Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.1.21

Εξόριστοι (Κεφάλαιο 13)

Φάνης

Ο Φάνης σιγοτραγουδούσε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του καθώς έμπαινε στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα και διαπίστωσε ότι επικρατούσε απόλυτη ησυχία και σκοτάδι. Πάγωσε, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο τον κατέλαβε ένα αόριστο αίσθημα φόβου.

Πριν προλάβει να κάνει κάτι, ο χώρος απέναντί του φωτίστηκε από ένα πορτατίφ. Το βλοσυρό βλέμμα του πατέρα του που καθόταν στην πολυθρόνα ήταν στραμμένο σε κάποιο αόριστο σημείο του δωματίου. Κάτω από τις σκιές που έριχνε το χλωμό φως της λάμπας έδειχνε ακόμα πιο απόμακρος, πιο τρομακτικός.

Στο ένα του χέρι, είχε ένα μπουκάλι βότκας ακουμπισμένο πάνω στο μηρό του και το άλλο χάιδευε το περίστροφο που ήταν πάνω στο χαμηλό τραπέζι δίπλα του. Έμοιαζε σαν να μην τον έχει αντιληφθεί, να μην έχει επίγνωση του χώρου και του χρόνου. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το μπουκάλι και το ακούμπησε στο πάτωμα.

Ο Φάνης τον κοιτούσε  χωρίς να κινείται, χωρίς να μιλά και να ανασαίνει καθώς τον είδε να αδειάζει τις σφαίρες από το όπλο του. Κράτησε την τελευταία και την παρατήρησε όπως γυάλιζε στο ημίφως. Έπειτα την έβαλε ξανά στο όπλο, γύρισε τον μύλο και σήκωσε το μπουκάλι. Ένιωσε  φρίκη και έμεινε παγωμένος στη θέση του, βλέποντάς τον να τον πλησιάζει αργά και με απειλητικές διαθέσεις. Έμοιαζε εκτός εαυτού, παρανοϊκός.

Σήκωσε το όπλο και του το πίεσε στον κρόταφο στριμώχνοντάς τον στον τοίχο. Σήκωσε το μπουκάλι, ήπιε μια γουλιά και τα μάτια του γυάλισαν περίεργα.

-Έχεις παίξει ποτέ ρώσικη ρουλέτα; του είπε σιγά.

Πλησίασε πιο πολύ το πρόσωπο του στον Φάνη πιέζοντας ακόμα περισσότερο την κάννη στο κεφάλι του.

-Φοβάσαι; του είπε.

Κούνησε το κεφάλι του έντρομος κλείνοντας σφιχτά τα μάτια. Ο πατέρας του πάτησε τη σκανδάλη και ακούστηκε ο φριχτός μεταλλικός ήχος του κόκορα.  Ένα αχνό βογγητό βγήκε από το στόμα του και ένιωσε τα πόδια του να κόβονται. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ανάσαινε με δυσκολία. Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα.

Ο πατέρας ήπιε και άλλη βότκα και γύρισε ξανά τον μύλο πάνω στον βραχίονά του. Τον σημάδεψε για δεύτερη φορά.

-Είσαι τρελός; φώναξε.

-Τρία.

-Τι θέλεις από εμένα επιτέλους; ούρλιαξε.

-Δύο.

-Σε παρακαλώ, τον ικέτευσε σφίγγοντας τα δόντια.

Έκλεισε τα μάτια και πλημύρισε με δάκρυα

-Ένα.

Ακούστηκε πάλι ο ξερός ήχος του κόκορα και ο Φάνης σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας. Ο πατέρας του τον κοίταξε αποδοκιμαστικά ρίχνοντας του μια περιφρονητική ματιά, γύρισε ξανά στην πολυθρόνα του και συνέχισε να πίνει ατάραχος σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ο Φάνης πεσμένος στα γόνατα προσπαθούσε να βρει την αναπνοή του. Κατάπινε με δυσκολία.

Ο πατέρας του αγνόησε παντελώς την κατάστασή του. Ακούμπησε το όπλο δίπλα του και του είπε χωρίς να τον κοιτά:

-Αν μάθω ποτέ ότι μου κρύβεις κάτι, θα φροντίσω να μην υπάρχει μόνο μια σφαίρα μέσα, αλλά να είναι γεμάτο.

Γύρισε και τον κοίταξε με ύφος που του πάγωσε το αίμα.

-Συνεννοηθήκαμε;

Ο Φάνης τον κοιτούσε με φρίκη καθώς ήταν βουλιαγμένος στην πολυθρόνα με το ύφος του χαμένο και πάλι στο πουθενά λες και τίποτα δεν είχε συμβεί μόλις πριν από λίγο. Αδυνατούσε να πιστέψει πως μπροστά του ήταν ο πατέρας του και όχι κάποιο ανθρωπόμορφο τέρας, ένας ανισόρροπος, πνευματικά ασταθής άνθρωπο που έφτασε σε αυτό το σημείο.

Έτσι όπως ήταν στο πάτωμα σύρθηκε ως την εξώπορτα, την άνοιξε και κατέβηκε κατρακυλώντας τα πέντε σκαλιά ως τον δρόμο. Έφυγε σχεδόν τρέχοντας με μάτια μουσκεμένα, θολωμένα από δάκρυα και μίσος και μια καρδιά που χτυπούσε σαν τρελή.

Κάθισε σε ένα παγκάκι και έβγαλε τσιγάρο, προσπάθησε να ηρεμήσει. Το μόνο σίγουρο ήταν πως στο σπίτι αυτό δε θα γυρνούσε ξανά. Έβγαλε το κινητό και σχημάτισε τον αριθμό της μητέρας του. Χτύπησε πολλές φορές μα μάταια. Ένιωσε πως ήταν σε απελπιστική κατάσταση, μόνος, παρατημένος. Θύμωσε, πάνω από όλα με το εαυτό του που άφηνε να συμβούν όλα αυτά, μα ταυτόχρονα ένιωθε τόσο αδύναμος, ανίσχυρος να κάνει οτιδήποτε. Σαν κάποιος αόρατος μαριονετίστας  να κινούσε τα νήματα και εκείνος να ήταν απλά έρμαιο μιας αναθεματισμένης μοίρας, ενός πεπρωμένου που όσο και να ήθελε, ότι και αν έκανε, δεν μπορούσε να ελέγξει και να αλλάξει.

Σφίχτηκε στο μπουφάν του, είχε βγάλει ψύχρα.

 Ηλίας Στεργίου