ακόμα φορά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει γύρω μου. Ήταν όλα ένα όνειρο; Ήταν όλα ένας μεγάλος εφιάλτης; Ο χώρος γύρω μου είναι καθαρός και στο τζάκι καίει δυνατή φωτιά, για να ζεσταίνει το μικρό σπίτι. Ένα καζάνι, που ευωδίες έρχονται από μέσα του, βράζει χηλό. Πού είναι η Ντόροθη; Πρέπει να είναι κάπου εδώ γύρω. Σηκώνομαι όρθιος και ψάχνω απεγνωσμένα το δωμάτιο για να βρω εάν κρύβεται κάπου το μικρό ζιζάνιο.
Ένας βαρύς ήχος κάνει την εμφάνισή του στο κεφάλι μου. Τικ, τοκ, τικ, τοκ… Κοιτάζω προς την κατεύθυνση από όπου έρχεται ο θόρυβος και αντικρίζω μπροστά μου τη χρυσή πύλη. Μα πώς; Το μυαλό μου μπερδεύεται και χάνω τη λογική μου. Η Ντόροθη! Πού είναι; Βγαίνω έξω και ψάχνω στον κήπο, γύρω από το σπίτι, αλλά δεν μπορώ να τη βρω πουθενά. Μαρία. Ντόροθη. Εχεκράτεια. Ένα ένα τα ονόματα πετάγονται στο μυαλό μου. Πού είναι όλοι; Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε μια φιγούρα που στέκεται στην άκρη της αυλής και ο άγριος άνεμος κυματίζει τα κόκκινα μαλλιά της.
«Εχεκράτεια!» φωνάζω και τρέχω προς το μέρος της. Γυρίζει το κεφάλι της και με κοιτάει. Είναι λερωμένη με αίμα και χώμα. Μου χαμογελάει με ένα πονεμένο συναίσθημα και καταρρέει. Αυξάνω την ταχύτητά μου και όταν φτάνω από πάνω της έχει ακόμα τις αισθήσεις της.
«Με συγχωρείς για αυτό, αλλά δεν έχω άλλες δυνάμεις…» μου λέει με το ζόρι ενώ όλο της το σώμα τρέμει. «Χρησιμοποίησα πολλές από τις δυνάμεις μου και έχω εξαντληθεί. Μην ανησυχείς, θα περάσει» συνεχίζει βλέποντας την ανησυχία στα μάτια μου και κλείνει τα μάτια της για να κοιμηθεί.
Κοιτάζω το περιβόλι μπροστά μου και βλέπω έξι φρέσκο-σκαμμένες λακκούβες και στο κέντρο ένα όνομα από πέτρες.
«Ντόροθη». Τελικά δεν ήταν ψέμα. Δεν ήταν εφιάλτης. Ήταν όλα ένα άσχημο παιχνίδι. Η Μαρία και η Ντόροθη είναι νεκρές. Και δε θα έρθουν ξανά πίσω στη ζωή μου. Τέλος… Παίρνω στα χέρια μου την Εχεκράτεια και την κουβαλάω πίσω στην καλύβα. Την ακουμπάω εκεί που κοιμόμουν πριν από λίγο. Τώρα είναι η σειρά της να ξεκουραστεί. Το ρολόι δε σταμάτα. Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον βαθιά μέσα στην ψυχή σαν να μπορούμε να πούμε ιστορίες μεταξύ μας. Η ώρα περνάει, αλλά όχι αργά. Σε λιγότερο από μία ώρα η Εχεκράτεια ξυπνάει. Ανοίγει τα μεγάλα μάτια της και με κοιτάει.
«Μαξ» ψιθυρίζει και πλησιάζω στο πλάι της. «Ξάπλωσε μαζί μου» μου λέει ενώ δείχνει τον χώρο δίπλα της. Στην αρχή σαστίζω αλλά στη συνέχεια απλώς υπακούω. Γυρίζω το σώμα μου έτσι ώστε να την κοιτάω, ενώ εκείνη είναι ξαπλωμένη ανάσκελα. Ένα δάκρυ πέφτει στο πλάι του προσώπου της και εγώ της το σκουπίζω.
«Η μικρή μου έδειξε κάποιες αναμνήσεις της. Θα σου πω ό,τι επιτρέπεται να μοιραστώ μαζί σου, μόνο και μόνο για να καταλάβεις γιατί πέθαναν. Δε θέλει να κατηγορείς τον εαυτό σου» μου λέει και κατευθείαν σηκώνομαι καθιστός δίπλα της και την κοιτάζω.
«Σε παρακαλώ. Πρέπει να μάθω. Και το γνωρίζεις…» της λέω ενώ πιάνω το χέρι της. Άλλο ένα δάκρυ πέφτει, αλλά αυτή τη φορά δεν το σκουπίζω. Το αφήνω να πέσει απαλά πάνω στο μαξιλάρι της.
«Πολύ καλά τότε» αποκρίνεται και ένα ρίγος με διαπερνά. Μια ζέστη ανάμεσα στα χέρια μας με κάνει να μουδιάσω και ξαφνικά βρίσκομαι μέσα σε μια μεγάλη έρημο. Η έρημος είναι διαφορετική αυτή τη φορά. Δε μιλάμε για ένα σφραγισμένο και απαγορευμένο παρελθόν. Εδώ θα δω ξεκάθαρες αναμνήσεις. Δε φυσάει δυνατός αέρας, ούτε υπάρχει ήλιος που μαστιγώνει το δέρμα μου. Ένα γλυκό γέλιο έρχεται στα αυτιά μου και κοιτάζω πίσω μου.
«Ντόροθη;» ρωτάω και βλέπω το γλυκό μου κορίτσι να με κοιτάζει χαρούμενα και παιχνιδιάρικα.
«Έλα, μεγάλε αδερφέ! Έλα! Πρέπει να πας επιτέλους στο σπίτι! Σε περιμένουν!» μου λέει, ενώ με τραβάει από το χέρι. «Πρώτα όμως πρέπει να σου δείξω κάτι. Αλλά μην το πεις στη μαμά. Εκείνη μου τα έδειξε όλα. Θα με σκοτώσει εάν μάθει ότι στο είπα!» μου λέει ντροπαλά και με οδηγεί σε ένα τεράστιο αρχαίο σπίτι. Όχι, δεν είναι σπίτι. Είναι αρχαίος ελληνικός ναός. Μπαίνουμε μέσα και βλέπω τη Μαρία με πανοπλία, σκυμμένη μπροστά από μια χρυσή οντότητα. Μιλάνε αρχαία ελληνικά και λατινικά και δεν καταλαβαίνω τίποτα.
«Ντόροθη, τι λένε;» τη ρωτάω ενώ με κρατάει ακόμα από το χέρι. Σκέφτεται για ένα λεπτό και μετά χαμογελάει.
«Αυτό ίσως βοηθήσει» λέει και με μια της κίνηση όλα όσα λένε βγάζουν νόημα.
«Μάλιστα, κύριε» λέει η Μαρία και σηκώνει το κεφάλι της.
«Μη με απογοητεύσεις» λέει η χρυσή σφαίρα φωτός με επιβλητική φωνή. Δεν πρόλαβα να ακούσω όλη τη συζήτηση. Ο χώρος αλλάζει απότομα και βρίσκομαι σε ένα νοσοκομείο. Βλέπω τη Μαρία να φέρνει στον κόσμο την Ντόροθη. Στην επόμενη σκηνή, που διαδέχεται αστραπιαία την προηγούμενη, είμαι σε ένα μεγάλο, πολυτελές σπίτι. Βλέπω τη Μαρία να τσακώνεται με έναν άντρα.
«Δεν μπορείς να κάνεις το παιδί μας δοχείο δυνάμεων ενός εξορισμένου τέρατος!» φωνάζει ο άντρας καθώς χτυπάει τα χέρια του στο τραπέζι.
«Δεν το επέλεξα εγώ! Νομίζεις ότι δε θέλω να ζήσει σαν απλή θνητή; Γεννήθηκε απλός άνθρωπος, όπως εσύ. Κάθε φορά που ένα δοχείο είναι έτοιμο να σπάσει, η ενέργειά του από μόνη της διαλέγει το επόμενο δοχείο για να μεταφερθεί. Πού να φανταστώ ότι η κόρη μου θα γινόταν Capsula;» Στην άκρη του δωματίου βλέπω μια ακόμα αντρική φιγούρα να στέκεται στο πλάι της πόρτας, ενώ ακούει όλη τη συζήτηση. Ο άντρας είναι εγώ, για μια ακόμα φορά... Αλλά είναι στην ηλικία που είμαι τώρα. Κανονικά τότε θα έπρεπε να ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν καταλαβαίνω...
«Εσύ φταις! Εσύ φυλάκισες την κόρη μου! Τέρας!» μου φωνάζει ο άντρας και τρέχει κατά πάνω μου. Η σκηνή αλλάζει ξανά και βρίσκομαι ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι. Η Μαρία βρίσκεται στο προσκέφαλό μου και ένα απαλό φως βγαίνει από το χέρι της, ενώ εγώ κλείνω τα μάτια μου. Μίσος και πόνος ζωγραφίζεται στο βλέμμα της. Το στόμα της δείχνει αηδιασμένο, ενώ ένα δάκρυ τρέχει στο πρόσωπό της. Τρέμει καθώς με κοιμίζει με το μαγικό της φως.
«Θα ξεχάσεις για μια ακόμη φορά. Όπως ξέχασες τόσα εκατοντάδες χρόνια ως θνητός. Και όπως ξέχασες και τη ζωή σου ως…» Ο ήχος κάνει παράσιτα, σαν να είχε κακή σύνδεση, και δεν καταφέρνω να ακούσω πως με αποκάλεσε.
Η σκηνή αλλάζει και φτάνουμε στο σήμερα. Η Μαρία βρίσκεται στο δωμάτιο με την Ντόροθη και της εξηγεί τα πάντα. Της λέει ότι γεννήθηκε και πήρε μέσα της τις δυνάμεις μου, που έχουν χωριστεί σε τρία μέρη. Το εξηγεί σαν παραμύθι, τόσο απλά. Το ένα μέρος είναι το σώμα μου, που μόνο θνητό δεν είναι. Είμαι αθάνατος και απλώς ανανεώνουν κάθε τόσο τις αναμνήσεις μου με ξόρκια δέσμευσης. Το δεύτερο μέρος είναι ένα δοχείο που είναι πάντα το πρώτο που σπάει. Όταν σπάει αυτό το μέρος, τότε παίρνω πίσω ότι μου ανήκει, αλλά σε μικρό βαθμό. Αυτό το δοχείο ήταν η Ντόροθη. Το τρίτο μέρος είναι πάλι ένα δοχείο, το οποίο παίρνει μέσα του όλη την υπόλοιπη ενέργειά μου. Η Μαρία αναφέρει μια συγκεκριμένη ονομασία με την οποία αποκαλούν αυτούς τους ανθρώπους, αλλά πάλι ο ήχος δε με αφήνει να καταλάβω. Αυτό το δοχείο είναι σχεδόν αδιανόητο να σπάσει. Αυτή είναι η διαδικασία όταν φυλακίζεται ένας μεγάλος δαίμονας και το δοχείο τις περισσότερες φορές είναι κάποιο σφραγισμένο αντικείμενο. Πώς ακριβώς αρρώστησε η Ντόροθη; Αφού είχε μέσα της την ενέργειά μου.
Τι συνέβη;
Η εικόνα γύρω μου αλλάζει και φτάνουμε στις προηγούμενες μέρες. Βλέπω την Ντόροθη να κείτεται στη μέση του δρόμου και με μια κίνηση μπαίνω μέσα στα όνειρά της. Βρίσκεται σε ένα νεκροταφείο. Προχωράει μόνη μέσα στην ερημιά και μπαίνει μέσα σε ένα μαυσωλείο. Είναι πολύ παλιό και λατινικά, που δεν κατανοώ, αναγράφονται στις πύλες του. Μυρίζει θάνατο και μια ανατριχιαστική ενέργεια αναβλύζει από τα έγκατα της γης. Κατεβαίνει τις σκάλες και μπαίνει στην κύρια αίθουσα. Κρυώνει και αρχίζει και τρίβει τα μπράτσα της με τα χέρια της για να ζεσταθεί. Είναι σκοτεινά αλλά φαίνεται να ξέρει πού πάει. Ανάβει ένα σπίρτο που βγάζει από το παντελόνι της και με αυτό ανάβει μια δάδα σχεδόν δίπλα μου.
Την ακολουθώ. Η Ντόροθη ανοίγει μια κρυμμένη πόρτα που δεν είχα δει στον τοίχο, σφραγισμένη με ρούνους. Κάποιος όμως έχει ήδη σπάσει τη μαγεία που κρατάει ασφαλές αυτό το μέρος. Εδώ μέσα κάνει ακόμα περισσότερο κρύο και παγωμένος αέρας έρχεται πάνω της. Η Ντόροθη ακούει μια γυναικεία φωνή και την ακολουθεί. Αλυσίδες ακούγονται από το τέλος του δωματίου. Και ξαφνικά σαν λυσσασμένο σκυλί πετάγεται μέσα από το σκοτάδι μια γυναίκα. Είναι βρώμικη και πολύ αδύνατη. Φαίνεται όμως τρομοκρατημένη. Δεν είναι ένα τρελό τέρας.
Ω, Θεέ μου. Είναι η κοπέλα από τα όνειρά μου. Η Ελπίδα. Η Spero. Μόνο που τη βλέπω έτσι η καρδιά μου πονάει, χωρίς να ξέρω τον λόγο. Θέλω να τη βοηθήσω να βγει από εκεί και να την κάνω ευτυχισμένη, κάτι που της έχουν στερήσει εδώ και πολλούς αιώνες. Πλησιάζει την Ντόροθη σαν να βλέπει θαύμα και το πρόσωπό της από άγριο και ταλαιπωρημένο φωτίζεται.
«Mortem…» λέει ενώ απλώνει το χέρι της για να ακουμπήσει τη μικρή. Τα μάτια της βουρκώνουν. Μετά όμως από μερικές στιγμές, όταν κοιτάει ξανά τη μικρή, σοβαρεύει.
«Ο Mortem θα ξυπνήσει. Το αισθάνομαι. Θα πάρει πίσω ό,τι του ανήκει. Και τότε όλοι θα πεθάνετε. Όλοι… Δε θα μείνει κανένας πια. Ούτε δαίμονας. Ούτε άγγελος... Άκου!» λέει και δείχνει προς τα πάνω. Η Ντόροθη προσπαθεί να ακούσει,  τεντώνοντας τα αυτιά της.
«Το ακούς αυτό;» συνεχίζει και η Ντόροθη την κοιτάει τρομοκρατημένη, σαν πράγματι να άκουσε κάτι πολύ κακό.
«Ήδη έχει αρχίσει. Κουράστηκε να παίζει μαζί σας και με φωνάζει να πάω πίσω στην αγκαλιά του. Λυπάμαι, μικρή μου, αλλά πρέπει να πάω να τον δω» λέει και, ενώ χαμογελάει, κρύβεται πίσω στις σκιές της. Η Ντόροθη ξυπνάει και μαζί της έρχομαι πίσω στην έρημο. Με κρατάει ακόμα από το χέρι και με κοιτάζει. Από τη μια έμαθα πολλά πράγματα, αλλά από την άλλη νιώθω πως δεν κατάλαβα τίποτα. Κάτι βαθιά μέσα μου λέει ότι δε θα είναι τόσο εύκολο να μάθω όλη την αλήθεια από την αρχή...
Αλλά τώρα κάποια πράγματα βγάζουν νόημα. Τη στιγμή που μιλούσε η Ντόροθη με τη Spero, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, ήρθε και στα δικά μου όνειρα. Δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Η Spero έφτιαξε αυτά τα όνειρα, όταν κατάφερε έστω και για λίγο η Ντόροθη να την ελευθερώσει, ανοίγοντας την πύλη της. Η πόρτα δεν ήταν σφραγισμένη, κάποιος είχε σπάσει τους ρούνους, αλλά ήταν παρόλα αυτά κλειστή. Και η Ντόροθη την άνοιξε. Έπειτα, η Ντόροθη αρρώστησε, γιατί εγώ άρχισα να παίρνω πίσω ό,τι είναι δικό μου. Σιγά σιγά έγινε απλή θνητή, και έτσι κάθε φορά που ξεκλειδωνόταν κάτι μέσα μου, εκείνη χειροτέρευε. Για αυτό ένα τόσο μικρό παιδί βρήκε τόση δύναμη φωτός για να μας προστατέψει. Δεν ξέρω εάν είναι λογικά ή σωστά αυτά που λέω. Όχι... λογικά δεν είναι σίγουρα. Είμαι άραγε το θύμα ή ο φυλακισμένος θύτης σε αυτή την υπόθεση;
«Μαξ; Τώρα που σου τα έδειξα όλα και καταλαβαίνεις, υποσχέσου μου ότι δε θα καταστρέψεις κανέναν…» μου λέει με δάκρυα στα μάτια. Όλος ο κόσμος μου χάνεται. Ποιος είμαι; Τι έκανα εγώ και η Spero και μας φέρονται έτσι; Εγώ φταίω που πέθανες, μικρή μου…Εγώ επέλεξα να ξυπνήσω. Τι έκανα; Η Ντόροθη ακόμα περιμένει απάντηση, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω κάτι τέτοιο ξέροντας μόνο τη μισή αλήθεια. Αλλά πρέπει. Πρέπει να το κάνω. Για εκείνη.
«Φυσικά, μικρή μου. Δε θα το έκανα ποτέ αυτό και το ξέρεις» της λέω ενώ πιάνω το προσωπάκι της μέσα στα χέρια μου. Σταματάει να δακρύζει και μου χαμογελάει από τα βάθη της ψυχής της.
«Τότε πρέπει να πας στο σπίτι με τα αδέρφια σου. Πρόσεχε όμως γιατί σε ψάχνουν όλοι για να σε πάρουν με το μέρος τους. Μόνο στα αδέρφια σου να πας» μου λέει και ο άνεμος τη διαλύει σαν μια μάζα άμμου και φεύγει μακριά.
«Αντίο, Μαξ!» ακούω την κελαηδιστή φωνή της να χάνεται.
«Αντίο, Ντόροθη» λέω ενώ τη νιώθω ακόμα στα χέρια μου. Ανοίγω τα μάτια μου. Μπροστά μου η Εχεκράτεια με κοιτάει με ένα βλέμμα συμπαράστασης. Άραγε τα είδε όλα αυτά; Ποια είναι τα αδέρφια μου; γυρίζει η ερώτηση στον νου μου. Το σώμα μου τρέμει, αλλά πρέπει να ηρεμήσω. Δεν μπορώ να μείνω με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν μπορώ να μείνω άπραγος. Πρέπει να βρω την αλήθεια και θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να τα καταφέρω. Για να καταλάβω ποιος είμαι. Τι έκανα… Μα κυρίως για να μάθω την αλήθεια για τον κόσμο. Για κάτι που μας κρατάνε κρυφό. Για κάτι που δε θέλουν να δούμε. Το αξίζω πραγματικά.
«Λοιπόν; Πού πάμε μετά;» με ρωτάει και μου χαμογελάει σαν να ξέρει ήδη τι θα απαντήσω. Αφήνει τα χέρια μου και σηκώνεται όρθια. Κάνει έναν κύκλο μέσα στο δωμάτιο και καταλήγει δίπλα στην πύλη. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στη χρυσή πόρτα.
«Στη ζώνη του λυκόφωτος» λέω χαμογελώντας. Θα μάθω ποιος είμαι. Και ό,τι και εάν συμβεί, θα κάνω το σωστό… Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω…  


Παρασκευή Γκύζη