Φοίνιξ (Κεφάλαιο 11)

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 5:55

Ο Κρίστοφερ μπήκε μέσα στο διαμέρισμά του, έχοντας ένα κακό προαίσθημα να τον κυνηγάει από την ώρα που έφυγε. Έβγαλε τη μάσκα του και επεξεργάστηκε το χώρο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό και ανατριχιαστικά ήσυχο, ενισχύοντας την ανησυχία του. Κατευθύνθηκε προς την ανοιχτή πόρτα του δωματίου του Τζέιμς και προχώρησε προς τα μέσα. Το σεντόνι του κρεβατιού ήταν ελαφρώς τσαλακωμένο και ο μικρός του αδελφός ήταν άφαντος. Με γοργό βήμα έψαξε όλο το σπίτι, αλλά δεν τον βρήκε πουθενά.

 Πληκτρολόγησε τον αριθμό του κινητού του στη δική του συσκευή και την τοποθέτησε δίπλα στο αυτί του. Ο ήχος κλήσης του Τζέιμς ήχησε δυνατός στα αυτιά του, προμηνύοντας κάτι δυσάρεστο. Βρήκε τη συσκευή στο κομοδίνο. Ο αδελφός του δεν πήγαινε πουθενά χωρίς αυτή. Πανικός τον κατέκλυσε και έπιασε ξανά το κινητό του για να ειδοποιήσει τον Μαξ και τον Άγγελο. Ο Μαξ το σήκωσε στον τρίτο χτύπο. 

«Γαμώ, μόλις πού με είχε πάρει ο ύπνος!»

«Και με αυτό που θα σου πω θα σου φύγει τελείως!».

Άκουσε έναν γδούπο και κατάλαβε ότι ο φίλος του είχε μόλις πέσει από το κρεβάτι. «Ωχ» ήταν το μόνο που είπε, δίνοντας έτσι έναυσμα στον Κρίστοφερ να συνεχίσει.

«Ο Τζέιμς εξαφανίστηκε» είπε, και η εν λόγω φράση ακουγόταν πιο τραγική τώρα που την έλεγε φωναχτά. «Δεν είναι πουθενά στο σπίτι και το κινητό του είναι παρατημένο στο κομοδίνο του!»

«Είσαι σίγουρος ότι δεν έχει βγει για καμιά βόλτα;»

«Ναι, Μαξ! Ακόμα βόλτα να ήταν, το κινητό θα το είχε πάρει μαζί του!»

Άκουσε τον συνομιλητή του να βρίζει χαμηλόφωνα. «Έρχομαι από εκεί» δήλωσε και τερμάτισε την κλήση. Επόμενο βήμα: να ειδοποιηθεί ο Άγγελος. Εκείνος το σήκωσε στο έβδομο κουδούνισμα και η βραχνή του φωνή αντήχησε στο ακουστικό. 

«Τι έγινε, Κρις και παίρνεις τηλέφωνο αξημέρωτα;»

«Ο Τζέιμς… χάθηκε! Δεν είναι στο σπίτι!»

«Μήπως πήγε για πρωινό τρέξιμο;»

«Ποιο πρωινό τρέξιμο;» έκανε πανικόβλητος ο νεαρός. «Ο Τζέιμς δεν ξυπνάει ποτέ πριν τις δέκα το καλοκαίρι!»

«Αυτό δεν είναι καλό...» σχολίασε ο Άγγελος από την άλλη άκρη της γραμμής. «Θα ειδοποιήσω και τη Χλόη, μήπως μπορεί ο Σμαραγδένιος Δράκος να μας βοηθήσει».

«Έγινε, σε ευχαριστώ πολύ, Άγγελε».

«Α, και σε δέκα λεπτά, το πολύ, θα είμαστε εκεί…»

Ο Κρίστοφερ έβαλε το κινητό πίσω στην τσέπη του δερμάτινου τζάκετ του και πέρασε την γαντοφορεμένη παλάμη του πάνω από το πρόσωπό του. Στο μυαλό του έβαζε τα χειρότερα και το ένα σενάριο ήταν χειρότερο από το άλλο. Μέσα στα επόμενα λεπτά κατέφτασαν ο Μαξ, ο Άγγελος και η Χλόη.

«Κρις» έκανε ο νεαρός με τα γαλανά μάτια και ο φίλος του γύρισε να τον αντικρίσει. «Θα τον βρούμε. Δεν πρόκειται να έχει πάει μακριά».

«Μπορώ να ανιχνεύσω τον Φοίνικα με τη δύναμη του Δράκου» πρότεινε η Χλόη και ο Κρίστοφερ απλά έγνεψε συγκαταβατικά. Εκείνο το κακό προαίσθημα ακόμα το είχε. Και όσο πήγαινε γινόταν όλο και χειρότερο.

«Πάω να τον ψάξω» ανακοίνωσε, αλλά ο Μαξ τον έπιασε γερά από το μπράτσο.

«Πήγαινε άλλαξε ρούχα πρώτα. Ο ήλιος έχει ανέβει στον ουρανό».

Ο Κρίστοφερ έγνεψε καταφατικά, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορούσε να βγει στο φως της μέρας με τη στολή των Φαντασμάτων. Έτσι, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του για να αλλάξει ρούχα. Σε δύο λεπτά ήταν έτοιμος.

«Χλόη, βρήκες τίποτα;»

Η κοκκινομάλλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

«Κάτι με εμποδίζει, ή καλύτερα, κάποιος».

«Γνωρίζουμε ποιος είναι;» ρώτησε ο Μαξ.

«Αν θυμάμαι καλά, τον λένε Λούκας. Εκείνος ο νεαρός με τη δύναμη των ρούνων».

Οι τρεις νέοι αλληλοκοιτάχτηκαν. Το ίδιο συναίσθημα είχε ζωγραφιστεί στα πρόσωπά τους, ο θυμός. Είχαν όλοι τους προηγούμενα με τον Λούκας και αυτό ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

«Πρώτα η προδοσία στην ομάδα -» είπε ο Μαξ.

«-Στη συνέχεια με έναν ρούνο με έστρεψε εναντίον σας και δύο φορές μάλιστα!» συνέχισε ο Άγγελος.

«Και τώρα απήγαγε το μικρό μου αδερφό!» συμπλήρωσε ο Κρίστοφερ. «Αυτό παραπάει!»

«Το κάθαρμα! Τώρα θα δει την οργή μας!» σχολίασε ο νεαρός με τα γαλανά μάτια.

Ο Κρίστοφερ έκανε να φύγει, αλλά ευτυχώς τον πρόλαβε η Χλόη και τον έπιασε γερά από το μπράτσο. 

«Κρις, το ξέρω πως θέλεις να τον κάνεις να υποφέρει, αλλά χρειαζόμαστε ένα σχέδιο».

«Εδώ η Χλόη έχει δίκιο» συμφώνησε ο Άγγελος. «Μπορεί να τον μισούμε και να θέλουμε να τον δούμε νεκρό, αλλά δε γίνεται να πάμε εκεί έτσι απλά…»

Δευτέρα 28 Αυγούστου, 8:01

Το φως του ήλιου, το οποίο τον χτυπούσε στα μάτια, τον έκανε να ξυπνήσει. Άνοιξε τα βλέφαρά του σιγά σιγά και ανασηκώθηκε. Του πήρε μερικά λεπτά μέχρι να θυμηθεί τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας και έβρισε χαμηλόφωνα. Ο Τζέιμς προσπάθησε για ακόμη μία φορά να αποδράσει από το δωμάτιο, αλλά οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό. Όσο ο Φοίνικας δεν ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει, δεν μπορούσε να βγει από εκεί μέσα. Ο Σαχίρ του εξήγησε ότι ισχυροί ρούνοι κρατούσαν κλειδωμένη την πόρτα και έφραζαν κάθε δίοδο διαφυγής. Ένας απλός άνθρωπος δεν είχε τη δυνατότητα να τους παρακάμψει. Αλλά κάποιος με μία δύναμη σαν του Φοίνικα δε θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα.

«Ωστόσο εσύ δε θα βοηθήσεις μέχρι να ακούσουμε τον απαγωγέα μου!» μονολόγησε ο νεαρός και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα από τα καστανά του μαλλιά. Τότε η πόρτα του δωματίου άνοιξε, φανερώνοντας τον Λούκας. Ο νεαρός κρατούσε στα χέρια του έναν δίσκο παραφορτωμένο με διάφορα φαγώσιμα πράγματα: κρουασανάκια, κρέπες, ψωμί, καφέ, χυμό, γάλα.

«Δεν ήξερα ότι είμαι σε πεντάστερο ξενοδοχείο» μουρμούρισε ο Τζέιμς και ο Λούκας γέλασε.

«Τα πάντα για τους φιλοξενούμενούς μου!» δήλωσε και άφησε το δίσκο πάνω στο γραφείο.

«Α, όχι θύμα απαγωγής;»

«Με παρεξήγησες!» απάντησε ο Λούκας και σήκωσε τις παλάμες του στο ύψος των ώμων, ως ένδειξη άμυνας. «Εγώ να μιλήσουμε θέλω μόνο χωρίς να μας ακούσει ο αδερφός σου!»

«Και, δηλαδή, μία βόλτα ως το πάρκο της γειτονιάς δε σου έκανε, να φανταστώ;»

«Θα διακινδύνευα να μας δει κάποιο Φάντασμα και μετά θα το μάθαινε αμέσως ο Κρις» είπε εκείνος, κουνώντας το κεφάλι του.

«Επομένως θεώρησες πως θα ήταν καλύτερο να με φέρεις κι εγώ δεν ξέρω που!» έκανε αγανακτισμένος ο Τζέιμς. Το βιολετί βλέμμα του Λούκας σοβάρεψε απότομα.

«Από το να βρεθώ νεκρός σε κανένα χαντάκι; Ναι, το προτιμώ! Και τώρα θα σου πρότεινα να ακούσεις αυτά που έχω να πω!»

Ο νεαρός με τα γυαλιά έσφιξε τις γροθιές του. Ήθελε να του πει πως το μόνο σίγουρο ήταν πως θα τον έβρισκαν σε κανένα χαντάκι, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν είχε να χάσει κάτι αν άκουγε αυτά που είχε να του πει ο Λούκας. 

«Ωραία, σε ακούω».

«Πρώτα θα ήθελα να φανερωθεί ο Φοίνικας ή αλλιώς ο Σαχίρ, εξάλλου από αυτόν θέλω να ζητήσω βοήθεια».

«Τον άκουσες, Σαχίρ. Μέχρι και το όνομά σου ξέρει» σχολίασε ο Τζέιμς.

«Περίεργο. Μόνο ένας το γνώριζε...» δήλωσε ο Φοίνικας και μία χρυσή αύρα τύλιξε το μικρό δωμάτιο. Το θρυλικό πουλί εμφανίστηκε και πήρε την ανθρώπινη μορφή του.

Ο Λούκας άφησε ένα σιγανό σφύριγμα να του ξεφύγει. Δεν περίμενε να δει τον Φοίνικα από κοντά. Και να, τώρα στεκόταν ούτε τρία μέτρα μακριά του! Ο άντρας με τα λευκά μαλλιά επεξεργάστηκε με τα χρυσά του ματιά αυτόν που ήταν τόσο τολμηρός ώστε να τον καλέσει. Του θύμιζε αρκετά τον προηγούμενο κάτοχό του. 

«Είσαι απόγονος του Τόμας» δήλωσε λακωνικά και ο Λούκας έγνεψε καταφατικά.

«Συγκεκριμένα, είμαι δισέγγονός του» διευκρίνισε με το στόμα, και στο πρόσωπο του Φοίνικα χαράχτηκε ένα αχνό μειδίαμα. 

«Ποιος σου μίλησε για εμένα;»

«Ο γιος του, δηλαδή ο παππούς μου, γι’ αυτό γνωρίζω και το πραγματικό σου όνομα» εξήγησε ο Λούκας. Από την άλλη, ο Τζέιμς έστρεφε το βλέμμα του από τον έναν στον άλλον, εναλλάξ. Προσπαθούσε να καταλάβει τη σχέση μεταξύ του Φοίνικα και του Λούκας, αλλά αδυνατούσε.

«Ο προπάππους του ήταν ο προηγούμενός μου κάτοχος, Τζέιμς» απάντησε στις σκέψεις του νεαρού ο Φοίνικας.

«Μάλιστα...»

«Είδες, τελικά δεν είμαι τόσο άκυρος όσο νόμιζες!» του χαμογέλασε ο Λούκας, έκανε μία παύση και γύρισε ξανά προς τον Σαχίρ.

«Σαχίρ, θα ήθελα να ζητήσω τη βοήθειά σου για να βρω το Μενταγιόν της Καρδιάς».

Ο άντρας με τα χρυσά μάτια ανασήκωσε το φρύδι του έκπληκτος. Το συγκεκριμένο αντικείμενο το έψαχνε και ο ίδιος, οπότε τον συνέφερε να έχει δίπλα του και κάποιον άλλον για βοήθεια. Ιδιαίτερα όταν αυτός ο κάποιος είχε τη δύναμη των ρούνων και ήταν πρώην Φάντασμα. 

«Από πού σκέφτεσαι να ξεκινήσεις την έρευνα;»

Ο Λούκας ακούγοντας την απάντηση που επιθυμούσε, άφησε τον εαυτό του να χαμογελάσει ελεύθερα. Λίγο παραδίπλα, ο Τζέιμς είχε θάψει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες του. Έτρεμε από το θυμό, την απογοήτευση και το φόβο. Ο Φοίνικας είχε ακούσει κάτι το οποίο του τράβηξε το ενδιαφέρον. Συνεπώς, θα βοηθούσε τον Λούκας με ή χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το γραφείο όπου και βρισκόταν ο δίσκος με το πρωινό. Στο ένα χέρι πήρε ένα κρουασανάκι και στο άλλο μία κούπα με καφέ. Τουλάχιστον ας έτρωγε, μιας και ήταν σίγουρος ότι δε θα έφευγε από εκεί προς το παρόν.

«Ωραία τα κρουασανάκια;» τον ρώτησε ο νεαρός με τα βιολετί μάτια και ο Τζέιμς έγνεψε καταφατικά, καθώς ακόμα δεν είχε καταπιεί τη μπουκιά του. Χρειαζόταν δυνάμεις, αν ήθελε να πάει κόντρα στον Σαχίρ.

«Λούκας, μπορείς να μας αφήσεις μόνους, σε παρακαλώ;» ρώτησε και κάρφωσε το νεαρό με το βλέμμα του.

«Να σου θυμίσω πως δεν είσαι σε θέση να δίνεις διαταγές».

«Σε παρακαλώ» επέμεινε ο Τζέιμς. Ο Λούκας έγνεψε καταφατικά και αφού δήλωσε ότι σε μισή ώρα θα ήταν πίσω, τους άφησε μόνους.

«Να υποθέσω ότι άκουσες αυτό που ήθελες;» έκανε ο νεαρός.

«Ναι».

«Και να υποθέσω ότι θα μείνουμε εδώ;».

«Σωστά να υποθέσεις. Ο Λούκας ψάχνει κάτι το οποίο θέλω κι εγώ».

«Το Μενταγιόν της Καρδιάς» άρθρωσε ο Τζέιμς και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.

«Και τι ακριβώς είναι αυτό;» συνέχισε. «Για ποιο λόγο είναι τόσο σημαντικό;»

«Όποιος το έχει στην κατοχή του, μπορεί να ελέγξει τόσο τα δικά του συναισθήματα όσο και των γύρω του. Είναι ένα πολύ ισχυρό αντικείμενο, δοσμένο στην ανθρωπότητα από τους αρχαίους θεούς» 

«Και για να έχουμε καλό ερώτημα, εσύ για ποιο λόγο το θέλεις;»

«Σαν πολλά δε ρωτάς, νεαρέ μου;» 

«Εσύ με διάλεξες για κάτοχό σου, οπότε έχω το δικαίωμα να γνωρίζω τι χρειάζεσαι ένα πανίσχυρο κόσμημα, δε νομίζεις;»

Ο Σαχίρ τον κοίταξε εξεταστικά. Ο μικρός είχε δίκιο σε αυτά που έλεγε. 

«Μόλις χθες σου είπα πως ψάχνω τρία αντικείμενα για να γίνω βασιλιάς του κόσμου» εξακολούθησε, και τα καστανά μάτια του Τζέιμς άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη, ενώ σιγομουρμούρισε μία βρισιά. Αν ο Φοίνικας έβρισκε αυτό το κόσμημα, θα ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο στόχο του. Και αυτό δεν ήταν καθόλου καλό. Έπρεπε να ειδοποιήσει τον Κρίστοφερ, αλλά δεν ήξερε ακόμα πώς.

«Δε θα ωφελήσει πουθενά να ειδοποιήσεις το μεγάλο σου αδερφό» είπε ο Σαχίρ, διαβάζοντας τις σκέψεις του κατόχου του. «Εξάλλου, χωρίς τη δική μου βοήθεια, δε θα μπορέσεις να το κάνεις».

«Είχα ξεχάσει ότι μπορείς να διαβάσεις το μυαλό μου, μιας και ζεις μέσα σε αυτό!» αναφώνησε το αγόρι κι ο Φοίνικας γέλασε ελαφρά. 

«Έχεις να μάθεις πολλά ακόμη για τον κόσμο μας, μικρέ» του επεσήμανε, κι ο Τζέιμς δεν απάντησε, διότι διαισθάνθηκε πως ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια δεν είχε ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να πει.

«Και με τον καιρό θα καταλάβεις ότι όλα είναι πιο περίπλοκα απ'όσο νομίζεις…»

«Δεν αμφιβάλλω ότι όλα είναι παράξενα και περίπλοκα» άφησε να του ξεφύγει ένας αναστεναγμός ο νεαρός. Είμαι καινούριος σε όλο αυτό, συνεπώς χρειάζομαι κάποιον να μου μάθει τα βασικά για αρχή. Επιπλέον, είμαι κάτοχός σου, πράγμα το οποίο δεν είναι υπέρ ενός πρωτάρη».

«Πού θέλεις να καταλήξεις, Τζέιμς;»

«Σε χρειάζομαι για μέντορά μου» δήλωσε με σταθερή φωνή ο Τζέιμς. «Είσαι ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει να καταλάβω τι συμβαίνει, αν και κανονικά θα έπρεπε να με είχες ενημερώσει από τότε που πρωτοεμφανίστηκες μέσα μου. Από τότε που δημιούργησα την πρώτη μου φλόγα με τη δύναμή σου».

Ο Φοίνικας τον πλησίασε και στάθηκε σε απόσταση ενός μέτρου από αυτόν. Παρ’ όλο που είχαν το ίδιο ύψος, το παρουσιαστικό του ήταν πιο επιβλητικό. Αυτό οφειλόταν στην αύρα εξουσίας και δύναμης που τον ακολουθούσε, σε συνδυασμό με τη σοφία των αιώνων, την οποία κουβαλούσε. 

«Εντάξει, αφού το επιθυμείς, θα γίνω ο μέντοράς σου. Θα σου μάθω όλα όσα γνωρίζω και θα σε μυήσω στον κόσμο της μαγείας».

Ο Τζέιμς προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν του έβγαινε, δεδομένων των συνθηκών, οπότε κράτησε την έκφρασή του σοβαρή και απλά αρκέστηκε σε ένα γνέψιμο. Δε γνώριζε αν αυτό το οποίο πήγαινε να κάνει ήταν το σωστό ή το λάθος, το καλό ή το κακό. Απλά ήθελε να κάνει ένα βήμα τη φορά, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να παραμείνει με τον Λούκας για όσο διάστημα έπρεπε, μέχρι να βρει έναν τρόπο να ειδοποιήσει τον αδερφό του και τους υπόλοιπους. Δεν είχε σκοπό να παραδώσει έτσι εύκολα τα όπλα. Δεν ήταν του στυλ του.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου